qwφιertyuiopasdfghjklzxερυυξnmηqσwωψerβνtyuςiopasdρfghjklzxcvbnmqwertyuiopasdfghjklzxcvbnφγιmλιqπςπζαΤwΟωΒeΙτΒrΛtνΙΟyuΔτΗioΜρΙΟνμΥpΡκΓaΙΚλΗsdΣfghςjklzxcvλοπΓΡbΑnΦαmΗΣqwΤΗeΣrtyΓ’uΤioΑpΞaΗsΣdfghjklzxcvbnmσγqwΣχφολικeόrέtτοyς u: 2i0o17σ-1δ8φpγρaηsόρωυdfghjργklαzxcvbnβφδγωmζqwertλκοθξyuiύασφdfghjklzxcvbnmqwertyuiopaβsdfghjklzxcεrυtγyεuνiιoαpasdfghjklzxcηvbnασφδmqwertασδyuiopasdfασδφγθμκxcvυξσφbnmσφγqwθeξτσδφrtyuφγςοιopaασδφsdfghjklzxcvασδφbnγμΥ,mΠΕqΥΘwΥΝeΕΣrtΚyΑΘuΗiΓoΗΤpΡaΙΕsΣ:dfgασργκοϊτbnmqΜwΑΡeΙΑrtΤyΕΡσΖδΑΚφΗγ- uΜΑioΡΙpΑ aΜΠsΡσΟδΥΛφΙΑγdfghjklzxσδδγσφγcvbnmqwertyuioβκσλπpasdfghjklzxcvbnmqwertyuiopasdγαεορlzxcvbnmqwertyuiopasdfghjkαεργ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ1. Μετατρέπω ποίημα σε πεζό Σελ. 32. Συνθέτω μαντινάδες Σελ. 53. Γράφω απομνημονεύματα Σελ. 74. Μοντέρνα ποίηση-Παραδοσιακή ποίηση Σελ. 10 Σελίδα 2
Μετατρέπω ποίημα σε πεζό Σελίδα 3
«Του γιοφυριού της Άρτας» Παραλογή Σελίδα 4 Μετατρέψτε το δημοτικό τραγούδι «Του γιοφυριού της Άρτας» σε πεζό Πριν από πολλά χρόνια, το 1914, μάστορες και οι μαθητές τους έκτιζαν έναγιοφύρι στην Άρτα, που ήταν ζωτικής σημασίας. Όμως, ενώ όλο το πρωί το χτίζανε, τοβράδυ γκρεμιζόταν ως δια μαγείας και οι εργάτες έκλαιγαν για τους κόπους τους.Μια μέρα όμως ένα αηδονάκι ήρθε, κάθισε δίπλα στο ποτάμι και είπε στους εργάτες μεανθρώπινη φωνή πως για να στεριώσει το γιοφύρι θα έπρεπε να χτιστεί μέσα του έναςάνθρωπος, ένα πρόσωπο αγαπημένο και συγκεκριμένα η γυναίκα του πρωτομάστορα. Μόλις το άκουσε αυτό ο πρωτομάστορας, έπεσε σε βαριά θλίψη, κόντεψε ναπεθάνει από τη στεναχώρια του. Όμως το έργο αυτό θα βοηθούσε πολλούς ανθρώπους καιέτσι, βάζοντας πάνω από την προσωπική του ευτυχία το γενικό καλό, λέει στο πουλάκινα ειδοποιήσει τη γυναίκα του να έρθει όσο πιο αργά μπορεί στο γιοφύρι, μήπωςπρολάβαιναν στο μεταξύ να βρουν μια άλλη λύση. Δυστυχώς, όμως, το αηδόνι παράκουσεκαι είπε στη Λυγερή να κάνει το αντίθετο, δηλαδή να πάει γρήγορα στον άνδρα της.Έτσι, όταν έφτασε στη γέφυρα η άτυχη γυναίκα και είδε το σύζυγο της δυστυχισμένο, οιάλλοι μάστορες την πληροφόρησαν πως είχε τάχα πέσει η βέρα του στην πρώτη καμάρατης γέφυρας και πως κανείς δεν χωρούσε να κατεβεί να το πάρει. Εκείνη αμέσωςπροσφέρθηκε να πάει να το βρει από αγάπη για τον άνδρα της. Καθώς την κατέβαζαν,λοιπόν, άρχισε να ανησυχεί διότι δεν έβλεπε κανένα δαχτυλίδι και αμέσως ζήτησε να τηνανεβάσουν. Είχε αρχίσει να υποψιάζεται την παγίδα τους. Τότε, βάζει ένας μάστορας τονσοβά, ένας άλλος τον ασβέστη και τελευταίος ο πρωτομάστορας ρίχνει την μεγάλη πέτρα.