Important Announcement
PubHTML5 Scheduled Server Maintenance on (GMT) Sunday, June 26th, 2:00 am - 8:00 am.
PubHTML5 site will be inoperative during the times indicated!

Home Explore Σύνθεσις Α' - Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο

Σύνθεσις Α' - Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο

Published by tasos.anton, 2020-07-03 07:56:08

Description: Σύνθεσις Α' - Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο

Keywords: Κατα,Ματθαίον,Ευαγγέλιο,Καινή Διαθήκη,Αγία Γραφή,Ματθαίος,Μετάφραση,Νεοελληνική,Απόδοση,Νέα Ελληνικά

Search

Read the Text Version

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.11 φήτης, θα λάβει μισθό προφήτη· και όποιος δέχεται έναν δίκαιο επειδή είναι δίκαιος, θα λάβει μισθό δικαίου. 42 Και όποιος δώσει σε έναν από αυτούς τους άσημους ένα ποτήρι κρύο νερό επειδή είναι μαθητής μου, αλήθεια σας λέω, δεν θα χάσει τον μισθό του». 11 Ο Ιησούς πλέκει το εγκώμιο του Ιωάννη του Βαπτιστή 1 Μόλις τελείωσε ο Ιησούς να δίνει εντολές στους δώδεκα μαθητές του, αναχώρησε από εκεί, για να διδάξει και να κηρύξει στις πόλεις τους. 2 Και ο Ιωάννης, όταν άκουσε μέσα στη φυλακή τα έργα του Χριστού, έστειλε δύο από τους μαθητές του, 3 και του είπε: «Εσύ είσαι ο Ερχόμενος ή να περιμέ- νουμε άλλον;» 4 Και αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε: «Πηγαίνετε και ανα- φέρετε στον Ιωάννη αυτά που ακούτε και βλέπετε: 5 Τυφλοί ξαναβλέπουν και κουτσοί περπατούν, λεπροί καθαρίζονται και κουφοί ακούν, νεκροί ανα- σταίνονται και φτωχοί ακούνε χαρμόσυνο μήνυμα. 6 Και μακάριος είναι όποιος δεν σκανδαλιστεί με εμένα. 7 Και ενώ αυτοί έφευγαν, ο Ιησούς άρχισε να λέει στα πλήθη για τον Ιωάννη: Τι βγήκατε να δείτε στην έρημο; Καλάμι που το πάει πέρα δώθε άνε- μος; 8 Τι βγήκατε να δείτε; Άνθρωπο ντυμένο με μεταξωτά ρούχα; Αυτοί που φορούν τα μεταξωτά βρίσκονται στα παλάτια. 9 Τότε; Τι βγήκατε να δείτε; Προφήτη; Ναι, σας λέω! Είναι μάλιστα περισσότερο κι από προφήτης. 10 Διότι, αυτός είναι για τον οποίο είναι γραμμένο: «Δέστε, εγώ αποστέλλω τον αγγελιοφόρο μου πριν από την παρουσία τού προσώπου σου, ο οποίος θα προετοιμάσει τον δρόμο σου μπροστά σου». 11 Αλήθεια σας λέω: ανάμεσα σ’ εκείνους που γεννήθηκαν από γυναίκες δεν σηκώθηκε μεγαλύτερος από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή· όμως, ο μικρότερος στη βασιλεία των ουρανών είναι μεγαλύτερος απ’ αυτόν. 12 Και από τις ημέρες του Ιωάννη του Βαπτιστή ως τώρα η βασιλεία των ουρανών επείγει, και όσοι έχουν την αίσθηση του επεί- γοντος βιάζονται και την αρπάζουν. 13 Διότι, όλοι οι προφήτες και ο νόμος 51

