Important Announcement
PubHTML5 Scheduled Server Maintenance on (GMT) Sunday, June 26th, 2:00 am - 8:00 am.
PubHTML5 site will be inoperative during the times indicated!

Home Explore Εργασία Ευρωπαϊκό Εμπορικό Δίκαιο

Εργασία Ευρωπαϊκό Εμπορικό Δίκαιο

Published by Nikolaos Georgitsopoulos, 2023-07-06 16:56:57

Description: Εργασία Ευρωπαϊκό Εμπορικό Δίκαιο

Search

Read the Text Version

ΠΑΝΤΕΙΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ & ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ PANTEION UNIVERSITY OF SOCIAL & POLITICAL SCIENCES ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ & ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΜΗΜΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ» ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ: ΕΘΝΙΚΗ ΚΙ ΕΝΩΣΙΑΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ Ελεύθερος ανταγωνισμός Έννοια περιορισμών του ανταγωνισμού στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ Οι κάθετες συμφωνίες στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ ΕΡΓΑΣΙΑ ΠΡΟΟΔΟΥ ΜΑΘΗΜΑ: «Ο ανταγωνισμός από τη σκοπιά της εθνικής και ενωσιακής διοίκησης» (Ευρωπαϊκό Εμπορικό Δίκαιο) ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: ΜΠΩΛΟΣ Άγγελος ΦΟΙΤΗΤΗΣ: ΓΕΩΡΓΙΤΣΟΠΟΥΛΟΣ Νικόλαος Αθήνα Απρίλιος, 2020

Περιεχόμενα 1. Εισαγωγή ...............................................................................................................3 2. Ο ανταγωνισμός στην Ένωση.................................................................................4 2.1 Η ανάγκη προστασίας του ανταγωνισμού στην Ένωση ...............................6 3. Οι ρυθμίσεις για τον ανόθευτο ανταγωνισμό στην Ένωση......................................7 4. Η απαγόρευση των συμφωνιών ..............................................................................8 4.1 Οι αποδέκτες της απαγόρευσης των συμφωνιών .........................................9 4.1.1 Οι επιχειρήσεις......................................................................................9 4.1.2 Οι ενώσεις επιχειρήσεων .....................................................................11 4.1.3 Τα κράτη μέλη ....................................................................................11 5. Το αντικείμενο της απαγόρευσης των συμφωνιών................................................12 5.1 Οι Συμφωνίες............................................................................................12 5.1.1 Οι οριζόντιες συμφωνίες .....................................................................14 5.1.2 Κριτήρια αξιολόγησης με βάση το άρθρο 101 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ....15 5.1.3 Κριτήρια αξιολόγησης με βάση το άρθρο 101 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ....17 5.1.4 Οι κάθετες συμφωνίες .........................................................................17 5.2 Οι Αποφάσεις ...........................................................................................20 5.3 Εναρμονισμένη πρακτική..........................................................................20 5.4 Ανταλλαγή πληροφοριών..........................................................................22 6. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του αρ. 101 ΣΛΕΕ...................................................24 6.1.1 Επηρεασμός του εμπορίου στην εσωτερική αγορά της Ένωσης ...........25 6.1.2 Νόθευση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά της Ένωσης ........27 7. Οι συνέπειες της απαγόρευσης των συμφωνιών ...................................................29 8. Εξαιρέσεις από την απαγόρευση των συμφωνιών.................................................30 8.1 Εξαιρέσεις από την αντιμονοπωλιακή πολιτική της Ένωσης εξαιτίας έκτακτων και εξαιρετικών συνθηκών της οικονομίας .............................................32 8.1.1 Η πανδημία της νόσου COVID-19 ......................................................34 8.1.2 Βασικά κριτήρια αξιολόγησης, βάσει της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, των σχεδίων συνεργασίας επιχειρήσεων που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της έλλειψης βασικών προϊόντων και υπηρεσιών κατά την έξαρση της νόσου COVID- 19 36 8.1.3 Εξαιρετική διαδικασία για την παροχή καθοδήγησης ad hoc σχετικά με συγκεκριμένα σχέδια συνεργασίας που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της έλλειψης βασικών προϊόντων και υπηρεσιών κατά την έξαρση της νόσου COVID- 19 40 9. Συμπεράσματα .....................................................................................................41 10. Βιβλιογραφία .......................................................................................................43 10.1 Ελληνόγλωσση .........................................................................................43 10.2 Κανονισμοί ...............................................................................................45 10.3 Οδηγίες .......................................................Error! Bookmark not defined. 10.4 Νομολογία ΔΕΕ ........................................................................................45 [2]

1. Εισαγωγή Η παρούσα εργασία εκπονήθηκε στα πλαίσια του μαθήματος «Ο ανταγωνισμός από τη σκοπιά της εθνικής και ενωσιακής διοίκησης» (Ευρωπαϊκό Εμπορικό Δίκαιο) στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Νομική και Διοικητική Επιστήμη» στη κατεύθυνση «Εθνική και Ενωσιακή Διοίκηση» κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2019-20. Αρχικά περιγράφεται το πλαίσιο του ανταγωνισμού στην Ένωση προκειμένου ο αναγνώστης να κατανοήσει το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο εμπίπτουν οι προστατευτικοί κανόνες του αρ. 101 ΣΛΕΕ που είναι και το επίκεντρο της παρούσας εργασίας. Ακολούθως, αναφέρονται οι ρυθμίσεις που έχουν ληφθεί σε ενωσιακό επίπεδο προκειμένου να εξασφαλιστεί ένας ανόθευτος ανταγωνισμός στην ενιαία εσωτερική αγορά που δημιουργείται στην Ένωση. Ακολούθως γίνεται αναφορά στην απαγόρευση των συμφωνιών και αναλύονται αυτές καθώς και το ποιοι είναι οι αποδέκτες αυτών των απαγορεύσεων. Στη συνέχεια αναλύεται το περιεχόμενο των απαγορεύσεων όπου γίνεται μια κατηγοριοποίηση αυτών σε συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές. Ειδικότερα στο σημείο αυτό αναλύονται οι οριζόντιες και οι κάθετες συμφωνίες. Ακολουθεί μία ανάλυση των προϋποθέσεων εφαρμογής των απαγορεύσεων (δύο προϋποθέσεις). Έπειτα, περιγράφονται οι συνέπειες αυτών των απαγορεύσεων. Τέλος αναφέρονται ορισμένες εξαιρέσεις από αυτές τις απαγορεύσεις. Εκτενέστερη αναφορά γίνεται στο νέο πλαίσιο της Επιτροπής για το κάλεσμα συνεργασίας των επιχειρήσεων για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19. Καταλήγοντας εξάγονται ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα. [3]

2. Ο ανταγωνισμός στην Ένωση Η Ένωση έθεσε ως πρωταρχικό στόχο την δημιουργία μίας κοινής εσωτερικής αγοράς όπου οι παραγωγικοί πόροι θα μπορούν να κυκλοφορούν ελευθέρα και να ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Προκειμένου ο αναγνώσιμός να είναι ελεύθερος και να μην επηρεάζεται απαιτείται προστασία της ελεύθερης οικονομίας τόσο από το ίδιο το κράτος άλλα και από τους άλλους ιδιώτες. Έτσι η εσωτερική αγορά που δημιουργήθηκε απαιτούσε την απαγόρευση κάθε κρατικής παρέμβασης που θα είχαν την μορφή προστατευτικών μέτρων που μπορεί να είχαν ως αποτέλεσμα την απομόνωση της εθνικής αγοράς του κράτους μέλους από το οποίο θα λαμβανόταν τα προστατευτικά μέτρα από τις υπόλοιπες εθνικές αγορές των άλλων κρατών μελών. Επιπλέον για την προστασία της εσωτερικής αγοράς από τους ιδιώτες (επιχειρηματίες) απαιτεί την απαγόρευση συμφωνιών ή συμπεριφορών που τείνουν ή θεωρούνται ως καταχρηστικές οι οποίες μπορεί να οδηγούν ακριβώς στο ίδιο αποτέλεσμα με προηγουμένως, δηλαδή τον αποκλεισμό της εθνικής οικονομίας από τις άλλες και τον μη ισότιμο ανταγωνισμό με τους ίδιους όρους (Παπαγιάννης, 2016). Με αυτόν τον τρόπο η ίδια η Ένωση και οι ιδρυτικές συνθήκες αναγνωρίζουν ότι για να λειτουργήσει η ενιαία εσωτερική αγορά απαιτείται να διασφαλιστεί ένα καθεστώς προστασίας του ελευθέρου ανταγωνισμού από το κρατικές παρεμβάσεις και καταχρηστικές συμπεριφορές ιδιωτών. Ταυτόχρονα, οι επιχειρηματίες από τα κράτη μέλη γνωρίζουν ότι ο ανταγωνισμός στην εσωτερική αγορά των κρατών μελών είναι ελεύθερος επομένως μπορούν να επιλέξουν ελευθέρα βάσει οικονομικών κριτήριων το κράτος μέλος στο οποίο θα εγκατασταθούν για να ασκήσουν την εμπορική τους δραστηριότητα, χωρίς άλλες επιρροές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «όταν επικρατούν συνθήκες ανταγωνισμού, οι επιχειρήσεις βρίσκονται συνεχώς υπό την πίεση να προσφέρουν τα καλύτερα δυνατά προϊόντα στην καλύτερη δυνατή τιμή, διότι, διαφορετικά, οι καταναλωτές θα αγοράσουν τα προϊόντα άλλων επιχειρήσεων. Σε μια ελεύθερη αγορά, οι επιχειρήσεις πρέπει να δρουν ανταγωνιστικά γιατί αυτό είναι προς όφελος των καταναλωτών.» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2012b). Έτσι αναγνωρίζεται ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός αποτελεί βασικό στοιχείο μίας ανοικτής οικονομίας της αγοράς. Με αυτόν ενισχύονται οι οικονομικές επιδόσεις των ανταγωνιζόμενων επιχειρήσεων και προσφέρεται στους καταναλωτές ένα ευρύτερο φάσμα προϊόντων και υπηρεσιών υψηλότερης ποιότητας και σε πιο ανταγωνιστικές τιμές (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2012a). Όταν σε μία ενιαία ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά υπάρχει ένα σύστημα ελεύθερου ανταγωνισμού τότε κάνουμε λόγο για ένα οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο οι [4]

επιχειρήσεις, ανεξάρτητες η μία από την άλλη, μπορούν και ασκούν την ίδια δραστηριότητα και είναι σε θέση να ανταγωνίζονται η μία την άλλη για να προσελκύσουν τους καταναλωτές να επιλέξουν το προϊόν ή την υπηρεσία που προσφέρουν. Με άλλα λόγια, είναι μια αγορά στην οποία κάθε επιχείρηση υπόκειται στις ανταγωνιστικές πιέσεις των άλλων. Η άσκηση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού μεταξύ των μερών που συμμετέχουν στην οικονομία τους κράτους μέλος παρέχει με αυτόν τον τρόπο ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον στις επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα παρέχει και μια σειρά πλεονεκτημάτων στους καταναλωτές όπως είναι για παράδειγμα οι μειωμένες τιμές, η καλύτερη ποιότητα προϊόντων και υπηρεσιών, ένα ευρύτερο φάσμα επιλογών για τους ίδιους κλπ. (EUR-Lex, 2020). Απώτερος σκοπός της Ένωσης μέσα από την άσκηση μίας ενιαία ευρωπαϊκής πολιτικής ανταγωνισμού είναι να εξασφαλιστεί ένα σύστημα ελεύθερου και θεμιτού ανταγωνισμού στην ενιαία εσωτερική αγορά των κρατών μελών της Ένωσης. Οι κανόνες ανταγωνισμού της Ένωσης περιγράφονται στα άρθρα 101 έως 109 της ΣΛΕΕ) και συνθέτουν πέντε (5) κύριους άξονες επάνω στους οποίους κινείται (EUR-Lex, 2020): 1. Αρχικά στοχεύουν στην απαγόρευση των εμπορικών συμφωνιών και πρακτικών που αντίκεινται στους κανόνες του ανταγωνισμού καθώς και της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης που δύνανται να περιορίσουν τον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς (αντιμονοπωλιακοί κανόνες) 2. Επιπλέον αφορούν τον προληπτικό έλεγχο στα σχέδια συγκεντρώσεων (συγχωνεύσεων) που παρουσιάζουν ευρωπαϊκή διάσταση προκειμένου με αυτό τον τρόπο να διασφαλιστεί ότι το μεγάλο μέγεθος της προτεινόμενης συγκέντρωσης στην αγορά της Ένωσης δεν αναμένεται να οδηγήσει σε περιορισμό του ήδη υπάρχοντος ανταγωνισμού 3. Έπειτα στοχεύει στον έλεγχο των ενισχύσεων που χορηγούν τα κράτη μέλη της Ένωσης στις όποιες κρατικές ή μη επιχειρήσεις, οι οποίες ενδεχομένως να απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό με την ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής από ορισμένες κυβερνήσεις κρατών μελών 4. Ταυτόχρονα στοχεύει στο άνοιγμα του ανταγωνισμού σε ορισμένους τομείς που στο παρελθόν βρίσκονταν υπό τον έλεγχο κρατικών μονοπωλίων, όπως οι αγορές των τηλεπικοινωνιών, των μεταφορών ή της ενέργειας 5. Τέλος, περιλαμβάνει τη συνεργασία με τις αρχές ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο πέρα από την Ένωση προκειμένου η Ένωση να καταστεί παγκόσμιος εμπορικός παίκτης αντίστοιχος με αυτόν της Κίνας και των ΗΠΑ. [5]

2.1 Η ανάγκη προστασίας του ανταγωνισμού στην Ένωση Η πολιτική του ελευθέρου ανταγωνισμού στην Ένωση όπως θα αναλυθεί και παρακάτω είναι ένα σύνολο κανόνων δικαίου που εφαρμόζονται ενιαία σε όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης προκειμένου να διασφαλιστεί ο θεμιτός ανταγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων και εταιρειών καθώς αυτή η μορφή οικονομίας είναι σημαντική για τους καταναλωτές. Μέσα από την εφαρμογή αυτής της πολιτικής ανταγωνισμού ενθαρρύνεται η επιχειρηματικότητα και η αποτελεσματικότητα, αυξάνονται οι επιλογές των καταναλωτών και συμβάλλει στη μείωση των τιμών και τη βελτίωση της ποιότητας προς όφελος των καταναλωτών που είναι και κατ’ επέκταση πολίτες της Ένωσης. Ειδικότερα τα οφέλη του ανταγωνισμού για την Ένωση εντοπίζονται στα παρακάτω κρίσιμα σημεία (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2012a): 1. Χαμηλές τιμές για όλους τους καταναλωτές: Ο ευκολότερος τρόπος για να αυξήσει μια επιχείρηση το μερίδιο αγοράς της είναι να προσφέρει καλύτερες τιμές. Επομένως, στις αγορές που λειτουργεί ο ανταγωνισμός, οι τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών πέφτουν. Το γεγονός αυτό ευνοεί τους καταναλωτές και αυτό γιατί όλο και περισσότεροι μπορούν να πραγματοποιούν αγορές, και παράλληλα ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να παράγουν, τονώνοντας έτσι την οικονομία γενικότερα. 2. Καλύτερη ποιότητα: Επίσης, ο ανταγωνισμός ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να βελτιώνουν την ποιότητα των αγαθών και των υπηρεσιών που πωλούν, ώστε να προσελκύουν περισσότερους πελάτες και να αυξάνουν το μερίδιό τους στην αγορά. Η ποιότητα μπορεί να έχει διάφορες έννοιες, όπως: προϊόντα που διαρκούν περισσότερο ή λειτουργούν καλύτερα, καλύτερη εξυπηρέτηση μετά την πώληση ή τεχνική υποστήριξη, φιλικότερες και καλύτερες υπηρεσίες. 3. Μεγαλύτερη επιλογή: Σε μια ανταγωνιστική αγορά, οι επιχειρήσεις προσπαθούν να διαφοροποιήσουν τα προϊόντα τους από τα υπόλοιπα της αγοράς. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε μεγαλύτερες δυνατότητες επιλογής και οι καταναλωτές μπορούν να επιλέγουν το προϊόν που προσφέρει την σωστή σχέση μεταξύ τιμής και ποιότητας γι’ αυτούς. 4. Καινοτομία: Για να μπορούν να παρέχουν μεγαλύτερη επιλογή και να παράγουν καλύτερα προϊόντα, οι επιχειρήσεις πρέπει να καινοτομούν όσον αφορά το είδος και τον σχεδιασμό του προϊόντος, τις τεχνικές παραγωγής, τις παρεχόμενες υπηρεσίες κ.λπ. 5. Καλύτεροι ανταγωνιστές στις διεθνείς αγορές: Ο ανταγωνισμός στο εσωτερικό της Ένωσης βοηθά τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να είναι ισχυρότερες τόσο στο εσωτερικό πεδίο της ενιαίας εσωτερικής αγοράς όσο και εκτός αυτής. Ως εκ τούτου οι επιχειρήσεις [6]

καθίστανται ικανές να μπορούν να επιβιώνουν σε συνθήκες όχι μόνο ενωσιακού άλλα και παγκόσμιου ανταγωνισμού. Προκειμένου να επιτευχθούν όλα τα παραπάνω αποτελέσματα, απαιτείται να υπάρχει ένα προστατευτικό πλαίσιο για τον ανταγωνισμό προκειμένου αυτός να μπορεί να επιφέρει τις επιδιωκόμενες επιδράσεις στην οικονομία των κρατών μελών και να μην αλλοιώνεται. Έτσι, η Ένωση αναλαμβάνει να ορίσει ορισμένες προστατευτικές διατάξεις που στοχεύουν να δημιουργήσουν ορισμένες αναγκαστικούς κανόνες απαγορευτικών συμπεριφορών για τις επιχειρήσεις προκειμένου να προστατευτεί αποτελεσματικά και εν τοις πράγμασι ο ανταγωνισμός. 3. Οι ρυθμίσεις για τον ανόθευτο ανταγωνισμό στην Ένωση Η τήρηση των κανόνων του ανταγωνισμού αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών στα κράτη μέλη και την ομαλή συνύπαρξη των επιχειρήσεων προς όφελος των πολιτών της Ένωσης ως καταναλωτών προϊόντων και υπηρεσιών άλλα και της εσωτερικής αγοράς της Ένωσης (Παντελιάδης, 2018). Αντίθετα με μια γενικότερη ίσως αντίληψη, οι απαγορευτικοί κανόνες που τίθενται μέσα στην ίδια τη Συνθήκη Λειτουργίας της Ένωσης (εφεξής ΣΛΕΕ), δεν λειτουργούν απαραίτητα περιοριστικά στις πρακτικές των επιχειρήσεων για αύξηση των μεριδίων τους στην αγορά και στις συμφωνίες που θα τους επιτρέπουν να συνεργάζονται και να καινοτομούν προς όφελος τόσο της επιχείρησης όσο και του καταναλωτή. Η πολιτική ανταγωνισμού της Ένωσης εξασφαλίζει ότι ο ανταγωνισμός δεν νοθεύεται εντός της ενιαίας εσωτερικής αγοράς που σχηματίζουν οι εθνικές αγορές των κρατών μελών, μεριμνώντας ώστε να εφαρμόζονται παρόμοιοι κανόνες στο σύνολο των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε αυτήν. Ο τίτλος VII, κεφάλαιο 1 της ΣΛΕΕ θέτει τη βάση κοινοτικών κανόνων σε θέματα ανταγωνισμού. Αναλυτικά παρατίθενται τα σχετικά αποσπάσματα στη συνέχεια. Στη παράγραφο 1 του αρ. 101 ΣΛΕΕ αναφέρεται ότι: «Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται: α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, [7]