Η Λυγερή κυριεύεται από απελπισία, καθώς και οι δυο αδελφές της είχαν στοιχειώσειγέφυρες. Έτσι, πάνω στον θυμό ξεστομίζει μια βαριά κατάρα: όπως τρέμει το φύλλο τηςκαρυδιάς να τρέμει και το γεφύρι και όπως πέφτουν τα φύλλα από τα δέντρα να πέφτουνκαι οι διαβάτες. Όμως οι μάστορες για να την εκβιάσουν να αλλάξει την κατάρα της,αφού ουσιαστικά η κατάρα αυτή εμπόδιζε το γεφύρι να στεριώσει, της λένε πως μπορείνα περάσει από τη γέφυρα και ο μονάκριβος αδελφός της και να γίνει θύμα της κατάραςτης. Τελικά, υπερισχύει η αδελφική αγάπη και η Λυγερή αλλάζει την κατάραμετατρέποντάς την σε ευχή: το γεφύρι να τρέμει, αν τρέμουν τα βουνά και οι διαβάτεςνα πέφτουν, αν πέφτουν τα άγρια πουλιά, πράγμα αδύνατο. Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος, Γ1
Συνθέτω μαντινάδεςΤση μαντινάδας το γραφτό απ’ την καρδιά πηγάζει και κάθε λύπη και χαρά απ’ την ψυχή τη βγάζει Σελίδα 5
«Ερωφίλη» Γεώργιος Χορτάτσης Σελίδα 6 Συνθέτω μαντινάδα σε 15σύλλαβο στίχο με θέμα την αγάπη Συναισθήματα αγάπης κυριεύουν την καρδιά Σαν δέντρο είμαστε κι εμείς με όμορφα κλαριά Αλέξανδρος Καμπούρης, Γ1 Σου άνοιξα τη πόρτα, να μπεις μες τη καρδιά μου. Μα εσύ με πρόδωσες σκληρά κι έφυγες μακριά μου. Απόστολος Καμπούρης, Γ1Αγάπη είναι μόνο μια, γλυκιά πριγκίπισσά μου,να το θυμάσαι αυτό καλά, βάλτο μες στην καρδιά σου Δημήτρης Θάνος, Γ1 Έλα μαζί μου για να ζήσουμε ξανά στην πόλη γιατί για να σε βρω εγώ, γύρισα τη γη όλη. Σπύρος Θάνος, Γ1 Η αγάπη σου με έφερε στο χείλος του γκρεμού Όπως έφερε ξανά εδώ κι άλλους προ πολλού Αλέξανδρος Καμπούρης, Γ1 Η καρδιά μου είναι ανοιχτή σαν τούτο το βιβλίο. Κι ήρθες εσύ και το ‘σκισες σαν να ‘σουνα θηρίο. Απόστολος Καμπούρης, Γ1
Γράφωαπομνημονεύματα Σελίδα 7
Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη Διάλεξε ένα ιστορικό γεγονός και γράψε μια σελίδα στα απομνημονεύματά σου για τη συμμετοχή σου σε αυτόΉταν Σεπτέμβριος. 11 Σεπτεμβρίου για την ακρίβεια. Εργαζόμουν στον 14οόροφο ενός από τους «Δίδυμους Πύργους». Εκείνη την ημέρα υπήρχε μιαπερίεργη ατμόσφαιρα. Κακός οιωνός, σκέφτηκα, αλλά έμεινα μόνο στη σκέψη.Όπως καθόμουν στο γραφείο μου, μελετώντας τον προϋπολογισμό τηςεπιχείρησης, άκουσα κραυγές και ουρλιαχτά γύρω μου. Σηκώθηκα από τογραφείο μου και τι να δω: όλες οι οθόνες και η γιγαντοοθόνη του Empire StateBuilding έδειχναν ένα αεροπλάνο πεσμένο κοντά στην Νέα Υόρκη. Ξύπνησααπότομα από τη μονοτονία του γραφείου και είδα τα φλεγόμενα μπάζα από τοκτίριο μας: ήταν ήδη πολύ αργά.Οι κραυγές έφταναν από τους φλεγόμενους ορόφους που βρίσκονταν από πάνωμας. Έτρεξα ως το ασανσέρ, όμως είχαν σπάσει τα σχοινιά του, με αποτέλεσμα ναφύγει κάτω, παίρνοντας μαζί τους αθώους ανθρώπους. Κατέβηκα τις σκάλες όσοπιο γρήγορα μπορούσα, η αδρεναλίνη να ρέει μέσα μου. Έφτασα στο ισόγειο, όμωςοι πόρτες ήταν κλειστές. Τότε συνειδητοποίησα το λάθος μου. Εκατό όροφοι μαζίμε ανθρώπους έπεσαν πάνω μου.Από εκείνη τη στιγμή είμαι περιπλανώμενο πνεύμα. Οι φίλοι μου, οισυνάδελφοι μου, οι συμπολίτες μου, όλοι νεκροί. Έζησαν βέβαια κάποιοι, αλλάσημασία έχει πως έχασα τους δικούς μου ανθρώπους. Γυρνώντας σπίτι, σανπνεύμα αόρατο πια, είδα την γυναίκα μου στη γωνία να κλαίει. Ποιος περίμενεαυτή την επίθεση; Ποιος το γνώριζε και δεν μας προειδοποίησε; Έχω ένα παιδί,στην τελευταία χρονιά του σχολείου, που δεν θα βρίσκομαι στο πλάι του πια. Μιαεπίγεια κόλαση! Γιατί; Δημήτρης Θάνος, Γ1 Σελίδα 8