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.11 ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. 16 Τίνι δὲ ὁμοιώσω τὴν γενεὰν ταύτην; ὁμοία ἐστὶ παιδίοις καθημένοις ἐν ἀγοραῖς, ἃ προσφωνοῦντα τοῖς ἑτέροις αὐτῶν λέγουσιν· 17 ηὐλήσαμεν ὑμῖν, καὶ οὐκ ὠρχήσασθε, ἐθρηνήσαμεν ὑμῖν, καὶ οὐκ ἐκόψασθε. 18 ἦλθε γὰρ Ἰωάννης μήτε ἐσθίων μήτε πίνων, καὶ λέγουσι· δαιμόνιον ἔχει. 19 ἦλ- θεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ πίνων, καὶ λέγουσιν· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ οἰνοπότης, τελωνῶν φίλος καὶ ἁμαρτωλῶν. καὶ ἐδικαιώθη ἡ σοφία ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῆς 20 Τότε ἤρξατο ὀνειδίζειν τὰς πόλεις ἐν αἷς ἐγένοντο αἱ πλεῖσται δυνάμεις αὐτοῦ, ὅτι οὐ μετενόησαν· 21 οὐαί σοι, Χο- ραζίν, οὐαί σοι, Βηθσαϊδά· ὅτι εἰ ἐν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἐγενήθησαν αἱ δυ- νάμεις αἱ γενόμεναι ἐν ὑμῖν, πάλαι ἂν ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ καθήμεναι μετενόησαν. 22 πλὴν λέγω ὑμῖν, Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἀνεκτότερον ἔσται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ ὑμῖν. 23 καὶ σὺ Καπερναούμ, ἡ ἕως τοῦ οὐρανοῦ ὑψωθεί- σα, ἕως ᾅδου καταβιβασθήσῃ· ὅτι εἰ ἐν Σοδόμοις ἐγενήθησαν αἱ δυνάμεις αἱ γενόμεναι ἐν σοί, ἔμειναν ἂν μέχρι τῆς σήμερον. 24 πλὴν λέγω ὑμῖν ὅτι γῇ Σοδόμων ἀνεκτότερον ἔσται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ σοί. 25 Ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις· 26 ναί, ὁ πατήρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν σου. 27 Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ, οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι. 28 Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. 29 ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ' ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ' ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· 30 ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν. 52

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.11 προφήτεψαν ως τον Ιωάννη. 14 Και αν θέλετε να το δεχθείτε, αυτός είναι ο Ηλίας, που προβλεπόταν να έρθει. 15 Όποιος έχει αυτιά ν’ ακούει, ας ακούει». 16 Με τι λοιπόν να παρομοιάσω αυτή τη γενιά; Είναι όμοια με παιδιά που κάθονται στις αγορές και φωνάζουν η μια παρέα στην άλλη: 17 “Σας παίξαμε χαρούμενη μουσική και δε χορέψατε, Σας τραγουδήσαμε μοιρολόγια, και δεν θρηνολογήσατε”. 18 Διότι, ήρθε ο Ιωάννης ούτε τρώγοντας ούτε πίνοντας, και λένε: “Δαιμόνιο έχει”. 19 Ήρθε ο Υιός τού ανθρώπου τρώγοντας και πίνο- ντας· και λένε: Κοιτάξτε, άνθρωπο φαγά και κρασοπότη, φίλος τελωνών και αμαρτωλών. Όμως δικαιώθηκε η σοφία από τα {παιδιά} της. 20 Τότε άρχισε να κατακρίνει τις πόλεις που έγιναν τα περισσότερα θαύματά του, διότι δεν μετανόησαν: 21 «Αλίμονό σου, Χοραζίν· αλίμονό σου Βηθσαϊδά! Επειδή, αν τα θαύματα που έγιναν ανάμεσά σας γίνονταν στην Τύρο και στη Σιδώνα, θα είχαν προ πολλού μετανοήσει, με σάκο και στάχτη 22 Όμως σας λέω, ότι για την Τύρο και την Σιδώνα θα είναι πιο υποφερτό, την ημέρα τής κρίσεως, παρά για εσάς. 23 Κι εσύ Καπερναούμ, που υψώθηκες ως τον ουρανό; Ως τον άδη θα κατέβεις· επειδή, αν τα θαύματα που έγιναν ανάμεσά σου γίνονταν στα Σόδομα, θα υπήρχαν μέχρι σήμερα. 24 Όμως σας λέω, ότι για την γη των Σοδόμων θα είναι πιο υποφερτό, κατά την ημέρα τής κρίσεως, παρά για εσάς. Ο Υιός αποκαλύπτει και αναπαύει 25 Εκείνον τον καιρό, ο Ιησούς, αποκρίθηκε και είπε: Σε ευχαριστώ, Πατέρα, Κύριε του ουρανού και της γης, διότι τα έκρυψες αυτά από σοφούς και ευφυείς, και τα αποκάλυψες σε νήπια. 26 Ναι, ω Πατέρα, διότι έτσι θέλη- σες να γίνει. 27 Τα πάντα έχουν παραδοθεί σε εμένα από τον Πατέρα μου· και κανένας δε γνωρίζει τον Υιό παρά μόνο ο Πατέρας, ούτε τον Πατέρα γνωρίζει κανένας παρά μόνο ο Υιός και σε όποιον ο Υιός θέλει να τον αποκαλύψει. 28 Ελάτε σ εμένα όλοι όσοι κοπιάζετε κι είστε φορτωμένοι, κι εγώ θα σας ανα- παύσω. 29 Σηκώστε τον ζυγό μου πάνω σας και διδαχτείτε από εμένα, διότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά, και θα βρείτε ανάπαυση στις ψυχές σας. 30 Γιατί ο ζυγός μου είναι απαλός και το φορτίο μου ελαφρό». 53