β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, έναντι των εμπορικώς συναλλασσόμενων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, ε) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσόμενων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.» Στη παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ο ενωσιακός νομοθέτης συνεχίζει και αναφέρει ότι: «Οι απαγορευμένες δυνάμει του παρόντος άρθρου συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες» 4. Η απαγόρευση των συμφωνιών Στο αρ. 101 ΣΛΕΕ περιγράφονται ορισμένες απαγορεύσεις οι οποίες θεωρούνται ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά. Έτσι σύμφωνα με το προηγούμενο απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική που μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρεμπόδιση ή τον περιορισμό ή την νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς. Με βάση αυτές τις διατάξεις χρειάζεται να ερμηνευτούν αρκετά ζητήματα. Κατ’ αρχήν από την ανάγνωση γίνεται κατανοητό ότι οι συμφωνίες μεταξύ των επιχειρήσεων (καρτέλ) δεν είναι κατ’ ανάγκη απαγορευμένες στο σύνολο τους. Από την ανάγνωση των ενωσιακών διατάξεων γίνεται αντιληπτό ότι απαγορεύονται εκείνες οι συμφωνίες που αποσκοπούν στον περιορισμό του ανόθευτου ανταγωνισμού και επιπλέον αυτός ο περιορισμός να είναι σε θέση να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης. Έτσι ενδεικτικά σύμφωνα με τη Συνθήκη ως απαγορευτικές συμφωνίες που μπορούν να επιφέρουν αυτά τα αρνητικά αποτελέσματα θεωρούνται εκείνες που συνίσταται στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής. Επιπλέον εντάσσεται ο περιορισμός ή ο έλεγχος της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων και κατ’ επέκταση ο έλεγχος της προσφοράς ενός προϊόντος που έχει αντίκτυπο στη τιμή που διαμορφώνεται στην αγορά. Επιπλέον εντάσσονται οι συμφωνίες κατανομής των αγορών ή του εφοδιασμού μεταξύ των επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα οι συμφωνίες με άνισους όρους επί ισοδύναμων παροχών έναντι [8]

αυτών που συναλλάσσονται εμπορικά με μία επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να περιέρχονται σε μειονεκτική θέση μέσα στον ελεύθερο ανταγωνισμό. Τέλος, ορισμένες επιχειρήσεις οι οποίες εξαντλούν την θέση τους στην αγορά ενδέχεται να συνάπτουν ορισμένες συμβάσεις υπό τον όρο της εξάρτησης από τον αποδέκτη της σύμβασης και συναλλασσόμενο, ορισμένων προσθέτων παροχών που από τη φύση τους ή από τις εμπορικές συνήθειες και ήθη δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών (Παπαγιάννης, 2016). Η απαρίθμηση αυτή των ανωτέρω συμφωνιών δεν έχει χαρακτήρα αποκλειστικό υπό την έννοια ότι περιλαμβάνονται μόνο αυτές, άλλα ενδεικτικό, δηλαδή ότι μπορεί να αποτελούν απαγορευμένες και άλλες συμφωνίες που πληρούν τα κριτήρια που έχει θέση ο ενωσιακός νομοθέτης. Μέσα από τη διάταξη αυτή ο ενωσιακός νομοθέτης δε στοχεύει στο να υψώσει εμπόδια στις επιχειρήσεις των κρατών μελών προκειμένου να μην μπορέσει να αναπτυχθεί το ενδοενωσιακό εμπόριο άλλα θέτει τα όρια και υποδεικνύει στις επιχειρήσεις ποιες συμφωνίες και ποιες συμπεριφορές μεταξύ των επιχειρήσεων οδηγούν σε ένα ανεπιθύμητο αποτέλεσμα μη ελευθέρου ανταγωνισμού και ενδεχομένως της δημιουργίας εμποδίων για την είσοδο στην αγορά και άλλων ανταγωνιστών (Παπαγιάννης, 2016). 4.1 Οι αποδέκτες της απαγόρευσης των συμφωνιών Στο αρ. 101 ΣΛΕΕ αναγράφει ότι απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες που είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά οι οποίες γίνονται μεταξύ των επιχειρήσεων, οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική. Όλες αυτές οι συμφωνίες ή πρακτικές χρειάζεται να έχουν ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα προκειμένου να τίθενται σε απαγόρευση, να πλήττουν και να νοθεύουν τον ανταγωνισμό και επιπρόσθετα να επηρεάζουν το εμπόριο μέσα στην εσωτερικό αγορά της Ένωσης. Ωστόσο η ίδια η ΣΛΕΕ δεν δίνει έναν επαρκή ορισμό για τις έννοιες αυτές. Υπό αυτό το πρίσμα ο προσδιορισμός της έννοιας τους καλείται να βρεθεί από άλλες επιστήμες. Για το λόγο αυτό το ΔΕΕ κλήθηκε να εκδώσει σειρά αποφάσεων (νομολογία) του προσδιορίζοντας τις έννοιες αυτές. 4.1.1 Οι επιχειρήσεις Η έννοια της επιχείρησης όσο απλή και αν ακούγεται δεν έχει οριστεί επαρκώς από τις συνθήκες. Ωστόσο στα αρ. 49 και στο αρ. 54 παρ. 2 ΣΛΕΕ άλλα και από τις έννοιες που έχει προσφέρει η οικονομική επιστήμη, η επιχείρηση μπορεί να είναι είτε ατομική είτε συλλογική δραστηριότητα, η οποία διακρίνεται από τη συγκεκριμένη οργάνωση που διαθέτει, τα κοινά περιουσιακά στοιχεία που διαθέτει τα οποία είναι διακριτά από τον ιδιοκτήτη της [9]

επιχείρησης καθώς και το στοιχείο της διοίκησης της. Η διοίκηση της επιχείρησης μπορεί να ασκείται είτε από ένα πρόσωπο είτε από ένα διοικητικό συμβούλιο ενώ η διοίκηση μπορεί να είναι εκλεγμένη ή διορισμένη. Από αυτά παρατηρείται ότι ο ενωσιακός νομοθέτης στο αρ. 101 ΣΛΕΕ αν και αναφέρεται σε επιχειρήσεις δε προσδιορίζει επαρκώς αυτές. Έτσι όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως ο ορισμός μένει να εξάγεται από άλλες επιστήμες ή να επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου της Ένωσης προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια αυτή για το αν μία οντότητα είναι επιχείρηση ή όχι. Σύμφωνα με νομολογία του ΔΕΕ η επιχείρηση δεν είναι αναγκαίο να διαθέτει νομική προσωπικότητα1. Ωστόσο απαιτείται να διαθέτει μία αυτονομία μέσα στο πλαίσιο της οποίας να μπορεί να δεσμεύεται όταν καταρτίζει αποφάσεις. Έτσι διαπιστώνεται ότι απαιτείται τουλάχιστον ένα είδος της κατ’ ελάχιστης δικαιοπρακτικής ικανότητας, διότι διαφορετικά η επιχείρηση δε θα είχε νομικά την ικανότητα να συνάπτει συμφωνίες. Την ίδια στιγμή το Δικαστήριο της Ένωσης με νομολογία του διαπιστώνει ότι στην έννοια της επιχείρησης μπορεί να ενταχθεί και μία οντότητα η οποία δεν αποσκοπεί στο κέρδος όπως για παράδειγμα ο εθνικός δικηγορικός σύλλογος ενός κράτους μέλους2. Καταλήγοντας διαπιστώνεται ότι η έννοια της επιχείρησης για την εφαρμογή του αρ. 101 ΣΛΕΕ είναι πολύ ευρύτερη από τον κλασικό οικονομικό όρο της επιχείρησης και περιλαμβάνει και άλλες περιπτώσεις. Έτσι ο δημόσιος ή ο ιδιωτικός χαρακτήρας της επιχείρησης δεν έχει απολύτως καμία σημασία3. Επιπλέον δεν έχει καμία σημασία αν η επιχείρηση επιδιώκει το κέρδος ή όχι4. Ο Παπαγιάννης (2016) ωστόσο αναφέρει ότι, στην έννοια της επιχειρηματικής οικονομικής δραστηριότητας, το ΔΕΕ δεν έχει ξεκαθαρίσει την θέση του και δε συμπεριλαμβάνει καθαρά τις όποιες κυριαρχικές δραστηριότητες συνάπτονται με την άσκηση κρατικής εξουσίας όπως για παράδειγμα το Eurocontrol που 1 ΔΕΚ, Απόφαση 23.04.1991, υποθ. C-41/90, Höfner και Elser κατά Macrotron, ECLI:EU:C:1991:161, Συλλ. 1991, I-01979. 2 ΔΕΕ, Απόφαση 19.02.2002, υποθ. C-309/99, J. C. J. Wouters, J. W. Savelbergh και Price Waterhouse Belastingadviseurs BV κατά Algemene Raad van de Nederlandse Orde van Advocaten, παρισταμένου του: Raad van de Balies van de Europese Gemeenschap, ECLI:EU:C:2002:98, Συλλ. 2002, I-01577. 3 αρ. 110 ΣΛΕΕ όπου γίνεται αναφορά στις επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα και οι οποίες εντάσσονται επίσης στις ρυθμίσεις για τον ανταγωνισμό. 4 ΔΕΚ, Απόφαση 23.04.1991, υποθ. C-41/90, Höfner και Elser κατά Macrotron, ECLI:EU:C:1991:161, Συλλ. 1991, I-01979. [10]

αποτελεί μία διακρατική οργάνωση για τη ρύθμιση της εναέριας κυκλοφορίας στον ενωσιακό χώρο5. 4.1.2 Οι ενώσεις επιχειρήσεων Οι «ενώσεις επιχειρήσεων» νοούνται ως εκείνες οι ενώσεις των επιχειρήσεων οι οποίες με βάση το καταστατικό τους έχουν την δυνατότητα να προσδιορίζουν την θέση και την οικονομική πολιτική των μελών τους. Τα μέλη αυτά είναι οι επιμέρους ανεξάρτητες επιχειρηματικές μονάδες που αποτελούν την ένωση των επιχειρήσεων. Έτσι από τον ορισμό αυτό γίνεται αντιληπτό ότι η ίδια η ένωση των επιχειρήσεων δε θα πρέπει να ασκεί η ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα. Αν συμβαίνει αυτό τότε δεν εννοούμε «ένωση επιχειρήσεων» άλλα «επιχείρηση» όπως προσδιορίστηκε προηγουμένως. Έτσι λοιπόν ο ενωσιακός κανόνας περιλαμβάνει αυτή τη πρόβλεψη καθώς οι ενώσεις επιχειρήσεων είναι ισχυρά κέντρα λήψης αποφάσεων που δύνανται να επηρεάζουν τις επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε αυτές. Άλλωστε για αυτό το λόγο συνεταιρίζονται ή δημιουργούν αυτές τις ενώσεις, προκειμένου να είναι σε θέση να προστατεύουν καλύτερα τα συμφέροντα τους. Ακριβώς για αυτό το λόγο μνημονεύεται ξεχωριστά ο όρος «ενώσεις επιχειρήσεων», διαφορετικά δε θα ήταν ανάγκη να αναφέρεται στο αρ. 101 ΣΛΕΕ, αν ασκούσε η ίδια ή ένωση επιχειρήσεων, επιχειρηματική δραστηριότητα. Τότε πολύ απλά θα καταλαμβανόταν από την έννοια της «επιχείρησης». Οι ενώσεις επιχειρήσεων είναι οι ενώσεις εμπόρων, ελευθέρων επαγγελματιών, οι γεωργικοί συνεταιρισμοί κ.α. (Παπαγιάννης, 2016). 4.1.3 Τα κράτη μέλη Οι απαγορεύσεις που τίθενται από το αρ. 101 ΣΛΕΕ οι οποίες απευθύνονται σε επιχειρήσεις και ενώσεις προσώπων όπως τις προσδιορίσαμε και παραπάνω δεν εξαιρεί τα κράτη μέλη. Τουλάχιστον η ΣΛΕΕ δεν κάνει κάποια ιδιαίτερη αναφορά στα κράτη μέλη ως αποδέκτες αυτών των απαγορεύσεων που τίθενται για την προστασία του ελευθέρου ανταγωνισμού στην Ένωση. Ωστόσο σε προγενέστερη διάταξη του αρ. 101 ΣΛΕΕ αναφέρεται στην παράγραφο 3 του αρ. 4 ΣΕΕ ότι «Τα κράτη μέλη διευκολύνουν την Ένωση 5 ΔΕΚ, Απόφαση 19.01.1994, υποθ. C-364/92, SAT Fluggesellschaft κατά Eurocontrol, ECLI:EU:C:1994:7, Συλλ. 1994, I-00043. ΔΕΚ, Απόφαση 23.04.1991, υποθ. C-41/90, Höfner και Elser κατά Macrotron, ECLI:EU:C:1991:161, Συλλ. 1991, I-01979. ΔΕΚ, Απόφαση 21.09.1999, υπόθ. C-67/96, Albany International BV κατά Stichting Bedrijfspensioenfonds Textielindustrie, ECLI:EU:C:1999:430, Συλλ. 1999, I-05751. [11]

στην εκπλήρωση της αποστολής της και απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου ικανού να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της Ένωσης6». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει έμμεσα ότι τα κράτη μέλη δεν είναι σε θέση να νοθεύουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό στην Ένωση7. Έτσι κάτω από αυτήν την ερμηνεία προκύπτει εμμέσως ότι η απαγόρευση αυτή απευθύνεται έμμεσα και στα κράτη μέλη με την έννοια ότι απαγορεύεται σε αυτά να εγκρίνουν ή να στηρίζουν συμφωνίες επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων που βλάπτουν και νοθεύουν τον ανταγωνισμό με άμεση επίπτωση το ενδοενωσιακό εμπόριο8 (Παπαγιάννης, 2016). Την ίδια στιγμή στο αρ. 106 ΣΛΕΕ αναφέρει ότι «Τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν ούτε διατηρούν μέτρα αντίθετα προς τους κανόνες των Συνθηκών, ιδίως προς εκείνους των άρθρων 18 και 101 μέχρι και 109, ως προς τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα». Αν και η διάταξη του αρ. 106 ΣΛΕΕ αναφέρεται συγκεκριμένα στις δημόσιες επιχειρήσεις των κρατών μελών επιβάλει και πάλι την υποχρέωση σεβασμού των κανόνων που τίθενται στο αρ. 101 ΣΛΕΕ. 5. Το αντικείμενο της απαγόρευσης των συμφωνιών Το αντικείμενο των απαγορεύσεων που ρυθμίζει το αρ. 101 ΣΛΕΕ, είναι οι «συμφωνίες», οι «αποφάσεις» και η «εναρμονισμένη πρακτική». Ωστόσο η ύπαρξη αυτών χρειάζεται να έχει ως συνέπεια ορισμένο αποτέλεσμα όπως είδαμε, δηλαδή να βλάπτουν και νοθεύουν τον ανταγωνισμό με άμεση επίπτωση το ενδοενωσιακό εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Στη συνέχεια εξειδικεύονται κάθε μία από αυτές τις έννοιες που αποτελούν το αντικείμενο της απαγόρευσης κατά την έννοια του αρ. 101 ΣΛΕΕ. 5.1 Οι Συμφωνίες Με τον όρο συμφωνίες εννοείται όλες οι συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται από επιχειρήσεις οι οποίες έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα και με αυτόν τον τρόπο μπορούν και 6 Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 326 της 26/10/2012 σ. 0001 - 0390. Ενοποιημένη απόδοση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διαθέσιμο στο: https://eur- lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:12012M/TXT. 7 ΔΕΚ, Απόφ. 11.04.1989, υποθ. C-66/86, Ahmed Saeed Flugreisen, ECLI:EU:C:1989:140, σκ. 803 8 ΔΕΚ, Απόφ. 01.10.1987, υποθ. C-311/85, VVR κατά Sociale Dienst van de Plaatselijke en Gewestelijke Overheidsdiensten, ECLI:EU:C:1987:418, σκ. 3801. [12]

δεσμεύουν τις συμβαλλόμενες επιχειρήσεις ανεξάρτητα από τον τύπο τον οποίο έχουν περιβληθεί αυτές. Ωστόσο έμφαση δε χρειάζεται να δίνεται στις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έγκυρη κατάρτιση της συμφωνίας σύμφωνα με τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το εθνικό δίκαιο του κάθε κράτους μέλους άλλα η δεσμευτικότητα με την οποία περιβάλλεται η συμφωνία η οποία μπορεί να είναι και ηθικής φύσης ή συμφωνία κυριών που θα την τηρούν και τα δύο μέρη (Παπαγιάννης, 2016). Η θεωρία αμφισβητεί το σημείο αυτό όπου άλλοι τάσσονται υπέρ μίας συμφωνίας η οποία περιέρχεται με έναν τύπο και πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτεί το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους προκειμένου αυτή να παράγει έννομα αποτελέσματα και να καθίσταται δεσμευτική. Με νομολογία του όμως το ΔΕΕ, αντιπαρέρχεται αυτήν την άποψη και υποστηρίζει ότι συμφωνία μπορεί να συνιστά και η ηθικής μορφή σύναψη συμφωνίας ή αλλιώς συμφωνία κυριών (gentlemen’s agreement)9. Έτσι προκειμένου να γίνει περισσότερο κατανοητή αυτού του είδους η συμφωνία θα μπορούσε να ειπωθεί ότι μία απλή επικοινωνία μεταξύ δύο επιχειρήσεων κατά την οποία εκφράστηκε η επιθυμία για να επιδείξουν συγκεκριμένη στάση στην αγορά κρίθηκε από τη νομολογία του ΔΕΕ ως «συμφωνία» κατά την έννοια των απαγορευτικών διατάξεων του αρ. 101 ΣΛΕΕ10. Επιπλέον σε περίπτωση της νομολογίας αναφέρεται ότι οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίστηκαν λόγω φόβου από ορισμένη επιχείρηση δεν την απαλλάσσει από τις συνέπειες της συμπεριφοράς αυτής11. Στην έννοια των συμφωνιών περιλαμβάνονται όχι μόνο οι οριζόντιες συμφωνίες άλλα και οι κάθετες συμφωνίες μεταξύ των επιχειρήσεων. Χωρίζονται σε αυτού του είδους ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και το αν βρίσκεται στην ίδια βαθμίδα οικονομικής κλίμακας μέσα στην αγορά δεδομένου ότι με αυτό τον τρόπο δημιουργούνται άνισες σχέσεις ή σχέσεις εξάρτησης μεταξύ των επιχειρήσεων. Κατά τη νομολογία του ΔΕΕ στην απαγόρευση των συμφωνιών στο πλαίσιο του αρ. 101 ΣΛΕΕ εμπίπτουν τόσο οι οριζόντιες όσο και οι κάθετες συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων. Στη συνεχεία αναλύονται οι δύο αυτές κατηγορίες συμφωνιών που δύνανται να συνάψουν οι επιχειρήσεις μεταξύ τους. 9 ΔΕΚ, Απόφαση 15.07.1970, υποθ. C-41/69, Chemiefarma κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1970:71, Συλλ. 1970, σκ. 00661. 10 ΔΕΚ, Απόφαση 6.4.1995, υποθ. T-141/89, Trefileurope κατά Επιτροπής, ECLI:EU:T:1995:62, Συλλ. 1995, II-00791. 11 ΔΕΕ, Απόφαση 20.03.2002, υποθ. T-23/99, LR AF 1998 κατά Επιτροπής, ECLI:EU:T:2002:75, Συλλ. 2002, II-01705. [13]

5.1.1 Οι οριζόντιες συμφωνίες Ως οριζόντιες συμφωνίες θεωρούνται οι συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων που βρίσκονται στην ίδια βαθμίδα της οικονομικής κλίμακας από άποψη παραγωγής ή διανομής προϊόντος. Για παράδειγμα οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων του ίδιου παραγωγικού τομέα όπως οι αυτοκινητοβιομηχανίες ή οι βιομηχανίες γάλακτος μεταξύ τους (Παπαγιάννης, 2016). Οι κατευθυντήριες γραμμές προσδιορίζουν τα χαρακτηριστικά ορισμένων τύπων συμφωνιών συνεργασίας και εφαρμόζουν το πλαίσιο αξιολόγησης βάσει του άρθρου 101 παράγραφοι 1 και 3 ΣΛΕΕ, που περιγράφεται ανωτέρω, σε κάθε έναν από τους ακόλουθους τύπους συμφωνίας (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2011):  συμφωνίες έρευνας & ανάπτυξης  συμφωνίες παραγωγής  συμφωνίες προμηθειών  συμφωνίες εμπορίας  συμφωνίες τυποποίησης Μία συνεργασία είναι «οριζόντιας φύσεως» και μπορεί να αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ πραγματικών ή δυνητικών ανταγωνιστών. Οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής καλύπτουν επίσης συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας μεταξύ μη ανταγωνιστών, για παράδειγμα μεταξύ δύο εταιρειών που δραστηριοποιούνται στις ίδιες αγορές προϊόντων αλλά σε διαφορετικές γεωγραφικές αγορές χωρίς να είναι δυνητικοί ανταγωνιστές. Συχνά, η οριζόντια συνεργασία και η σύμπραξη μεταξύ επιχειρήσεων που βρίσκονται την ίδια βαθμίδα παραγωγής (καρτέλ), ενδέχεται να αποφέρει σημαντικά οικονομικά οφέλη, όταν αποτελεί ένα μέσο για την κατανομή των κινδύνων, την εξοικονόμηση δαπανών, την αύξηση των επενδύσεων, την από κοινού εκμετάλλευση τεχνογνωσίας, τη βελτίωση της ποιότητας και της ποικιλίας των προϊόντων και την ταχύτερη προώθηση της καινοτομίας. Από την άλλη πλευρά, η οριζόντια συνεργασία μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα ανταγωνισμού όταν έχει αρνητικές επιπτώσεις όσον αφορά τις τιμές, την παραγωγή, την καινοτομία ή την ποικιλία και την ποιότητα των προϊόντων (ΕΕ C11/1 της 14.1.2011, 2011). Οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής ισχύουν μόνο για τις συνηθέστερες μορφές συνεργασίας οι οποίες είναι οι συμφωνίες έρευνας και ανάπτυξης (Ε&Α), οι συμφωνίες παραγωγής, οι συμφωνίες προμηθειών, οι συμφωνίες εμπορίας, οι συμφωνίες τυποποίησης και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των επιχειρήσεων. Οι συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικό επίπεδο της αλυσίδας [14]

παραγωγής ή διανομής (κάθετες συμφωνίες) καταρχήν αποτελούν αντικείμενο του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία για τους κάθετους περιορισμούς και των κατευθυντήριων γραμμών για τους κάθετους περιορισμούς. Ωστόσο, στο βαθμό που ορισμένες κάθετες συμφωνίες συνάπτονται μεταξύ ανταγωνιστών, οι επιπτώσεις της συμφωνίας στην αγορά και τα ενδεχόμενα προβλήματα ανταγωνισμού απαιτείται να εξετάζονται με βάση τις αρχές που εφαρμόζονται για τις οριζόντιες συμφωνίες. Όταν, εξάλλου, οι οριζόντιες συμφωνίες αφορούν μια συγκέντρωση, εφαρμόζεται η αντίστοιχη ενωσιακή νομοθεσία για τη συγκέντρωση μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ C11/1 της 14.1.2011, 2011). Οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής παρουσιάζουν τα κριτήρια αξιολόγησης για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, σύμφωνα με το αρ. 101 ΣΛΕΕ. Το αρ. 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ χρησιμοποιείται για να αξιολογηθεί κατά πόσον μια συμφωνία η οποία μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των χωρών της Ένωσης, έχει αντιανταγωνιστικό αντικείμενο ή πραγματικά ή δυνητικά αποτελέσματα περιορισμού του ανταγωνισμού. Εφόσον μια συμφωνία περιορίζει τον ανταγωνισμό, το αρ. 101 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ εξετάζει εάν τα ευνοϊκά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα υπερτερούν έναντι των αποτελεσμάτων περιορισμού του ανταγωνισμού (ΕΕ C11/1 της 14.1.2011, 2011). 5.1.2 Κριτήρια αξιολόγησης με βάση το άρθρο 101 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ Το άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ απαγορεύει συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας (συμπράξεις ή καρτέλ επιχειρήσεων) που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Για τους σκοπούς αυτών των κατευθυντηρίων γραμμών, ο «περιορισμός του ανταγωνισμού» συμπεριλαμβάνει την πρόληψη και τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Εάν μια συμφωνία έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, δηλαδή είναι από τη φύση της ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του αρ. 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, τότε δεν είναι απαραίτητο να εξεταστούν τα πραγματικά ή δυνητικά αποτελέσματα της συμφωνίας (ΕΕ C11/1 της 14.1.2011, 2011). Εάν, ωστόσο, η συμφωνία οριζόντιου χαρακτήρα δεν περιορίζει εξ’ αντικειμένου τον ανταγωνισμό, πρέπει να γίνεται ανάλυση των πραγματικών ή δυνητικών αποτελεσμάτων της για να διαπιστωθεί εάν έχουν αισθητά αποτελέσματα που περιορίζουν τον ανταγωνισμό. Για να έχει μια συμφωνία αποτελέσματα που περιορίζουν τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του αρ. 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, πρέπει να έχει, πραγματικό ή ενδεχόμενο, αισθητά δυσμενή αντίκτυπο σε μία τουλάχιστον από τις παραμέτρους του ανταγωνισμού στην αγορά, όπως είναι η τιμή, η παραγωγή, η ποιότητα και η ποικιλία των προϊόντων ή η καινοτομία. Η εν λόγω αξιολόγηση [15]

των περιοριστικών αποτελεσμάτων πρέπει να διενεργείται σε σύγκριση με το πραγματικό νομικό και οικονομικό πλαίσιο στο οποίο θα λάμβανε χώρα ο ανταγωνισμός, απουσία της συμφωνίας (ΕΕ C11/1 της 14.1.2011, 2011). Η φύση μιας συμφωνίας καθορίζεται από παράγοντες όπως ο τομέας και ο στόχος της συνεργασίας, η ανταγωνιστική σχέση μεταξύ των μερών και ο βαθμός στον οποίο συνδυάζουν τις δραστηριότητές τους. Οι εν λόγω παράγοντες καθορίζουν το είδος των πιθανών προβλημάτων ανταγωνισμού που μπορούν να προκύψουν. Οι οριζόντιες συμφωνίες ενδέχεται να περιορίσουν τον ανταγωνισμό με περισσότερους από έναν τρόπους. Για παράδειγμα, οι συμφωνίες παραγωγής ενδέχεται να οδηγήσουν σε άμεσο περιορισμό τού ανταγωνισμού όταν τα συμβαλλόμενα μέρη μειώνουν την παραγωγή. Το κύριο πρόβλημα ανταγωνισμού στις συμφωνίες εμπορίας είναι ο καθορισμός των τιμών (ΕΕ C11/1 της 14.1.2011, 2011). Η ισχύς στην αγορά είναι η ικανότητα επικερδούς διατήρησης των τιμών πάνω από τα επίπεδα συνθηκών ανταγωνισμού για κάποιο χρονικό διάστημα ή η επικερδής διατήρηση της παραγωγής κάτω από τα επίπεδα συνθηκών ανταγωνισμού, όσον αφορά τις ποσότητες, την ποιότητα και την ποικιλία των προϊόντων ή την καινοτομία, για κάποιο χρονικό διάστημα. Η ισχύς στην αγορά μπορεί ορισμένες φορές να οφείλεται σε μειωμένο ανταγωνισμό μεταξύ των μερών. Η ανάλυση της ισχύος στην αγορά ξεκινά από τη θέση των μερών στις αγορές που επηρεάζονται από τη συνεργασία. Για να αναλυθεί η θέση των μερών, πρέπει να προσδιοριστεί η σχετική αγορά, με βάση την ανακοίνωση της Επιτροπής για τον ορισμό της σχετικής αγοράς και να υπολογιστεί το συνδυασμένο μερίδιο της αγοράς των μερών. Εάν είναι χαμηλό το συνδυασμένο μερίδιο αγοράς, είναι ελάχιστα πιθανό να προκύψουν περιοριστικά αποτελέσματα από την οριζόντια συνεργασία. Λόγω της ποικιλομορφίας των συμφωνιών συνεργασίας και των διαφορετικών επιπτώσεων που μπορεί να έχουν στις αγορές, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν, είναι αδύνατο να δοθεί ένα γενικό όριο μεριδίου αγοράς πέραν του οποίου μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει αρκετή ισχύς στην αγορά ώστε να έχει περιοριστικά αποτελέσματα (ΕΕ C11/1 της 14.1.2011, 2011). Ανάλογα με τη θέση των μερών στην αγορά και τον βαθμό συγκέντρωσης σε αυτήν, χρειάζεται να εξετάζονται και άλλοι παράγοντες, όπως η σταθερότητα των μεριδίων αγοράς ανά το χρόνο, οι φραγμοί εισόδου, η πιθανότητα εισόδου άλλων ανταγωνιστών σε αυτήν και η αντισταθμιστική ισχύς των αγοραστών/προμηθευτών. [16]

5.1.3 Κριτήρια αξιολόγησης με βάση το άρθρο 101 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ Εφόσον αποδεικνύεται η ύπαρξη περιορισμού του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 101 παρ. 1, μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ. Κατά τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003, το βάρος της απόδειξης φέρει η επιχείρηση που επικαλείται την εν λόγω διάταξη. Οι συμφωνίες συνεργασίας τυγχάνουν απαλλαγής όταν πληρούνται οι ακόλουθες τέσσερις σωρευτικές προϋποθέσεις: 1. η περιοριστική συμφωνία πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα οικονομικά οφέλη, όπως βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, δηλαδή βελτίωση της αποδοτικότητας, 2. οι περιορισμοί πρέπει να είναι απαραίτητοι για την επίτευξη της βελτίωσης της αποδοτικότητας, 3. πρέπει να εξασφαλίζουν στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει, δηλαδή από τη βελτίωση της αποδοτικότητας που επιτυγχάνεται με τους αναγκαίους περιορισμούς, 4. η συμφωνία δεν πρέπει να παρέχει στα μέρη τη δυνατότητα κατάργησης του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των σχετικών προϊόντων. Όταν πληρούνται τα τέσσερα αυτά κριτήρια, μπορεί να θεωρηθεί ότι η βελτίωση της αποδοτικότητας που προκύπτει από τη συμφωνία αντισταθμίζει τους περιορισμούς στον ανταγωνισμό που δημιουργεί η ίδια. 5.1.4 Οι κάθετες συμφωνίες Από την άλλη πλευρά κάθετες είναι οι συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων που βρίσκονται σε διαφορετική βαθμίδα της οικονομικής κλίμακας από άποψη παραγωγής ή διανομής προϊόντος. Στις κάθετε συμφωνίες οι συμφωνίες εντοπίζονται ανάμεσα στις σχέσεις προμηθευτή και πελάτη που αγοράζει για να μεταπωλήσει. Κατά την νομολογία του ΔΕΕ στην απαγόρευση των συμφωνιών εμπίπτουν και οι κάθετες συμφωνίες αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του αρ. 101 ΣΛΕΕ12. Σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 330/2010, «κάθετες συμφωνίες είναι οι συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές που συνάπτονται μεταξύ δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων καθεμία εκ των οποίων δραστηριοποιείται, για τους σκοπούς της συμφωνίας ή της 12 ΔΕΚ, Απόφαση 13.07.1966, υποθ. C-56/64, Consten και Grundig κατά Επιτροπής της ΕΟΚ, ECLI:EU:C:1966:41, Συλλ. 1966, 00429. [17]

εναρμονισμένης πρακτικής, σε διαφορετικό επίπεδο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής, και που αφορούν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα μέρη δύνανται να προμηθεύονται, να πωλούν ή να μεταπωλούν ορισμένα αγαθά ή υπηρεσίες»13. Έτσι για παράδειγμα κάθετες συμφωνίες είναι οι συμφωνίες (συμπράξεις) που συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικό επίπεδο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής, όπως είναι οι συμφωνίες προμήθειας, διανομής και παραχώρησης άδειας εκμετάλλευσης. Αντιπροσωπευτικά είδη κάθετων συμφωνιών τα οποία συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων είναι τα εξής (Δρίτσα and Παναγιωτοπούλου, 2018):  Η αποκλειστική διανομή: Στη συμφωνία αυτή ο προμηθευτής πωλεί τα προϊόντα αποκλειστικά σε έναν και μόνο διανομέα σε συγκεκριμένη περιοχή, χωρίς ωστόσο να δύναται να του παρέχει απόλυτη εδαφική προστασία για την πώληση των προϊόντων του.  Η επιλεκτική διανομή: Στη συμφωνία αυτή ένας προμηθευτής διενεργεί πωλήσεις σε διανομείς επιλεγμένους κυρίως βάσει ποιοτικών κριτηρίων που έχει θέσει ο ίδιος. Για το λόγο αυτό και προς διασφάλιση της ποιότητας επιτρέπεται ο προμηθευτής να θέτει περιορισμούς των πωλήσεων των διανομέων αυτών προς μη εξουσιοδοτημένους/επιλεγμένους διανομείς14.  Η δικαιόχρηση (Franchise): Με το σύστημα διανομής με δικαιόχρηση δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και τεχνογνωσίας ένα επιχειρηματικό μοντέλο διατίθεται σε κάποιον άλλον με ορισμένο αντίτιμο. Για το λόγο αυτό Επιτρέπονται οι άκρως απαραίτητοι περιορισμοί για την προστασία της τεχνογνωσίας, φήμης, ομοιομορφίας της δικαιόχρησης (franchise). Στις κάθετες συμφωνίες ενδέχεται να περιέχονται σοβαρότατοι περιορισμοί του ελεύθερου ανταγωνισμού, οι οποίοι αυστηρά απαγορεύονται όπως, ενδεικτικά, ο καθορισμός τιμών μεταπώλησης, η κατανομή των αγορών ή πελατών μεταξύ των επιχειρήσεων καθώς και ο περιορισμός του παράλληλου εμπορίου. Ειδικότερα όσον αφορά τους περιορισμούς των απαγορεύσεων υπάγονται οι συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων 13 Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 330/2010 ΤΗΣ Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2010 για την εφαρμογή του άρθρου 101 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών, Διαθέσιμο στο: https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EL/TXT/?uri=celex:32010R0330 (Ανακτήθηκε 30/4/2020). 14 ΔΕΕ, Απόφαση 6.12.2017, υπόθ. C-230/16, Coty Germany GmbH κατά Parfümerie Akzente GmbH, ECLI:EU:C:2017:941, Ψηφιακή Συλλογή. ΔΕΕ, Απόφαση 13.10.2011, υποθ. C-439/09, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique, ECLI:EU:C:2011:649, Συλλ. 2011, I-09419. [18]