Θυμάμαι πριν από πολλά φεγγάρια που Σελίδα 9ζούσα ευτυχισμένα με τον γιο μου, τον Τάκη, στοΜεσολόγγι. Η γυναίκα μου δυστυχώς είχε πεθάνειστα 40 της από έκρηξη στο παλιό παντοπωλείο. Το Μεσολόγγι ήταν μία υπέροχη πόλη,γεμάτη χαρές και ζωντάνια, ώσπου έφθασαν οιΤούρκοι. Εκείνη τη μέρα δούλευα στο νέο παντοπωλείο μου μαζί με τον γιο μου.Είχαμε πολλούς πελάτες, όπως πάντα. Όμως, ο τελευταίος μου πελάτης δεν ήρθεγια να αγοράσει, αλλά να μεταφέρει μήνυμα σημαντικό. Μου είπε μυστικά ότι κάποιοι φίλοι του από την Αθήνα, του έγραψανότι οι Τούρκοι έρχονται με πολλές στρατιές. Ο γιος μου στεναχωρημένος πολύ μερώτησε τι θα κάναμε και εγώ με ψυχραιμία του απάντησα ότι θα στήναμεμαγαζί έξω από τα τείχη της πόλης για να προμηθεύουμε τους κάτοικους της μεφαγητό. Το σχέδιο ήταν επικίνδυνο. Εκείνο το μοιραίο πρωινό ξύπνησα από τιςπρώτες κανονιές κι άρχισα να μαζεύω τα πράγματά μου για να πάω στο μαγαζί.Είπα στον γιο μου να μην έρθει, αλλά εκείνος παράκουσε και με ακολούθησε.Από ό,τι είχαμε δει, οι Μεσολογγίτες αντιστέκονταν αρκετά και με την βοήθειάμου με τα τρόφιμα ο πόλεμος φαινόταν λες και είχε ήδη τελειώσει. Μέχρι που έδωσε ο σουλτάνος διαταγή να εισβάλλουν και οι Αιγύπτιοιγια να βοηθήσουν τους Τούρκους. Καθώς δουλεύαμε όλοι, για να περιθάλψουμετους τραυματισμένους στρατιώτες μας, ακούσαμε φωνές Τούρκων. Εγώ, πουήξερα λίγα τούρκικα, άκουσα ότι ο Ιμπραήμ, στρατηγός του πανίσχυρουαιγυπτιακού στρατού, έφθασε για να δώσει ένα τέλος σε όλους μας.Αντισταθήκαμε πολύ, αλλά δεν θα τα καταφέρναμε, αν η επίθεση συνεχιζόταν κιάλλες μέρες. Τότε ο γιος μου πρότεινε το βράδυ της 10ης Απριλίου να φύγουμεαπό την πόλη όλοι μαζί. Έτσι και έγινε. Κάποιος, όμως, μας πρόδωσε στουςΤούρκους και έτσι μας περίμεναν οπλισμένοι. Αγωνιστήκαμε για τη ζωή μαςαλλά οι περισσότεροι σφαγιάστηκαν, όπως κι ο αδερφός μου, ο Σόφρωνας. Ο γιοςμου πιάστηκε αιχμάλωτος και δεν τον είδα ποτέ ξανά. Τώρα, γέρος πια ελπίζω μόνο να είναι ζωντανός και να τον δω μιατελευταία φορά πριν ξεψυχήσω. Μπορεί να μην ξέρω πολλά γράμματα, αλλάξέρω ότι στις 10 Απριλίου του 1826, μία μεγάλη πόλη έπεσε. Σπύρος Θάνος, Γ1
Μοντέρνα ποίησηΠαραδοσιακή ποίηση Σελίδα 10
Με τον τρόπο του Γ.Σ., Γιώργος Σεφέρης Σελίδα 11 Μετατρέψτε τον ελεύθερο στίχο του ποιήματος «Με τον τρόπο του Γ.Σ.» σε στίχο με ομοιοκαταληξίαΌπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές ο Κένταυρος ματώνειγλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μουκαθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα ερχότανε μαζί μουανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρουώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού ανεξαρτήτως υψομέτρουΣτη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζανακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι, ενώ όλοι θυμωμένα ουρλιάζανμου κάρφωσε το χέρι στα σωθικάμια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικάαπό τα πέρατα μιας νιότης αλλαγμένης ριζικά.Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς του Αργίτηκαι πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας Ελένης του Ατρείδη»·χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάντραμ' έναν κόκορα κρεμασμένο σαν κομπολόι με χάντρα.Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο και στις ομορφιές τους όλεςμε χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε δυνατάπως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;O ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως «έρχεται εξ Ομονοίας»«Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος» απαντά ευχαριστημένος ο Ηλίας«βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό».Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει με γοργό ρυθμόδεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείςδεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια της γραμμής·περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν ξανά και ξανά.
Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική και δε βρίσκεται πουθενά·αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε με χλιδήκρατούν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται χαμογελαστοίο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ' ένα φόντο με πιτσούνια και λουλούδια μεηλιαχτίδεςδέχουνταν το χέρι του γερο-φωτογράφου να του στρώνει τις ρυτίδεςπου είχαν αφήσει στο πρόσωπο του παππούόλα τα πετεινά τ' ουρανού.Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολημερίςκι αν «ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς»είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το να κολυμπήσουνεκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουντην ΕΛΣΗ τη ΣΑΜOΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚO.Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά τον μακρινόσφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης δυνατάκαμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει αργάο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ' άσπρα και στα χρυσά.Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει στην καρδιά·παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες κύματα λευκά…Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ 937. Θοδωρής Αυδής Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος Σπύρος Θάνος Αλέξανδρος Καμπούρης Γιώργος Γιατσίδης Γ1 Σελίδα 12