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.12 12 1 Ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἐπορεύθη ὁ Ἰησοῦς τοῖς σάββασι διὰ τῶν σπορί- μων· οἱ δὲ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπείνασαν, καὶ ἤρξαντο τίλλειν στάχυας καὶ ἐσθίειν. 2 οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἰδόντες εἶπον αὐτῷ· ἰδοὺ οἱ μαθηταί σου ποιοῦ- σιν ὃ οὐκ ἔξεστι ποιεῖν ἐν σαββάτῳ. 3 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ ἀνέγνωτε τί ἐποίησε Δαυῒδ ὅτε ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ οἱ μετ' αὐτοῦ; 4 πῶς εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως ἔφαγεν, οὓς οὐκ ἐξὸν ἦν αὐτῷ φαγεῖν οὐδὲ τοῖς μετ' αὐτοῦ, εἰ μὴ μόνοις τοῖς ἱερεῦσι; 5 ἢ οὐκ ἀνέγνωτε ἐν τῷ νόμῳ ὅτι τοῖς σάββασιν οἱ ἱερεῖς ἐν τῷ ἱερῷ τὸ σάββατον βεβηλοῦσι, καὶ ἀναίτιοί εἰσι; 6 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι τοῦ ἱεροῦ μεῖζόν ἐστιν ὧδε. 7 εἰ δὲ ἐγνώκειτε τί ἐστιν ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν, οὐκ ἂν κατε- δικάσατε τοὺς ἀναιτίους. 8 κύριος γάρ ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ σαββάτου. 9 Καὶ μεταβὰς ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς τὴν συναγωγὴν αὐτῶν. 10 καὶ ἰδοὺ ἄνθρωπος ἦν ἐκεῖ τὴν χεῖρα ἔχων ξηράν· καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν λέγο- ντες· εἰ ἔξεστι τοῖς σάββασι θεραπεύειν; ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ. 11 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τίς ἔσται ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος ὃς ἕξει πρόβατον ἕν, καὶ ἐὰν ἐμπέσῃ τοῦτο τοῖς σάββασιν εἰς βόθυνον, οὐχὶ κρατήσει αὐτὸ καὶ ἐγερεῖ; 12 πόσῳ οὖν διαφέρει ἄνθρωπος προβάτου; ὥστε ἔξεστι τοῖς σάββασι καλῶς ποιεῖν. 13 τότε λέγει τῷ ἀνθρώπῳ· ἔκτεινόν σου τὴν χεῖρα· καὶ ἐξέ- τεινε, καὶ ἀποκατεστάθη ὑγιὴς ὡς ἡ ἄλλη. 14 ἐξελθόντες δὲ οἱ Φαρισαῖοι συμβούλιον ἔλαβον κατ' αὐτοῦ, ὅπως αὐτὸν ἀπολέσωσιν. 54