που άμεσα ή έμμεσα θεσπίζουν ορισμένη ή ελάχιστη τιμή μεταπώλησης ή ορισμένο ή ελάχιστο επίπεδο τιμών που πρέπει να τηρεί ο αγοραστής (διανομέας, λιανέμπορος κ.α.). Ωστόσο επιτρέπεται ο καθορισμός μέγιστων τιμών μεταπώλησης και η απλή σύσταση τιμών μεταπώλησης (Δρίτσα and Παναγιωτοπούλου, 2018). Ορισμένα παραδείγματα απαγορευμένου έμμεσου καθορισμού τιμών μεταπώλησης είναι τα ακόλουθα (Δρίτσα and Παναγιωτοπούλου, 2018): 1. Ο καθορισμός του περιθωρίου κέρδους του αγοραστή 2. Ο καθορισμός του ανώτατου επιπέδου έκπτωσης που μπορεί να χορηγήσει ο αγοραστής 3. Η χορήγηση έκπτωσης ή επιστροφή των δαπανών για προωθητικές ενέργειες εκ μέρους του προμηθευτή εφόσον τηρηθεί συγκεκριμένο επίπεδο τιμών 4. Η σύνδεση της καθορισμένης τιμής μεταπώλησης με τις τιμές μεταπώλησης των ανταγωνιστών 5. Οι κυρώσεις λόγω μη τήρησης ενός δεδομένου επιπέδου τιμών (για παράδειγμα καταγγελία της σύμβασης, καθυστέρηση ή αναστολή παραδόσεων κ.ά.). Επιπλέον απαγορεύονται οι κάθετες συμφωνίες (συμπράξεις) που κατανέμουν αγορές ή πελάτες μεταξύ των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με το αρ. 101 ΣΛΕΕ, απαγορεύονται, κατ’ αρχήν, οι συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων με άμεσο ή έμμεσο αντικείμενο την απαγόρευση του διανομέα να πωλεί αγαθά ή υπηρεσίες σε ορισμένες περιοχές ή σε ορισμένους πελάτες. Ωστόσο, προβλέπονται ορισμένες εξαιρέσεις, οι οποίες συνδέονται με την εκάστοτε επιλεχθείσα μέθοδο διανομής. Για παράδειγμα, σε μία κάθετη συμφωνία αποκλειστικής διανομής επιτρέπεται ο προμηθευτής να περιορίζει το δικαίωμα των λοιπών διανομέων να προσεγγίζουν «ενεργητικά» μεμονωμένους πελάτες με σκοπό την πώληση εντός της αποκλειστικής περιοχής που έχει παραχωρηθεί στον αποκλειστικό διανομέα, όπως για παράδειγμα με απευθείας ταχυδρομικές επιστολές, επισκέψεις ή αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων, πρακτική που συνιστά «ενεργητική πώληση». Ωστόσο, οι διανομείς αυτοί χρειάζεται να είναι ελεύθεροι να ανταποκρίνονται στα αιτήματα αγοράς που εκφράζονται αυτοβούλως από μεμονωμένους πελάτες, πρακτική που συνιστά «παθητική πώληση» (Δρίτσα and Παναγιωτοπούλου, 2018). Τέλος, δεν επιτρέπεται να τίθεται σε μια συμφωνία συμβατικός όρος με τον οποίο ο προμηθευτής να επιβάλλει απόλυτη απαγόρευση των διαδικτυακών πωλήσεων των προϊόντων σε έναν διανομέα. Ωστόσο, επιτρέπονται, υπό προϋποθέσεις, τα εξής (Δρίτσα and Παναγιωτοπούλου, 2018): [19]

1. Μπορεί να τίθεται σαν υποχρέωση η πραγματοποίηση από τον διανομέα τουλάχιστον μιας ορισμένης απόλυτης ποσότητας (σε αξία ή όγκο) πωλήσεων εκτός διαδικτύου με συμβατικό τρόπο 2. Επιπλέον μπορεί να υπάρξει προσδιορισμός των ποιοτικών κριτηρίων για την ιστοσελίδα από την οποία πραγματοποιούνται οι διαδικτυακές πωλήσεις των προϊόντων ή των υπηρεσιών. 3. Απαγόρευση χρήσης με εμφανή στον καταναλωτή τρόπο, τρίτων πλατφορμών (βλ. Amazon, EBay κ.ά.) από μέλη επιλεκτικού δικτύου διανομής επωνύμων (branded) προϊόντων, εφόσον η απαγόρευση είναι αναγκαία (και αναλογική) για τη διαφύλαξη της συνδεόμενης με τα εν λόγω επώνυμα προϊόντα εικόνας και εφαρμόζεται ομοίως προς όλα τα μέλη του δικτύου. 5.2 Οι Αποφάσεις Οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων είναι οι αποφάσεις που παίρνονται από ενώσεις επιχειρήσεων στο πλαίσιο της λειτουργίας τους βάσει του καταστατικού και των σκοπών που επιδιώκουν. Ωστόσο για την εφαρμογή των κανόνων του αρ. 101 δεν εννοούνται όλες οι αποφάσεις των ενώσεων επιχειρήσεων άλλα μόνο αυτές οι αποφάσεις που είναι νομικά δεσμευτικές για τα μέλη της ένωσης επιχειρήσεων βάσει του καταστατικού λειτουργίας της ένωσης επιχειρήσεων. Διαφορετικά χρειάζεται να λεχθεί ότι σε κάθε άλλη περίπτωση από τη στιγμή και μόνο της ένωσης των επιχειρήσεων υπάρχει «συμφωνία» μεταξύ επιχειρήσεων με την έννοια της προηγουμένης παραγράφου ή ενδεχομένως μπορεί να υπάρχει και «εναρμονισμένη πρακτική», (Παπαγιάννης, 2016). 5.3 Εναρμονισμένη πρακτική Στο αρ. 101 ΣΛΕΕ αναφέρεται επίσης ο όρος «εναρμονισμένες πρακτικές». Προκειμένου να τύχει εφαρμογής αυτός ο όρος ως «εναρμονισμένη πρακτική» θεωρείται ένας τρόπος συμπεριφοράς μεταξύ των επιχειρήσεων που στηρίζεται σε μία άτυπη συμφωνία με σκοπό να παραχθεί ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, συνιστάμενο στο όφελος μερικών ή όλων των μετερχόμενων την εναρμονισμένη πρακτική επιχειρήσεων (Παπαγιάννης, 2016). Μέσα από την εναρμονισμένη πρακτική, οι επιχειρήσεις οι οποίες μετέρχονται σε αυτήν συνιστούν ένα είδος συνεργασίας μεταξύ τους. Ωστόσο αυτή η άτυπη συνεργασία δε στηρίζεται σε κάποια συνολογούμενη συμφωνία που γίνεται με κάποιο συμβόλαιο ή μέσα από κάποια απόφαση που έχει περιβληθεί με ορισμένο τύπο. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή υπάρχει συνειδητή ταύτιση των βουλήσεων των [20]

συγκεκριμένων επιχειρήσεων για την μείωση του μεταξύ τους ανταγωνισμού και όχι απαραίτητα ταύτιση της συμπεριφοράς τους. Η εναρμονισμένη πρακτική διαφοροποιείται και από την συμφωνία στο στοιχείο της δεσμευτικότητας της συνεννόησης που υπάρχει μεταξύ των επιχειρήσεων. Με την εναρμονισμένη πρακτική δεν υπάρχει κανένα στοιχείο δεσμευτικότητας μεταξύ των επιχειρήσεων αρκεί να υπάρχει μία συμπεριφορά που μοιάζει να είναι συντονισμένη όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως. Από την άλλη πλευρά στη συμφωνία το στοιχείο της δεσμευτικότητας είναι αυτό που κυριαρχεί. Σύμφωνα με την νομολογία που έχει αναπτύξει το ΔΕΕ επί του ζητήματος αυτού συνοψίζει ότι η εναρμονισμένη πρακτική αποτελεί «ένα είδος συντονισμού μεταξύ των επιχειρήσεων, ο οποίος δεν έχει φθάσει στην κατάρτιση μίας κατά κυριολεξία συμφωνίας, αντικαθιστά όμως συνειδητά τους ανταγωνιστικούς κινδύνους με πρακτική συνεργασία. (…) Σε μια τέτοια πρακτική συνεργασία υπάρχει ιδιαιτέρως μία εναρμονισμένη πρακτική, εάν αυτή επιτρέπει στις επιχειρήσεις που συμμετέχουν να διατηρήσουν αποκληθείσες θέσεις προς βλάβη μίας πράγματι ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων στην εσωτερική αγορά και την ελεύθερη επιλογή των προμηθευτών από τους καταναλωτές15. Ωστόσο για να χαρακτηριστεί μία συμπεριφορά μεταξύ ορισμένων επιχειρήσεων ως εναρμονισμένη πρακτική δε θα πρέπει να οφείλεται σε παράγοντες που επηρεάζουν την οικονομία σε ευρύτερο βαθμό, αλλά να οφείλεται σε κάποιο συντονισμό και συνεννόηση μεταξύ συγκεκριμένων επιχειρήσεων. Έτσι για παράδειγμα αν ορισμένες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε ορισμένη αγορά αυξήσουν τις τιμές των προϊόντων τους για κάποιο συγκεκριμένο λόγο που ανέκυψε στην αγορά και επηρεάζει συνολικά την οικονομία όπως για παράδειγμα η αύξηση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου (πράγμα που επηρεάζει το κόστος παραγωγής και διάθεσης των προϊόντων), τότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για ορισμένη εναρμονισμένη πρακτική. Από την άλλη πλευρά, αν οι τιμές αυτών των προϊόντων είχαν αυξηθεί επειδή είχε υπάρξει ένας συντονισμός και κάποια συνεννόηση μεταξύ συγκεκριμένων επιχειρήσεων χωρίς την ύπαρξη κάποιου λόγου, τότε γίνεται λόγος για «εναρμονισμένη πρακτική». Στη νομολογία του ΔΕΕ τα κριτήρια συντονισμού και συνεργασίας που ενδέχεται να συνθέτουν μία εναρμονισμένη πρακτική δεν απαιτείται από τις επιχειρήσεις μία κατάρτιση 15 ΔΕΚ, Απόφαση 16.12.1975, υποθ. C-40/73 (Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 40 έως 48, 50, 54 έως 56, 111, 113 και 114/73), Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1975:174, Συλλ. 1975, 01663. [21]

κάποιο σχεδίου δράσης και ενεργειών άλλα εννοούνται υπό το φως της αντιλήψεως που είναι συνυφασμένη με τις σχετικές προς τον ανταγωνισμό διατάξεις της Συνθήκης. Έτσι σύμφωνα με αυτήν κάθε επιχειρηματίας χρειάζεται να καθορίζει την δική του πολιτική, κατά τρόπο αυτόνομο, που επιθυμεί να ακολουθήσει μέσα στην εσωτερική αγορά άλλα και τους όρους που προτίθεται να λάβει για να διαφυλάξει το αγοραστικό κοινό και την πελατεία του (Παπαγιάννης, 2016). Στην ίδια νομολογία του ΔΕΕ η απαίτηση αυτή της αυτονομίας δεν αποκλείει το δικαίωμα ορισμένων επιχειρήσεων να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της αγοράς και να ακολουθούν μία συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους που πολύ καλά προέβλεψαν ή διαπίστωσαν ή αναμένουν να εξελιχθεί. Ωστόσο δεν επιτρέπει την δημιουργία δεσμών και επαφής μεταξύ επιχειρήσεων που να έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την δημιουργία συνθηκών ανταγωνισμού που δεν συμβαδίζουν με τις κανονικές συνθήκες λειτουργίας της αγοράς, λαμβανομένων υπόψη της φύσεως των προϊόντων ή των παρεχόμενων υπηρεσιών, της σπουδαιότητας και του αριθμού των επιχειρήσεων και του όγκου της αγοράς αυτής16. Το ΔΕΕ επίσης με νομολογία του αναφέρει ότι η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστικών επιχειρήσεων επιδιώκει στρεφόμενο κατά του ανταγωνισμού αποτέλεσμα όποτε είναι ικανή να εξαλείψει αβεβαιότητες ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα συμπεριφερθούν οι επιχειρήσεις17. 5.4 Ανταλλαγή πληροφοριών Οι κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παρουσιάζουν ορισμένες γενικές αρχές για την ανταγωνιστική αξιολόγηση της ανταλλαγής πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης βάσει των άρθρων 101 παρ. 1 και του 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ, οι οποίες ισχύουν εξίσου για όλους τους τύπους συμφωνιών οριζόντιας συνεργασίας που συνεπάγονται την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών. Η ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, όπως άμεση ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ ανταγωνιστών, έμμεση ανταλλαγή με την παρεμβολή ενός κοινού φορέα ή κάποιου τρίτου μέρους ή των προμηθευτών ή λιανοπωλητών των επιχειρήσεων. Η ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να είναι επωφελής για τις εταιρείες, για παράδειγμα μία 16ΔΕΚ, Απόφαση 28.05.1998, υποθ. C-7/95P, Deere κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1998:256, Συλλ. 1998, I- 03111. 17 ΔΕΚ, Απόφαση 04.06.2009, υποθ. C-8/08, T-Mobile Netherlands κ.λπ., ECLI:EU:C:2009:343, Συλλ. 2009, I-04529. [22]

ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να βοηθήσει τις επιχειρήσεις να εξοικονομήσουν κόστος μειώνοντας τα αποθέματά τους, και μπορεί να ωφελήσει άμεσα τους καταναλωτές, όπως για παράδειγμα μειώνοντας το κόστος αναζήτησης και βελτιώνοντας τα περιθώρια επιλογών (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2011). Ενδέχεται ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, να έχει και αποτελέσματα που περιορίζουν τον ανταγωνισμό, όταν επιτρέπει στις επιχειρήσεις να γνωρίζουν τις στρατηγικές των ανταγωνιστών τους στην αγορά. Η κοινοποίηση πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστικών επιχειρήσεων ή εταιριών μπορεί να αποτελεί συμφωνία, εναρμονισμένη πρακτική ή απόφαση με αντικείμενο τον καθορισμό τιμών ή ποσοτήτων. Αυτά τα είδη ανταλλαγής πληροφοριών κατά κανόνα θεωρούνται συμπράξεις (καρτέλ) και συνεπάγονται και τα ανάλογα πρόστιμα από το εθνικό δίκαιο του κάθε κράτους μέλους (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2011). Εκτός του πλαισίου των συμπράξεων (καρτέλ), η ανταλλαγή πληροφοριών θεωρείται ότι περιορίζει εξ’ αντικειμένου τον ανταγωνισμό μόνον όταν οι ανταγωνιστές ανταλλάσσουν εξατομικευμένες πληροφορίες σχετικά με προβλεπόμενες μελλοντικές τιμές ή ποσότητες. Η ανταλλαγή πληροφοριών οποιασδήποτε άλλης μορφής, περιλαμβανομένων των τρεχουσών τιμών, δεν θα αντιμετωπίζονται ως εξ’ αντικειμένου περιορισμοί και κρίνεται σκόπιμο ότι θα αξιολογούνται βάσει των περιοριστικών αποτελεσμάτων που έχουν στον ανταγωνισμό (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2011). Η ανταλλαγή στρατηγικής σημασίας πληροφοριών, όπως είναι για παράδειγμα οι τρέχουσες ή μελλοντικές τιμές, οι διάφορες εκπτώσεις ή οι ποσότητες προϊόντων που διατίθενται στην αγορά καθώς και οι όροι συμμετοχής σε διαγωνισμούς κ.α., συνιστά απαγορευμένη σύμπραξη μεταξύ επιχειρήσεων. Με την πρακτική αυτή της ανταλλαγής πληροφοριών επιτρέπει στις επιχειρήσεις αυτές να γνωρίζουν τις στρατηγικές των ανταγωνιστών τους, αυξάνει τεχνητά την διαφάνεια στην αγορά καθώς οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις πλέον μετά την ανταλλαγή θα είναι σε θέση να κατέχουν γνώση που τους εξασφαλίζει στην αφορά και τέλος η πρακτική αυτή μειώνει την αβεβαιότητα και επηρεάζει τη μελλοντική συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους (Μπιμπλής, 2018). Ωστόσο δεν είναι όλες οι πληροφορίες απαγορευμένες προς ανταλλαγή. Ορισμένες πληροφορίες που ενδιαφέρουν συνολικά έναν κλάδο μπορούν αν γίνουν αντικείμενο ανταλλαγής. Ενδεικτικά αναφέρονται πληροφορίες σχετικά με θέματα υγιεινής, ασφάλειας και προστασίας του περιβάλλοντος όπως για παράδειγμα αριθμός κλοπών και ληστειών σε ένα κλάδο, καθώς και πληροφορίες σχετικά με νομοθετικές αλλαγές όπως για παράδειγμα τα σχόλια τα οποία υπέβαλε μία επιχείρηση για ένα υπό διαβούλευση νομοσχέδιο. Πάντως αυτό [23]

που συνιστά όπως προαναφέρθηκε απαγορευμένη σύμπραξη είναι η ανταλλαγή στρατηγικής σημασίας πληροφοριών, όπως είναι οι τιμές, είτε αυτή γίνεται απευθείας μεταξύ των ανταγωνιστών είτε διαμέσου ενός τρίτου ιδιωτικού ή ακόμη και δημοσίου φορέα (Μπιμπλής, 2018). Παρόλο που οι συμφωνίες (συμπράξεις) τείνουν κατά κανόνα να συμφωνούνται παραδοσιακά μεταξύ ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, αυτό δεν εμποδίζει ένα τρίτο μέρος όπως για παράδειγμα μια εταιρεία συμβούλων ή μια εταιρεία έρευνας αγοράς ή μια ένωση βιομηχανίας να ευθύνεται για την εγκαθίδρυση της συμφωνίας αυτής με το ρόλο του διαμεσολαβητή (facilitator). Έτσι στη περίπτωση αυτή, κατ’ ουσίαν ένα τρίτο μέρος συμβάλλει ενεργά και εκ προθέσεως στη συμφωνία που συμπράττεται μεταξύ των επιχειρήσεων (Μικρουλέα, 2018). Ακόμα μία προβληματική αποτελεί το γεγονός της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστών για τιμές προϊόντων που αφορούν παρελθοντικά έτη. Σύμφωνα με μία άποψη, η ανταλλαγή αυτή των ιστορικών δεδομένων δεν είναι πιθανό να επηρεάζει την μελλοντική συμπεριφορά των ανταγωνιστών. Επιπλέον υποστηρίζεται ότι όσο παλαιότερα είναι τα δεδομένα τόσο λιγότερο μπορεί να οδηγήσουν σε συμπαιγνία μεταξύ των επιχειρήσεων. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει ένα προκαθορισμένο χρονικό όριο παλαιότητας των πληροφοριών βάσει του οποίου τα δεδομένα να θεωρούνται ιστορικά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει θεωρήσει ότι η ανταλλαγή μεμονωμένων πληροφοριών παλαιότητας σε παρελθόν χρόνο μεγαλύτερο τους έτους δεν περιορίζει τον ανταγωνισμό, αλλά αυτό δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως ενιαίος κανόνας. Το γεγονός αυτό επαφίεται στη κρίση του Δικαστηρίου της Ένωσης αν τεθεί το ζήτημα εκεί, καθώς το κατά πόσο τα δεδομένα είναι ιστορικά εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά της σχετικής αγοράς και από τη συχνότητα της επαναδιαπραγμάτευσης τιμών στον κλάδο. Μπορούν να θεωρηθούν ιστορικά εάν είναι παλαιοτέρα κατά το πολλαπλάσιο της μέσης διάρκειας των συμβάσεων στον κλάδο (Μπιμπλής, 2018). 6. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του αρ. 101 ΣΛΕΕ Προκειμένου οι συμφωνίες μεταξύ των επιχειρήσεων ή οι αποφάσεις από ενώσεις επιχειρήσεων ή η εφαρμογή εναρμονισμένων πρακτικών μεταξύ επιχειρήσεων δεν αρκεί απλά να τελείται άλλα απαγορεύεται από το ενωσιακό δίκαιο αν επιφέρουν ορισμένα αποτελέσματα στον ελεύθερο ανταγωνισμό της εσωτερικής αγοράς. Έτσι όλες οι παραπάνω συμπεριφορές είναι απαγορευμένες μόνο «εάν δύναται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών» (πρώτη προϋπόθεση) και εφόσον έχουν «ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα [24]

την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή την νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς» (δεύτερη προϋπόθεση). Ωστόσο έχει προκληθεί αμφισβήτηση στη θεωρία αν απαιτείται αυτές οι δύο προϋποθέσεις αν απαιτείται να υφίσταται σωρευτικά (αθροιστικά) ή και ενδεχομένως διαζευκτικά. Δηλαδή αν απαιτείται να συντρέχουν και οι δυο μαζί ή από την άλλη πλευρά αρκεί μία από τις δύο προϋποθέσεις. Μία ακόμα άποψη που φαίνεται να είναι ορθότερη θεωρεί τη σχέση των δύο προϋποθέσεων ως σχέση μεταξύ αιτίου και αιτιατού (Καλάβρου 2003 όπως αναφέρεται στο Παπαγιάννης, 2016). Δηλαδή η πρώτη προϋπόθεση του επηρεασμού του ενδοενωσιακού εμπορίου να μπορεί να επιφέρει τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή να παρεμποδίσει ή να επηρεάζει ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό της εσωτερικής αγοράς. Στη συνέχεια αναλύονται οι παραπάνω δύο προϋποθέσεις. 6.1.1 Επηρεασμός του εμπορίου στην εσωτερική αγορά της Ένωσης Σύμφωνα με τη θεωρία και την νομολογία που έχει αναπτυχθεί από το ΔΕΕ οι ορισμένες συμπεριφορές όπως είναι οι συμφωνίες, οι αποφάσεις ή οι εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ των επιχειρήσεων χρειάζεται να είναι ικανές να επηρεάσουν το εμπόριο που διεξάγεται μεταξύ των κρατών μελών στην εσωτερική αγορά που έχει δημιουργήσει η Ένωση. Η αναφορά ότι οι συμφωνίες, οι αποφάσεις ή οι εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ των επιχειρήσεων χρειάζεται να είναι ικανές σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητο να επιφέρουν και το αποτέλεσμα τους που είναι ο επηρεασμός του ενδοενωσιακού εμπορίου άλλα να είναι ικανές να το πράξουν από την ύπαρξη τους και μόνο. Επιπλέον οι συμφωνίες ή οι πρακτικές που επηρεάζουν το εμπόριο μόνο στην αγορά ενός κράτους μέλους δε θα πρέπει να θεωρείται ότι παραβιάζονται οι απαγορεύσεις του αρ. 101 ΣΛΕΕ. Στη περίπτωση αυτή εκλείπει το στοιχεία της διασυνοριακότητας άρα δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα ενωσιακού οργάνου να το εξετάσει. Ωστόσο αυτό δε σημαίνει ότι τέτοιες συμπεριφορές επιχειρήσεων δεν είναι επιλήψιμες από τα αρμόδια όργανα των κρατών μελών όπως είναι στην Ελλάδα η Επιτροπή Ανταγωνισμού. Ωστόσο αν οι αποφάσεις ή οι συμφωνίες αναφέρονται στη συνολική αγορά από ένα κράτος μέλος έτσι ώστε ολόκληρη η αγορά του κράτους μέλους να απομονωθεί από τις υπόλοιπες, τότε το εμπόριο του κράτους μέλους αυτού επηρεάζεται με το εμπόριο των λοιπών κρατών και τότε μπορεί να γίνεται λόγος για τις απαγορεύσεις του αρ. 101 ΣΛΕΕ το οποίο και τυγχάνει εφαρμογής18. 18 ΔΕΚ, Απόφαση 11.07.1989, υποθ. C-246/86 - Belasco κ.λπ. κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1989:301, Συλλ. 1989, 02117. [25]

Στην υπ’ αριθμ. 5/69 απόφαση του ΔΕΚ αναφέρει ότι «ένα μέτρο μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, αν με βάση το σύνολο των νομικών και πραγματικών δεδομένων μπορεί να πιθανολογεί ότι άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το διακρατικό εμπόριο μπορεί να επηρεαστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε η πραγματοποίηση των στόχων μίας ενιαίας κοινής αγοράς να καθίσταται δυσμενής19» (Παπαγιάννης, 2016). Αργότερα όταν το ΔΕΕ κλήθηκε να ομολογήσει με την υπ’ αριθμ. 22/71 Απόφαση του κ.α. πρόσθεσε ακόμα εάν κριτήριο που χρειάζεται να επέρχεται σωρευτικά, αυτό του επηρεασμού του διακρατικού εμπορίου να είναι και αισθητός περιορισμός20. Η έννοια αυτή είναι πολύ αφαιρετική και επαφίεται στην συνεκτίμηση πολλών παραγόντων που μπορούν να προσδιορίσουν πότε ο επηρεασμός του εμπορίου είναι αισθητός. Για παράδειγμα στην περίπτωση εκείνη της παραχώρησης αποκλειστικού δικαιώματος πώλησης ορισμένων προϊόντων ή υπηρεσιών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το είδος των προϊόντων ή των υπηρεσιών, η ποσότητα αυτών, η θέση του παραγωγού ή του προμηθευτή στην αγορά και στο όλο κύκλωμα της εφοδιαστικής αλυσίδας καθώς επίσης και η θέση των τυχόν αντιπροσώπων πώλησης (Παπαγιάννης, 2016). Για να διευκολυνθεί η κρίση ως προς την ύπαρξη περιορισμού του ενδοενωσιακού εμπορίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με σχετική ανακοίνωση της έθεσε ορισμένα ποσοτικά κριτήρια (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2004). Έτσι κατά την ίδια, το ενδοενωσιακό εμπόριο δεν επηρεάζεται όταν το συνολικό μερίδιο της αγοράς των συμμετεχόντων μερών στην αγορά της Ένωσης δεν υπερβαίνει το 5%. Ακόμα στις οριζόντιες συμφωνίες απαιτείται ο συνολικός κύκλος εργασιών των συμβαλλόμενων μερών από μία ενδεχόμενη συμφωνία ή απόφαση να υπερβαίνει τα 40 εκατ. ευρώ προκειμένου να επέρχεται αισθητός περιορισμός. Τέλος, όσον αφορά τις κάθετες συμφωνίες, το ίδιο ποσό αναφέρεται στον κύκλο εργασιών που πραγματοποιεί ο προμηθευτής στη σχετική αγορά. Καταλήγοντας διαπιστώνεται ότι στο πεδίο εφαρμογής του αρ. 101 ΣΛΕΕ ανήκουν οι συμφωνίες που έχουν αποτέλεσμα και επηρεάζουν αισθητά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Επιπλέον, ανήκουν και αυτές οι συμφωνίες οι οποίες αυτές καθ’ αυτές από μόνες τους δεν προκαλούν προβλήματα και επηρεασμό στο ενδοενωσιακό εμπόριο, ωστόσο αν 19 ΔΕΚ, Απόφαση 09.07.1969, υποθ. C-5/69, Voelk κατά Vervaecke, ECLI:EU:C:1969:35, Συλλ. 1969, 00295. 20 ΔΕΚ, Απόφαση 25.11.1971, υποθ. C-22/71, Béguelin Import κατά G.L. Import Export, ECLI:EU:C:1971:113, Συλλ. 1971, 00949. ΔΕΚ, Απόφαση 12.06.1992, υποθ. C-29/92, Asia Motor France κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1992:264, Συλλ. 1992, I-03935. [26]

συνεκτιμηθούν μαζί με άλλες παρόμοιες συμφωνίες ή αποφάσεις που είναι δυνατόν να συνάπτει μία επιχείρηση και αντικρίσουμε αυτές από μία πανοραμική άποψη συνολικά, τότε ενδέχεται να υπεισέρχεται το κριτήριο του «ικανούς περιορισμού» σύμφωνα με το οποίο ενδέχεται (καθώς υπάρχει μεγάλη πιθανότητα) να προκληθεί αισθητός επηρεασμός του ενδοενωσιακού εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών. 6.1.2 Νόθευση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά της Ένωσης Σύμφωνα με την δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το αρ. 101 ΣΛΕΕ οι όποιες συμφωνίες ή αποφάσεις χρειάζεται να έχουν ως αντικείμενο ή να επιφέρουν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό, την παρεμπόδιση ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στην ενιαία εσωτερική αγορά των κρατών μελών της Ένωσης. Όπως είναι διατυπωμένο το αρ. 101 ΣΛΕΕ μπορεί ο αναγνώστης να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η νόθευση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά ενδέχεται να περιέχεται μέσα στην συμφωνία ή την εναρμονισμένη πρακτική ως στόχος ή να έχει ως αποτέλεσμα αυτήν την νόθευση, ανεξάρτητα αν με τη συμφωνία επιδιώκεται παρόμοιο αποτέλεσμα ή ακόμα και όχι. Πάντως και οι δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις αποτελούν απαγορευμένη συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική. Η προβληματική της έδρας της επιχείρησης η οποία συνάπτει μία απαγορευμένη συμφωνία με μία άλλη ή εφαρμόζει μία εναρμονισμένη πρακτική είναι αδιάφορο καθώς μπορεί να βρίσκεται και εκτός ενωσιακού χώρου21. Το κρίσιμο στοιχείο που απαιτείται είναι η νόθευση του ανταγωνισμού να λαμβάνει χώρα εντός της Ένωσης επομένως αρκεί η δραστηριοποίηση της επιχείρησης ή της εταιρείας στον ενωσιακό χώρο ανεξάρτητα από την έδρα που έχει, η οποία μπορεί να είναι και εκτός της Ένωσης. Για το λόγο αυτό απαιτείται κάθε φορά λεπτομερής ανάλυση της συγκεκριμένης αγοράς σε περίπτωση που αποδεικνύεται η επίδραση της αντιανταγωνιστικής συμπεριφοράς22. Έτσι το πότε υπάρχει παρεμπόδιση ή περιορισμός ή νόθευση του ανταγωνισμού επαφίεται στη κρίση του δικαστηρίου να το διαπιστώσει άλλα από μόνες τους αυτές οι έννοιες αποτελούν προβληματική καθώς παρουσιάζουν εννοιολογική συγγένεια και ένα μέρος της ενωσιακής θεωρίας δέχεται ότι ενδεχομένως παρουσιάζουν και εννοιολογική ταύτιση. Ωστόσο μπορεί να υποστηριχθεί ότι ανεξάρτητα από τις άλλες εννοιολογικές πτυχές που 21 ΔΕΚ, Απόφαση 27.09.1988, υποθ. C-89/85, Ahlström Osakeyhtiö κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 89, 104, 114, 116, 117 και 125 έως 129/85), ECLI:EU:C:1988:447, Συλλ. 1988, 05193. 22 ΔΕΕ, Απόφαση 11.09.2014, υποθ. C-67/13 P, CB κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:2014:2204. Συλλ. ψηφιακή συλλογή. [27]

ενδεχομένως να αναπτύσσει ο κάθε όρος ξεχωριστά, μπορούμε να δεχθούμε ότι υπάρχει παρεμπόδιση ή περιορισμός ή νόθευση του ανταγωνισμού όταν η συγκεκριμένη συμπεριφορά της επιχείρησης ή της εταιρίας μέσα στη συγκεκριμένη αγορά που δραστηριοποιείται δεν προσδιορίζεται από τους συνήθεις και φυσικούς κανόνες που διέπουν τη συγκεκριμένη αγορά σύμφωνα με τα συναλλακτική ήθη και έθιμα άλλα από τεχνητούς κανόνες που επιβάλλονται από διάφορες συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων ή εταιριών (Παπαγιάννης, 2016). Το αρ. 101 ΣΛΕΕ αναφέρει ενδεικτικά περιπτώσεις νόθευσης του ανταγωνισμού που συνιστούν άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης23, στον περιορισμό ή τον έλεγχο της παραγωγής, στην κατανομή των αγορών μεταξύ επιχειρήσεων24 ή των πηγών ανεφοδιασμού κ.α. Ωστόσο το ΔΕΕ δεν περιορίζεται από αυτήν την ενδεικτική απαρίθμηση και είναι στη διακριτική του ευχέρεια να κρίνει και άλλες συμπεριφορές ή συμφωνίες ή πρακτικές που ενδεχομένως μετά από την εξέταση τους να μπορούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό στο ενδοενωσιακό εμπόριο. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής άλλα και τη νομολογία του ΔΕΕ οι συμφωνίες χρειάζεται να επηρεάζουν αισθητά τον ανταγωνισμό και όχι απλά να είναι 23 ΔΕΚ, Απόφαση 14.07.1972, υποθ. C-48/69, ICI κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:70, Συλλ. 1972, 00619. ΔΕΚ, Απόφαση 14.07.1992, υποθ. C-49/69, BASF κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:71, Συλλ. 1972, 00713. ΔΕΚ, Απόφαση14.07.1992, υποθ. C-51/69, Bayer AG κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:72, Συλλ. 1972, 00745. ΔΕΚ, Απόφαση 14.07.1992, υποθ. C-52/69, Geigy AG κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:73, Συλλ.1972, 00787. ΔΕΚ, Απόφαση 14.07.1992, υποθ. C-53/69, Sandoz AG κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:74, Συλλ. 1972, 00845. ΔΕΚ, Απόφαση 14.07.1992, υποθ. C-54/69, Francolor κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:75, Συλλ. 1972, 00851. ΔΕΚ, Απόφαση 14.07.1992, υποθ. C-55/69, Cassella Farbwerke κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:76, Συλλ. 1972, 00887. ΔΕΚ, Απόφαση 14.07.1992, υποθ. C-56/69, Hoechst AG κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:77, Συλλ.1972, 00927. ΔΕΚ, Απόφαση 14.07.1992, υποθ. C-57/69, ACNA κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:78, Συλλ. 1972, 00933. 24 ΔΕΚ, Απόφαση 13.07.1966, υποθ. C-56/64 (Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 56 και 58-64), Consten και Grundig κατά Επιτροπής της ΕΟΚ, ECLI:EU:C:1966:41, Συλλ. 1966, 00429. [28]

μικρής (ήσσονος) σημασίας25. Οι συμφωνίες οι οποίες είναι μικρής (ήσσονος) σημασίας δεν προκαλούν αισθητό περιορισμό του ανταγωνισμού. Έτσι η Επιτροπή σε σχετική ανακοίνωση (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2001) αναφέρει ότι, δεν εμπίπτουν στους περιορισμούς του αρ. 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, όσες οριζόντιες συμφωνίες με προϊόντα ή υπηρεσίες που αποτελούν αντικείμενο της συμφωνίας και αντιπροσωπεύουν ποσοστό μικρότερο από 10% της αγοράς στην περιοχή της Ένωσης, στην οποία εφαρμόζεται η συμφωνία. Αναφορικά με τις κάθετες συμφωνίες το όριο του ποσοτικού κριτηρίου που τίθεται είναι το συνολικό μερίδιο της αγοράς, που κατέχουν οι επιχειρήσεις ή τα μέρη που συμβάλλονται, με τη συμφωνία να μην υπερβαίνει το 15% (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2014). 7. Οι συνέπειες της απαγόρευσης των συμφωνιών Οι συμφωνίες οι οποίες περιέχουν απαγορευτικούς όρους του αρ. 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ είναι άκυρες σύμφωνα με το αρ. 101 παρ. 2 ΣΛΕΕ. Ειδικότερα αναφέρεται ότι οι απαγορευμένες δυνάμει του παρόντος άρθρου συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες. Ωστόσο παρατηρείται ότι ο ενωσιακός νομοθέτης περιλαμβάνει ρητά την τύχη για τις συμφωνίες ή τις αποφάσεις στο κείμενο της Συνθήκης δεν αναφέρεται όμως στη τύχη της εναρμονισμένης πρακτικής. Η παράλειψη αυτή θεωρείται δικαιολογημένη από νομικής πλευράς καθώς στην εναρμονισμένη πρακτική εκλείπει το στοιχείο του δικαιοπρακτικού χαρακτήρα για να μπορεί να χαρακτηριστεί άκυρη εν αντιθέσει με τις συμφωνίες ή τις αποφάσεις όπου διαθέτουν εξ’ ορισμού δικαιοπρακτικό χαρακτήρα (Παπαγιάννης, 2016). Η ακυρότητα που επέρχεται στην απόφαση ή την συμφωνία περιλαμβάνει τα μέρη της συμφωνίας ή της απόφασης εκείνα τα οποία είναι απαράδεκτα και εναντιώνονται στις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς του αρ. 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ26. Για την τύχη των υπόλοιπων μερών της συμφωνίας κρίνεται από το εθνικό δίκαιο στην οποία εφαρμόζεται η συγκεκριμένη συμφωνία27. Με τον όρο «αυτοδικαίως άκυρη» σημαίνει ότι δεν απαιτείται δικαστική απόφαση για να κηρυχτεί άκυρη. Επιπλέον, δεν απαιτείται η έκδοση ειδικού μέτρου από το δικαστήριο προκειμένου να γίνει η άρση της απαγόρευσης28. Αυτοδίκαια άκυρη είναι η 25 ΔΕΚ, Απόφαση 09.07.1969, υποθ. C-5/69, Voelk κατά Vervaecke, ECLI:EU:C:1969:35, Συλλ. 1969, 00295. 26 ΔΕΚ, Απόφαση 13.07.1966, υποθ. C-56/64, Consten και Grundig κατά Επιτροπής της ΕΟΚ (Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 56 και 58-64), ECLI:EU:C:1966:41, Συλλ. 1966, 00429. 27 ΔΕΚ, Απόφαση 14.12.1983, υποθ. C-319/82, Société de vente de ciments κατά Kerpen & Kerpen, ECLI:EU:C:1983:374, Συλλ. 1983, 04173. 28 ΔΕΚ, Απόφαση 21.03.1974, υποθ. C-127/73, BRT κατά SABAM, ECLI:EU:C:1974:25, Συλλ. 1974, 00313. [29]

συμφωνία ή η απόφαση και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα ούτε μεταξύ των συμβαλλόμενων ούτε απέναντι σε τρίτους29. Αν για οποιοδήποτε λόγο γίνει προσφυγή στη δικαιοσύνη και εκδοθεί κάποια απόφαση δικαστηρίου τότε αυτή έχει καθαρά διαπιστωτικό χαρακτήρα (Παπαγιάννης, 2016). Επιπλέον για λόγους προστασίας και πρακτικής αποτελεσματικότητας των περιορισμών που επιβάλλονται στις αντιανταγωνιστικές συμπεριφορές το ΔΕΕ με νομολογία του αναγνώρισε τη δυνατότητα αποζημίωσης εκείνου που υπέστη ζημία από απαγορευμένη συμφωνία ή απόφαση30. Για το λόγο η Επιτροπή με στόχο τη διασφάλιση της πρακτικής και αποτελεσματικής έννομης προστασίας για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων των αρ. 101 και 102 ΣΛΕΕ εξέδωσε την Οδηγία (ΕΕ) 2014/104 σχετικά με τους κανόνες που διέπουν τις όποιες αγωγές αποζημίωσης γίνονται με βάση το εθνικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους και αφορούν παραβιάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού των κρατών μελών της Ένωσης. 8. Εξαιρέσεις από την απαγόρευση των συμφωνιών Σε ορισμένες περιπτώσεις οι συνεργασίες μεταξύ των επιχειρήσεων μπορεί να συμβάλει ορισμένες φορές να συμβάλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διάθεσης των προϊόντων ή στη προαγωγή της τεχνικής προόδου και τελικά μπορεί να οδηγήσει στη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους καταναλωτές. Οι περιπτώσεις αυτές η συνεργασία μπορεί να είναι αναπόφευκτη καθώς το οικονομικό κόστος για τη βελτίωση μίας γραμμής παραγωγής ή την ανάπτυξη νέων μεθόδων παραγωγής είναι τόσο μεγάλο που δεν μπορεί να αναληφθεί από μόνο μία επιχείρηση, οπότε η συνεργασία μεταξύ μικρών ή μεσαίων επιχειρήσεων μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα προόδου (Παπαγιάννης, 2016). Στη παράγραφο 3 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ αναφέρεται ότι: «Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του αρ. 101 ΣΛΕΕ δύνανται να κηρυχθούν ανεφάρμοστες: σε κάθε συμφωνία ή κατηγορία συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων, σε κάθε απόφαση ή κατηγορία αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων, και σε κάθε εναρμονισμένη πρακτική ή κατηγορία εναρμονισμένων πρακτικών, η οποία συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, εξασφαλίζοντας συγχρόνως στους 29 ΔΕΚ, Απόφαση 25.11.1971, υποθ. C-22/71, Béguelin Import κατά G.L. Import Export, ECLI:EU:C:1971:113, Συλλ. 1971, 00949. 30 ΔΕΕ, Απόφαση 12.05.2011, υποθ. C-453/09, Επιτροπή κατά Γερμανίας, ECLI:EU:C:2011:296, Συλλ. 2011, I-00074. [30]

καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει, και η οποία: α) δεν επιβάλλει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων αυτών και β) δεν παρέχει στις επιχειρήσεις αυτές τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των σχετικών προϊόντων.» Έτσι με βάση το σκεπτικό που διαμορφώνεται αρχικά στο αρ. 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ σχετικά με τους περιορισμούς που επιβάλλονται και στη συνέχεια στις εξαιρέσεις που καθορίζει η παρ. 3 του ίδιου άρθρου προκύπτει ότι ορισμένες απαγορευμένες συμφωνίες μπορούν να γίνουν ανεκτές από το ενωσιακό δίκαιο υπό τις εξής προϋποθέσεις: 1. Η σύμπραξη να συμβάλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής ή στην οικονομική πρόοδο και δηλαδή υπάρχουν σαφή αντικειμενικά πλεονεκτήματα όπως η μειώσει του κόστους παραγωγής, η αύξηση της παραγωγικής ικανότητας μίας επιχείρησης και άλλα. Ωστόσο οι επιχειρήσεις που θα προβούν σε μία τέτοια σύμπραξη ή συμφωνία απαιτείται να αποδείξουν ότι η συμφωνία που έχουν συνάψει θα βελτιώσει την οικονομική αποτελεσματικότητα είτε από άποψη βελτίωσης του κόστους παραγωγής είτε από άποψη βελτίωσης της ποιότητας. 2. Η συμφωνία απαιτείται να εξασφαλίζει στους καταναλωτές ένα δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει με τη μορφή χαμηλότερων τιμών, τη βελτίωση της ποιότητας κλπ. Ωστόσο το συγκεκριμένο όφελος που προκύπτει χρειάζεται να είναι συγκεκριμένο και όχι αόριστο. 3. Οι περιορισμοί του ανταγωνισμού που επιτρέπονται χρειάζεται να είναι απολύτως απαραίτητοι για την ανάπτυξη επωφελών αποτελεσμάτων. Ωστόσο το βάρος της απόδειξης το φέρει η επιχείρηση προκειμένου να αποδείξει αυτά τα περιστατικά και αν συντρέχουν στην πραγματικότητα31. 4. Επιπλέον ο ανταγωνισμός δεν καταργείται σε σημαντικό τμήμα των σχετικών προϊόντων ή των υπηρεσιών. Η προβληματική που θέτουν οι εξαιρέσεις αυτές είναι ιδιαίτερες καθώς από την μία πλευρά υπάρχει μία συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων που μπορεί αρχικά να περιορίζει τον ανταγωνισμό ωστόσο από την άλλη πλευρά τίθεται το ζήτημα της οικονομικής ανάπτυξης και η συμβολή της συμφωνίας αυτής στην δημιουργία οικονομίας κλίμακας και παροχής καλύτερων προϊόντων και υπηρεσιών στον τελικό καταναλωτή (Παπαγιάννης, 2016). Έτσι παρατηρείται το παράδοξο ότι μέσα από μία συμφωνία η οποία κατ’ αρχήν θεωρείται ότι 31 ΔΕΚ, Απόφαση 27.01.1987, υποθ. C-45/85, Verband der Sachversicherer κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1987:34, Συλλ. 1987, 00405. [31]

αντίκειται στον ανταγωνισμό να προκύπτουν οικονομικά οφέλη που ευνοούν τον τελικό καταναλωτή. Ωστόσο η οικονομία επηρεάζεται από τις ευρύτερες συνθήκες που επικρατούν κάθε φορά. Η αναφορά αυτή αφορά την πανδημία COVID-19 που πλήττει ολόκληρη την υφήλιο και ειδικότερα τη Ευρώπη από τις αρχές Φεβρουαρίου του 2020 όπου πολλά κράτη μέλη ακόμα και κράτη εκτός της Ένωσης, αναγκάστηκαν να πάρουν δραστικά μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας. Για το λόγο αυτό η Επιτροπή εξέδωσε σχετική ανακοίνωση καθώς και ένα προσωρινό πλαίσιο για την παροχή αντιμονοπωλιακής καθοδήγησης σε επιχειρήσεις που συνεργάζονται για την αντιμετώπιση επειγουσών καταστάσεων που σχετίζονται με την τρέχουσα έξαρση του κορονοϊού, προκειμένου να διασφαλιστούν οι οικονομίες των κρατών μελών από την κρίση του κορονοϊού. Στη συνέχεια γίνεται μία ανάλυση των οικονομικών μέτρων που έλαβε η Επιτροπή στο πλαίσιο της αντιμονοπωλιακής πολιτικής της Ένωσης για την αντιμετώπιση αυτής της έκτακτης κρίσης. 8.1 Εξαιρέσεις από την αντιμονοπωλιακή πολιτική της Ένωσης εξαιτίας έκτακτων και εξαιρετικών συνθηκών της οικονομίας H Επιτροπή στις 8 Απριλίου 2020, εξέδωσε σχετική ανακοίνωση32 στην οποία αναφέρει ότι η έξαρση της νόσου COVID-19 συνιστά μίας σοβαρή κατάσταση έκτακτης ανάγκης στον τομέα της δημόσιας υγείας για τους πολίτες και τις κοινωνίες τόσο του κόσμου όσο και των κρατών μελών της Ένωσης. Για το λόγο συνεπάγεται επίσης, έναν σημαντικό και έναν άνευ προηγουμένου κλονισμό της διεθνούς και της ενωσιακής οικονομικής ζωής. Έτσι συνεχίζει και αναφέρει ότι, αυτός ο κλονισμός δυστυχώς επηρεάζει το σύνολο της οικονομίας μέσω διαφορετικών διαύλων και με διαφορετικούς τρόπους. Επεξηγεί χαρακτηριστικά πως επέρχεται αυτός ο κλονισμός στην οικονομική ζωή της Ένωσης με οικονομικούς όρους προσφοράς και ζήτησης επεξηγώντας χαρακτηριστικά ότι ο γενικός κλονισμός της προσφοράς προκύπτει από την διαταραχή των αλυσίδων εφοδιασμού, σε συνδυασμό με έναν ασύμμετρο κλονισμό της ζήτησης που προκαλείται είτε από απότομη μείωση της ζήτησης των καταναλωτών για ορισμένα προϊόντα και υπηρεσίες είτε από απότομη αύξηση της ζήτησης για άλλα προϊόντα και υπηρεσίες, ιδίως εκείνα που σχετίζονται 32 ΕΕ C 116I της 8.4.2020, Communication from the Commission Temporary Framework for assessing antitrust issues related to business cooperation in response to situations of urgency stemming from the current COVID- 19 outbreak 2020/C 116 I/02, C/2020/3200, σ. 7 έως 10, Διαθέσιμο στο: https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EN/TXT/?uri=CELEX:52020XC0408(04). [32]

με τον τομέα της υγείας, συμπεριλαμβανομένων για παράδειγμα φαρμακευτικών εταιρειών, παραγωγών ιατρικού εξοπλισμού και των διανομέων τους. Την ίδια στιγμή στο προσκήνιο της οικονομικής ζωής επικρατεί αβεβαιότητα, όσον αφορά τόσο τη διάρκεια όσο και την ένταση των κραδασμών, οι οποίες εξαρτώνται κυρίως από παράγοντες που εκφεύγουν εν μέρει του ελέγχου των επιχειρήσεων, και μάλλον από αποφάσεις των δημόσιων αρχών τόσο διεθνών όσο και σε ενωσιακό επίπεδο όσο και των κρατών μελών. Οι δημόσιες αυτές αρχές καθοδηγούνται ως επί το πλείστων, μεταξύ άλλων, και από εκτιμήσεις ειδικών επιστημόνων που συμβουλεύουν τις αρχές των κρατών μελών για τη δημόσια υγεία και τα επιδημιολογικά δεδομένα της πανδημίας για τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται και μεταδίδεται. Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής33 «η έξαρση του κορονοϊού οδήγησε σε γενικό κλονισμό του εφοδιασμού λόγω διαταραχής των αλυσίδων εφοδιασμού και ραγδαίας αύξησης της ζήτησης που προκλήθηκε κυρίως από την απότομη αύξηση της ζήτησης για ορισμένα προϊόντα και υπηρεσίες, ιδίως στον τομέα της υγείας. Οι περιστάσεις αυτές ενέχουν τον κίνδυνο ελλείψεων σε κρίσιμα ιατρικά προϊόντα, οι οποίες μπορεί να επιδεινωθούν με την εξέλιξη της πανδημίας. Τούτο αφορά, ειδικότερα, τα φάρμακα και τον ιατρικό εξοπλισμό που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία των ασθενών με κορονοϊό. Οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης στον τομέα του εφοδιασμού που οφείλονται στην έξαρση του κορονοϊού μπορεί να προκύψουν και για άλλα βασικά αγαθά και υπηρεσίες πέραν του τομέα της υγείας. Η έγκαιρη αντιμετώπιση αυτών των έκτακτων κλυδωνισμών και η έγκαιρη αποφυγή ελλείψεων μπορεί να απαιτήσουν ταχύ συντονισμό των επιχειρήσεων προκειμένου να ξεπεραστούν ή τουλάχιστον να μετριαστούν οι επιπτώσεις της κρίσης προς όφελος, εν τέλει, των πολιτών. Τούτο μπορεί με τη σειρά του να απαιτήσει είτε την αλλαγή αντικειμένου παραγωγής ή την επέκταση της παραγωγής κατά τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο. Για παράδειγμα, οι επιχειρήσεις ενδέχεται να χρειαστεί να συντονίσουν την παραγωγή, τη διαχείριση των αποθεμάτων και, ενδεχομένως, τη διανομή, έτσι ώστε να μην εστιάζουν όλες οι επιχειρήσεις σε ένα ή λίγα φάρμακα, και τα άλλα φάρμακα να παράγονται σε ανεπαρκείς ποσότητες. Υπό κανονικές περιστάσεις, ένας τέτοιος συντονισμός θα ήταν αντίθετος προς τους αντιμονοπωλιακούς κανόνες. Ωστόσο, στο πλαίσιο μιας πανδημίας όπως η έξαρση του κορονοϊού, ο συντονισμός αυτός μπορεί, με τις κατάλληλες διασφαλίσεις, να αποφέρει σημαντικά οφέλη στους πολίτες.» 33 ΕΕ C 116I της 8.4.2020, Communication from the Commission Temporary Framework for assessing antitrust issues related to business cooperation in response to situations of urgency stemming from the current COVID- 19 outbreak 2020/C 116 I/02, C/2020/3200, σ. 7 έως 10, Διαθέσιμο στο: https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EN/TXT/?uri=CELEX:52020XC0408(04). [33]

Με αυτόν τον τρόπο η Επιτροπή δημιουργεί ένα ιδιαίτερο καθεστώς «προσωρινού πλαισίου» σύμφωνα με το οποίο η συνεργασία των επιχειρήσεων στο τομέα της υγείας όχι μόνο δεν είναι απαγορευτική άλλα μπορεί να επιβάλλεται από τις έκτακτες και εξαιρετικές συνθήκες που επικρατούν, προκειμένου τα κράτη μέλη να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν την κρίση του κορονοϊού. Η ανακοίνωση της Επιτροπής34 συνεχίζει και αναφέρει ότι «σκοπός του προσωρινού πλαισίου είναι να παρέχει αντιμονοπωλιακή καθοδήγηση σε επιχειρήσεις που επιθυμούν να συνεργαστούν προσωρινά και να συντονίσουν τις δραστηριότητές τους, προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγή κατά τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο και να βελτιστοποιηθεί η προσφορά, ειδικότερα των νοσοκομειακών φαρμάκων για τα οποία υπάρχει επείγουσα ανάγκη.» Κάτω από αυτές τις ιδιαίτερες, έκτακτες και εξαιρετικές συνθήκες βλέπουμε ότι η Επιτροπή βγαίνει από το προστατευτικό ρόλο εφαρμογής και παρακολούθησης συμμόρφωσης των ενωσιακών κανόνων από την πλευρά των επιχειρήσεων για την προστασία του ανταγωνισμού από τις ενδεχόμενες συμπράξεις οι οποίες σε άλλο φυσιολογικό πλαίσιο πλήττουν την οικονομία, ωστόσο υπό τις παρούσες έκτακτες και εξαιρετικές συνθήκες καλεί τις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν εξαιρετικές προκλήσεις λόγω της κρίσης της νόσου COVID-19, να διαδραματίσουν έναν καίριο ρόλο στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης αυτής, μέσα από συμπράξεις και συνεργασίες που θα αναπτύξουν μεταξύ τους. Έτσι παρατηρείται το παράδοξο ότι ενώ σε όλο το προηγούμενο μέρος της εργασίας είδαμε πως λειτουργούσε η Επιτροπή και ενωσιακό πλαίσιο αναφορικά με την προστασία του ανταγωνισμού, τώρα βλέπουμε μία αναγκαία στροφή 180ο μοιρών προς την αντίθετη κατεύθυνση, η οποία είναι σαφώς δικαιολογημένη για τους λόγους που αναλύονται παρακάτω. 8.1.1 Η πανδημία της νόσου COVID-19 Οι εξαιρετικές περιστάσεις της αντιμετώπισης της πανδημίας της νόσου COVID-19 (από τις αρχές του έτους 2020) και οι σχετικές προκλήσεις οδηγούν στην ανάγκη συνεργασίας μεταξύ των επιχειρήσεων προκειμένου να ξεπεράσουν ή τουλάχιστον να μετριάσουν τις επιπτώσεις της κρίσης προς όφελος εν τέλει των πολιτών της ίδιας της Ένωσης και των κρατών μελών που πλήττονται από την πανδημία. Ειδικότερα αν λάβουμε υπόψη τον 34 ΕΕ C 116I της 8.4.2020, Communication from the Commission Temporary Framework for assessing antitrust issues related to business cooperation in response to situations of urgency stemming from the current COVID- 19 outbreak 2020/C 116 I/02, C/2020/3200, σ. 7 έως 10, Διαθέσιμο στο: https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EN/TXT/?uri=CELEX:52020XC0408(04). [34]

πολυδιάστατο και ασύμμετρο χαρακτήρα της υγειονομικής κρίσης που υπάρχει στην Ένωση, οι επιχειρήσεις είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν διαφορετικές προκλήσεις και, ως εκ τούτου, μπορεί να χρειαστεί να καταφύγουν σε διαφορετικές μορφές συνεργασίας και συμπράξεων. Η Ανακοίνωση35 της Επιτροπής έρχεται με κατευθυντήριο ρόλο προκειμένου να καλύψει πιθανές μορφές συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων με στόχο να διασφαλιστούν η προμήθεια και η κατάλληλη διανομή βασικών προϊόντων και υπηρεσιών που σπανίζουν κατά τη διάρκεια της έξαρσης της νόσου COVID-19 και να αντιμετωπιστούν έτσι οι ελλείψεις των εν λόγω βασικών προϊόντων και υπηρεσιών που απορρέουν κατά κύριο λόγο από την ταχεία και εκθετική αύξηση της ζήτησης από το καταναλωτικό κοινό. Άλλοι παράγοντες που οξύνουν τις όποιες ελλείψεις είναι, μεταξύ άλλων, η μαζική προληπτική συσσώρευση αποθεμάτων σε όλο το μήκος της αλυσίδας διανομής, η διακοπή λειτουργίας εργοστασίων λόγω μέτρων καραντίνας ή εγκλεισμού, εφοδιαστικά προβλήματα που οφείλονται σε κλείσιμο των συνόρων, απαγορεύσεις εξαγωγών, διακοπές λειτουργίας σε τρίτες χώρες που προμηθεύουν την Ένωση. Αυτό αφορά ιδίως τα φάρμακα και τον ιατρικό εξοπλισμό που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση και θεραπεία των ασθενών της COVID-19 ή που είναι αναγκαία για τον μετριασμό και, ενδεχομένως, την κατανίκηση της έξαρσης της νόσου. Η εν λόγω συνεργασία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μεταξύ επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον οικείο τομέα για την αντιμετώπιση της έλλειψης αυτής, καθώς και μεταξύ επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε άλλους τομείς, όπως για παράδειγμα ορισμένες επιχειρήσεις μετατρέπουν μέρος των γραμμών παραγωγής τους για να αρχίσουν να παράγουν προϊόντα που βρίσκονται σε ανεπάρκεια (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2020). Ο στόχος της Ανακοίνωσης της Επιτροπής είναι να εξηγήσει το πλαίσιο των δύο αξόνων επάνω στο οποίο κινείται η επιτρεπτή συνεργασία των επιχειρήσεων για την αντιμετώπιση της πανδημίας της νόσου COVID-19 (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2020): 1. Ο πρώτος άξονας περιλαμβάνει τα κύρια κριτήρια που θα ακολουθεί η Επιτροπή κατά την αξιολόγηση αυτών των πιθανών σχεδίων συνεργασίας που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της έλλειψης βασικών προϊόντων και υπηρεσιών κατά την έξαρση της 35 ΕΕ C 116I της 8.4.2020, Communication from the Commission Temporary Framework for assessing antitrust issues related to business cooperation in response to situations of urgency stemming from the current COVID- 19 outbreak 2020/C 116 I/02, C/2020/3200, σ. 7 έως 10, Διαθέσιμο στο: https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EN/TXT/?uri=CELEX:52020XC0408(04). [35]

νόσου COVID-19, καθώς και κατά τον καθορισμό των προτεραιοτήτων της όσον αφορά την επιβολή της νομοθεσίας κατά τη διάρκεια της παρούσας κρίσης. 2. Ο δεύτερος άξονας περιλαμβάνει την προσωρινή διαδικασία που έχει καθορίσει κατ’ εξαίρεση η Επιτροπή για να παρέχει, όπου κρίνεται σκόπιμο, ad hoc έγγραφες επιστολές υποστήριξης «comfort letters» στις επιχειρήσεις σχετικά με συγκεκριμένα και σαφώς καθορισμένα έργα συνεργασίας στο πλαίσιο αυτό. 8.1.2 Βασικά κριτήρια αξιολόγησης, βάσει της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, των σχεδίων συνεργασίας επιχειρήσεων που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της έλλειψης βασικών προϊόντων και υπηρεσιών κατά την έξαρση της νόσου COVID-1936 Από την έναρξη ισχύος του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, οι επιχειρήσεις δεν μπορούν πλέον να κοινοποιούν τις συμφωνίες που συνάπτουν στην Επιτροπή προκειμένου να τύχουν ατομικής απαλλαγής από το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ, αλλά είναι οι ίδιες υπεύθυνες για την αξιολόγηση της νομιμότητας των συμφωνιών και των πρακτικών τους. Αυτό το σύστημα αυτοαξιολόγησης, το οποίο πλαισιώθηκε από την εκτενή καθοδήγηση που παρείχε η Επιτροπή μέσα από κατευθυντήριες οδηγίες, έχει πλέον παγιωθεί για τις ίδιες και δεν προτίθεται να αλλάξει από την Επιτροπή. Η ίδια η Επιτροπή στο πλαίσιο του ενωσιακού της ρόλου ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, αντιλαμβάνεται ότι η συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων μπορεί να συμβάλει στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της έλλειψης βασικών προϊόντων και υπηρεσιών κατά τη διάρκεια της έξαρσης της νόσου COVID-19. Στο πλαίσιο αυτό, οι επιχειρήσεις ενδεχομένως χρειάζονται ειδική καθοδήγηση σχετικά με τις πρωτοβουλίες της μεταξύ τους συνεργασίας τους που προτίθενται να αναπτύξουν, προκειμένου να διευκολυνθεί η αυτοαξιολόγηση τους. Την ίδια στιγμή κατά την κρίση της πανδημίας πολλά κράτη μέλη της Ένωσης ανέφεραν ότι αντιμετωπίζουν ήδη ελλείψεις φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ασθενών με COVID-19 ή αναμένουν ότι οι ελλείψεις αυτές θα παρουσιαστούν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Ήδη από τα τέλη Μαρτίου μέχρι τις αρχές Απριλίου 2020, η Επιτροπή έλαβε αρκετά αιτήματα από επιχειρήσεις και εμπορικούς συλλόγους, που ζητούσαν καθοδήγηση σχετικά με τη σχεδιαζόμενη συνεργασία τους, ιδίως στον τομέα της υγείας και ενόψει του κινδύνου έλλειψης κρίσιμων νοσοκομειακών φαρμάκων που 36 ΕΕ C 116I της 8.4.2020, Communication from the Commission Temporary Framework for assessing antitrust issues related to business cooperation in response to situations of urgency stemming from the current COVID-19 outbreak 2020/C 116 I/02, C/2020/3200, σ. 7 έως 10, Διαθέσιμο στο: https://eur- lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:52020XC0408(04). [36]

χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ασθενών της COVID-19. Τα αιτήματα αυτά που έλαβε η Επιτροπή αποτελούν για την ίδια ένα χρήσιμο παράδειγμα των τύπων συνεργασίας που ενδέχεται να χρειαστούν για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης που σχετίζονται με την τρέχουσα έξαρση της νόσου COVID-19 και για την αξιολόγησή τους βάσει του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ, σύμφωνα με τις γενικές γραμμές που εξέδωσε η ίδια και αναλύονται παρακάτω (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2020). Η Επιτροπή στην Ανακοίνωση37 της αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, διάφορα μέτρα μπορούν να συμβάλουν στη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ ζήτησης και προσφοράς. Ενδέχεται να απαιτείται πολύ σημαντική και ταχεία αύξηση της παραγωγής για προϊόντα που είναι αναγκαία αλλά η προσφορά τους είναι ανεπαρκής. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής άλλων προϊόντων. Μπορεί επίσης να απαιτηθεί ανακατανομή των αποθεμάτων, γεγονός που θα υποχρέωνε τις επιχειρήσεις να συμφωνήσουν να ανταλλάσσουν/κοινοποιούν πληροφορίες σχετικά με τις πωλήσεις και τα αποθέματα. Για να αυξηθεί η παραγωγή, οι επιχειρήσεις ενδέχεται να χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν τις γραμμές παραγωγής ορισμένων μη βασικών/εν επάρκεια φαρμάκων (ή άλλων προϊόντων τους) για την παραγωγή φαρμάκων (ή άλλων προϊόντων) αναγκαίων για την αντιμετώπιση της έξαρσης της νόσου. Επιπλέον, η παραγωγή θα μπορούσε να αυξηθεί περαιτέρω και πιο αποτελεσματικά, εάν σε μια συγκεκριμένη μονάδα παραγόταν μόνο ένα φάρμακο (σε αντίθεση με την εναλλαγή της παραγωγής μεταξύ διαφόρων προϊόντων, η οποία απαιτεί χρονοβόρο καθαρισμό των μηχανημάτων κ.λπ.), κατά τρόπο που να εξισορροπεί τις οικονομίες κλίμακας με την ανάγκη να αποφευχθεί η υπέρμετρη εξάρτηση από μια συγκεκριμένη μονάδα παραγωγής (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2020). Αυτό δείχνει ότι η αντιμετώπιση των καταστάσεων έκτακτης ανάγκης που σχετίζονται με την έξαρση της νόσου COVID-19 ενδέχεται να απαιτεί διαφορετικούς βαθμούς συνεργασίας, με διαφορετική κλίμακα ανησυχιών για πιθανή παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας. Με βάση την πρόσφατη εμπειρία που αποκόμισε η Επιτροπή, αντιλαμβάνεται ότι η συνεργασία στον τομέα της υγείας μπορεί, για παράδειγμα, να περιορίζεται στο να ανατεθεί σε εμπορικό σύλλογο επιχειρήσεων (ή σε κάποιο ανεξάρτητο 37 ΕΕ C 116I της 8.4.2020, Communication from the Commission Temporary Framework for assessing antitrust issues related to business cooperation in response to situations of urgency stemming from the current COVID- 19 outbreak 2020/C 116 I/02, C/2020/3200, σ. 7 έως 10, Διαθέσιμο στο: https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EN/TXT/?uri=CELEX:52020XC0408(04). [37]

σύμβουλο ή σε κάποιο ανεξάρτητο πάροχο υπηρεσιών ή σε κάποιον δημόσιο φορέα), ο οποίος θα αναλαμβάνει για παράδειγμα38: 1. να συντονίζει την κοινή μεταφορά των εισερχόμενων υλικών για την κάλυψη των ιδιαίτερων αναγκών παραγωγής που υπάρχουν 2. να συμβάλλει στον προσδιορισμό των βασικών φαρμάκων για τα οποία, ενόψει της προβλεπόμενης παραγωγής, μπορεί να προκύψουν κίνδυνοι ελλείψεων 3. να εξάγει συγκεντρωτικά στοιχεία σχετικά με την παραγωγή και την παραγωγική ικανότητα, χωρίς ανταλλαγή πληροφοριών για τις επιμέρους επιχειρήσεις 4. να εκπονήσει ένα μοντέλο για την πρόβλεψη της ζήτησης σε επίπεδο κράτους μέλους και να εντοπίζει ελλείμματα προσφοράς φαρμάκων ή άλλων υγειονομικών υλικών στο τομέα της υγεία 5. να ανταλλάσσει συγκεντρωτικά στοιχεία σχετικά με το έλλειμμα προσφοράς και να ζητεί από τις συμμετέχουσες επιχειρήσεις, σε ατομική βάση και χωρίς να ανταλλάσσει τις πληροφορίες αυτές με τους ανταγωνιστές, να αναφέρουν εάν μπορούν να καλύψουν το έλλειμμα προσφοράς για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση (είτε μέσω υφιστάμενων αποθεμάτων είτε μέσω αύξησης της παραγωγής) Οι δραστηριότητες αυτές δεν εγείρουν ανησυχίες όσον αφορά την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία, υπό την προϋπόθεση ότι υπόκεινται σε επαρκείς διασφαλίσεις (όπως η μη ροή εξατομικευμένων πληροφοριών για εταιρείες προς ανταγωνιστές), όπως αναφέρεται στις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας39. Η συνεργασία στον τομέα της υγείας μπορεί να χρειαστεί ακόμη και να προχωρήσει πέραν αυτών για να αντιμετωπιστούν οι κρίσιμες ελλείψεις εφοδιασμού. Μπορεί, για παράδειγμα, να χρειαστεί να επεκταθεί στον συντονισμό της αναδιοργάνωσης της παραγωγής με σκοπό την αύξηση και τη βελτιστοποίηση της παραγωγής, κατά τρόπον ώστε να μην εστιάζουν όλες οι επιχειρήσεις σε ένα ή σε λίγα φάρμακα και τα άλλα φάρμακα να παράγονται σε ανεπαρκείς ποσότητες, στις περιπτώσεις που η εν λόγω αναδιοργάνωση θα 38 ΕΕ C 116I της 8.4.2020, Communication from the Commission Temporary Framework for assessing antitrust issues related to business cooperation in response to situations of urgency stemming from the current COVID- 19 outbreak 2020/C 116 I/02, C/2020/3200, σ. 7 έως 10, Διαθέσιμο στο: https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EN/TXT/?uri=CELEX:52020XC0408(04). 39 ΕΕ C 11 της 14.1.2011, σ. 1, Ανακοίνωση της Επιτροπής — Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας. [38]

επέτρεπε στους παραγωγούς να καλύψουν τη ζήτηση για επειγόντως αναγκαία φάρμακα σε όλα τα κράτη μέλη (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2020). Τα μέτρα για την προσαρμογή της παραγωγής, της διαχείρισης των αποθεμάτων και, δυνητικά, της διανομής στον κλάδο ενδέχεται να απαιτούν την ανταλλαγή εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών και ορισμένο βαθμό συντονισμού ως προς το ποια μονάδα παράγει ποια φάρμακα, ώστε να μην εστιάζουν όλες οι επιχειρήσεις σε ένα ή σε λίγα φάρμακα, και τα άλλα φάρμακα να παράγονται σε ανεπαρκείς ποσότητες. Οι εν λόγω ανταλλαγές και ο συντονισμός μεταξύ επιχειρήσεων είναι υπό κανονικές συνθήκες ενέργειες προβληματικές σύμφωνα με τους ενωσιακούς κανόνες ανταγωνισμού. Ωστόσο, υπό τις παρούσες εξαιρετικές περιστάσεις, μέτρα του είδους αυτού δεν θα είναι προβληματικά στο πλαίσιο της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού ή δεδομένης της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και του προσωρινού χαρακτήρα τους, δεν θα αποτελέσουν προτεραιότητα της Επιτροπής για επιβολή της νομοθεσίας, στον βαθμό που τα μέτρα αυτά40: 1. Πρώτον, είναι σχεδιασμένα και αντικειμενικά αναγκαία για την πραγματική αύξηση της παραγωγής με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο, ώστε να αντιμετωπιστούν ή να αποφευχθούν ελλείψεις στην προσφορά απαραίτητων προϊόντων ή υπηρεσιών, όπως εκείνων που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ασθενών με COVID-19, 2. Δεύτερον, έχουν προσωρινό χαρακτήρα (δηλαδή θα εφαρμόζονται μόνο για όσο διάστημα υπάρχει κίνδυνος έλλειψης ή σε κάθε περίπτωση κατά τη διάρκεια της έξαρσης της νόσου COVID-19) και 3. Τρίτον, δεν υπερβαίνουν τα απολύτως αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου της αντιμετώπισης ή αποφυγής των ελλείψεων στην προσφορά. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να τεκμηριώνουν όλες τις ανταλλαγές και τις συμφωνίες μεταξύ τους και να τις θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής, κατόπιν σχετικής αιτήσεως. Το γεγονός ότι μια συνεργασία ενθαρρύνεται και/ή συντονίζεται από δημόσια αρχή (ή πραγματοποιείται εντός πλαισίου που καθορίζεται από τη δημόσια αρχή) αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η εν λόγω σύμπραξη δεν θα είναι προβληματική βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας περί 40 ΕΕ C 116I της 8.4.2020, Communication from the Commission Temporary Framework for assessing antitrust issues related to business cooperation in response to situations of urgency stemming from the current COVID- 19 outbreak 2020/C 116 I/02, C/2020/3200, σ. 7 έως 10, Διαθέσιμο στο: https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EN/TXT/?uri=CELEX:52020XC0408(04). [39]

ανταγωνισμού ή ότι δεν θα αποτελέσει προτεραιότητα της Επιτροπής για επιβολή της νομοθεσίας αυτής. Η σύμπραξη των επιχειρήσεων κρίνεται επιτατική και επιτρέπεται στο πλαίσιο επιτακτικού αιτήματος δημόσιων αρχών που απευθύναν προς επιχειρήσεις προκειμένου μπορέσουν να συνεργαστούν προσωρινά για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης που σχετίζονται με την τρέχουσα έξαρση της νόσου COVID-19, όπως για παράδειγμα να οργανώσουν την παραγωγή και την παράδοση με σκοπό την αντιμετώπιση της επείγουσας ανάγκης να συνεχιστεί η λειτουργία της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης για ασθενείς με COVID-19 (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2020). 8.1.3 Εξαιρετική διαδικασία για την παροχή καθοδήγησης ad hoc σχετικά με συγκεκριμένα σχέδια συνεργασίας που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της έλλειψης βασικών προϊόντων και υπηρεσιών κατά την έξαρση της νόσου COVID-1941 Η Επιτροπή μέσα στο προσωρινό πλαίσιο που η ίδια δημιούργησε παρέχει καθοδήγηση σε επιχειρήσεις και εμπορικούς συλλόγους όσον αφορά συγκεκριμένες πρωτοβουλίες συνεργασίας με ενωσιακή διάσταση, οι οποίες απαιτείται να υλοποιηθούν ταχέως για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η έξαρση της νόσου COVID-19, ιδίως στις περιπτώσεις που εξακολουθεί να υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με το κατά πόσον οι πρωτοβουλίες αυτές συμβιβάζονται με το δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ. Προς την κατεύθυνση αυτή προκειμένου αυξηθεί ο βαθμός ασφάλειας δικαίου έτσι ώστε να μην υπάρχουν αμφιβολίες και ασάφειες ότι μία σύμπραξη επιχειρήσεων είναι έωλη και μετέωρη από άποψη νομιμότητας όσον αφορά την αντιμονοπωλιακή καθοδήγηση, η Επιτροπή είναι διατεθειμένη εντός χρονικών πλαισίων που είναι συμβατά με τον επείγοντα χαρακτήρα ορισμένων καταστάσεων που σχετίζονται με την τρέχουσα έξαρση της νόσου COVID-19, κατ’ εξαίρεση και κατά τη διακριτική της ευχέρεια, να παρέχει την εν λόγω προφορική καθοδήγηση μέσα από μία διαδικασία ad hoc αποστολής επιστολής «υποστήριξης» προς την αντίστοιχη σύμπραξη επιχειρήσεων (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2020). Η Επιτροπή χρησιμοποίησε τη διαδικασία που περιγράφει στην ανακοίνωση της για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 2020, αποστέλλοντας επιστολή υποστήριξης στην ένωση «Medicines for Europe». Η συγκεκριμένη επιστολή υποστήριξης αφορούσε ένα 41 ΕΕ C 116I της 8.4.2020, Communication from the Commission Temporary Framework for assessing antitrust issues related to business cooperation in response to situations of urgency stemming from the current COVID-19 outbreak 2020/C 116 I/02, C/2020/3200, σ. 7 έως 10, Διαθέσιμο στο: https://eur- lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:52020XC0408(04). [40]

συγκεκριμένο έργο εθελοντικής συνεργασίας μεταξύ παραγωγών φαρμακευτικών προϊόντων, μελών ή μη της εν λόγω ένωσης, έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος ελλείψεων σε κρίσιμα νοσοκομειακά φάρμακα για τη θεραπεία των ασθενών με τη νόσο COVID-19. Οι φαρμακευτικές εταιρείες παραγωγής γενοσήμων φαρμάκων είναι αυτές που παράγουν την πλειονότητα των κρίσιμων νοσοκομειακών φαρμάκων που απαιτούνται αυτή τη περίοδο, επειγόντως, σε μεγάλες ποσότητες ώστε να αποφεύγονται οι ελλείψεις αυτών. Υπό τις παρούσες έκτακτες και εξαιρετικές περιστάσεις, αυτή η προσωρινή σύμπραξη επιχειρήσεων στο τομέα της υγεία φαίνεται πράγματι δικαιολογημένη βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας περί συμπράξεων, λαμβανομένων υπόψη του στόχου της και των διασφαλίσεων που έχουν θεσπιστεί για την αποτροπή προβλημάτων ανταγωνισμού, και εφόσον παραμένει εντός του εύρους που έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2020). 9. Συμπεράσματα Η Ένωση στο πλαίσιο της ανταγωνιστικής οικονομίας που εγκαθίδρυσε με τις ιδρυτικές συνθήκες είχε ανάγκη για προστασία αυτής από τις όποιες παρεμβάσεις θα μπορούσαν να βλάψουν τον ανταγωνισμό είτε από τη πλευρά του ιδιωτικού τομέα είτε από τη πλευρά του δημοσίου και των κρατών μελών. Για το λόγο αυτό τίθενται οι προστατευτικές διατάξεις του αρ. 101 ΣΛΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό ορίζονται γενικά οι απαγορευτικές συμπεριφορές που περιεγραφήκαν στη παρούσα εργασία με τις οριζόντιες και κάθετες συμφωνίες που ενδέχεται να επιφέρουν βλαπτικά αποτελέσματα στον ανταγωνισμό της Ένωσης. Υπάρχουν ωστόσο ορισμένες εξαιρέσεις που αναφέρθηκαν από τους περιορισμούς αυτούς. Ωστόσο οι περιοριστικές διατάξεις αυτές δε λαμβάνονται πάντα υπόψη ιδιαίτερα αν υπάρχουν έκτακτες συνθήκες που επιβάλουν τη συνεργασία των επιχειρήσεων για ένα κοινό σκοπό προς το συμφέρον της Ένωσης και των κρατών μελών. Για το λόγο αυτό και στο πλαίσιο της παρούσας συγκυρίας της πανδημίας COVID-19 D δόθηκε μεγάλη έμφαση στο πλαίσιο μέσα στο οποίο η Επιτροπή παρακάμπτει για λίγο αυτούς τους κανόνες και καλεί τις επιχειρήσεις στο τομέα της υγείας να συνεργαστούν. Η Επιτροπή στο πλαίσιο της πληροφόρησης που λαμβάνει από το περιβάλλον της οικονομίας στην περιοχή της Ένωσης, διατηρεί μία καλή επίγνωση των έκτακτων προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις λόγω της έξαρσης της πανδημίας της νόσου COVID-19, καθώς και του καίριου ρόλου που διαδραματίζουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης αυτής. Η Επιτροπή ενθαρρύνει την ευνοϊκή για τον ανταγωνισμό συνεργασία ή σύμπραξη που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των προκλήσεων αυτών, ιδίως ως αντίδραση σε επείγουσες καταστάσεις που σχετίζονται με την [41]

τρέχουσα έξαρση της νόσου COVID-19, και δεσμεύθηκε να παράσχει αντιμονοπωλιακή καθοδήγηση και υποστήριξη προκειμένου να διευκολυνθεί η ορθή και ταχεία υλοποίηση οποιαδήποτε συνεργασίας που είναι αναγκαία για να ξεπεραστεί η κρίση προς όφελος, εν τέλει, των πολιτών της Ένωσης42. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, υπό αυτές τις εξαιρετικές περιστάσεις, είναι σημαντικότερο από ποτέ να προστατεύονται οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές βάσει του δικαίου περί ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, η ίδια θα συνεχίσει αυτή τη περίοδο να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς και ενεργά τις σχετικές εξελίξεις στην αγορά για να εντοπίζει περιπτώσεις επιχειρήσεων, οι οποίες επωφελούνται από την παρούσα έκτακτη κατάσταση της πανδημίας που έχει προκύψει για να παραβιάσουν την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία της Ένωσης, είτε με τη σύναψη αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμφωνιών είτε με κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης τους43. Ωστόσο, η Επιτροπή θέτει την διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην νόμιμη συμπεριφορά που γίνεται κατά παρέκκλιση για την αντιμετώπιση της έκτακτης και εξαιρετικής κατάστασης και στην ανακοίνωση που εξέδωσε υπογραμμίζει κατηγορηματικά ότι δεν θα γίνει ανεκτή η οποιαδήποτε συμπεριφορά επιχειρήσεων που επιδιώκουν καιροσκοπικά να εκμεταλλευτούν την κρίση ως ένα κάλυμμα προκειμένου να μπορέσουν να δράσουν αντίθετα προς τον ανταγωνισμό με συμπαιγνίες ή καταχρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους (συμπεριλαμβανομένων των δεσποζουσών θέσεων που προκύπτουν από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κρίσης), παραδείγματος χάριν, με την εκμετάλλευση πελατών και καταναλωτών (όπως χρεώνοντας τιμές υψηλότερες από τα κανονικά ανταγωνιστικά επίπεδα) ή με τον περιορισμό της παραγωγής προς τελική ζημία των καταναλωτών (για παράδειγμα παρεμποδίζοντας τις προσπάθειες αύξησης της παραγωγής για την αντιμετώπιση ελλείψεων εφοδιασμού)44. 42 ΕΕ C 116I της 8.4.2020, Communication from the Commission Temporary Framework for assessing antitrust issues related to business cooperation in response to situations of urgency stemming from the current COVID- 19 outbreak 2020/C 116 I/02, C/2020/3200, σ. 7 έως 10, Διαθέσιμο στο: https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EN/TXT/?uri=CELEX:52020XC0408(04). 43 ΕΕ C 116I της 8.4.2020, Communication from the Commission Temporary Framework for assessing antitrust issues related to business cooperation in response to situations of urgency stemming from the current COVID- 19 outbreak 2020/C 116 I/02, C/2020/3200, σ. 7 έως 10, Διαθέσιμο στο: https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EN/TXT/?uri=CELEX:52020XC0408(04). 44 ΕΕ C 116I της 8.4.2020, Communication from the Commission Temporary Framework for assessing antitrust issues related to business cooperation in response to situations of urgency stemming from the current COVID- [42]

10. Βιβλιογραφία 10.1 Ελληνόγλωσση EUR-Lex (2020) Ανταγωνισμός, Γλωσσάριο σύνοψης. Available at: https://eur- lex.europa.eu/summary/glossary/competition.html (Accessed: 30 April 2020). Δρίτσα, Α. and Παναγιωτοπούλου, Β. (2018) Συμφωνίες διανομής, franchise και άλλες κάθετες συμπράξεις, Κατευθύνσεις συμμόρφωσης με το δίκαιο του ανταγωνισμού 23 Ερωτήσεις και Απαντήσεις σε πρακτικά ζητήματα των επιχειρήσεων.Μια πρωτοβουλία της ομάδας εργασίας του ΣΕΒ «Ανταγωνισμός & Αγορά». Available at: https://www.sev.org.gr/Uploads/Documents/competitionbooklet.pdf (Accessed: 30 April 2020). ΕΕ C11/1 της 14.1.2011 (2011) ΑΝΑΚΟΊΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ: Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας., Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Available at: https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EL/TXT/?uri=celex:52011XC0114(04) (Accessed: 1 June 2020). Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2001) Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας οι οποίες δεν περιορίζουν σημαντικά τον ανταγωνισμό σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (de minimis) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρ, Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 368 της 22/12/2001 σ. 0013 - 0015. Available at: https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:52001XC1222(03)&from=EN (Accessed: 30 April 2020). Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2004) Aνακοίνωση της Επιτροπής — Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ), Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 101 της 27/04/2004 σ. 0081 - 0096. Available at: https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:52004XC0427(06)&from=EN (Accessed: 30 April 2020). Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2011) Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 19 outbreak 2020/C 116 I/02, C/2020/3200, σ. 7 έως 10, Διαθέσιμο στο: https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EN/TXT/?uri=CELEX:52020XC0408(04). [43]

101 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας [Επίσημη Εφημερίδα C 11 της 14.1.2011]., Επίσημη Εφημερίδα C 11 της 14.1.2011. Available at: https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EL/TXT/?uri=legissum:l26062 (Accessed: 30 April 2020). Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2012a) Γιατί η πολιτική ανταγωνισμού είναι σημαντική για τους καταναλωτές;, Στο πλευρό του καταναλωτή. Available at: https://ec.europa.eu/competition/consumers/why_el.html (Accessed: 30 April 2020). Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2012b) Τι είναι η πολιτική ανταγωνισμού;, Στο πλευρό του καταναλωτή. Available at: https://ec.europa.eu/competition/consumers/what_el.html (Accessed: 30 April 2020). Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2014) Ανακοίνωση της Επιτροπής-Ανακοίνωση σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας οι οποίες δεν περιορίζουν σημαντικά τον ανταγωνισμό σύμφωνα με το άρθρο 101 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ανακοίνωση de minimis), ΕΕ C 291 της 30.8.2014, σ. 1 έως 4. Available at: https://eur- lex.europa.eu/legal- content/EL/TXT/?uri=uriserv:OJ.C_.2014.291.01.0001.01.ELL&toc=OJ:C:2014:291:FULL (Accessed: 30 April 2020). Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2020) Αντιμονοπωλιακή πολιτική: η Επιτροπή παρέχει καθοδήγηση σχετικά με την έγκριση περιορισμένης συνεργασίας μεταξύ των επιχειρήσεων, ιδίως για τα κρίσιμα νοσοκομειακά φάρμακα, κατά τη διάρκεια της έξαρσης του κορονοϊού., Δελτίο Τύπου. Available at: https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/el/IP_20_618 (Accessed: 8 April 2020). Μικρουλέα, Α. (2018) Εισαγωγή στο Δίκαιο του Ανταγωνισμού, Παραδόσεις Μαθημάτων. Available at: http://www.esdi.gr/nex/images/stories/pdf/epimorfosi/2018/mikroulea_dec_2018.pdf (Accessed: 24 May 2020). Μπιμπλής, Ι. (2018) Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστών, Κατευθύνσεις συμμόρφωσης με το δίκαιο του ανταγωνισμού 23 Ερωτήσεις και Απαντήσεις σε πρακτικά ζητήματα των επιχειρήσεων.Μια πρωτοβουλία της ομάδας εργασίας του ΣΕΒ «Ανταγωνισμός Αγορά». Available at: https://www.sev.org.gr/Uploads/Documents/competitionbooklet.pdf (Accessed: 30 April 2020). Παντελιάδης, Α. (2018) Μήνυμα ΣΕΒ, Κατευθύνσεις συμμόρφωσης με το δίκαιο του [44]

ανταγωνισμού 23 Ερωτήσεις και Απαντήσεις σε πρακτικά ζητήματα των επιχειρήσεων Μια πρωτοβουλία της ομάδας εργασίας του ΣΕΒ «Ανταγωνισμός & Αγορά». Available at: https://www.sev.org.gr/Uploads/Documents/competitionbooklet.pdf (Accessed: 30 April 2020). Παπαγιάννης, Δ. (2016) Ευρωπαϊκό Δίκαιο. 5η. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη. 10.2 Κανονισμοί Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 330/2010 ΤΗΣ Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2010 για την εφαρμογή του άρθρου 101 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών, Διαθέσιμο στο: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=celex:32010R0330 (Ανακτήθηκε 30/4/2020). 10.3 Νομολογία ΔΕΕ Απόφαση 23.04.1991, υποθ. C-41/90, Höfner και Elser κατά Macrotron, ECLI:EU:C:1991:161, Συλλ. 1991, I-01979. Απόφαση 19.02.2002, υποθ. C-309/99, J. C. J. Wouters, J. W. Savelbergh και Price Waterhouse Belastingadviseurs BV κατά Algemene Raad van de Nederlandse Orde van Advocaten, παρισταμένου του: Raad van de Balies van de Europese Gemeenschap, ECLI:EU:C:2002:98, Συλλ. 2002, I-01577. Απόφαση 23.04.1991, υποθ. C-41/90, Höfner και Elser κατά Macrotron, ECLI:EU:C:1991:161, Συλλ. 1991, I-01979. Απόφαση 19.01.1994, υποθ. C-364/92, SAT Fluggesellschaft κατά Eurocontrol, ECLI:EU:C:1994:7, Συλλ. 1994, I-00043. Απόφαση 23.04.1991, υποθ. C-41/90, Höfner και Elser κατά Macrotron, ECLI:EU:C:1991:161, Συλλ. 1991, I-01979. Απόφαση 21.09.1999, υπόθ. C-67/96, Albany International BV κατά Stichting Bedrijfspensioenfonds Textielindustrie, ECLI:EU:C:1999:430, Συλλ. 1999, I-05751. Απόφ. 11.04.1989, υποθ. C-66/86, Ahmed Saeed Flugreisen, ECLI:EU:C:1989:140, σκ. 803 ΔΕΚ, Απόφ. 01.10.1987, υποθ. C-311/85, VVR κατά Sociale Dienst van de Plaatselijke en Gewestelijke Overheidsdiensten, ECLI:EU:C:1987:418, σκ. 3801. [45]

Απόφαση 15.07.1970, υποθ. C-41/69, Chemiefarma κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1970:71, Συλλ. 1970, σκ. 00661. Απόφαση 6.4.1995, υποθ. T-141/89, Trefileurope κατά Επιτροπής, ECLI:EU:T:1995:62, Συλλ. 1995, II-00791. Απόφαση 20.03.2002, υποθ. T-23/99, LR AF 1998 κατά Επιτροπής, ECLI:EU:T:2002:75, Συλλ. 2002, II-01705. Απόφαση 13.07.1966, υποθ. C-56/64, Consten και Grundig κατά Επιτροπής της ΕΟΚ, ECLI:EU:C:1966:41, Συλλ. 1966, 00429. Απόφαση 6.12.2017, υπόθ. C-230/16, Coty Germany GmbH κατά Parfümerie Akzente GmbH, ECLI:EU:C:2017:941, Ψηφιακή Συλλογή. Απόφαση 13.10.2011, υποθ. C-439/09, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique, ECLI:EU:C:2011:649, Συλλ. 2011, I-09419. Απόφαση 16.12.1975, υποθ. C-40/73 (Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 40 έως 48, 50, 54 έως 56, 111, 113 και 114/73), Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1975:174, Συλλ. 1975, 01663. Απόφαση 28.05.1998, υποθ. C-7/95P, Deere κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1998:256, Συλλ. 1998, I- 03111. Απόφαση 04.06.2009, υποθ. C-8/08, T-Mobile Netherlands κ.λπ., ECLI:EU:C:2009:343, Συλλ. 2009, I-04529. Απόφαση 11.07.1989, υποθ. C-246/86 - Belasco κ.λπ. κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1989:301, Συλλ. 1989, 02117. Απόφαση 09.07.1969, υποθ. C-5/69, Voelk κατά Vervaecke, ECLI:EU:C:1969:35, Συλλ. 1969, 00295. Απόφαση 25.11.1971, υποθ. C-22/71, Béguelin Import κατά G.L. Import Export, ECLI:EU:C:1971:113, Συλλ. 1971, 00949. Απόφαση 12.06.1992, υποθ. C-29/92, Asia Motor France κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1992:264, Συλλ. 1992, I-03935. Απόφαση 27.09.1988, υποθ. C-89/85, Ahlström Osakeyhtiö κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 89, 104, 114, 116, 117 και 125 έως 129/85), ECLI:EU:C:1988:447, Συλλ. 1988, 05193. Απόφαση 11.09.2014, υποθ. C-67/13 P, CB κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:2014:2204. Συλλ. ψηφιακή συλλογή. Απόφαση 14.07.1972, υποθ. C-48/69, ICI κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:70, Συλλ. 1972, 00619. Απόφαση 14.07.1992, υποθ. C-49/69, BASF κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:71, Συλλ. 1972, 00713. [46]

Απόφαση14.07.1992, υποθ. C-51/69, Bayer AG κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:72, Συλλ. 1972, 00745. Απόφαση 14.07.1992, υποθ. C-52/69, Geigy AG κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:73, Συλλ.1972, 00787. Απόφαση 14.07.1992, υποθ. C-53/69, Sandoz AG κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:74, Συλλ. 1972, 00845. Απόφαση 14.07.1992, υποθ. C-54/69, Francolor κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:75, Συλλ. 1972, 00851. Απόφαση 14.07.1992, υποθ. C-55/69, Cassella Farbwerke κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:76, Συλλ. 1972, 00887. Απόφαση 14.07.1992, υποθ. C-56/69, Hoechst AG κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:77, Συλλ.1972, 00927. Απόφαση 14.07.1992, υποθ. C-57/69, ACNA κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1972:78, Συλλ. 1972, 00933. Απόφαση 13.07.1966, υποθ. C-56/64 (Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 56 και 58-64), Consten και Grundig κατά Επιτροπής της ΕΟΚ, ECLI:EU:C:1966:41, Συλλ. 1966, 00429. Απόφαση 09.07.1969, υποθ. C-5/69, Voelk κατά Vervaecke, ECLI:EU:C:1969:35, Συλλ. 1969, 00295. Απόφαση 13.07.1966, υποθ. C-56/64, Consten και Grundig κατά Επιτροπής της ΕΟΚ (Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 56 και 58-64), ECLI:EU:C:1966:41, Συλλ. 1966, 00429. Απόφαση 14.12.1983, υποθ. C-319/82, Société de vente de ciments κατά Kerpen & Kerpen, ECLI:EU:C:1983:374, Συλλ. 1983, 04173. Απόφαση 21.03.1974, υποθ. C-127/73, BRT κατά SABAM, ECLI:EU:C:1974:25, Συλλ. 1974, 00313. Απόφαση 25.11.1971, υποθ. C-22/71, Béguelin Import κατά G.L. Import Export, ECLI:EU:C:1971:113, Συλλ. 1971, 00949. Απόφαση 12.05.2011, υποθ. C-453/09, Επιτροπή κατά Γερμανίας, ECLI:EU:C:2011:296, Συλλ. 2011, I-00074. Απόφαση 27.01.1987, υποθ. C-45/85, Verband der Sachversicherer κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1987:34, Συλλ. 1987, 00405. [47]


Like this book? You can publish your book online for free in a few minutes!
Create your own flipbook