Γράφω ένα ποίημα με τίτλο «Η πόλη μας» Σελίδα 13 με το ύφος του Γ. Σεφέρη «Η πόλη μας»Όρθια και ακίνητη σαν περίφραξη στα όνειρά μαςτσιμεντένια τάφρος στη ζωή μας.Το βήμα δειλό προς την ελευθερίασαν πρότυπο φαντάζει το ’21.Είμαστε μέσα σε αυτή μα οι καρδιές μας έξωμας περιτριγυρίζει από παντούκι εμείς εκεί να προσπαθούμε να κάνουμε το βήμαδιέξοδο να βρούμε να αλλάξουμε τα σχέδια, τα σχήματα, τα χρώματαοι μέρες μας διέξοδο στην ομορφιά κοιτώντας τον ουρανόοι νύχτες καταπίνουν το γέλιο μας. Βασιλική Πλατσατούρα, Γ2 «Η πόλη μας»Η πόλη μας είναι άχαρη, γεμάτη με βουβά στενάκια,παλιά σπίτια από φαγωμένο πηλόπου κάποτε ήταν επιβλητικά, αξιοθαύμαστα.Χάθηκε το χρώμα στην πόλη μαςχάθηκαν τα δέντρα της πόλης μας.Πλέον όλο τον χρόνο επικρατεί ο χειμώναςγκρίζα, μουντά σύννεφα, βροχές, κεραυνοί.Κι όμως κάπου εκεί στο βάθος,Μπορούμε να διακρίνουμε ένα ίχνος πράσινουπηγή σωτηρίας για τα ζώα που δεν έχουν πια να φάνε. Ελένη Λούκη, Γ2
«Η πόλη μας»Η πόλη μας είναι γεμάτη από ανθρώπουςμα στην πραγματικότητα …είναι άδεια· τα ανθρώπινα σώματαείναι πια σαν κενά δοχεία.Οι ψυχές τους χάθηκανκάπου ανάμεσα στο ποτέ και στο πάντα.Η πόλη μας είναι άδεια. Ευαγγελία Παπακωνσταντίνου, Γ2 «Η πόλη μας» Η πόλη μου μοιάζει με μια χάρτινη πόλη που δεν βρίσκεται στον χάρτη πονάει όμως από τα μεγάλα κτίρια πονάει από τα αγκάθια στην καρδιά της. Στην κορυφή της στέκεται αιώνες η ελπίδα ελπίδα άσπρη σα χαρτί. Αλεξάνδρα Ντρίμερη, Γ2 Σελίδα 14
«Η πόλη μας»Ο τόπος μας μαραίνεταιαπό τα λουλούδια ως τα πρόσωπααπό τις καρδιές ως τις κολόνεςαπό αυτούς που δεν ξέρουν να αντηχούνκαι από όσους δεν μπορούν να μιλήσουν.Σκουριασμένοι πνεύμονες, σκουριασμένες αλυσίδες,σκουριασμένα πρόσωπα.Μάτια που δεν βλέπουν αυτά που δεν μπορούν να ακούσουν.Ακόμη και αν βρούμε το φωςθα ζούμε στο σκοτάδιένα σκοτάδι άσπρογεμάτο νυχτερίδες.Το λεωφορείο που περνάει από την παιδική μου γειτονιάονομάζεται ΕΛ πίδα. Χρήστος Παπαγκίκας, Γ2 Σελίδα 15
«Η πόλη μας»Η πόλη μας από μακριάμοιάζει όμορφη, χαρούμενημα αν έρθεις πιο κοντάθα δεις κι εσύ πως μπλέκονται οι ζωέςκαι κείνες οι χαρές που μας κρατάνε ζωντανούςαρχίζουν να θολώνουν, να ξεχνιούνται.Έτσι σκεφτόμαστε ότι δεν έχει νόημα να συνεχίσουμενα σέρνουμε το βάρος που αδιάκοπα μας κουράζει.Μα ο καθένας από εμάς, αν προσπαθήσει πολύ,αν το θέλει, μπορεί να βρει τον σκοπό τουκαι γι’ αυτό που αγαπάει να πολεμήσει. Αγγελική Μυτιληναίου, Γ2 Σελίδα 16
«Η πόλη μας»Προχωρώντας από την πραγματικότητακαι πλησιάζοντας την ψεύτικη αλήθειαπαρατηρούμε την καθημερινότητασα να είναι ένα άδειο πηγάδιξέροντας πως έχουμε ολόκληρη θάλασσαμπροστά μας.Καθόμαστε και κοιτάμε τον χαμηλό ουρανό άπραγοιχωρίς να βλέπουμε τα πουλιά ή τα αστέρια.Ζούμε σε μια ψεύτικη πραγματικότητακαθώς αγνοούμε και αποφεύγουμε την αλήθεια.Μια δική μας πόληβυθισμένη στο σκοτάδι, μακριά από την ψεύτικη αλήθειααχαρτογράφητη στον χρυσό χάρτη.Κοιτάμε τον χαμηλό ουρανό που τη σκεπάζεισβήνει από τη μνήμη μας και προχωράει στο σκοτάδι.Άδειο πηγάδι οι ζωές μαςθάλασσα η ιστορία μας, μα δυστυχώς διψάμε.Περιμένουμε να έρθει να μας πάρει μαζί τηςπριν πετάξουμε μαζί με τα πουλιάμακριά. Δήμητρα Νούσα, Γ2 Σελίδα 17
18Σελίδα
Search
Read the Text Version
- 1 - 18
Pages: