Important Announcement
PubHTML5 Scheduled Server Maintenance on (GMT) Sunday, June 26th, 2:00 am - 8:00 am.
PubHTML5 site will be inoperative during the times indicated!

Home Explore Σύνθεσις Α' - Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο

Σύνθεσις Α' - Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο

Published by tasos.anton, 2020-07-03 07:56:08

Description: Σύνθεσις Α' - Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο

Keywords: Κατα,Ματθαίον,Ευαγγέλιο,Καινή Διαθήκη,Αγία Γραφή,Ματθαίος,Μετάφραση,Νεοελληνική,Απόδοση,Νέα Ελληνικά

Search

Read the Text Version

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.21 Θεραπεία δυο τυφλών στην Ιεριχώ 29 Και ενώ έβγαιναν αυτοί από την Ιεριχώ, τον ακολούθησε μεγάλο πλή- θος. 30 Και ιδού, δύο τυφλοί που κάθονταν δίπλα στον δρόμο, όταν άκου- σαν ότι περνάει ο Ιησούς από εκεί, φώναξαν δυνατά λέγοντας: «Ελέησέ μας, Κύριε, γιε του Δαβίδ». 31 Και το πλήθος τούς επέπληξε να σωπάσουν· αλλά εκείνοι φώναζαν ακόμα πιο δυνατά, λέγοντας: «Ελέησέ μας, Κύριε, γιε τού Δαβίδ». 32 Τότε καθώς στάθηκε ο Ιησούς, τους φώναξε, και είπε: «Τι θέλετε να σας κάνω»; 33 Του λένε: «Κύριε, να ανοιχτούν τα μάτια μας». 34 ​Τους σπλα- χνίστηκε τότε ο Ιησούς και άγγιξε τα μάτια τους, και αμέσως {τα μάτια τους} ξαναείδαν και τον ακολούθησαν. 21 Θριαμβευτική είσοδος του Ιησού στην Ιερουσαλήμ 1 Και όταν πλησίασαν στα Ιεροσόλυμα και ήρθαν στη Bηθσφαγή, στο Όρος των Ελαιών, τότε ο Ιησούς απέστειλε δύο μαθητές, 2 λέγοντάς τους: «Πηγαί- νετε στο χωριό που είναι απέναντί σας, και αμέσως θα βρείτε ένα θηλυκό γαϊ- δούρι δεμένο μαζί με ένα πουλάρι· αφού τα λύσετε, να μου τα φέρετε. 3 Και αν κανείς σας πει κάτι, θα πείτε: “Ο Κύριος τα χρειάζεται· θα τα στείλει αμέ- σως”». 4 Και {όλο} αυτό έγινε για να εκπληρωθεί εκείνο που ειπώθηκε μέσω του προφήτη, που λέει: 5 «Πέστε στη θυγατέρα Σιών, “Ιδού, ο βασιλιάς σου έρχεται σε εσένα πράος και ανεβασμένος πάνω σε γαϊδούρι, και μάλιστα σε πουλάρι, αρσενικό γέννημα υποζυγίου”». 6 Πήγαν λοιπόν οι μαθητές και κάνοντας όπως τους πρόσταξε ο Ιησούς, 7 Έφεραν το γαϊδούρι και το που- λάρι του, έβαλαν πάνω τους τα ρούχα τους και εκείνος κάθισε πάνω σε αυτά. 8 Και οι περισσότεροι από το πλήθος έστρωσαν τα ρούχα τους στον δρόμο· ενώ άλλοι έκοβαν κλαδιά από τα δέντρα, και τα έστρωναν στον δρόμο. 9 Και τα πλήθη που προπορεύονταν από αυτόν και αυτά που τον ακολουθού- σαν φώναζαν λέγοντας: «Ωσαννά (ευλόγησε) τον γιο του Δαβίδ. Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου. Ωσαννά στους ύψιστους ουρανούς». 10 101

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.21 ἔλεγον· οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ προφήτης ὁ ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας. 12 Καὶ εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐξέβαλε πάντας τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ τὰς τραπέζας τῶν κολ- λυβιστῶν κατέστρεψε καὶ τὰς καθέδρας τῶν πωλούντων τὰς περιστεράς, 13 καὶ λέγει αὐτοῖς· γέγραπται, ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται· ὑμεῖς δὲ αὐτὸν ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν. 14 Καὶ προσῆλθον αὐτῷ χωλοὶ καὶ τυφλοὶ ἐν τῷ ἱερῷ καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς. 15 ἰδόντες δὲ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς τὰ θαυμάσια ἃ ἐποί- ησε καὶ τοὺς παῖδας κράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ καὶ λέγοντας, ὡσαννὰ τῷ υἱῷ Δαυΐδ, ἠγανάκτησαν 16 καὶ εἶπον αὐτῷ· ἀκούεις τί οὗτοι λέγουσιν; ὁ δὲ Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· ναί· οὐδέποτε ἀνέγνωτε ὅτι ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον; 17 καὶ καταλιπὼν αὐτοὺς ἐξῆλθεν ἔξω τῆς πόλεως εἰς Βηθανίαν καὶ ηὐλίσθη ἐκεῖ. 18 Πρωΐας δὲ ἐπανάγων εἰς τὴν πόλιν ἐπείνασε. 19 καὶ ἰδὼν συκῆν μίαν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἦλθεν ἐπ' αὐτήν, καὶ οὐδὲν εὗρεν ἐν αὐτῇ εἰ μὴ φύλλα μό- νον, καὶ λέγει αὐτῇ· μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ἐξηράνθη παραχρῆμα ἡ συκῆ. 20 καὶ ἰδόντες οἱ μαθηταὶ ἐθαύμασαν λέγο- ντες· πῶς παραχρῆμα ἐξηράνθη ἡ συκῆ; 21 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν καὶ μὴ διακριθῆτε, οὐ μόνον τὸ τῆς συκῆς ποιήσετε, ἀλλὰ κἂν τῷ ὄρει τούτῳ εἴπητε, ἄρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, γενήσεται· 22 καὶ πάντα ὅσα ἐὰν αἰτήσητε ἐν τῇ προ- σευχῇ πιστεύοντες, λήψεσθε. 102

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.21 Και όταν μπήκε μέσα στα Ιεροσόλυμα σείστηκε ολόκληρη η πόλη, λέγοντας: «Ποιος είναι αυτός»; 11 Και τα πλήθη έλεγαν: «Αυτός είναι ο Ιησούς, ο προφή- της από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας». Ο καθαρισμός της αυλής του ναού από τους εμπόρους 12 Και ο Ιησούς μπήκε μέσα στο ιερό τού Θεού, και έβγαλε έξω όλους εκεί- νους που πουλούσαν και αγόραζαν μέσα στο ιερό, και αναποδογύρισε τα τραπέζια των αργυραμοιβών, και τα καθίσματα αυτών που πουλούσαν περι- στέρια· 13 Και τους λέει: «Είναι γραμμένο: “Ο οίκος μου θα ονομαστεί οίκος προσευχής”, αλλά εσείς τον κάνετε σπηλιά ληστών». Νήπια ψέλνουν στον Ιησού 14 Και ήρθαν κοντά του τυφλοί και κουτσοί στο ιερό και τους θεράπευσε. 15 Και όταν είδαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς τα θαυμάσια που έκανε και τα παιδιά που φώναζαν μέσα στο ιερό λέγοντας: «Ωσαννά στο γιο του Δαβίδ», αγανάκτησαν 16 και του είπαν: «Ακούς τι λένε αυτοί;» Και ο Ιησούς τους λέει: «Ναι. Ποτέ δε διαβάσατε το: “από στόμα παιδιών και νηπίων που θηλάζουν έκανες να βγει αίνος”;» 17 Και εγκαταλείποντάς τους, βγήκε έξω από την πόλη, στη Bηθανία, και διανυκτέρευσε εκεί. Η άκαρπη συκιά 18 Και το πρωί, επιστρέφοντας στην πόλη, πείνασε. 19 Και όταν είδε μια συκιά στο δρόμο, ήρθε κοντά της, αλλά δε βρήκε τίποτα σε αυτήν παρά μόνο φύλλα, και της λέει: «Να μη ξανά γίνει καρπός από εσένα στον αιώνα». Και η συκιά ξεράθηκε αμέσως. 20 Και όταν το είδαν οι μαθητές, θαύμασαν λέγο- ντας: «Πώς ξεράθηκε αμέσως η συκιά;» 21 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Αλήθεια σας λέω, αν έχετε πίστη και δεν αμφιβάλλετε, όχι μόνο το θαύμα της συκιάς θα κάνετε, αλλά και αν πείτε σε αυτό το βουνό: “Σήκω και πέσε στη θάλασσα”, θα γίνει. 22 Και όλα όσα ζητήσετε στην προσευχή, πιστεύοντας θα τα λάβετε». 103

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.21 23 Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ ἱερὸν προσῆλθον αὐτῷ διδάσκοντι οἱ ἀρχιε- ρεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ λέγοντες· ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς, καὶ τίς σοι ἔδωκε τὴν ἐξουσίαν ταύτην; 24 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἐρωτήσω ὑμᾶς κἀγὼ λόγον ἕνα, ὃν ἐὰν εἴπητέ μοι, κἀγὼ ὑμῖν ἐρῶ ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. 25 τὸ βάπτισμα Ἰωάννου πόθεν ἦν, ἐξ οὐρανοῦ ἢ ἐξ ἀνθρώπων; οἱ δὲ διελογίζοντο παρ' ἑαυτοῖς λέγοντες· ἐὰν εἴπωμεν, ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ ἡμῖν, διατί οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ· 26 ἐὰν δὲ εἴπωμεν, ἐξ ἀνθρώπων, φοβούμεθα τὸν ὄχλον· πάντες γὰρ ἔχουσι τὸν Ἰω- άννην ὡς προφήτην. 27 καὶ ἀποκριθέντες τῷ Ἰησοῦ εἶπον· οὐκ οἴδαμεν. ἔφη αὐτοῖς καὶ αὐτός· οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. 28 Τί δὲ ὑμῖν δοκεῖ; ἄνθρωπος εἶχε τέκνα δύο, καὶ προσελθὼν τῷ πρώτῳ εἶπε· τέκνον, ὕπαγε σήμερον ἐργάζου ἐν τῷ ἀμπελῶνί μου. 29 ὁ δὲ ἀπο- κριθεὶς εἶπεν· οὐ θέλω· ὕστερον δὲ μεταμεληθεὶς ἀπῆλθε. 30 καὶ προσελ- θὼν τῷ δευτέρῳ εἶπεν ὡσαύτως. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἐγώ, κύριε· καὶ οὐκ ἀπῆλθε. 31 τίς ἐκ τῶν δύο ἐποίησε τὸ θέλημα τοῦ πατρός; λέγουσιν αὐτῷ· ὁ πρῶτος. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. 32 ἦλθε γὰρ πρὸς ὑμᾶς Ἰωάννης ἐν ὁδῷ δικαιοσύνης, καὶ οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ· οἱ δὲ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι ἐπίστευσαν αὐτῷ· ὑμεῖς δὲ ἰδόντες οὐ μετεμελήθη- τε ὕστερον τοῦ πιστεῦσαι αὐτῷ. 33 Ἄλλην παραβολὴν ἀκούσατε. ἄνθρωπός τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνὸν καὶ ᾠκοδόμησε πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ἀπεδή- μησεν. 34 ὅτε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ. 35 καὶ λαβόντες 104

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.21 Η εξουσία του Ιησού 23 Και όταν ήρθε στο ιερό, ενώ δίδασκε, τον πλησίασαν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού, λέγοντας: Με ποια εξουσία τα κάνεις αυτά; Και ποιος σου έδωσε αυτή την εξουσία; 24 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Θα σας ρωτήσω κι εγώ έναν λόγο, και αν μου απαντήσετε, θα σας πω και εγώ με ποια εξουσία τα κάνω αυτά: 25 «το βάπτισμα του Ιωάννη από πού ήταν; Από τον ουρανό ή από τους ανθρώπους;» Και εκείνοι συζητούσαν μεταξύ τους, λέγοντας: «Αν πούμε: “Από τον ουρανό”, θα μας πει: “Γιατί λοιπόν δεν πιστέψατε σ’ αυτόν”; 26 Αν όμως πούμε: “Από τους ανθρώπους”, φοβόμαστε το πλήθος, γιατί όλοι θεωρούν τον Ιωάννη προφήτη». 27 Έτσι αποκρίθηκαν στον Ιησού και είπαν: «Δεν ξέρουμε». Τούς είπε και αυτός: «Ούτε εγώ σάς λέω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά». Η παραβολή των δύο γιων 28 «Αλλά πείτε μου τι νομίζετε; Κάποιος είχε δύο παιδιά. Πάει λοιπόν στον πρώτο και του λέει: “παιδί μου, πήγαινε και εργάσου σήμερα στο αμπέλι”. 29 Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: “Δεν θέλω”· ύστερα όμως, μετάνιωσε και πήγε. 30 Πήγε και στον άλλο και του είπε το ίδιο πράγμα. Και εκείνος του απά- ντησε: “Εγώ κύριε, θα πάω”· αλλά δεν πήγε. 31 Ποιος από τους δύο έκανε το θέλημα του πατέρα;» Του λένε: «Ο πρώτος». Τους λέει ο Ιησούς: «Αλήθεια σας λέω, ότι οι τελώνες και οι πόρνες προηγούνται από εσάς στη βασιλεία του Θεού. 32 Διότι, ο Ιωάννης ήρθε προς εσάς βαδίζοντας σε δρόμο δικαιοσύνης, και δεν πιστέψατε σε αυτόν, ενώ οι τελώνες και οι πόρνες πίστεψαν· εσείς όμως, ενώ το είδατε, πάλι δεν μετανοήσατε ώστε να πιστέψετε σε αυτόν». Η παραβολή των κακών γεωργών 33 «Ακούστε άλλη παραβολή: Ήταν κάποιος άνθρωπος οικοδεσπότης, ο οποίος φύτεψε αμπέλι και έβαλε ολόγυρα φράχτη και έσκαψε σε αυτό πατη- τήρι και έχτισε πύργο· έπειτα το μίσθωσε σε γεωργούς και έφυγε στο εξω- τερικό. 34 Όταν λοιπόν πλησίασε ο καιρός των καρπών, έστειλε τους δού- λους του προς τους γεωργούς να πάρουν τους καρπούς του. 35 Οι γεωργοί 105

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.22 οἱ γεωργοὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ ὃν μὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν. 36 πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους πλείονας τῶν πρώ- των, καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως. 37 ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ λέγων· ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου. 38 οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδό- ντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτεί- νωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. 39 καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν. 40 ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις; 41 λέγουσιν αὐτῷ· κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν. 42 λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς γραφαῖς, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν; 43 διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν ὅτι ἀρθήσεται ἀφ' ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ δοθή- σεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς· 44 καὶ ὁ πεσὼν ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται· ἐφ' ὃν δ' ἂν πέσῃ, λικμήσει αὐτόν. 45 καὶ ἀκού- σαντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαῖοι τὰς παραβολὰς αὐτοῦ ἔγνωσαν ὅτι περὶ αὐτῶν λέγει· 46 καὶ ζητοῦντες αὐτὸν κρατῆσαι ἐφοβήθησαν τοὺς ὄχλους, ἐπειδὴ ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον. 22 1 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς πάλιν εἶπεν αὐτοῖς ἐν παραβολαῖς λέγων· 2 ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γά- μους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. 3 καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. 4 πάλιν ἀπέστει- λεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου 106

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.22 όμως, αφού έπιασαν τους δούλους του, άλλον τον έδειραν, άλλον τον φόνευ- σαν, και άλλον τον λιθοβόλησαν. 36 Έστειλε πάλι και άλλους δούλους περισ- σότερους από τους πρώτους αλλά έκαναν τα ίδια και σε αυτούς. 37 Ύστερα έστειλε προς αυτούς τον γιο του λέγοντας: “Θα ντραπούν τον γιο μου”. 38 Οι γεωργοί, όμως, βλέποντας το γιο, είπαν μεταξύ τους: “Αυτός είναι ο κληρο- νόμος. Ελάτε να τον σκοτώσουμε και να αρπάξουμε την κληρονομιά του”. 39 Και αφού τον έπιασαν, τον έβγαλαν έξω από το αμπέλι και τον σκότωσαν. 40 Όταν, λοιπόν, έρθει ο ιδιοκτήτης του αμπελιού, τι θα κάνει εκείνους τους γεωργούς;». 41 Του λένε: «Επειδή είναι κακοί, θα τούς αφανίσει με τον χειρό- τερο τρόπο και το αμπέλι θα το μισθώσει σε άλλους γεωργούς, οι οποίοι θα τού δώσουν τούς καρπούς στον καιρό τους». 42 Ο Ιησούς τούς είπε: «Δεν διαβάσατε ποτέ στις Γραφές: “Η πέτρα που απορρίψανε οι οικοδόμοι, έγινε η ακρογωνιαία πέτρα. Από τον Κύριο έγινε αυτή, και είναι θαυμαστή στα μάτια μας”; 43 Για αυτό σας λέω ότι θα αφαι- ρεθεί από εσάς η Βασιλεία του Θεού και θα δοθεί σε έθνος που παράγει τους καρπούς της. 44 Και όποιος πέσει πάνω σε αυτή την πέτρα θα συντριφτεί· ενώ σε όποιον πέσει πάνω, θα τον κάνει σκόνη». 45 Όταν άκουσαν οι αρχιε- ρείς και οι Φαρισαίοι τις παραβολές του, κατάλαβαν, ότι λέει για αυτούς. 46 Και ενώ ζητούσαν να τον πιάσουν, φοβήθηκαν τα πλήθη, επειδή τον θεωρού- σαν προφήτη. 22 Πολλοί οι καλεσμένοι, λίγοι οι εκλεκτοί 1 Πάλι τους μίλησε ο Ιησούς με παραβολές, λέγοντας: 2 «Η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια με έναν άνθρωπο βασιλιά, ο οποίος έκανε γάμους στον γιο του. 3 και έστειλε τους δούλους του να καλέσουν τους καλεσμένους στους γάμους· αλλά δεν ήθελαν να έρθουν. 4 Πάλι έστειλε άλλους δούλους λέγοντας: “Πείτε στους καλεσμένους: Ιδού, ετοίμασα το συμπόσιό μου· έχω 107

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.22 ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. 5 οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὁ μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὁ δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· 6 οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν. 7 ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε. 8 τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλη- μένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· 9 πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. 10 καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. 11 εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔν- δυμα γάμου, 12 καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. 13 τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώ- τερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 14 πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί. 15 Τότε πορευθέντες οἱ Φαρισαῖοι συμβούλιον ἔλαβον ὅπως αὐτὸν παγι- δεύσωσιν ἐν λόγῳ. 16 καὶ ἀποστέλλουσιν αὐτῷ τοὺς μαθητὰς αὐτῶν μετὰ τῶν Ἡρῳδιανῶν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ καὶ τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ διδάσκεις, καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός· οὐ γὰρ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων· 17 εἰπὲ οὖν ἡμῖν, τί σοι δοκεῖ; ἔξε- στι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ; 18 γνοὺς δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πονηρίαν αὐτῶν εἶπε· τί με πειράζετε, ὑποκρι- ταί; 19 ἐπιδείξατέ μοι τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου. οἱ δὲ προσήνεγκαν αὐτῷ δηνάριον. 20 καὶ λέγει αὐτοῖς· τίνος ἡ εἰκὼν αὕτη καὶ ἡ ἐπιγραφή; 21 λέ- γουσιν αὐτῷ· Καίσαρος. τότε λέγει αὐτοῖς· ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καί- σαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ. 22 καὶ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν, καὶ ἀφέντες 108

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.22 σφάξει τους ταύρους και τα θρεφτάρια μου, και τα πάντα είναι έτοιμα· ελάτε στους γάμους”. 5 Αλλά αυτοί αδιαφόρησαν και πήγαν, άλλος στο χωράφι του, ο άλλος στο εμπόριό του· 6 Και οι υπόλοιποι, αφού άρπαξαν τους δού- λους του, τους κακοποίησαν και τους σκότωσαν. 7 Όταν το άκουσε ο βασι- λιάς οργίστηκε και, αφού έστειλε τα στρατεύματά του, εξολόθρεψε εκείνους τους φονιάδες και κατέκαψε την πόλη τους. 8 Τότε, λέει στους δούλους του: Ο γάμος είναι μεν έτοιμος, αλλά οι καλε- σμένοι δεν ήταν άξιοι· 9 Πηγαίνετε λοιπόν στους κεντρικούς δρόμους της πόλης και όσους βρείτε καλέστε τους στους γάμους”. 10 Και αφού εκείνοι οι δούλοι βγήκαν στους δρόμους, μάζεψαν όλους όσους βρήκαν, κακούς και καλούς· και γέμισε ο γάμος από καθισμένους στα τραπέζια. 11 Όταν ο βασι- λιάς μπήκε μέσα για να δει τους καθισμένους στο τραπέζι, είδε εκεί έναν άνθρωπο που δεν ήταν ντυμένος με ένδυμα γάμου· 12 και τού λέει: “Φίλε, πώς μπήκες εδώ χωρίς να έχεις ένδυμα γάμου;” Και εκείνος έμεινε άφωνος. 13 Τότε ο βασιλιάς είπε στους υπηρέτες: “δέστε του τα πόδια και τα χέρια και πάρτε τον και πετάξτε τον έξω στο σκοτάδι το βαθύτερο”· εκεί που θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών. 14 Γιατί πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί». “Του Καίσαρα στον Καίσαρα και του Θεού στον Θεό” 15 Τότε οι Φαρισαίοι έφυγαν και έκαναν συμβούλιο, να τον παγιδέψουν με τα λόγια του. 16 Και στέλνουν σε αυτόν τους μαθητές τους, μαζί με τους Ηρωδιανούς, λέγοντας: «Διδάσκαλε, ξέρουμε ότι λες την αλήθεια, και διδά- σκεις τον δρόμο τού Θεού αληθινά, και δεν σε νοιάζει κανένας τι θα πει· διότι, δεν υπολογίζεις σε πρόσωπα. 17 ​Πες μας, λοιπόν, τι νομίζεις; επιτρέπεται να δίνουμε φόρο στον Καίσαρα ή όχι»; 18 Αλλά, γνωρίζοντας ο Ιησούς την πονηρία τους, είπε: «Τι με πειράζετε, υποκριτές; 19 Δείξτε μου το νόμισμα τού φόρου». Τότε εκείνοι τού έφεραν ένα δηνάριο. 20 Και τους λέει: «Ποιανού είναι αυτή η εικόνα και η επιγραφή;» 21 Του λένε: «Του Καίσαρα». Τότε τους λέει: «Δώστε λοιπόν αυτά που είναι του Καίσαρα στον Καίσαρα, και αυτά που είναι του Θεού στο Θεό». 22 Και 109

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.22 αὐτὸν ἀπῆλθον. 23 Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ προσῆλθον αὐτῷ Σαδδουκαῖοι, οἱ λέγοντες μὴ εἶναι ἀνάστασιν, καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν 24 λέγοντες· διδάσκαλε, Μω- ϋσῆς εἶπεν, ἐάν τις ἀποθάνῃ μὴ ἔχων τέκνα, ἐπιγαμβρεύσει ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ ἀναστήσει σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ. 25 ἦσαν δὲ παρ' ἡμῖν ἑπτὰ ἀδελφοί· καὶ ὁ πρῶτος γαμήσας ἐτελεύτησε, καὶ μὴ ἔχων σπέρμα ἀφῆκε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ· 26 ὁμοίως καὶ ὁ δεύτερος καὶ ὁ τρίτος, ἕως τῶν ἑπτά. 27 ὕστερον δὲ πάντων ἀπέθανε καὶ ἡ γυνή. 28 ἐν τῇ οὖν ἀναστάσει τίνος τῶν ἑπτὰ ἔσται γυνή; πάντες γὰρ ἔσχον αὐτήν. 29 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πλανᾶσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ. 30 ἐν γὰρ τῇ ἀναστάσει οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίζονται, ἀλλ' ὡς ἄγγελοι Θεοῦ ἐν οὐρανῷ εἰσι. 31 περὶ δὲ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν οὐκ ἀνέγνωτε τὸ ῥηθὲν ὑμῖν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ λέγοντος, 32 ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ; οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων. 33 καὶ ἀκούσα- ντες οἱ ὄχλοι ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ. 34 Οἱ δὲ Φαρισαῖοι, ἀκούσαντες ὅτι ἐφίμωσε τοὺς Σαδδουκαίους, συνή- χθησαν ἐπὶ τὸ αὐτό, 35 καὶ ἐπηρώτησεν εἷς ἐξ αὐτῶν, νομικός, πειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· 36 διδάσκαλε, ποία ἐντολὴ μεγάλη ἐν τῷ νόμῳ; 37 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔφη αὐτῷ· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου. 38 αὕτη ἐστὶ πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή. 39 δευτέρα δὲ ὁμοία αὐτῇ· ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. 40 ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται. 110

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.22 όταν το άκουσαν αυτό, θαύμασαν· και τον άφησαν και έφυγαν. Ο Ιησούς αποστομώνει τους Σαδδουκαίους 23 Εκείνη την ημέρα τον πλησίασαν Σαδδουκαίοι, οι οποίοι λένε πως δεν υπάρχει ανάσταση· και τον ρώτησαν: 24 «Διδάσκαλε, ο Μωυσής είπε: αν κάποιος πεθάνει άτεκνος, ο αδερφός του να παντρευτεί τη γυναίκα του και να κάνει απόγονο για τον αδερφό του. 25 Ήταν λοιπόν μεταξύ μας εφτά αδέλφια. Ο πρώτος, αφού παντρεύτηκε, πέθανε. Κι επειδή δεν είχε παιδί, άφησε τη γυναίκα του στον αδελφό του. 26 Το ίδιο και ο δεύτερος και ο τρί- τος ως τον έβδομο. 27 Ύστερα από όλους πέθανε και η γυναίκα. 28 Στην ανά- σταση, λοιπόν, τίνος από τούς επτά θα είναι η γυναίκα; Αφού όλοι την είχαν παντρευτεί». 29 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Βρίσκεστε σε πλάνη, επειδή ούτε τις Γραφές γνωρίζετε ούτε τη δύναμη του Θεού. 30 Διότι στην ανάσταση, ούτε οι άνδρες έρχονται σε γάμο, ούτε οι γυναίκες δίνονται σε γάμο, αλλά είναι όπως οι άγγελοι στον ουρανό. 31 Για την ανάσταση όμως των νεκρών, δεν διαβάσατε αυτό που ειπώθηκε σε σας από τον Θεό, λέγο- ντας: 32 “Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ”; Ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζωντανών». 33 Και τα πλήθη ακούγοντας, έμειναν έκπληκτα με τη διδασκαλία του. Οι μεγαλύτερες εντολές 34 Αλλά οι Φαρισαίοι, όταν άκουσαν ότι αποστόμωσε τους Σαδδουκαί- ους, συγκεντρώθηκαν μαζί. 35 και ένας νομοδιδάσκαλος από αυτούς, τον ρώτησε, πειράζοντάς τον, λέγοντας: 36 «Διδάσκαλε, ποια είναι η μεγαλύτερη εντολή στον νόμο;». 37 Και {ο Ιησούς} τού είπε: «Να αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου με όλη την καρδιά σου, και με όλη την ψυχή σου, και με όλη τη διάνοιά σου». 38 Αυτή είναι η πρώτη και μεγαλύτερη εντολή. 39 Και δεύτερη, όμοια με αυτή: Να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. 40 Σε αυτές τις δύο εντολές κρέμεται όλος ο νόμος και οι προφήτες (η γραφή)». 111

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ. 23 41 Συνηγμένων δὲ τῶν Φαρισαίων ἐπηρώτησεν αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς 42 λέ- γων· τί ὑμῖν δοκεῖ περὶ τοῦ Χριστοῦ; τίνος υἱός ἐστι; λέγουσιν αὐτῷ· τοῦ Δαυΐδ. 43 λέγει αὐτοῖς· πῶς οὖν Δαυῒδ ἐν Πνεύματι Κύριον αὐτὸν καλεῖ λέγων, 44 εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου; 45 εἰ οὖν Δαυῒδ καλεῖ αὐτὸν Κύριον, πῶς υἱὸς αὐτοῦ ἐστι; 46 καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο αὐτῷ ἀποκριθῆναι λό- γον, οὐδὲ ἐτόλμησέ τις ἀπ' ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἐπερωτῆσαι αὐτὸν οὐκέτι. 23 1 Τότε ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε τοῖς ὄχλοις καὶ τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ 2 λέγων· ἐπὶ τῆς Μωϋσέως καθέδρας ἐκάθισαν οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι. 3 πάντα οὖν ὅσα ἐὰν εἴπωσιν ὑμῖν τηρεῖν, τηρεῖτε καὶ ποιεῖτε, κατὰ δὲ τὰ ἔργα αὐτῶν μὴ ποιεῖτε· λέγουσι γάρ, καὶ οὐ ποιοῦσι. 4 δεσμεύουσι γὰρ φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀν- θρώπων, τῷ δὲ δακτύλῳ αὐτῶν οὐ θέλουσι κινῆσαι αὐτά. 5 πάντα δὲ τὰ ἔργα αὐτῶν ποιοῦσι πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις. πλατύνουσι γὰρ τὰ φυλακτήρια αὐτῶν καὶ μεγαλύνουσι τὰ κράσπεδα τῶν ἱματίων αὐτῶν, 6 φιλοῦσι δὲ τὴν πρωτοκλισίαν ἐν τοῖς δείπνοις καὶ τὰς πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς συναγωγαῖς 7 καὶ τοὺς ἀσπασμοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς καὶ καλεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, ῥαββὶ ῥαββί. 8 ὑμεῖς δὲ μὴ κληθῆτε ῥαββί· εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ διδάσκαλος, ὁ Χρι- στός· πάντες δὲ ὑμεῖς ἀδελφοί ἐστε. 9 καὶ πατέρα μὴ καλέσητε ὑμῶν ἐπὶ τῆς γῆς· εἷς γάρ ἐστιν ὁ πατὴρ ὑμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 10 μηδὲ κληθῆτε καθηγηταί· εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ καθηγητής, ὁ Χριστός. 11 ὁ δὲ μείζων ὑμῶν ἔσται ὑμῶν διάκονος. 12 ὅστις δὲ ὑψώσει ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, 112

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.23 Ο Μεσσίας γιος και Κύριος του Δαβίδ 41 Και ενώ οι Φαρισαίοι ήταν συγκεντρωμένοι, ο Ιησούς τούς ρώτησε, 42 λέγοντας: «Τι νομίζετε για τον Μεσσία; Τίνος γιος είναι;». Του λένε: «Του Δαβίδ». 43 Τους λέει: «Πώς λοιπόν ο Δαβίδ μέσω του Πνεύματος τον αποκα- λεί Κύριο, λέγοντας: 44 “Είπε ο Κύριος στον Κύριό μου, κάθισε στα δεξιά μου ωσότου θέσω τούς εχθρούς σου κάτω από τα πόδια σου”; 45 Αφού λοιπόν ο Δαβίδ τον αποκαλεί Κύριο, πώς γίνεται να είναι γιος του;». 46 Και κανείς δεν μπορούσε να του απαντήσει λέξη· ούτε τόλμησε κανείς από εκείνη την ημέρα να του υποβάλει ερώτηση. 23 Κρίση κατά των Γραμματέων και των Φαρισαίων 1 Τότε ο Ιησούς μίλησε στα πλήθη και στους μαθητές του, 2 λέγοντας: «Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι κάθισαν πάνω στην έδρα του Μωυσή. 3 Όσα λοιπόν σας πουν να τηρείτε, να τα τηρείτε και να τα πράττετε· όμως να μην κάνετε όπως τα έργα τους, διότι μόνο λένε, αλλά δεν πράττουν. 4 Διότι, δένουν βαριά και δυσβάστακτα φορτία και τα φορτώνουν στους ώμους των ανθρώπων, αλλά αυτοί ούτε με το δάχτυλό τους δε θέλουν να τα κινήσουν. 5 Και όλα τα έργα τους τα κάνουν, για να τους δουν οι άνθρωποι. Διότι πλαταί- νουν τα φυλακτά τους και μεγαλώνουν τις άκρες των ρούχων τους· 6 και αγα- πούν την πρώτη θέση στα δείπνα και τα πρώτα καθίσματα στις συναγωγές, 7 να τους χαιρετούν με σεβασμό στις αγορές και να τους αποκαλούν οι άνθρω- ποι “Ραββί”(δάσκαλέ). 8 Εσείς, όμως, μην αποκληθείτε: “Ραββί”· διότι, ένας είναι ο διδάσκαλός σας, {ο Χριστός}· ενώ, όλοι εσείς είστε αδελφοί. 9 Κ​ αι “πατέρα” σας μην ονο- μάσετε πάνω στη γη· Διότι ένας είναι ο Πατέρας σας, αυτός πού είναι στους ουρανούς. 10 Ούτε “ηγήτορες” να αποκληθείτε. Διότι ένας είναι ο δικός σας ηγήτορας, ο Χριστός. 11 Αλλά ο μεγαλύτερος από εσάς να είναι υπηρέτης 113

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.23 καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται. 13 Οὐαὶ δὲ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κατεσθίετε τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρὰ προσευχόμενοι· διὰ τοῦτο λήψε- σθε περισσότερον κρῖμα. 14 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τὴν βα- σιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρ- χεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν. 15 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμμα- τεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι περιάγετε τὴν θάλασσαν καὶ τὴν ξηρὰν ποιῆσαι ἕνα προσήλυτον, καὶ ὅταν γένηται, ποιεῖτε αὐτὸν υἱὸν γεέννης διπλότερον ὑμῶν. 16 Οὐαὶ ὑμῖν, ὁδηγοὶ τυφλοί· οἱ λέγοντες· ὃς ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ ναῷ, οὐδέν ἐστιν, ὃς δ' ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ χρυσῷ τοῦ ναοῦ, ὀφείλει. 17 μωροὶ καὶ τυφλοί τίς γὰρ μείζων ἐστίν, ὁ χρυσὸς ἢ ὁ ναὸς ὁ ἁγιάζων τὸν χρυσόν; 18 καί· ὃς ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ, οὐδέν ἐστιν, ὃς δ' ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ δώρῳ τῷ ἐπάνω αὐτοῦ, ὀφείλει. 19 μωροί καὶ τυφλοί τί γὰρ μεῖζον, τὸ δῶρον ἢ τὸ θυσιαστήριον τὸ ἁγιάζον τὸ δῶρον; 20 ὁ οὖν ὀμόσας ἐν τῷ θυσιαστη- ρίῳ ὀμνύει ἐν αὐτῷ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ἐπάνω αὐτοῦ· 21 καὶ ὁ ὀμόσας ἐν τῷ ναῷ ὀμνύει ἐν αὐτῷ καὶ ἐν τῷ κατοικοῦντι αὐτόν· 22 καὶ ὁ ὀμόσας ἐν τῷ οὐρανῷ ὀμνύει ἐν τῷ θρόνῳ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν τῷ καθημένῳ ἐπάνω αὐτοῦ. 23 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι ἀποδεκατοῦτε τὸ ἡδύοσμον καὶ τὸ ἄνηθον καὶ τὸ κύμινον, καὶ ἀφήκατε τὰ βαρύτερα τοῦ νόμου, τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεον καὶ τὴν πίστιν· ταῦτα δὲ ἔδει ποιῆσαι κἀκεῖνα μὴ ἀφιέναι. 24 ὁδηγοὶ τυφλοί, οἱ διϋλίζοντες τὸν κώνωπα, τὴν δὲ κάμηλον κατα- πίνοντες 25 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι καθαρί- ζετε τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ἐξ 114

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.23 σας. 12 Γιατί όποιος υψώσει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί· και όποιος ταπει- νώσει τον εαυτό του θα υψωθεί». 13 {Αλίμονο όμως σε εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, διότι κατα- βροχθίζετε τις περιουσίες των χηρών και κάνετε επιδεικτικά μεγάλες προ- σευχές· για αυτό θα λάβετε μεγαλύτερη κρίση.} 14 Αλίμονο σε εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, διότι κλείνετε τη βασιλεία των ουρανών μπροστά στους ανθρώπους. Εσείς βέβαια δεν μπαί- νετε, αλλά ούτε εκείνους που θέλουν να μπουν, τους αφήνετε να μπουν. 15 Αλίμονο σε εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, διότι περιέρχεστε τη θάλασσα και την ξηρά για να κάνετε έναν προσήλυτο· και όταν γίνει, τον κάνετε γιο της γέεννας δυο φορές περισσότερο από σας. 16 Αλίμονο σε εσάς, οδηγοί τυφλοί, που λέτε: “όποιος ορκιστεί στο ναό αυτό δεν είναι τίποτα· όποιος όμως, ορκιστεί στο χρυσάφι τού ναού, δεσμεύ- εται”. 17 Μωροί και τυφλοί! Τι είναι ανώτερο, το χρυσάφι ή ο ναός, πού αγί- ασε το χρυσάφι; 18 Λέτε επίσης: “Όποιος ορκιστεί στο θυσιαστήριο αυτό δεν είναι τίποτα. Όποιος όμως ορκιστεί στο δώρο που είναι πάνω σε αυτό, δεσμεύεται”. 19 Μωροί και τυφλοί! Τι είναι ανώτερο, το δώρο ή το θυσιαστή- ριο που αγιάζει το δώρο; 20 Εκείνος, λοιπόν, που ορκίστηκε στο θυσιαστήριο, ορκίζεται και σε αυτό και σε όλα όσα βρίσκονται επάνω σε αυτό. 21 Και εκεί- νος που ορκίστηκε στον ναό, ορκίζεται σε αυτόν, και σε Εκείνον που κατοι- κεί μέσα σε αυτόν· 22 και εκείνος που ορκίστηκε στον ουρανό, ορκίζεται στον θρόνο τού Θεού, και σε Εκείνον που κάθεται επάνω σε αυτόν. 23 Αλίμονο σε εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές, διότι δίνετε το ένα δέκατο από τον δυόσμο και τον άνηθο και το κύμινο, αλλά αφήσατε τα σημαντικότερα τού νόμου, τη δικαιοσύνη και το έλεος και την πίστη. Αυτά λοιπόν έπρεπε να κάνετε, και εκείνα να μην τα αφήνετε. 24 Οδηγοί τυφλοί, που στραγγίζετε το κουνούπι, αλλά καταπίνετε την καμήλα. 25 Αλίμονο σε εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές· διότι, καθαρίζετε το εξωτερικό του ποτηριού και του πιάτου, όμως το από μέσα 115

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.23 ἁρπαγῆς καὶ ἀδικίας. 26 Φαρισαῖε τυφλέ, καθάρισον πρῶτον τὸ ἐντὸς τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἵνα γένηται καὶ τὸ ἐκτὸς αὐτῶν καθαρόν. 27 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τά- φοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέ- μουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας. 28 οὕτω καὶ ὑμεῖς ἔξωθεν μὲν φαίνεσθε τοῖς ἀνθρώποις δίκαιοι, ἔσωθεν δὲ μεστοί ἐστε ὑποκρίσεως καὶ ἀνομίας. 29 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι οἰκοδομεῖτε τοὺς τάφους τῶν προφητῶν καὶ κοσμεῖτε τὰ μνημεῖα τῶν δικαίων, 30 καὶ λέ- γετε· εἰ ἦμεν ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν πατέρων ἡμῶν, οὐκ ἂν ἦμεν κοινωνοὶ αὐτῶν ἐν τῷ αἵματι τῶν προφητῶν. 31 ὥστε μαρτυρεῖτε ἑαυτοῖς ὅτι υἱοί ἐστε τῶν φονευσάντων τοὺς προφήτας. 32 καὶ ὑμεῖς πληρώσατε τὸ μέ- τρον τῶν πατέρων ὑμῶν. 33 ὄφεις, γεννήματα ἐχιδνῶν πῶς φύγητε ἀπὸ τῆς κρίσεως τῆς γεέννης; 34 διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω πρὸς ὑμᾶς προφήτας καὶ σοφοὺς καὶ γραμματεῖς, καὶ ἐξ αὐτῶν ἀποκτενεῖτε καὶ σταυρώσετε, καὶ ἐξ αὐτῶν μα- στιγώσετε ἐν ταῖς συναγωγαῖς ὑμῶν καὶ διώξετε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν, 35 ὅπως ἔλθῃ ἐφ' ὑμᾶς πᾶν αἷμα δίκαιον ἐκχυνόμενον ἐπὶ τῆς γῆς ἀπὸ τοῦ αἵματος Ἄβελ τοῦ δικαίου ἕως τοῦ αἵματος Ζαχαρίου υἱοῦ Βαραχίου, ὃν ἐφονεύσατε μεταξὺ τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ θυσιαστηρίου. 36 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἥξει ταῦτα πάντα ἐπὶ τὴν γενεὰν ταύτην. 37 Ἱερουσαλὴμ Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτέννουσα τοὺς προφήτας καὶ λιθο- βολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγα- γεῖν τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τὰ νοσσία ἑαυτῆς ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε. 38 ἰδοὺ ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος. 39 λέγω γὰρ ὑμῖν, οὐ μή με ἴδητε ἀπ' ἄρτι ἕως ἂν εἴπητε, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. 116

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.23 προέρχεται από αρπαγή και ακράτεια. 26 Φαρισαίε τυφλέ! Καθάρισε πρώτα το περιεχόμενο του ποτηριού και του πιάτου, για να γίνει και το εξωτερικό τους καθαρό. 27 Αλίμονο σε εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές, διότι μοιάζετε με τάφους ασβεστωμένους, που εξωτερικά φαίνονται ωραίοι, από μέσα όμως είναι γεμάτοι από κόκαλα νεκρών και από κάθε ακαθαρσία. 28 Έτσι κι εσείς, εξωτερικά φαίνεστε δίκαιοι στους ανθρώπους, και από μέσα είστε γεμάτοι υποκρισία και ανομία. 29 Αλίμονο σε εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές, διότι χτίζετε τους τάφους των προφητών και διακοσμείτε τα μνήματα των δικαίων 30 και λέτε: “Αν ζούσαμε στις ημέρες των πατέρων μας, δεν θα συμμετείχαμε μαζί τους όταν έχυναν το αίμα των προφητών”. 31 Ώστε μαρτυρείτε για τον εαυτό σας, ότι είστε γιοι εκείνων, που φόνευσαν τους προφήτες. 32 Ολοκληρώστε λοιπόν τώρα εσείς, το μέτρο που γέμιζαν οι πατέρες σας. 33 Φίδια, γεννή- ματα οχιάς, πώς θα ξεφύγετε από την κρίση της γέεννας;» 34 Για αυτό, ιδού, εγώ θα σας στείλω προφήτες και σοφούς και γραμμα- τείς· και από αυτούς άλλους θα σκοτώσετε και θα σταυρώσετε, και άλλους θα μαστιγώσετε στις συναγωγές σας και θα καταδιώξετε από πόλη σε πόλη· 35 για να έρθει πάνω σας κάθε αίμα δίκαιο που χύνεται πάνω στη γη, από το αίμα του του δίκαιου Άβελ ως το αίμα του Ζαχαρία, του γιου του Βαραχία, που φονεύσατε ανάμεσα στον ναό και στο θυσιαστήριο. 36 Αλήθεια σας λέω, όλα αυτά θα έρθουν πάνω σε αυτή τη γενιά». 37 «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, πού φονεύει τούς προφήτες και λιθοβολεί τούς απεσταλμένους προς αυτήν! Πόσες φορές θέλησα να μαζέψω τα παιδιά σου, όπως η κλώσα μαζεύει τα κλωσόπουλά της κάτω από τις φτερούγες της, αλλά δεν θελήσατε. 38 Ι​δού, ο οίκος σας, αφήνεται έρημος. 39 Διότι σας λέω, από εδώ και στο εξής δεν θα με ξανά δείτε, μέχρι να πείτε: “Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου”». 117

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.24 24 1 Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐπορεύετο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ· καὶ προσῆλθον οἱ μα- θηταὶ αὐτοῦ ἐπιδεῖξαι αὐτῷ τὰς οἰκοδομὰς τοῦ ἱεροῦ. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· 2 οὐ βλέπετε ταῦτα πάντα; ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀφεθῇ ὧδε λί- θος ἐπὶ λίθον, ὃς οὐ καταλυθήσεται. 3 Καθημένου δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὄρους τῶν ἐλαιῶν προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ κατ' ἰδίαν λέγοντες· εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα ἔσται, καὶ τί τὸ ση- μεῖον τῆς σῆς παρουσίας καὶ τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος; 4 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ· 5 πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες, ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός, καὶ πολλοὺς πλανήσουσι. 6 μελλήσετε δὲ ἀκούειν πολέμους καὶ ἀκοὰς πολέμων· ὁρᾶτε μὴ θροεῖσθε· δεῖ γὰρ πάντα γενέσθαι, ἀλλ' οὔπω ἐστὶ τὸ τέλος. 7 ἐγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, καὶ ἔσο- νται λιμοὶ καὶ λοιμοὶ καὶ σεισμοὶ κατὰ τόπους· 8 πάντα δὲ ταῦτα ἀρχὴ ὠδίνων. 9 τότε παραδώσουσιν ὑμᾶς εἰς θλῖψιν καὶ ἀποκτενοῦσιν ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων τῶν ἐθνῶν διὰ τὸ ὄνομά μου. 10 καὶ τότε σκανδαλισθήσονται πολλοὶ καὶ ἀλλήλους παραδώσουσι καὶ μισή- σουσιν ἀλλήλους. 11 καὶ πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐγερθήσονται καὶ πλανήσουσι πολλούς, 12 καὶ διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν. 13 ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται. 14 καὶ κηρυχθήσεται τοῦτο τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτύριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσι, καὶ τότε ἥξει τὸ τέλος. 118

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.24 24 Ο Ιησούς προφητεύει την καταστροφή του ναού 1 Βγήκε τότε ο Ιησούς έξω από το ιερό και απομακρυνόταν, πλησίασαν τότε οι μαθητές του για να του επιδείξουν τα οικοδομήματα του ναού. 2 Εκεί- νος αποκρίθηκε και τους είπε: «Τα βλέπετε όλα αυτά; Αλήθεια σας λέω, δε θα αφεθεί εδώ πέτρα πάνω σε πέτρα, που δε θα γκρεμιστεί». Το σημείο της συντέλειας του αιώνα 3 Και ενώ αυτός καθόταν πάνω στο Όρος των Ελαιών, τον πλησίασαν οι μαθητές ιδιαιτέρως, λέγοντας: «Πες μας, πότε θα γίνουν αυτά; και ποιο το σημείο της παρουσίας σου και της συντέλειας του αιώνα;» 4 Και αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε: «Προσέχετε μη σας πλανήσει κανείς. 5 Διότι θα έρθουν πολλοί με το όνομά μου, λέγοντας: “εγώ είμαι ο Χρι- στός”· και θα πλανήσουν πολλούς. 6 Και μέλλετε να ακούτε πολέμους και φήμες πολέμων. Προσέχετε να μην ταράσσεστε· διότι πρέπει να γίνουν, αλλά δεν είναι ακόμη το τέλος. 7 Διότι θα εγερθεί έθνος εναντίον έθνους και βασίλειο εναντίον βασι- λείου, και θα γίνουν πείνες {και επιδημίες} και σεισμοί κατά τόπους. 8 Αλλά όλα αυτά, είναι η αρχή των πόνων της γέννας. 9 Τότε θα σας παραδώσουν σε θλίψη και θα σας θανατώσουν· και θα είστε μισούμενοι από όλα τα έθνη εξαι- τίας τού ονόματός μου. 10 Και τότε, πολλοί θα σκανδαλιστούν· και θα παρα- δώσουν ο ένας τον άλλον, και θα μισήσουν ο ένας τον άλλον. 11 Και θα σηκωθούν πολλοί ψευδοπροφήτες και θα πλανήσουν πολλούς. 12 και επειδή η ανομία θα πληθυνθεί, θα ψυχρανθεί η αγάπη των πολλών. 13 Αλλά όποιος υπομείνει ως το τέλος, αυτός θα σωθεί. 14 Και θα κηρυχτεί αυτό το ευαγγέλιο της βασιλείας σε όλη την οικουμένη για μαρτυρία σε όλα τα έθνη, και τότε θα έρθει το τέλος. 119

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.24 15 Ὅταν οὖν ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως τὸ ῥηθὲν διὰ Δανιὴλ τοῦ προφήτου ἑστὸς ἐν τόπῳ ἁγίῳ --ὁ ἀναγινώσκων νοείτω-- 16 τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν ἐπὶ τὰ ὄρη, 17 ὁ ἐπὶ τοῦ δώματος μὴ καταβαι- νέτω ἆραι τὰ ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, 18 καὶ ὁ ἐν τῷ ἀγρῷ μὴ ἐπιστρεψάτω ὀπίσω ἆραι τὰ ἱμάτια αὐτοῦ. 19 οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις. 20 προσεύχεσθε δὲ ἵνα μὴ γένηται ἡ φυγὴ ὑμῶν χειμῶνος μηδὲ σαββάτῳ· 21 ἔσται γὰρ τότε θλῖψις μεγάλη, οἵα οὐ γέγονεν ἀπ' ἀρχῆς κόσμου ἕως τοῦ νῦν οὐδ' οὐ μὴ γένηται. 22 καὶ εἰ μὴ ἐκολοβώθησαν αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι, οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ· διὰ δὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς κολοβωθήσονται αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι. 23 τότε ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ· ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστὸς ἢ ὧδε, μὴ πιστεύσητε· 24 ἐγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ δώσουσι σημεῖα μεγάλα καὶ τέρατα, ὥστε πλανῆσαι, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς. 25 ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν. 26 ἐὰν οὖν εἴπωσιν ὑμῖν, ἰδοὺ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐστί, μὴ ἐξέλθητε, ἰδοὺ ἐν τοῖς ταμείοις, μὴ πιστεύσητε· 27 ὥσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ φαίνεται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται καὶ ἡ πα- ρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου· 28 ὅπου γὰρ ἐὰν ᾖ τὸ πτῶμα, ἐκεῖ συνα- χθήσονται οἱ ἀετοί. 29 Εὐθέως δὲ μετὰ τὴν θλῖψιν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων ὁ ἥλιος σκοτισθή- σεται καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς, καὶ οἱ ἀστέρες πεσοῦνται ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται. 30 καὶ τότε φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς καὶ ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώ- που ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς. 31 καὶ ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ μετὰ σάλπιγγος φωνῆς μεγάλης, καὶ ἐπισυνάξουσι τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέ- μων ἀπ' ἄκρων οὐρανῶν ἕως ἄκρων αὐτῶν. 120

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.24 15 Όταν λοιπόν δείτε το βδέλυγμα της ερημώσεως, που ειπώθηκε μέσω του Δανιήλ του προφήτη, να στέκεται σε άγιο τόπο – ο αναγνώστης ας καταλά- βει – 16 τότε, όσοι είναι στην Ιουδαία, να φεύγουν προς τα βουνά· 17 ό​ ποιος είναι πάνω στην ταράτσα, να μην κατεβεί να πάρει τα υπάρχοντα από το σπίτι του· 18 και όποιος είναι στο χωράφι, να μην επιστρέψει πίσω για να πάρει τα ρούχα του. 19 Και αλίμονο στις έγκυες και σε αυτές που θηλάζουν εκείνες τις ημέρες. 20 Να προσεύχεστε μάλιστα, να μη γίνει η φυγή σας χει- μώνα ούτε σε Σάββατο. 21 Διότι τότε θα είναι μεγάλη θλίψη, τέτοια που δεν έχει γίνει από την αρχή του κόσμου έως τώρα, ούτε θα ξαναγίνει. 22 Και αν δεν λιγοστεύονταν εκείνες οι ημέρες, δεν θα σωζόταν καμία σάρκα. Αλλά για τούς εκλεκτούς θα λιγοστευτούν εκείνες οι ημέρες». Προσοχή από του ψευδοπροφήτες 23 Τότε, αν κάποιος σας πει: “Δες, εδώ είναι ο Χριστός” ή “Εδώ”, μην το πιστέψετε. 24 Διότι, θα σηκωθούν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτες και θα δώσουν σημεία μεγάλα και φοβερά, ώστε να πλανήσουν αν είναι δυνατό και τους εκλεκτούς. 25 Ιδού, σάς τα προείπα. 26 Αν λοιπόν σας πουν: “ιδού, στην έρημο είναι”, μην βγείτε· “ιδού, στα ιδιαίτερα δωμάτια”, μην το πιστέψετε. 27 Διότι, όπως η αστραπή βγαίνει από ανατολής και φαίνεται ως τη δύση, έτσι θα είναι και η παρουσία τού Υιού τού ανθρώπου. 28 Όπου είναι το πτώμα, εκεί θα συναχτούν οι αετοί. Η δεύτερη παρουσία 29 Και αμέσως μετά τη θλίψη των ημερών εκείνων ο ήλιος θα σκοτεινιά- σει και η σελήνη δεν θα δώσει το φεγγοβόλημά της και τα αστέρια θα πέσουν από τον ουρανό, και οι δυνάμεις των ουρανών θα σειστούνε. 30 Και τότε θα φανεί το σημείο του Υιού του ανθρώπου στον ουρανό· και τότε θα θρηνήσουν όλες οι φυλές της γης· και θα δουν τον Υιό του ανθρώπου ερχόμενο πάνω στα σύννεφα του ουρανού με δύναμη και πολλή δόξα. 31 Και θα αποστείλει τους αγγέλους του με δυνατή {φωνή} σάλπιγγας, και θα συνάξουν τους εκλεκτούς του από τους τέσσερις ανέμους, από τις άκρες των ουρανών ως τις άλλες άκρες αυτών». 121

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.24 32 Ἀπὸ δὲ τῆς συκῆς μάθετε τὴν παραβολήν. ὅταν ἤδη ὁ κλάδος αὐτῆς γένηται ἁπαλὸς καὶ τὰ φύλλα ἐκφύῃ, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος· 33 οὕτω καὶ ὑμεῖς ὅταν ἴδητε ταῦτα πάντα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις. 34 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη ἕως ἂν πάντα ταῦτα γένηται. 35 ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι. 36 Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, εἰ μὴ ὁ πατήρ μου μόνος. 37 ὥσπερ δὲ αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε, οὕτως ἔσται ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. 38 ὥσπερ γὰρ ἦσαν ἐν ταῖς ἡμέραις ταῖς πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ τρώγοντες καὶ πίνοντες, γαμοῦ- ντες καὶ ἐκγαμίζοντες, ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθε Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, 39 καὶ οὐκ ἔγνωσαν ἕως ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ ἦρεν ἅπαντας, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. 40 τότε δύο ἔσονται ἐν τῷ ἀγρῷ, ὁ εἷς παραλαμβάνεται καὶ ὁ εἷς ἀφίεται· 41 δύο ἀλήθουσαι ἐν τῷ μυλῶνι, μία παραλαμβάνεται καὶ μία ἀφίεται. 42 γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται. 43 Ἐκεῖνο δὲ γινώσκετε ὅτι εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης ποίᾳ φυλακῇ ὁ κλέπτης ἔρχεται, ἐγρηγόρησεν ἂν καὶ οὐκ ἂν εἴασε διορυγῆναι τὴν οἰκίαν αὐτοῦ. 44 διὰ τοῦτο καὶ ὑμεῖς γίνεσθε ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται. 45 Τίς ἄρα ἐστὶν ὁ πιστὸς δοῦλος καὶ φρόνιμος, ὃν κατέστησεν ὁ κύρι- ος ἐπὶ τῆς θεραπείας αὐτοῦ τοῦ διδόναι αὐτοῖς τὴν τροφὴν ἐν καιρῷ; 46 μακάριος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ὃν ἐλθὼν ὁ κύριος αὐτοῦ εὑρήσει ποιοῦντα οὕτως. 47 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐπὶ πᾶσι τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτοῦ καταστήσει αὐτόν. 48 ἐὰν δὲ εἴπῃ ὁ κακὸς δοῦλος ἐκεῖνος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, χρονί- ζει ὁ κύριός μου ἐλθεῖν, 49 καὶ ἄρξηται τύπτειν τοὺς συνδούλους αὐτοῦ, 122

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.24 Η παραβολή της συκιάς 32 Μάθετε λοιπόν από την συκιά την εξής παραβολή: όταν το κλαδί της γίνει ήδη απαλό και φυτρώνουν τα φύλλα, γνωρίζετε ότι το καλοκαίρι είναι κοντά. 33 Έτσι κι εσείς, όταν τα δείτε όλα αυτά, να ξέρετε πως είναι κοντά, στην πόρτα. 34 Αλήθεια σας λέω, ότι δεν θα παρέλθει αυτή η γενιά, ωσότου γίνουν όλα αυτά. 35 Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα παρέλθουν». Ανάγκη επαγρύπνησης 36 Όμως για την ημέρα εκείνη και την ώρα, δεν γνωρίζει κανένας, ούτε οι άγγελοι των ουρανών {ούτε ο Υιός} παρά μόνον ο Πατέρας. 37 Και όπως ήταν οι ημέρες τού Nώε, έτσι θα είναι {και} η παρουσία τού Υιού τού ανθρώπου. 38 Όπως δηλαδή κατά τις ημέρες εκείνες, πριν από τον κατακλυσμό, που έτρω- γαν και έπιναν, που παντρεύονταν και πάντρευαν, μέχρι την ημέρα, πού μπήκε ο Nώε στην κιβωτό, 39 και δεν κατάλαβαν, μέχρι που ήρθε ο κατακλυ- σμός και τους πήρε και τους σήκωσε όλους, έτσι θα είναι και η παρουσία τού Υιού τού ανθρώπου. 40 Τότε, δύο θα είναι στο χωράφι· ο ένας παραλαμβάνε- ται, και ο άλλος αφήνεται. 41 Δύο γυναίκες θα αλέθουν στον μύλο· μια παρα- λαμβάνεται, και μια αφήνεται. 42 Να αγρυπνείτε, λοιπόν, διότι δεν ξέρετε ποια μέρα έρχεται ο Κύριός σας. 43 Να γνωρίζετε, όμως ότι: αν ο οικοδεσπό- της ήξερε ποια ώρα τής νύχτας έρχεται ο κλέφτης, θα αγρυπνούσε, και δεν θα άφηνε να διαρρηχτεί το σπίτι του. 44 Για αυτό και εσείς να ετοιμάζεστε πάντοτε, διότι ο Υιός του Ανθρώπου έρχεται σε ώρα που δεν θα περιμένετε». Ο πιστός δούλος και ο πονηρός δούλος 45 «Ποιος είναι λοιπόν, ο πιστός και συνετός δούλος, που του ανάθεσε ο κύριός του τη φροντίδα των δούλων του, για να τους δίνει εγκαίρως τροφή; 46 Μακάριος εκείνος ο δούλος που, όταν έρθει ο κύριός του, θα τον βρει να κάνει έτσι. 47 Αλήθεια σας λέω ότι θα τον βάλει υπεύθυνο, σε όλα τα υπάρχο- ντά του. 48 Αν όμως πει ο κακός εκείνος δούλος μέσα στην καρδιά του: “Αργεί {να έρθει} ο κύριός μου” 49 και αρχίσει να χτυπάει τους σύνδουλούς του και 123

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.25 ἐσθίῃ δὲ καὶ πίνῃ μετὰ τῶν μεθυόντων, 50 ἥξει ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκεί- νου ἐν ἡμέρᾳ ᾗ οὐ προσδοκᾷ καὶ ἐν ὥρᾳ ᾗ οὐ γινώσκει, 51 καὶ διχοτομήσει αὐτόν, καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ μετὰ τῶν ὑποκριτῶν θήσει· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθ- μὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 25 1 Τότε ὁμοιωθήσεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέκα παρθένοις, αἵτι- νες λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας αὐτῶν ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ νυμφίου. 2 πέντε δὲ ἦσαν ἐξ αὐτῶν φρόνιμοι καὶ αἱ πέντε μωραί. 3 αἵτινες μωραὶ λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν οὐκ ἔλαβον μεθ' ἑαυτῶν ἔλαιον· 4 αἱ δὲ φρόνιμοι ἔλαβον ἔλαιον ἐν τοῖς ἀγγείοις αὐτῶν μετὰ τῶν λαμπάδων αὐτῶν. 5 χρονίζοντος δὲ τοῦ νυμφίου ἐνύσταξαν πᾶσαι καὶ ἐκάθευδον. 6 μέσης δὲ νυκτὸς κραυγὴ γέγονεν· ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ. 7 τότε ἠγέρθησαν πᾶσαι αἱ παρθένοι ἐκεῖναι καὶ ἐκό- σμησαν τὰς λαμπάδας αὐτῶν. 8 αἱ δὲ μωραὶ ταῖς φρονίμοις εἶπον· δότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν, ὅτι αἱ λαμπάδες ἡμῶν σβέννυνται. 9 ἀπεκρίθη- σαν δὲ αἱ φρόνιμοι λέγουσαι· μήποτε οὐκ ἀρκέσῃ ἡμῖν καὶ ὑμῖν· πορεύε- σθε δὲ μᾶλλον πρὸς τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράσατε ἑαυταῖς. 10 ἀπερχο- μένων δὲ αὐτῶν ἀγοράσαι ἦλθεν ὁ νυμφίος καὶ αἱ ἕτοιμοι εἰσῆλθον μετ' αὐτοῦ εἰς τοὺς γάμους, καὶ ἐκλείσθη ἡ θύρα. 11 ὕστερον δὲ ἔρχονται καὶ αἱ λοιπαὶ παρθένοι λέγουσαι· κύριε κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν. 12 ὁ δὲ ἀποκρι- θεὶς εἶπεν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς. 13 γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴ- δατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν ἐν ᾗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρωπου ἔρχεται. 14 Ὥσπερ γὰρ ἄνθρωπος ἀποδημῶν ἐκάλεσε τοὺς ἰδίους δούλους καὶ παρέδωκεν αὐτοῖς τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, 15 καὶ ᾧ μὲν ἔδωκε πέντε τάλα- 124

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.25 να τρώει και να πίνει με αυτούς που μεθούνε, 50 θα έρθει ο κύριος εκείνου του δούλου, σε ημέρα που δεν περιμένει και σε ώρα που δε γνωρίζει· 51 και θα τον διχοτομήσει και το μερίδιό του θα το θέσει μαζί με τους υποκριτές. Εκεί που θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών». 25 Η παραβολή των δέκα παρθένων 1 «Τότε η βασιλεία των ουρανών θα είναι όμοια με δέκα παρθένες, οι οποίες, αφού πήραν τα λυχνάρια τους, βγήκαν να προϋπαντήσουν τον νυμ- φίο. 2 Οι πέντε από αυτές ήταν συνετές και οι πέντε ανόητες. 3 Διότι οι ανό- ητες πήραν μεν τα λυχνάρια τους αλλά δεν πήραν μαζί τους λάδι. 4 Όμως οι συνετές, πήραν μαζί με τα λυχνάρια τους και λάδι στα δοχεία τους. 5 Επειδή όμως ο νυμφίος αργούσε, νύσταξαν όλες και κοιμήθηκαν. 6 Και στη μέση της νύχτας ακούστηκε μια δυνατή φωνή: “Ιδού ο Νυμφίος {έρχεται}! Βγείτε να τον συναντήσετε”. 7 Τότε σηκώθηκαν όλες οι παρθένες εκείνες και ετοίμασαν τα λυχνάρια τους. 8 Και οι ανόητες είπαν στις συνετές: “Δώστε μας λίγο από το λάδι σας, διότι τα λυχνάρια μας σβήνουν”. 9 Αλλά οι συνετές αποκρίθη- καν λέγοντας: “Μήπως δεν φτάσει για εμάς και για εσάς· πηγαίνετε καλύτερα σε αυτούς που πουλάνε και αγοράστε για τούς εαυτούς σας”. 10 Ενώ αυτές έφευγαν για να αγοράσουν, ήρθε ο νυμφίος. Και οι έτοιμες μπήκαν μαζί του στους γάμους, και κλείστηκε η θύρα. 11 Ύστερα, λοιπόν, έρχονται και οι υπό- λοιπες παρθένες λέγοντας: “Κύριε, κύριε, άνοιξέ μας”. 12 Αλλά αυτός αποκρί- θηκε και είπε: “Αλήθεια σας λέω, δεν σάς γνωρίζω”. 13 Αγρυπνείτε, λοιπόν, γιατί δεν ξέρετε την ημέρα ούτε την ώρα {, κατά την οποία έρχεται ο Υιός τού ανθρώπου}.» Η παραβολή των ταλάντων 14 Επειδή, θα είναι όπως ένας άνθρωπος, ο οποίος προκειμένου να φύγει στο εξωτερικό, κάλεσε τους δούλους του, και τους παρέδωσε τα υπάρχοντά 125

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.25 ντα, ᾧ δὲ δύο, ᾧ δὲ ἕν, ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ ἀπεδήμησεν εὐθέως. 16 πορευθεὶς δὲ ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν εἰργάσατο ἐν αὐτοῖς καὶ ἐποίησεν ἄλλα πέντε τάλαντα. 17 ὡσαύτως καὶ ὁ τὰ δύο ἐκέρδησε καὶ αὐτὸς ἄλλα δύο. 18 ὁ δὲ τὸ ἓν λαβὼν ἀπελθὼν ὤρυξεν ἐν τῇ γῇ καὶ ἀπέ- κρυψε τὸ ἀργύριον τοῦ κυρίου αὐτοῦ. 19 μετὰ δὲ χρόνον πολὺν ἔρχεται ὁ κύριος τῶν δούλων ἐκείνων καὶ συ- ναίρει μετ' αὐτῶν λόγον. 20 καὶ προσελθὼν ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν προσήνεγκεν ἄλλα πέντε τάλαντα λέγων· κύριε, πέντε τάλαντά μοι πα- ρέδωκας· ἴδε ἄλλα πέντε τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ' αὐτοῖς. 21 ἔφη αὐτῷ ὁ κύ- ριος αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου. 22 προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὰ δύο τάλαντα λαβὼν εἶπε· κύριε, δύο τάλαντά μοι πέδωκας· ἴδε ἄλλα δύο τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ' αὐτοῖς. 23 ἔφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου. 24 προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὸ ἓν τάλαντον εἰληφὼς εἶπε· κύριε, ἔγνων σε ὅτι σκληρὸς εἶ ἄνθρωπος, θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας· 25 καὶ φοβηθεὶς ἀπελθὼν ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου ἐν τῇ γῇ· ἴδε ἔχεις τὸ σόν. 26 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ κύριος αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· πονη- ρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ ᾔδεις ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα καὶ συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα 27 ἔδει οὖν σε βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις, καὶ ἐλθὼν ἐγὼ ἐκομισάμην ἂν τὸ ἐμὸν σὺν τόκῳ. 28 ἄρατε οὖν ἀπ' αὐτοῦ τὸ τάλαντον καὶ δότε τῷ ἔχοντι τὰ δέκα τάλαντα. 29 τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ' αὐτοῦ. 30 καὶ τὸν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβά- λετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 126

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.25 του· 15 Και σε έναν έδωσε πέντε τάλαντα και σε άλλον δύο και σε άλλον ένα, στον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του· και αμέσως έφυγε για το εξωτε- ρικό. 16 Πήγε τότε αυτός που πήρε τα πέντε τάλαντα και εργάστηκε με αυτά και κέρδισε άλλα πέντε τάλαντα. 17 Το ίδιο και εκείνος που πήρε τα δύο, κέρ- δισε και αυτός άλλα δύο. 18 Αλλά εκείνος που πήρε το ένα, πήγε έσκαψε στη γη και έκρυψε το χρήμα του κυρίου του. 19 Και μετά από πολύ καιρό έρχεται ο κύριος εκείνων των δούλων, και κάνει λογαριασμό μαζί τους. 20 Τότε πλησίασε αυτός που πήρε τα πέντε τάλαντα και πρόσφερε άλλα πέντε τάλαντα, λέγοντας: “Κύριε, πέντε τάλα- ντα μου παρέδωσες· ορίστε, κέρδισα άλλα πέντε τάλαντα”. 21 Του είπε ο κύριός του: “Εύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ· σε λίγα ήσουν πιστός, σε πολλά θα σε βάλω υπεύθυνο. Πέρασε μέσα στη χαρά του κυρίου σου”. 22 Πλησίασε τότε και αυτός που πήρε τα δύο τάλαντα και είπε: “Κύριε, δύο τάλαντα μου παρέδωσες· ορίστε, κέρδισα άλλα δύο τάλαντα”. 23 Του είπε ο κύριός του: “Εύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ· σε λίγα ήσουν πιστός, σε πολλά θα σε βάλω υπεύθυνο. Πέρασε μέσα στη χαρά του κυρίου σου”. 24 Πλησίασε τότε και εκείνος που είχε πάρει το ένα τάλαντο και είπε: “Κύριε, ήξερα ότι είσαι σκληρός άνθρωπος, που θερίζεις εκεί που δεν έσπει- ρες και μαζεύεις όπου δεν σκόρπισες. 25 και επειδή φοβήθηκα, πήγα και έκρυψα το τάλαντό σου στη γη· ορίστε, έχεις το δικό σου. 26 Αποκρίθηκε τότε ο κύριός του και του είπε: Πονηρέ δούλε και οκνηρέ! Το ήξερες ότι θερίζω εκεί όπου δεν έσπειρα και μαζεύω από εκεί όπου δε σκόρπισα; 27 Έπρεπε λοιπόν να βάλεις το χρήμα μου στους τραπεζίτες και όταν θα ερχό- μουν, θα έπαιρνα το δικό μου μαζί με τόκο. 28 Πάρτε λοιπόν το τάλαντο από αυτόν και δώστε το σε εκείνον που έχει τα δέκα τάλαντα. 29 Διότι στον καθέναν που έχει θα δοθεί περισσότερο και θα έχει περίσ- σευμα. Αλλά από εκείνον που δεν έχει θα αφαιρέσουν ακόμη και αυτό που έχει. 30 Και τον άχρηστο δούλο πετάξτε τον έξω στο σκότος το βαθύτερο. Εκεί που θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών”». 127

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.25 31 Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ' αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, 32 καὶ συναχθήσονται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ' ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. 34 τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ κα- ταβολῆς κόσμου. 35 ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, 36 γυμνός, καὶ περιεβάλε- τέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. 37 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδο- μεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; 38 πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; 39 πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῇ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε; 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 41 τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ' ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. 42 ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, 43 ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιε- βάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. 44 τότε ἀπο- κριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; 45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ' ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. 46 καὶ ἀπε- λεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον. 128

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.25 Η απεικόνιση της τελικής κρίσης 31 «Και όταν έρθει ο Υιός του ανθρώπου μέσα στη δόξα του και όλοι οι {άγιοι} άγγελοι μαζί του, τότε θα καθίσει πάνω στο θρόνο της δόξας του. 32 Και θα συγκεντρωθούν μπροστά του όλα τα έθνη· και θα τους χωρίσει από αναμεταξύ τους, όπως ο ποιμένας χωρίζει τα πρόβατα από τα κατσίκια. 33 Και τα μεν πρόβατα θα τα στήσει από τα δεξιά του, τα δε κατσίκια από τα αριστερά. 34 Τότε θα πει ο βασιλιάς σ’ αυτούς που είναι από τα δεξιά του: “Ελάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε την βασιλεία είναι ετοιμα- σμένη για σας από την θεμελίωση του σύμπαντος. 35 Διότι πείνασα και μου δώσατε να φάω· δίψασα και μου δώσατε να πιω· ξένος ήμουν, και με περιμα- ζέψατε· 36 γυμνός και με ντύσατε· ασθένησα και με επισκεφθήκατε· ήμουν σε φυλακή και ήρθατε να με δείτε”. 37 Τότε θα του αποκριθούν οι δίκαιοι λέγοντας: “Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένο και σε θρέψαμε, ή διψασμένο και σου δώσαμε να πιεις; 38 Και πότε σε είδαμε ξένο και σε περιμαζέψαμε, ή γυμνό και σε ντύσαμε; 39 Και πότε σε είδαμε ασθενή ή σε φυλακή και ήρθαμε σε σένα;”. 40 Τότε θα αποκριθεί ο βασιλιάς και θα τους πει: “Αλήθεια σας λέω, πως εφόσον τα κάνατε αυτά σε έναν από αυτούς τους ασήμαντους αδελφούς μου, το κάνατε σε εμένα”. 41 Τότε θα πει και σε αυτούς που θα είναι από τα αριστερά του: “Φύγετε από εμένα οι καταραμένοι, στη φωτιά την αιώνια, την ετοιμασμένη για το Διάβολο και τους αγγέλους του. 42 Διότι, πείνασα και δεν μου δώσατε να φάω· δίψασα και δεν μου δώσατε να πιω· 43 ήμουν ξένος και δεν με περιμα- ζέψατε, γυμνός και δεν με ντύσατε, ασθενής και σε φυλακή και δεν με επι- σκεφθήκατε”. 44 Τότε θα τού αποκριθούν και αυτοί λέγοντας: “Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένο ή διψασμένο ή ξένο ή γυμνό ή ασθενή ή σε φυλακή και δεν σε υπηρετήσαμε;”. 45 Τότε θα αποκριθεί σε αυτούς λέγοντας: “Αλή- θεια σας λέω, εφόσον δεν το κάνατε σε έναν από αυτούς τους ασήμαντους, ούτε σε εμένα το κάνατε”. 46 Και θα πάνε αυτοί στην αιώνια τιμωρία, ενώ οι δίκαιοι στην αιώνια ζωή». 129

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.26 26 1 Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς πάντας τοὺς λόγους τούτους εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· 2 οἴδατε ὅτι μετὰ δύο ἡμέρας τὸ πάσχα γίνεται, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τὸ σταυρωθῆναι. 3 τότε συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως τοῦ λεγομένου Καϊάφα, 4 καὶ συνεβουλεύσαντο ἵνα τὸν Ἰησοῦν δόλῳ κρατήσωσι καὶ ἀποκτείνωσιν. 5 ἔλεγον δέ· μὴ ἐν τῇ ἑορτῇ, ἵνα μὴ θόρυβος γένηται ἐν τῷ λαῷ. Το αλαβάστρινο δοχείο 6 Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γενομένου ἐν Βηθανίᾳ ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, 7 προσῆλθεν αὐτῷ γυνὴ ἀλάβαστρον μύρου ἔχουσα βαρυτίμου, καὶ κατέ- χεεν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἀνακειμένου. 8 ἰδόντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠγανάκτησαν λέγοντες· εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη; 9 ἠδύνατο γὰρ τοῦτο τὸ μύρον πραθῆναι πολλοῦ καὶ δοθῆναι τοῖς πτωχοῖς. 10 γνοὺς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τί κόπους παρέχετε τῇ γυναικί; ἔργον γὰρ καλὸν εἰργάσατο εἰς ἐμέ. 11 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ' ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πά- ντοτε ἔχετε. 12 βαλοῦσα γὰρ αὕτη τὸ μύρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώματός μου, πρὸς τὸ ἐνταφιάσαι με ἐποίησεν. 13 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιον τοῦτο ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, λαληθήσεται καὶ ὃ ἐποίησεν αὕτη εἰς μνημόσυνον αὐτῆς. 14 Τότε πορευθεὶς εἷς τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Ἰούδας Ἰσκαριώτης, πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς εἶπε· 15 τί θέλετέ μοι δοῦναι, καὶ ἐγὼ ὑμῖν παραδώ- σω αὐτόν; οἱ δὲ ἔστησαν αὐτῷ τριάκοντα ἀργύρια. 16 καὶ ἀπὸ τότε ἐζήτει εὐκαιρίαν ἵνα αὐτὸν παραδῷ. 130

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.26 26 Συνωμοσία κατά του Ιησού 1 Και όταν τελείωσε ο Ιησούς όλους αυτούς τούς λόγους, είπε στους μαθη- τές του: 2 «Ξέρετε ότι μετά από δύο ημέρες γίνεται το Πάσχα, και ο Υιός του ανθρώπου παραδίνεται για να σταυρωθεί». 3 Τότε μαζεύτηκαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι τού λαού στην αυλή τού αρχιερέα, του λεγόμενου Καϊάφα, 4 και έκαναν συμβούλιο, αποφασίζοντας να συλλάβουν με δόλο τον Ιησού και να τον θανατώσουν. 5 Έλεγαν μάλιστα: «Όχι κατά τη διάρκεια της γιορτής, για να μη ξεσηκωθεί ο λαός». Το αλαβάστρινο δοχείο 6 Και όταν ο Ιησούς ήταν στη Βηθανία, στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού, 7 τον πλησίασε μια γυναίκα που είχε ένα αλαβάστρινο δοχείο με πολύ- τιμο μύρο και το έχυνε ολόκληρο στο κεφάλι του, ενώ ήταν καθισμένος στο τραπέζι. 8 Μόλις το είδαν όμως οι μαθητές, αγανάκτησαν λέγοντας: «Προς τι αυτή η σπατάλη; 9 Επειδή, αυτό {το μύρο} θα μπορούσε να πουληθεί για πολλά χρήματα, και να δοθεί στους φτωχούς. 10 Ο Ιησούς το κατάλαβε όμως και τους είπε: «Γιατί ενοχλείτε τη γυναίκα; Έκανε μια καλή πράξη σε εμένα. 11 Τους φτωχούς άλλωστε τους έχετε πάντοτε μαζί σας, αλλά εμένα δεν θα με έχετε πάντοτε. 12 Διότι, αυτή βάζοντας αυτό το μύρο επάνω στο σώμα μου, το έκανε για τον ενταφιασμό μου. 13 Αλήθεια σας λέω, όπου και αν κηρυχθεί αυτό το ευαγγέλιο, σε όλο τον κόσμο, θα γίνεται λόγος και για την πράξη της, προς ανάμνησή της». Ο Ιούδας πουλάει τον Ιησού για τριάντα αργύρια 14 Τότε, ένας από τους δώδεκα, ο λεγόμενος Ιούδας Ισκαριώτης, πήγε προς τους αρχιερείς 15 και είπε: «Τι θέλετε να μου δώσετε, και εγώ θα σας τον παραδώσω;» Εκείνοι του μέτρησαν τριάντα αργύρια. 16 Και από τότε έψαχνε ευκαιρία να τον παραδώσει. 131

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.26 17 Τῇ δὲ πρώτῃ τῶν ἀζύμων προσῆλθον οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ λέγοντες αὐτῷ· ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμέν σοι φαγεῖν τὸ πάσχα; 18 ὁ δὲ εἶπεν· ὑπά- γετε εἰς τὴν πόλιν πρὸς τὸν δεῖνα καὶ εἴπατε αὐτῷ· ὁ διδάσκαλος λέγει, ὁ καιρός μου ἐγγύς ἐστι· πρὸς σὲ ποιῶ τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου. 19 καὶ ἐποίησαν οἱ μαθηταὶ ὡς συνέταξεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἡτοίμασαν τὸ πάσχα. 20 Ὀψίας δὲ γενομένης ἀνέκειτο μετὰ τῶν δώδεκα. 21 καὶ ἐσθιό- ντων αὐτῶν εἶπεν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με. 22 καὶ λυπούμενοι σφόδρα ἤρξαντο λέγειν αὐτῷ ἕκαστος αὐτῶν· μήτι ἐγώ εἰμι, Κύριε; 23 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ὁ ἐμβάψας μετ' ἐμοῦ ἐν τῷ τρυβλίῳ τὴν χεῖρα, οὗτός με παραδώσει. 24 ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέ- γραπται περὶ αὐτοῦ· οὐαὶ δὲ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι' οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώ- που παραδίδοται· καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος. 25 ἀποκριθεὶς δὲ Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν εἶπε· μήτι ἐγώ εἰμι, ῥαββί; λέγει αὐτῷ· σὺ εἶπας. 26 Ἐσθιόντων δὲ αὐτῶν λαβὼν ὁ Ἰησοῦς τὸν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου· 27 καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον καὶ εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέ- γων· πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· 28 τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. 29 λέγω δὲ ὑμῖν οὐ μὴ πίω ἀπ' ἄρτι ἐκ τούτου τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτὸ πίνω μεθ' ὑμῶν καινὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πα- τρός μου. 30 Καὶ ὑμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν. 31 Τότε λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· πάντες ὑμεῖς σκανδαλισθήσεσθε ἐν ἐμοὶ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ· γέγραπται γάρ, πατάξω τὸν ποιμένα, καὶ διασκορπι- 132

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.26 Η προδοσία στο Πάσχα 17 Και την πρώτη ημέρα της γιορτής των Αζύμων πλησίασαν οι μαθητές τον Ιησού, λέγοντας: «Πού θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φας το Πάσχα;» 18 Αυτός είπε: «Πηγαίνετε στην πόλη στον τάδε, και πείτε του: “Ο Διδάσκαλος λέει: ‘ο καιρός μου έχει πλησιάσει· σε εσένα θα κάνω το Πάσχα μαζί με τους μαθητές μου’”». 19 Και έκαναν οι μαθητές όπως τους πρόσταξε ο Ιησούς και ετοίμασαν το Πάσχα. 20 Όταν λοιπόν βράδιασε, κάθισε στο τραπέζι με τους δώδεκα. 21 Και εκεί που έτρωγαν, είπε: «Αλήθεια σας λέω ότι ένας από εσάς θα με προδώσει». 22 Εκείνοι τότε, βαθιά λυπημένοι, άρχισαν να του λένε καθένας ξεχωριστά: «Μήπως είμαι εγώ, Κύριε;». 23 Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: «Αυτός που βούτηξε μαζί μου το χέρι στην πιατέλα, αυτός θα με προδώ- σει. 24 Βέβαια ο Υιός του ανθρώπου, φεύγει όπως είναι γραμμένο για αυτόν· αλίμονο όμως στον άνθρωπο εκείνο μέσω του οποίου παραδίνεται ο Υιός του ανθρώπου. Θα ήταν καλύτερα να μην είχε γεννηθεί αυτός ο άνθρωπος». 25 Ρώτησε και ο Ιούδας, που τον πρόδωσε: «Μήπως είμαι εγώ, Ραββί;» Και του λέει: «Το είπες μόνος σου». Το Δείπνο του Κυρίου 26 Ενώ λοιπόν αυτοί έτρωγαν, πήρε ο Ιησούς το ψωμί και αφού {ευχαρί- στησε} το ευλόγησε, το έκοψε και το έδινε στους μαθητές, λέγοντας: «Λάβετε και φάτε· αυτό είναι το σώμα μου». 27 Και αφού πήρε το ποτήρι και ευχαρί- στησε το Θεό, τους το έδωσε λέγοντας: «Πιείτε από αυτό όλοι, 28 διότι αυτό είναι το αίμα μου της {καινής} διαθήκης, που χύνεται για χάρη πολλών, για συγχώρηση αμαρτιών. 29 Και σας λέω ότι, δεν θα πιω στο εξής από αυτό το γέννημα του αμπελιού, μέχρι την ημέρα εκείνη, που θα το πίνω καινούριο μαζί σας στη βασιλεία τού Πατέρα μου». 30 Κατόπιν, αφού έψαλαν, βγήκαν στο Όρος των Ελαιών. Πριν λαλήσει ο πετεινός 31 Τ​ ότε τους λέει ο Ιησούς: «Όλοι εσείς θα σκανδαλιστείτε με εμένα τη νύχτα αυτή· διότι είναι γραμμένο: «Θα πατάξω τον ποιμένα και θα διασκορ- 133

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.26 σθήσονται τὰ πρόβατα τῆς ποίμνης· 32 μετὰ δὲ τὸ ἐγερθῆναί με προάξω ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν. 33 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· εἰ πά- ντες σκανδαλισθήσονται ἐν σοί, ἐγὼ οὐδέποτε σκανδαλισθήσομαι. 34 ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ἐν ταύτῃ τῇ νυκτὶ πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με. 35 λέγει αὐτῷ ὁ Πέτρος· κἂν δέῃ με σὺν σοὶ ἀποθανεῖν, οὐ μή σε ἀπαρνήσομαι. ὁμοίως δὲ καὶ πάντες οἱ μαθηταὶ εἶ- πον. 36 Τότε ἔρχεται μετ' αὐτῶν ὁ Ἰησοῦς εἰς χωρίον λεγόμενον Γεθσημανῆ, καὶ λέγει τοῖς μαθηταῖς· καθίσατε αὐτοῦ ἕως οὗ ἀπελθὼν προσεύξωμαι ἐκεῖ. 37 καὶ παραλαβὼν τὸν Πέτρον καὶ τοὺς δύο υἱοὺς Ζεβεδαίου ἤρξατο λυπεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν. 38 τότε λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε μετ' ἐμοῦ. 39 καὶ προελθὼν μικρὸν ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ προσευχόμενος καὶ λέγων· πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ' ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ' ὡς σύ. 40 καὶ ἔρχεται πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ εὑρίσκει αὐτοὺς καθεύδοντας, καὶ λέγει τῷ Πέτρῳ· οὕτως οὐκ ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι μετ' ἐμοῦ 41 γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν. τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής. 42 πάλιν ἐκ δευτέρου ἀπελθὼν προσηύξατο λέγων· πάτερ μου, εἰ οὐ δύναται τοῦτο τὸ ποτήριον παρελ- θεῖν ἀπ' ἐμοῦ ἐὰν μὴ αὐτὸ πίω, γενηθήτω τὸ θέλημά σου. 43 καὶ ἐλθὼν εὐρίσκει αὐτοὺς πάλιν καθεύδοντας· ἦσαν γὰρ αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοὶ βεβαρημένοι. 44 καὶ ἀφεὶς αὐτοὺς ἀπελθὼν πάλιν προσηύξα- το ἐκ τρίτου τὸν αὐτὸν λόγον εἰπών. 45 τότε ἔρχεται πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτοῖς· καθεύδετε τὸ λοιπὸν καὶ ἀναπαύεσθε ἰδοὺ ἤγγι- κεν ἡ ὥρα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἁμαρτωλῶν. 46 ἐγείρεσθε ἄγωμεν· ἰδοὺ ἤγγικεν ὁ παραδιδούς με. 134

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.26 πιστούν τα πρόβατα του ποιμνίου». 32 Αλλά αφού αναστηθώ θα πάω πριν από σας στη Γαλιλαία». 33 Αποκρίθηκε τότε ο Πέτρος και του είπε: «Και αν όλοι σκανδαλιστούν με εσένα, εγώ ποτέ δεν θα σκανδαλιστώ». 34 Τ​ ου είπε ο Ιησούς: «Αλήθεια σου λέω, ότι αυτή τη νύχτα, πριν λαλήσει ο πετεινός, τρεις φορές θα με απαρνηθείς». 35 Ο Πέτρος τού είπε: «Ακόμη και αν χρειαστεί να πεθάνω μαζί σου, δεν πρόκειται να σε απαρνηθώ». Το ίδιο έλεγαν και όλοι οι άλλοι μαθητές. Στον κήπο της Γεθσημανής 36 Τότε ο Ιησούς, έρχεται μαζί τους σε έναν τόπο που λέγεται Γεθσημανή· και λέει στους μαθητές: «Καθίστε αυτού, ωσότου πάω να προσευχηθώ εκεί». 37 Και αφού παράλαβε τον Πέτρο και τους δυο γιους του Ζεβεδαίου, άρχισε να λυπάται και να έχει έντονη αγωνία. 38 Τ​ ότε τους λέει: «Περίλυπη είναι η ψυχή μου, μέχρι θανάτου· Μείνετε εδώ και αγρυπνείτε μαζί μου». 39 Και αφού προχώρησε λίγο πιο πέρα, έπεσε κάτω με το πρόσωπό του προσευχό- μενος και λέγοντας: «Πατέρα μου, αν είναι δυνατό, ας περάσει από εμένα το ποτήρι αυτό· όμως, όχι όπως εγώ θέλω, αλλά όπως εσύ». 40 Και έρχεται προς τους μαθητές και τους βρίσκει να κοιμούνται, και λέει στον Πέτρο: «Ούτε, μία ώρα δεν μπορέσατε να αγρυπνήσετε μαζί μου; 41 Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μην μπείτε σε πειρασμό. Το μεν πνεύμα είναι πρόθυμο, αλλά η σάρκα είναι αδύνατη». 42 Πάλι για δεύτερη φορά πήγε και προσευχήθηκε λέγοντας: «Πατέρα μου, αν δεν είναι δυνατόν να περάσει αυτό {το ποτήρι από μένα} χωρίς να το πιω, ας γίνει το θέλημά σου». 43 Και όταν ήρθε τούς βρίσκει πάλι να κοιμούνται· επειδή, τα μάτια τους ήταν βαριά από τη νύστα. 44 Και αφού τους άφησε, πήγε πάλι και προσευ- χήθηκε για τρίτη φορά, λέγοντας τον ίδιο λόγο. 45 Τότε έρχεται προς τους μαθητές και τους λέει: «Κοιμάστε λοιπόν και αναπαύεστε! Ιδού, πλησίασε η ώρα και ο Υιός του ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια αμαρτωλών. 46 Σηκω- θείτε, να πηγαίνουμε. Ιδού, έφτασε αυτός που με παραδίνει». 135

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.26 47 Καὶ ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ Ἰούδας εἷς τῶν δώδεκα ἦλθε, καὶ μετ' αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων ἀπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ. 48 ὁ δὲ παραδιδοὺς αὐτὸν ἔδωκεν αὐτοῖς σημεῖον λέγων· ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστι· κρατήσατε αὐτόν. 49 καὶ εὐθέως προ- σελθὼν τῷ Ἰησοῦ εἶπε· χαῖρε, ῥαββί, καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 50 ὁ δὲ Ἰη- σοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἑταῖρε, ἐφ' ᾧ πάρει; τότε προσελθόντες ἐπέβαλον τὰς χεῖρας ἐπὶ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἐκράτησαν αὐτόν. 51 καὶ ἰδοὺ εἷς τῶν μετὰ Ἰη- σοῦ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἀπέσπασε τὴν μάχαιραν αὐτοῦ, καὶ πατάξας τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον. 52 τότε λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀπόστρεψόν σου τὴν μάχαιραν εἰς τὸν τόπον αὐτῆς· πάντες γὰρ οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρᾳ ἀποθανοῦνται. 53 ἢ δοκεῖς ὅτι οὐ δύ- ναμαι ἄρτι παρακαλέσαι τὸν πατέρα μου, καὶ παραστήσει μοι πλείους ἢ δώδεκα λεγεῶνας ἀγγέλων; 54 πῶς οὖν πληρωθῶσιν αἱ γραφαὶ ὅτι οὕτω δεῖ γενέσθαι; 55 Ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τοῖς ὄχλοις· ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθετε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων συλλαβεῖν με· καθ' ἡμέραν πρὸς ὑμᾶς ἐκαθεζόμην διδάσκων ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ οὐκ ἐκρατήσατέ με. 56 τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῶσιν αἱ γραφαὶ τῶν προφητῶν. Τότε οἱ μαθηταὶ πάντες ἀφέντες αὐτὸν ἔφυγον. 57 Οἱ δὲ κρατήσαντες τὸν Ἰησοῦν ἀπήγαγον πρὸς Καϊάφαν τὸν ἀρχιε- ρέα, ὅπου οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι συνήχθησαν. 58 ὁ δὲ Πέτρος ἠκολούθει αὐτῷ ἀπὸ μακρόθεν ἕως τῆς αὐλῆς τοῦ ἀρχιερέως, καὶ εἰσελ- θὼν ἔσω ἐκάθητο μετὰ τῶν ὑπηρετῶν ἰδεῖν τὸ τέλος. 59 Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ τὸ συνέδριον ὅλον ἐζήτουν ψευδομαρτυρίαν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ ὅπως θανατώσωσιν αὐτόν, 60 καὶ οὐχ εὗρον· καὶ πολλῶν ψευ- δομαρτύρων προσελθόντων, οὐχ εὗρον. ὕστερον δὲ προσελθόντες δύο ψευδομάρτυρες 61 εἶπον· οὗτος ἔφη, δύναμαι καταλῦσαι τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τριῶν ἡμερῶν οἰκοδομῆσαι αὐτόν. 62 καὶ ἀναστὰς ὁ ἀρχιε- ρεὺς εἶπεν αὐτῷ· οὐδὲν ἀποκρίνῃ; τί οὗτοί σου καταμαρτυροῦσιν; 63 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσιώπα. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ· ἐξορκίζω σε κατὰ 136

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.26 Το φιλί του Ιούδα 47 Και ενώ αυτός ακόμα μιλούσε, ιδού, ήρθε ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του ένα μεγάλο πλήθος με σπαθιά και ρόπαλα εκ μέρους των αρχιερέων και των πρεσβυτέρων του λαού. 48 Και εκείνος που τον παρέ- δινε, τους έδωσε ένα σημάδι, λέγοντας: «Όποιον φιλήσω, αυτός είναι· πιά- στε τον». 49 Και αμέσως πλησίασε τον Ιησού και είπε: «Χαίρε, Ραββί!». Και τον καταφίλησε. 50 Ο Ιησούς τότε του είπε: «Άνθρωπε, κάνε αυτό που ήρθες να κάνεις». Τότε πλησίασαν και έβαλαν τα χέρια πάνω στον Ιησού και τον συνέ- λαβαν. 51 Και ξαφνικά, ένας, από αυτούς που ήταν με τον Ιησού, απλώνο- ντας το χέρι, τράβηξε το σπαθί του, και χτυπώντας τον δούλο τού αρχιερέα, του έκοψε το αφτί. 52 Τότε του λέει ο Ιησούς: «Βάλε το σπαθί σου στο μέρος του· γιατί όλοι όσοι τραβάνε σπαθί θα πεθάνουν από σπαθί. 53 Ή νομίζεις, ότι δεν μπορώ να παρακαλέσω τον Πατέρα μου και να μού παρατάξει εδώ και τώρα, περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων; 54 Πώς όμως θα εκπλη- ρωθούν οι Γραφές; Διότι, έτσι πρέπει να γίνει». 55 Εκείνη την ώρα ο Ιησούς είπε στα πλήθη: Σαν να πρόκειται για ληστή βγήκατε, με σπαθιά και ρόπαλα, για να με συλλάβετε· Κάθε μέρα καθόμουν {μαζί σας}, διδάσκοντας μέσα στο ιερό, και δεν με συλλάβατε. 56 Αλλά όλα αυτά έγιναν για να εκπληρωθούν οι γραφές των προφητών». Τότε όλοι οι μαθητές τον εγκατέλειψαν και έφυγαν. ο Ιησούς αντιμέτωπος με το θρησκευτικό δικαστήριο των Ιουδαίων 57 Εκείνοι, αφού συνέλαβαν τον Ιησού, τον οδήγησαν στον Καϊάφα τον αρχιερέα, όπου συγκεντρώθηκαν οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι. 58 Και ο Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά ως την αυλή του αρχιερέα, όπου και μπήκε μέσα και κάθισε μαζί με τους υπηρέτες, για να δει το τέλος. 59 Ο​ ι αρχι- ερείς, λοιπόν, και οι πρεσβύτεροι ζητούσαν ψευδομαρτυρία κατά του Ιησού, για να τον θανατώσουν. 60 Και δεν βρήκαν, αν και ήρθαν πολλοί ψευδο- μάρτυρες. Ύστερα, όμως, παρουσιάστηκαν δύο, 61 ​και είπαν: «Αυτός είπε: “Μπορώ να γκρεμίσω τον ναό του Θεού και μέσα σε τρεις ημέρες να τον ξανα- χτίσω”». 62 Και αφού σηκώθηκε ο αρχιερέας, του είπε: Δεν αποκρίνεσαι; Τι μαρτυρούν αυτοί εναντίον σου; 63 Ο Ιησούς όμως σιωπούσε. Τότε ο αρχιε- ρέας του είπε: «Σε εξορκίζω στον ζωντανό Θεό, να μας πεις αν εσύ είσαι ο Χρι- 137

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ. 27 τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος ἵνα ἡμῖν εἴπῃς εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ. 64 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· σὺ εἶπας· πλὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ' ἄρτι ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου καθήμενον ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως καὶ ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ. 65 τότε ὁ ἀρχιερεὺς διέρρηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ λέγων ὅτι ἐβλασφήμησε· τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων; ἴδε νῦν ἠκού- σατε τὴν βλασφημίαν αὐτοῦ· 66 τί ὑμῖν δοκεῖ; οἱ δὲ ἀποκριθέντες εἶπον· ἔνοχος θανάτου ἐστί. 67 τότε ἐνέπτυσαν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ ἐκο- λάφισαν αὐτόν, οἱ δὲ ἐρράπισαν 68 λέγοντες· προφήτευσον ἡμῖν, Χριστέ, τίς ἐστιν ὁ παίσας σε; 69 Ὁ δὲ Πέτρος ἔξω ἐκάθητο ἐν τῇ αὐλῇ· καὶ προσῆλθεν αὐτῷ μία παι- δίσκη λέγουσα· καὶ σὺ ἦσθα μετὰ Ἰησοῦ τοῦ Γαλιλαίου. 70 ὁ δὲ ἠρνήσα- το ἔμπροσθεν αὐτῶν πάντων λέγων· οὐκ οἶδα τί λέγεις. 71 ἐξελθόντα δὲ αὐτὸν εἰς τὸν πυλῶνα εἶδεν αὐτὸν ἄλλη καὶ λέγει αὐτοῖς· ἐκεῖ καὶ οὗτος ἦν μετὰ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου. 72 καὶ πάλιν ἠρνήσατο μεθ' ὅρκου ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον. 73 μετὰ μικρὸν δὲ προσελθόντες οἱ ἑστῶτες εἶπον τῷ Πέτρῳ· ἀληθῶς καὶ σὺ ἐξ αὐτῶν εἶ· καὶ γὰρ ἡ λαλιά σου δῆλόν σε ποιεῖ. 74 τότε ἤρξατο καταθεματίζειν καὶ ὀμνύειν ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον. καὶ εὐθέως ἀλέκτωρ ἐφώνησε. 75 καὶ ἐμνήσθη ὁ Πέτρος τοῦ ῥήματος Ἰησοῦ εἰρηκότος αὐτῷ ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με· καὶ ἐξελ- θὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς. 27 1 Πρωΐας δὲ γενομένης συμβούλιον ἔλαβον πάντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ κατὰ τοῦ Ἰησοῦ ὥστε θανατῶσαι αὐτόν· 2 καὶ δήσα- ντες αὐτὸν ἀπήγαγον καὶ παρέδωκαν αὐτὸν Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεμόνι. 138

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.27 στός, ο Υιός του Θεού». 64 Λέει σε αυτόν ο Ιησούς: «Εσύ το είπες. Αλλά σας λέω πως: από τώρα θα δείτε τον Υιόν του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά της Δυνάμεως και να έρχεται επάνω στα σύννεφα του ουρανού.» 65 ​Τότε ο αρχιε- ρέας έσκισε τα ρούχα του, λέγοντας: «Βλασφημία! Τι θέλουμε άλλους μάρτυ- ρες; Ορίστε! Μόλις ακούσατε την βλασφημία του. 66 Κ​ αι; Ποια είναι η γνώμη σας;» Εκείνοι απάντησαν: «Είναι ένοχος θανάτου». 67 Τότε, έφτυσαν στο πρόσωπό του, και τον γρονθοκόπησαν· ενώ άλλοι, τον χαστούκισαν, 68 λέγο- ντας: «Προφήτεψέ μας, Χριστέ, ποιος σε χτύπησε;». Ο Πέτρος αρνείται τον Ιησού 69 Ο​ Πέτρος καθόταν έξω στην αυλή, και τον πλησίασε μια μικρή δούλη λέγοντας: «Και εσύ ήσουν μαζί με τον Ιησού τον Γαλιλαίο!» 70 ​Εκείνος το αρνήθηκε μπροστά σε όλους αυτούς λέγοντας: «Δεν ξέρω τι λες». 71 Όταν βγήκε στην πύλη της αυλής, τον είδε μια άλλη δούλη και λέει σε αυτούς: «Ήταν και αυτός εκεί με τον Ιησού τον Ναζωραίο». 72 ​Και πάλι αρνήθηκε με όρκο: «Δεν γνωρίζω αυτόν τον άνθρωπο». 73 Κι ύστερα από λίγο πλησίασαν εκείνοι που στέκονταν τριγύρω και είπαν στον Πέτρο: «Πραγματικά και εσύ από αυτούς είσαι, αφού και η προφορά σου σε φανερώνει». 74 Τότε, άρχισε να αναθεματίζει και να ορκίζεται ότι: Δεν γνωρίζω τον άνθρωπο. Κι αμέσως λάλησε ο πετεινός. 75 ​Και τότε θυμήθηκε ο Πέτρος τον λόγο του Ιησού, που του είχε πει: «Πριν λαλήσει ο πετεινός, τρεις φορές θα με απαρνηθείς». Και αφού βγήκε έξω, έκλαψε πικρά. 27 Ο Ιησούς παραδίνεται στον Πιλάτο 1 Και όταν ξημέρωσε, έκαναν συμβούλιο, όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτε- ροι του λαού εναντίον του Ιησού, για να τον θανατώσουν. 2 ​Και αφού τον έδε- σαν, τον οδήγησαν και τον παρέδωσαν στον Πιλάτο, τον ηγεμόνα. 139

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.27 3 Τότε ἰδὼν Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν ὅτι κατεκρίθη, μεταμεληθεὶς ἀπέστρεψε τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ πρεσβυτέροις 4 λέ- γων· ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον. οἱ δὲ εἶπον· τί πρὸς ἡμᾶς; σὺ ὄψει. 5 καὶ ῥίψας τὰ ἀργύρια ἐν τῷ ναῷ ἀνεχώρησε, καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο. 6 οἱ δὲ ἀρχιερεῖς λαβόντες τὰ ἀργύρια εἶπον· οὐκ ἔξεστι βαλεῖν αὐτὰ εἰς τὸν κορβανᾶν, ἐπεὶ τιμὴ αἵματός ἐστι. 7 συμβούλιον δὲ λαβόντες ἠγόρασαν ἐξ αὐτῶν τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραμέως εἰς ταφὴν τοῖς ξένοις· 8 διὸ ἐκλήθη ὁ ἀγρὸς ἐκεῖνος ἀγρὸς αἵματος ἕως τῆς σήμερον. 9 τότε ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν διὰ Ἱερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος· καὶ ἔλαβον τὰ τριάκοντα ἀργύρια, τὴν τιμὴν τοῦ τετιμημένου ὃν ἐτιμήσαντο ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ, 10 καὶ ἔδω- καν αὐτὰ εἰς τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραμέως, καθὰ συνέταξέ μοι Κύριος. 11 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔστη ἔμπροσθεν τοῦ ἡγεμόνος· καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν ὁ ἡγεμὼν λέγων· σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔφη αὐτῷ· σὺ λέγεις. 12 καὶ ἐν τῷ κατηγορεῖσθαι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων οὐδὲν ἀπεκρίνατο. 13 τότε λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· οὐκ ἀκού- εις πόσα σου καταμαρτυροῦσι; 14 καὶ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῷ πρὸς οὐδὲ ἓν ῥῆμα, ὥστε θαυμάζειν τὸν ἡγεμόνα λίαν. 15 Κατὰ δὲ ἑορτὴν εἰώθει ὁ ἡγεμὼν ἀπολύειν ἕνα τῷ ὄχλῳ δέσμιον, ὃν ἤθελον. 16 εἶχον δὲ τότε δέσμιον ἐπίσημον λεγόμενον Βαραββᾶν. 17 συ- νηγμένων οὖν αὐτῶν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τίνα θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν; Βαραββᾶν ἢ Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον Χριστόν; 18 ᾔδει γὰρ ὅτι διὰ φθόνον παρέδωκαν αὐτόν. 19 Καθημένου δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος ἀπέστει- λε πρὸς αὐτὸν ἡ γυνὴ αὐτοῦ λέγουσα· μηδέν σοι καὶ τῷ δικαίῳ ἐκείνῳ· πολλὰ γὰρ ἔπαθον σήμερον κατ' ὄναρ δι' αὐτόν. 20 Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ 140

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.27 Ο Ιούδας μεταμελείται και αυτοκτονεί 3 Τότε, ο Ιούδας, αυτός που τον παρέδωσε, βλέποντας ότι καταδικάστηκε, μεταμελήθηκε και επέστρεψε τα τριάντα αργύρια, στους αρχιερείς και τους πρεσβύτερους, 4 ​λέγοντας: «Αμάρτησα, γιατί παρέδωσα αίμα αθώο». Εκεί- νοι του είπαν: «Κι εμάς τι μάς ενδιαφέρει; Κοίτα να τα βρεις μόνος σου». 5 Και πετώντας τα αργύρια στον ναό, έφυγε· και πήγε και κρεμάστηκε. 6 Και οι αρχιερείς, παίρνοντας τα αργύρια, είπαν: Δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε στο ταμείο του ναού· διότι, είναι τιμή αίματος. 7 Έτσι αφού έκαναν συμβού- λιο, αγόρασαν με αυτά το χωράφι του κεραμέα, για την ταφή ξένων. 8 Για αυτό, εκείνο το χωράφι αποκαλείται «Αγρός Αίματος» μέχρι και σήμερα. 9​ Τότε εκπληρώθηκε εκείνο που ειπώθηκε μέσω του Ιερεμία του προφήτη, που λέει: «Και πήραν τα τριάντα αργύρια, την τιμή του εκτιμημένου, που εκτί- μησαν οι γιοι Ισραήλ, 10 και τα έδωσαν για το χωράφι του κεραμέα, όπως με πρόσταξε ο Κύριος». Ο Ιησούς μπροστά στον Πιλάτο 11 Τότε ο Ιησούς στάθηκε μπροστά στον ηγεμόνα· και ο ηγεμόνας τον ρώτησε, λέγοντας: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Ο Ιησούς του απο- κρίθηκε: «Εσύ το λες». 12 Και ενώ τον κατηγορούσαν οι αρχιερείς και οι πρε- σβύτεροι, δεν αποκρίθηκε τίποτα. 13 Τότε, ο Πιλάτος λέει σε αυτόν: «Δεν ακούς πόσα μαρτυρούν εναντίον σου;» 14 Κ​ αι δεν του αποκρίθηκε ούτε σε έναν λόγο· ώστε ο κυβερνήτης έμεινε κατάπληκτος. Ιησούς ή Βαραββάς; 15 Και κατά τη γιορτή, ο ηγεμόνας είχε τη συνήθεια να απολύει στον λαό έναν φυλακισμένο, όποιον ήθελαν. 16 Τότε λοιπόν, είχαν έναν πασίγνωστο φυλακισμένο, που λεγόταν Βαραββάς. 17 Και όπως ήταν συγκεντρωμένοι, ο Πιλάτος είπε σε αυτούς: «Ποιον θέλετε να σας απελευθερώσω, τον Βαραββά ή τον Ιησού το λεγόμενο Χριστό;» 18 Διότι, ήξερε ότι τον παρέδωσαν από φθόνο. 19 Και ενώ καθόταν επάνω στην δικαστική έδρα, του έστειλε μήνυμα με κάποιον η γυναίκα του, λέγοντας: «Να μην ανακατευτείς εσύ με τον δίκαιο 141

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.27 πρεσβύτεροι ἔπεισαν τοὺς ὄχλους ἵνα αἰτήσωνται τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ Ἰησοῦν ἀπολέσωσιν. 21 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἡγεμὼν εἶπεν αὐτοῖς· τίνα θέλε- τε ἀπὸ τῶν δύο ἀπολύσω ὑμῖν; οἱ δὲ εἶπον· Βαραββᾶν. 22 λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τί οὖν ποιήσω Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον Χριστόν; λέγουσιν αὐτῷ πάντες· σταυρωθήτω. 23 ὁ δὲ ἡγεμὼν ἔφη· τί γὰρ κακὸν ἐποίησεν; οἱ δὲ περισσῶς ἔκραζον λέγοντες· σταυρωθήτω. 24 ἰδὼν δὲ ὁ Πιλᾶτος ὅτι οὐ- δὲν ὠφελεῖ, ἀλλὰ μᾶλλον θόρυβος γίνεται, λαβὼν ὕδωρ ἀπενίψατο τὰς χεῖρας ἀπέναντι τοῦ ὄχλου λέγων· ἀθῷός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ δικαί- ου τούτου· ὑμεῖς ὄψεσθε. 25 καὶ ἀποκριθεὶς πᾶς ὁ λαὸς εἶπε· τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ' ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν. 26 τότε ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ Ἰησοῦν φραγελλώσας παρέδωκεν ἵνα σταυρωθῇ. 27 Τότε οἱ στρατιῶται τοῦ ἡγεμόνος παραλαβόντες τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸ πραιτώριον συνήγαγον ἐπ' αὐτὸν ὅλην τὴν σπεῖραν· 28 καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν περιέθηκαν αὐτῷ χλαμύδα κοκκίνην, 29 καὶ πλέξαντες στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ κάλαμον ἐπὶ τὴν δε- ξιὰν αὐτοῦ, καὶ γονυπετήσαντες ἔμπροσθεν αὐτοῦ ἐνέπαιζον αὐτῷ λέ- γοντες· χαῖρε ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων· 30 καὶ ἐμπτύσαντες εἰς αὐτὸν ἔλαβον τὸν κάλαμον καὶ ἔτυπτον εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. 31 καὶ ὅτε ἐνέ- παιξαν αὐτῷ, ἐξέδυσαν αὐτὸν τὴν χλαμύδα καὶ ἐνέδυσαν αὐτὸν τὰ ἱμά- τια αὐτοῦ, καὶ ἀπήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ σταυρῶσαι. 32 Ἐξερχόμενοι δὲ εὗρον ἄνθρωπον Κυρηναῖον ὀνόματι Σίμωνα· τοῦτον ἠγγάρευσαν ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ.33 Καὶ ἐλθόντες εἰς τόπον λεγό- μενον Γολγοθᾶ, ὅ ἐστι λεγόμενος κρανίου τόπος, 34 ἔδωκαν αὐτῷ πιεῖν ὄξος μετὰ χολῆς μεμιγμένον· καὶ γευσάμενος οὐκ ἤθελε πιεῖν. 35 σταυ- 142

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.27 εκείνο· επειδή, υπέφερα πολύ σήμερα σε όνειρο εξαιτίας του». 20 Α​ λλά οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι έπεισαν τα πλήθη να ζητήσουν τον Βαραββά, ενώ τον Ιησού να τον θανατώσουν. 21 Τ​ ότε ο ηγεμόνας αποκρίθηκε και τους είπε: «Ποιον από τους δύο θέλετε να σας απελευθερώσω;» Και εκείνοι είπαν: «Τον Βαραββά». 22 ​Τους λέει ο Πιλάτος: «Τι να τον κάνω λοιπόν τον Ιησού, τον λεγόμενο Χριστό;» Και όλοι λένε σε αυτόν: «Να σταυρωθεί!». 23 Και ο ηγε- μόνας είπε: «Γιατί, τι κακό έκανε;» Αυτοί όμως, φώναζαν περισσότερο, λέγο- ντας: «Να σταυρωθεί». 24 Αφού είδε ο Πιλάτος, ότι δεν ωφελεί σε τίποτα, αλλά αντιθέτως γίνεται μεγαλύτερος θόρυβος, πήρε νερό και ένιψε τα χέρια του μπροστά στο πλήθος λέγοντας: «Είμαι αθώος, από το αίμα αυτού {τού δίκαιου}· Είναι δική σας ευθύνη». 25 Κ​ αι αποκρίθηκε όλος ο λαός και είπε: «Το αίμα του πάνω μας και πάνω στα παιδιά μας». 26 ​Τότε τους απελευθέρωσε τον Βαραββά, ενώ τον Ιησού, αφού τον μαστί- γωσε, τον παρέδωσε για να σταυρωθεί. Οι στρατιώτες εμπαίζουν τον Ιησού 27 Τότε, οι στρατιώτες τού ηγεμόνα, παίρνοντας τον Ιησού στο πραιτό- ριο, συγκέντρωσαν γύρω του ολόκληρη τη φρουρά. 28 κι αφού τον έγδυσαν, τον περιτύλιξαν με μια κόκκινη χλαμύδα. 29 ​Και αφού έπλεξαν στεφάνι από αγκάθια, το έθεσαν πάνω στο κεφάλι του και του έδωσαν καλάμι στο δεξί του χέρι. Και γονάτισαν μπροστά του και τον περιέπαιξαν λέγοντας: «Χαίρε, ω βασιλιά των Ιουδαίων». 30 Έπειτα τον έφτυσαν, του πήραν το καλάμι και με αυτό τον χτυπούσαν στο κεφάλι. 31 Και αφού τον περιέπαιξαν, τού έβγα- λαν τη χλαμύδα και τον έντυσαν με τα ρούχα του, και τον πήραν για να πάνε να τον σταυρώσουν. Στον Γολγοθά ανάμεσα σε δυο ληστές 32 Και ενώ έβγαιναν έξω, βρήκαν έναν άνθρωπο από την Κυρήνη, που τον έλεγαν Σίμωνα· και τον αγγάρεψαν για να σηκώσει τον σταυρό του. 33 ​Και όταν ήρθαν σε έναν τόπο λεγόμενο Γολγοθά, που σημαίνει «Τόπος Κρανίου», 34 ​έδωσαν σε αυτόν να πιει κρασί ανακατεμένο με χολή· αλλά εκείνος, όταν 143

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.27 ρώσαντες δὲ αὐτὸν διεμερίσαντο τὰ ἱμάτια αὐτοῦ βαλόντες κλῆρον, 36 καὶ καθήμενοι ἐτήρουν αὐτὸν ἐκεῖ. 37 καὶ ἐπέθηκαν ἐπάνω τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ τὴν αἰτίαν αὐτοῦ γεγραμμένην· οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων. 38 Τότε σταυροῦνται σὺν αὐτῷ δύο λῃσταί, εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων. 39 Οἱ δὲ παραπορευόμενοι ἐβλασφήμουν αὐτὸν κι- νοῦντες τὰς κεφαλὰς αὐτῶν 40 καὶ λέγοντες· ὁ καταλύων τὸν ναὸν καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις οἰκοδομῶν σῶσον σεαυτόν· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβη- θι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ. 41 ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐμπαίζοντες μετὰ τῶν γραμματέων καὶ πρεσβυτέρων καὶ Φαρισαίων ἔλεγον· 42 ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι· εἰ βασιλεὺς Ἰσραήλ ἐστι, καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ καὶ πιστεύσομεν ἐπ' αὐτῷ· 43 πέποιθεν ἐπὶ τὸν Θεόν, ῥυσά- σθω νῦν αὐτόν, εἰ θέλει αὐτόν· εἶπε γὰρ ὅτι Θεοῦ εἰμι υἱός. 44 τὸ δ' αὐτὸ καὶ οἱ λῃσταὶ οἱ συσταυρωθέντες αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτόν. 45 Ἀπὸ δὲ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης· 46 περὶ δὲ τὴν ἐνάτην ὥραν ἀνεβόησεν ὁ Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· ἠλὶ ἠλί, λιμὰ σαβαχθανί; τοῦτ' ἔστι, Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες; 47 τινὲς δὲ τῶν ἐκεῖ ἑστώτων ἀκούσαντες ἔλεγον ὅτι Ἠλί- αν φωνεῖ οὗτος. 48 καὶ εὐθέως δραμὼν εἷς ἐξ αὐτῶν καὶ λαβὼν σπόγγον πλήσας τε ὄξους καὶ περιθεὶς καλάμῳ ἐπότιζεν αὐτόν. 49 οἱ δὲ λοιποὶ ἔλε- γον· ἄφες ἴδωμεν εἰ ἔρχεται Ἠλίας σώσων αὐτόν. 50 ὁ δὲ Ἰησοῦς πάλιν κράξας φωνῇ μεγάλῃ ἀφῆκε τὸ πνεῦμα. 51 Καὶ ἰδοὺ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω, καὶ ἡ γῆ ἐσείσθη καὶ αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν, 52 καὶ τὰ μνημεῖα ἀνεῴχθησαν καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη, 53 καὶ ἐξελθόντες ἐκ τῶν μνημείων, μετὰ τὴν ἔγερσιν αὐτοῦ εἰσῆλθον εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν καὶ ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς. 54 Ὁ δὲ ἑκατόνταρχος καὶ οἱ μετ' αὐτοῦ τη- ροῦντες τὸν Ἰησοῦν, ἰδόντες τὸν σεισμὸν καὶ τὰ γενόμενα ἐφοβήθησαν 144

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.27 το γεύτηκε, δεν ήθελε να πιει. 35 Κι αφού τον σταύρωσαν, διαμοιράστηκαν τα ρούχα του ρίχνοντας κλήρο· 36 ​και καθισμένοι εκεί τον φρουρούσαν. 37 Και πάνω από το κεφάλι του, έθεσαν την αιτία της καταδίκης του γραμμένη: «ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΙΗΣΟΥΣ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ». 38 ​Τότε σταυρώνονται μαζί του δύο ληστές, ένας από τα δεξιά και ένας από τα αριστερά. 39 Και οι περαστικοί τον βλασφημούσαν κουνώντας τα κεφάλια τους 40 και λέγοντας: «Εσύ που γκρεμίζεις τον ναό, και που σε τρεις ημέρες τον ξαναχτίζεις, σώσε τον εαυτό σου· αν είσαι Υιός τού Θεού, κατέβα από τον σταυρό». 41 Το ίδιο και οι αρχιερείς, τον ενέπαιζαν μαζί με τους γραμματείς και τους πρεσβύτερους, λέγοντας : 42 «Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δεν μπορεί να τον σώσει· {αν} είναι βασιλιάς τού Ισραήλ, ας κατέβει τώρα από τον σταυρό, και θα πιστέ- ψουμε σε αυτόν· 43 ε​ μπιστεύθηκε στον Θεό· ας τον σώσει τώρα, αν τον θέλει. Διότι είπε: “Είμαι Υιός του Θεού”». 44 Το ίδιο κι οι ληστές που σταυρώθηκαν μαζί του, τον ειρωνεύονταν. Ο Θάνατος του Ιησού 45 Κ​ αι από τις δώδεκα η ώρα το μεσημέρι, έγινε σκοτάδι πάνω σε ολό- κληρη τη γη ως τις τρεις η ώρα το απόγευμα. 46 Κ​ αι γύρω στις τρεις η ώρα φώναξε ο Ιησούς με δυνατή φωνή, λέγοντας: «Ηλί Ηλί λιμά σαβαχθανί;», δηλαδή: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» 47 Και μερικοί από αυτούς που στέκονταν εκεί, ακούγοντάς το, έλεγαν: «Τον Ηλία φωνάζει αυτός». 48 Και αμέσως έτρεξε ένας από αυτούς και πήρε ένα σφουγγάρι, το γέμισε με ξύδι και, αφού το στερέωσε στην άκρη ενός καλαμιού, του έδινε να το πιει. 49 Οι άλλοι έλεγαν: «Άφησε να δούμε, αν θα έρθει ο Ηλίας να τον σώσει». 50 Ο Ιησούς, αφού φώναξε πάλι με δυνατή φωνή, άφησε το πνεύμα. 51 Και ιδού, το καταπέτασμα του ναού σκίστηκε στα δύο από πάνω ως κάτω, και η γη σείστηκε 52 και οι βράχοι σκίστηκαν, και τα μνήματα ανοίχτηκαν· και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων σηκώθηκαν 53 και αφού βγήκαν έξω από τα μνήματα, μετά την ανάστασή του μπήκαν στην αγία πόλη και εμφανί- στηκαν σε πολλούς. 54 ​Τότε ο εκατόνταρχος και αυτοί που φρουρούσαν μαζί του τον Ιησού, βλέποντας τον σεισμό και όσα έγιναν, φοβήθηκαν πάρα πολύ, 145

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.27 σφόδρα λέγοντες· ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος. 55 Ἦσαν δὲ ἐκεῖ καὶ γυ- ναῖκες πολλαὶ ἀπὸ μακρόθεν θεωροῦσαι, αἵτινες ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας διακονοῦσαι αὐτῷ· 56 ἐν αἷς ἦν Μαρία ἡ Μαγδαληνή, καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Ἰωσῆ μήτηρ, καὶ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβε- δαίου. 57 Ὀψίας δὲ γενομένης ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος ἀπὸ Ἀριμαθαίας, τοὔνομα Ἰωσήφ, ὃς καὶ αὐτὸς ἐμαθήτευσε τῷ Ἰησοῦ· 58 οὗτος προσελθὼν τῷ Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. τότε ὁ Πιλᾶτος ἐκέλευσεν ἀποδο- θῆναι τὸ σῶμα. 59 καὶ λαβὼν τὸ σῶμα ὁ Ἰωσὴφ ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι καθαρᾷ, 60 καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ ὃ ἐλατόμησεν ἐν τῇ πέτρᾳ, καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ μνημείου ἀπῆλθεν. 61 Ἦν δὲ ἐκεῖ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία, καθήμεναι ἀπένα- ντι τοῦ τάφου. 62 Τῇ δὲ ἐπαύριον, ἥτις ἐστὶ μετὰ τὴν παρασκευήν, συνήχθησαν οἱ ἀρχι- ερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι πρὸς Πιλᾶτον 63 λέγοντες· κύριε, ἐμνήσθημεν ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος εἶπεν ἔτι ζῶν, μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι. 64 κέλευ- σον οὖν ἀσφαλισθῆναι τὸν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας, μήποτε ἐλθό- ντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς κλέψωσιν αὐτὸν καὶ εἴπωσι τῷ λαῷ, ἠγέρ- θη ἀπὸ τῶν νεκρῶν· καὶ ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης. 65 ἔφη αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· ἔχετε κουστωδίαν· ὑπάγετε ἀσφαλίσασθε ὡς οἴδατε. 66 οἱ δὲ πορευθέντες ἠσφαλίσαντο τὸν τάφον σφραγίσαντες τὸν λίθον μετὰ τῆς κουστωδίας. 146

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.27 και έλεγαν: «Πραγματικά, Υιός Θεού ήταν αυτός». 55 Ήταν μάλιστα και πολ- λές γυναίκες εκεί, που παρακολουθούσαν από μακριά, οι οποίες είχαν ακο- λουθήσει τον Ιησού από τη Γαλιλαία για να τον υπηρετούν· 56 Μεταξύ των οποίων ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή, και η μητέρα των γιων του Ζεβεδαίου. Η ταφή του Ιησού 57 Όταν λοιπόν βράδιαζε, ήρθε ένας πλούσιος άνθρωπος από την Αριμα- θαία με το όνομα Ιωσήφ, που ήταν και αυτός μαθητής του Ιησού. 58 Αυτός πλησίασε τον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού. Τότε ο Πιλάτος διέ- ταξε να του δοθεί {το σώμα}. 59 Και ο Ιωσήφ, παίρνοντας το σώμα, το τύλιξε με καθαρό σεντόνι, 60 και το έβαλε μέσα σε δικό του καινούριο μνήμα, που λατόμησε στον βράχο. Και αφού κύλησε μια μεγάλη πέτρα στην είσοδο του μνήματος, έφυγε. 61 Εκεί ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, καθι- σμένες απέναντι από τον τάφο. Η σφράγιση του τάφου 62 Και την επόμενη ημέρα, που είναι μετά την παρασκευή, συγκεντρώθη- καν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι στον Πιλάτο, 63 λ​ έγοντας: «Κύριε, θυμη- θήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος, όταν ακόμη ζούσε είπε: “Μετά από τρεις ημέ- ρες Θα αναστηθώ”. 64 Δώσε λοιπόν διαταγή να ασφαλιστεί ο τάφος έως την τρίτη μέρα, μην τυχόν έρθουν οι μαθητές του τη νύχτα και τον κλέψουν και πουν στον λαό: “Αναστήθηκε από τους νεκρούς”, και θα είναι η τελευ- ταία πλάνη χειρότερη της πρώτης». 65 Ο Πιλάτος τους είπε: «Πάρτε φρουρά· πηγαίνετε, ασφαλίστε όπως νομίζετε». 66 Και αυτοί πήγαν και ασφάλισαν τον τάφο μέσω της φρουράς, αφού σφράγισαν την πέτρα. 147

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.28 28 1 Ὀψὲ δὲ σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων, ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία θεωρῆσαι τὸν τάφον. 2 καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας· ἄγγελος γὰρ Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ καὶ προσελθὼν ἀπεκύλισε τὸν λίθον ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ. 3 ἦν δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών. 4 ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐσείσθησαν οἱ τηροῦντες καὶ ἐγένοντο ὡσεὶ νεκροί. 5 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἄγγελος εἶπε ταῖς γυναιξί· μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς· οἶδα γὰρ ὅτι Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε· 6 οὐκ ἔστιν ὧδε· ἠγέρθη γὰρ καθὼς εἶπε· δεῦτε ἴδετε τὸν τόπον ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος. 7 καὶ ταχὺ πορευθεῖσαι εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ ἰδοὺ προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε· ἰδοὺ εἶπον ὑμῖν. 8 καὶ ἐξελ- θοῦσαι ταχὺ ἀπὸ τοῦ μνημείου μετὰ φόβου καὶ χαρᾶς μεγάλης ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ. 9 ὡς δὲ ἐπορεύοντο ἀπαγγεῖλαι τοῖς μα- θηταῖς αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ Ἰησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων· χαίρετε. αἱ δὲ προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ. 10 τότε λέγει αὐταῖς ὁ Ἰησοῦς· μὴ φοβεῖσθε· ὑπάγετε ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελ- φοῖς μου ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν. κἀκεῖ με ὄψονται. 11 Πορευομένων δὲ αὐτῶν ἰδού τινες τῆς κουστωδίας ἐλθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἅπαντα τὰ γενόμενα. 12 καὶ συναχθέ- ντες μετὰ τῶν πρεσβυτέρων συμβούλιόν τε λαβόντες ἀργύρια ἱκανὰ ἔδω- καν τοῖς στρατιώταις λέγοντες· 13 εἴπατε ὅτι οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς ἐλθόντες ἔκλεψαν αὐτὸν ἡμῶν κοιμωμένων. 14 καὶ ἐὰν ἀκουσθῇ τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἡγεμόνος, ἡμεῖς πείσομεν αὐτὸν καὶ ὑμᾶς ἀμερίμνους ποιήσομεν. 15 οἱ δὲ λαβόντες τὰ ἀργύρια ἐποίησαν ὡς ἐδιδάχθησαν. καὶ διεφημίσθη ὁ λόγος οὗτος παρὰ Ἰουδαίοις μέχρι τῆς σήμερον. 148

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.28 28 Άγγελος αναγγέλλει την ανάσταση 1 Και αφού πέρασε το Σάββατο, ενώ φώτιζε η Πρώτη (ημέρα) μετά το Σάβ- βατο, ήρθε η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, για να δουν τον τάφο. 2 Και ξαφνικά, έγινε μεγάλος σεισμός· επειδή, ένας άγγελος του Κυρίου κατέ- βηκε από τον ουρανό, ήρθε και κύλισε την πέτρα {της εισόδου}, και καθόταν επάνω της. 3 Η όψη του ήταν σαν αστραπή και τα ρούχα του λευκά σαν χιόνι. 4 Οι φρουροί μάλιστα, τον φοβήθηκαν τόσο πολύ, που άρχισαν να τρέμουν και έγιναν σαν νεκροί. 5 Και αποκρινόμενος ο άγγελος, είπε στις γυναίκες: «Μη φοβάστε σεις· διότι ξέρω, ότι ζητάτε τον Ιησού τον σταυρωμένο· 6 δεν είναι εδώ· αναστήθηκε, όπως είχε πει· ελάτε, δείτε το μέρος όπου βρισκό- ταν {ο Κύριος}. 7 Και πηγαίνετε γρήγορα να πείτε στους μαθητές του: “Ανα- στήθηκε από τους νεκρούς, και να, τώρα πηγαίνει πριν από σάς στη Γαλι- λαία· εκεί θα τον δείτε”. Κοιτάξτε, εγώ σας τα είπα». 8 Τότε, βγήκαν γρήγορα από το μνήμα με φόβο και χαρά μεγάλη, τρέχοντας να το αναγγείλουν στους μαθητές του. 9 {Καθώς λοιπόν πήγαιναν για να το αναγγείλουν στους μαθη- τές του}, τις συνάντησε ο Ιησούς και είπε: «Χαίρετε!». Και εκείνες, αφού πλη- σίασαν, έπιασαν τα πόδια του, και τον προσκύνησαν. 10 Τότε, λέει σε αυτές ο Ιησούς: «Μη φοβάστε· πηγαίνετε, αναγγείλετε στους αδελφούς μου, για να πάνε στη Γαλιλαία· και εκεί θα με δουν. Στρατιώτες πληρώνονται για να πουν ψέματα 11 Ενώ αυτές πήγαιναν, μερικοί από τους φρουρούς ήρθαν στην πόλη και ανάγγειλαν στους αρχιερείς όλα τα γεγονότα. 12 Και αφού συγκεντρώθηκαν μαζί με τους πρεσβύτερους, και έκαναν συμβούλιο, έδωσαν στους στρατιώ- τες αρκετά αργύρια, λέγοντας: 13 «Να πείτε: “Οι μαθητές του ήρθαν νύχτα και τον έκλεψαν, ενώ εμείς κοιμόμασταν”· 14 και αν φτάσει αυτό στα αφτιά του ηγεμόνα, εμείς θα τον πείσουμε και θα σας απαλλάξουμε από κάθε ευθύνη». 15 Αυτοί λοιπόν, αφού πήραν τα αργύρια, έκαναν όπως τους δασκά- λεψαν. Και διαδόθηκε η φήμη αυτού του λόγου μεταξύ των Ιουδαίων μέχρι τη σημερινή ημέρα. 149

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.28 16 Οἱ δὲ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς. 17 καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν. 18 καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων· ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. 19 πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, 20 διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλά- μην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ' ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντε- λείας τοῦ αἰῶνος. ἀμήν. gh 150


Like this book? You can publish your book online for free in a few minutes!
Create your own flipbook