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.12 12 Ο Κύριος του Σαββάτου 1 Εκείνο τον καιρό, κάποιο Σάββατο, περπατούσε ο Ιησούς μέσα από σιτα- ροχώραφα. Και οι μαθητές του πείνασαν, και άρχισαν να μαδούν στάχυα και να τρώνε. 2 Αλλά οι Φαρισαίοι, όταν τους είδαν, του είπαν: «Κοίτα, οι μαθη- τές σου κάνουν κάτι που δεν επιτρέπεται να γίνεται το Σάββατο». 3 Τότε εκεί- νος τους είπε: «Δεν διαβάσατε τι έκανε ο Δαβίδ, όταν πείνασε αυτός και εκεί- νοι που ήταν μαζί του 4 Πώς μπήκε μέσα στον οίκο τού Θεού, και έφαγε τους άρτους τής πρόθεσης, που δεν επιτρεπόταν να φάει, ούτε αυτός ούτε εκείνοι που ήταν μαζί του, παρά μόνο οι ιερείς; 5 Ή δεν διαβάσατε μέσα στον νόμο, ότι τα Σάββατα οι ιερείς παραβιάζουν το Σάββατο μέσα στον ναό, και είναι αθώοι; 6 Σας λέω, λοιπόν, πως εδώ βρίσκεται κάτι ανώτερο από τον ναό. 7 Κι αν είχατε καταλάβει τι σημαίνει το: “έλεος θέλω και όχι θυσία”, δεν θα κατα- δικάζατε αυτούς τους αθώους. 8 Διότι ο Υιός του ανθρώπου είναι Κύριος {και} του Σαββάτου». Θεραπεία κατά το Σάββατο 9 Κ​ αι αφού έφυγε από εκεί, ήρθε στη συναγωγή τους. 10 Και ιδού, ήταν ένας άνθρωπος εκεί, με παράλυτο χέρι· και τον ρώτησαν, λέγοντας: «Επιτρέ- πεται άραγε, να θεραπεύει κανείς το Σάββατο;» για να τον κατηγορήσουν. 11 Και εκείνος τους είπε: «Ποιος από σας, αν έχει ένα πρόβατο και το Σάββατο του πέσει σε έναν λάκκο δε θα το πιάσει να το σηκώσει; 12 Πόσο λοιπόν, ανώ- τερος είναι ο άνθρωπος από το πρόβατο! Επομένως, επιτρέπεται το Σάβ- βατο να κάνει κανείς το καλό». 13 Τότε λέει στον άνθρωπο: «Τέντωσε το χέρι σου». Και το τέντωσε και αποκαταστάθηκε υγιές σαν το άλλο. 14 Τότε βγήκαν έξω οι Φαρισαίοι και έκαναν συμβούλιο εναντίον του, για να τον θανατώσουν. “Ο δούλος μου ο αγαπητός” 55

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.12 15 Ὁ δὲ Ἰησοῦς γνοὺς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν. Καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοί, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτοὺς πάντας, 16 καὶ ἐπετίμησεν αὐτοῖς ἵνα μὴ φανερὸν ποιήσωσιν αὐτόν, 17 ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· 18 ἰδοὺ ὁ παῖς μου, ὃν ᾑρέτισα, ὁ ἀγαπητός μου, εἰς ὃν εὐδόκησεν ἡ ψυχή μου· θήσω τὸ πνεῦμά μου ἐπ' αὐτόν, καὶ κρίσιν τοῖς ἔθνεσιν ἀπαγγελεῖ· 19 οὐκ ἐρίσει οὐδὲ κραυγάσει, οὐδὲ ἀκούσει τις ἐν ταῖς πλατείαις τὴν φωνὴν αὐτοῦ. 20 κάλαμον συντετριμμένον οὐ κατεά- ξει καὶ λίνον τυφόμενον οὐ σβέσει, ἕως ἂν ἐκβάλῃ εἰς νῖκος τὴν κρίσιν· 21 καὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσι. 22 Τότε προσηνέχθη αὐτῷ δαιμονιζόμενος τυφλὸς καὶ κωφός, καὶ ἐθε- ράπευσεν αὐτόν, ὥστε τὸν τυφλὸν καὶ κωφὸν καὶ λαλεῖν καὶ βλέπειν· 23 καὶ ἐξίσταντο πάντες οἱ ὄχλοι καὶ ἔλεγον· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς Δαυΐδ; 24 οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἀκούσαντες εἶπον· οὗτος οὐκ ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια εἰ μὴ ἐν τῷ Βεελζεβούλ, ἄρχοντι τῶν δαιμονίων. 25 εἰδὼς δὲ ὁ Ἰησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν αὐτοῖς· πᾶσα βασιλεία μερισθεῖσα καθ' ἑαυτῆς ἐρημοῦται, καὶ πᾶσα πόλις ἢ οἰκία μερισθεῖσα καθ' ἑαυτῆς οὐ σταθήσεται. 26 καὶ εἰ ὁ σατανᾶς τὸν σατανᾶν ἐκβάλλει, ἐφ' ἑαυτὸν ἐμερίσθη· πῶς οὖν σταθήσεται ἡ βασιλεία αὐτοῦ; 27 καὶ εἰ ἐγὼ ἐν Βεελζεβοὺλ ἐκβάλ- λω τὰ δαιμόνια, οἱ υἱοὶ ὑμῶν ἐν τίνι ἐκβάλλουσι; διὰ τοῦτο αὐτοὶ κριταὶ ἔσονται ὑμῶν. 28 εἰ δὲ ἐγὼ ἐν Πνεύματι Θεοῦ ἐκβάλλω τὰ δαιμόνια, ἄρα ἔφθασεν ἐφ' ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 29 ἢ πῶς δύναταί τις εἰσελθεῖν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἰσχυροῦ καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἁρπάσαι, ἐὰν μὴ πρῶτον δήσῃ τὸν ἰσχυρόν; καὶ τότε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσει. 30 ὁ μὴ ὢν μετ' ἐμοῦ κατ' ἐμοῦ ἐστι, καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ' ἐμοῦ σκορπίζει. 31 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, πᾶσα ἁμαρτία καὶ βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος βλασφημία οὐκ ἀφεθήσεταιτοῖς ἀνθρώ- ποις· 32 καὶ ὃς ἐὰν εἴπῃ λόγον κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται 56

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.12 15 Ο Ιησούς όμως το έμαθε και έφυγε από εκεί. Και τον ακολούθησαν πολλά πλήθη, και τους θεράπευσε όλους. 16 Και τους διέταξε αυστηρά να μη τον φανερώσουν· 17 για να εκπληρωθεί εκείνο που ειπώθηκε μέσω του Ησαΐα του προφήτη, που λέει: 18 «Ιδού! ο δούλος μου, που εξέλεξα, ο αγαπητός μου, στον οποίο ευαρεστήθηκε η ψυχή μου· θα βάλω το Πνεύμα μου επάνω του, και θα αναγγείλει δίκαιη κρίση στα έθνη· 19 Δεν θα φιλονικήσει ούτε θα κραυγάσει, ούτε θα ακούσει κανένας τη φωνή του στις πλατείες. 20 Ραγι- σμένο καλάμι δεν θα σπάσει και φιτίλι που καπνίζει δεν θα σβήσει, ώσπου να φέρει τη δίκαιη κρίση σε νίκη· 21 και στο όνομά του θα ελπίσουν τα έθνη». Διαιρεμένο βασίλειο 22 Τότε έφεραν σε αυτόν έναν δαιμονισμένο, που ήταν και τυφλός και κωφάλαλος. Και τον θεράπευσε, ώστε ο κωφάλαλος και μιλούσε και έβλεπε. 23 Και όλα τα πλήθη έμεναν κατάπληκτα και έλεγαν: Μήπως αυτός είναι ο γιος τού Δαβίδ; 24 ​Αλλά οι Φαρισαίοι, όταν το άκουσαν, είπαν: «Αυτός δεν βγάζει τα δαιμόνια παρά μόνο μέσω του Βεελζεβούλ, του άρχοντα των δαι- μονίων». 25 Και ο Ιησούς, γνωρίζοντας τις σκέψεις τους, είπε σε αυτούς: «Κάθε βασίλειο, που χωρίζεται σε αντιμαχόμενα μέρη, ερημώνεται· και κάθε πόλη ή σπίτι, που διχάζεται, δε θα σταθεί. 26 Και αν ο σατανάς βγάζει τον σατανά, χωρίστηκε σε αντιμαχόμενα μέρη· πώς, λοιπόν, θα σταθεί το βασίλειό του; 27 Και αν εγώ βγάζω τα δαιμόνια μέσω τού Βεελζεβούλ, οι γιοι σας μέσω ποιανού τα βγάζουν; Γι’ αυτό αυτοί θα είναι οι κριτές σας. 28 Αν όμως εγώ βγάζω τα δαιμόνια με το Πνεύμα του Θεού, σημαίνει πως έφτασε σε εσάς η βασιλεία του Θεού. 29 Έπειτα, πώς μπο- ρεί κανείς να μπει στο σπίτι ενός δυνατού και να αρπάξει τα πράγματά του, αν δεν δέσει πρώτα τον δυνατό; Και έτσι μπορεί να λεηλατήσει το σπίτι του. 30 ​Όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου, και όποιος δε μαζεύει μαζί μου σκορπίζει. 31 Για αυτό, σας λέω: Κάθε αμαρτία και βλασφημία θα συγχωρεθεί στους ανθρώπους· αλλά η βλασφημία, ενάντια στο Πνεύμα, δεν θα συγχωρεθεί στους ανθρώπους. 32 Και όποιος πει έναν λόγο κατά του Υιού τού ανθρώπου, 57

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.12 αὐτῷ· ὃς δ' ἂν εἴπῃ κατὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, οὐκ ἀφεθήσεται αὐτῷ οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι. 33 Ἢ ποιήσατε τὸ δένδρον καλόν, καὶ τὸν καρπὸν αὐτοῦ καλόν, ἢ ποι- ήσατε τὸ δένδρον σαπρόν, καὶ τὸν καρπὸν αὐτοῦ σαπρόν· ἐκ γὰρ τοῦ καρ- ποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται. 34 γεννήματα ἐχιδνῶν, πῶς δύνασθε ἀγαθὰ λαλεῖν πονηροὶ ὄντες; ἐκ γὰρ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ. 35 ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ θησαυροῦ ἐκβάλλει ἀγαθά, καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ ἐκβάλλει πονηρά. 36 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀπο- δώσουσι περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· 37 ἐκ γὰρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ. 38 Τότε ἀπεκρίθησάν τινες τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ἀπὸ σοῦ σημεῖον ἰδεῖν. 39 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλὶς σημεῖον ἐπιζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δο- θήσεται αὐτῇ εἰ μὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου. 40 ὥσπερ γὰρ ἐγέ- νετο Ἰωνᾶς ὁ προφήτης ἐν τῇ κοιλίᾳ τοῦ κήτους τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας, οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ καρδίᾳ τῆς γῆς τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας. 41 ἄνδρες Νινευῖται ἀναστήσονται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινοῦσιν αὐτήν, ὅτι μετενόησαν εἰς τὸ κήρυγμα Ἰωνᾶ, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε. 42 βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινεῖ αὐτήν, ὅτι ἦλθεν ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς ἀκοῦσαι τὴν σοφίαν Σολομῶντος, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Σολομῶντος ὧδε. 43 Ὅταν δὲ τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, διέρχεται δι' ἀνύδρων τόπων ζητοῦν ἀνάπαυσιν, καὶ οὐχ εὑρίσκει. 44 τότε λέγει· εἰς τὸν οἶκόν μου ἐπιστρέψω ὅθεν ἐξῆλθον· καὶ ἐλθὸν εὑρίσκει σχολάζοντα καὶ σεσαρωμένον καὶ κεκοσμημένον. 45 τότε πορεύεται καὶ παραλαμβά- 58

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.12 θα του συγχωρεθεί· όποιος, όμως, πει κατά του Πνεύματος του Αγίου, δεν θα του συγχωρεθεί, ούτε σε αυτόν τον αιώνα ούτε στον μελλοντικό. 33 Ή θεωρήστε το δέντρο καλό και τον καρπό του καλό ή θεωρήστε το δέντρο σάπιο και τον καρπό του σάπιο, γιατί το δέντρο αναγνωρίζεται από τον καρπό του. 34 Γεννήματα οχιάς, πώς μπορείτε να λέτε καλά λόγια, ενώ είστε πονηροί; Διότι από το περιεχόμενο της καρδιάς μιλάει το στόμα. 35 Ο​ αγαθός άνθρωπος βγάζει αγαθά από τον αγαθό θησαυρό του· και ο πονηρός άνθρωπος βγάζει πονηρά από τον πονηρό θησαυρό του. 36 Σας λέω λοιπόν, ότι για κάθε ανωφελή λόγο που θα μιλήσουν οι άνθρωποι, θα αποδώσουν λόγο για αυτόν κατά την ημέρα της κρίσεως. 37 Διότι από τα λόγια σου θα δικαιωθείς και από τα λόγια σου θα καταδικαστείς». Το σημείο του Ιωνά 38 Τ​ ότε μερικοί από τους γραμματείς και τους Φαρισαίους αποκρίθηκαν σε αυτόν λέγοντας: «Δάσκαλε, θέλουμε να δούμε κάποιο σημείο από εσένα». 39 Και εκείνος, αποκρίθηκε και τους είπε: «Πονηρή και μοιχαλίδα γενιά ζητάει σημείο! Αλλά, σημείο δεν θα της δοθεί, παρά μόνο το σημείο τού Ιωνά του προφήτη. 40 Διότι, όπως ο Ιωνάς ήταν μέσα στην κοιλιά τού κήτους τρεις ημέρες και τρεις νύχτες, έτσι θα είναι και ο Υιός τού ανθρώπου στην καρδιά τής γης τρεις ημέρες και τρεις νύχτες. 41 Άντρες Nινευίτες θα αναστηθούν στην κρίση μαζί με αυτήν τη γενιά και θα την κατακρίνουν· γιατί μετανόησαν στο κήρυγμα του Ιωνά· και ιδού, εδώ είναι κάποιος ανώτερος του Ιωνά. 42 Η βασίλισσα του Νότου θα σηκωθεί στην κρίση μαζί με αυτή τη γενεά και θα την κατακρίνει· διότι, ήρθε από τα πέρατα της γης για να ακούσει τη σοφία τού Σολομώντα· και ιδού, εδώ είναι κάποιος ανώτερος του Σολομώντα». 43 «Όταν λοιπόν το ακάθαρτο πνεύμα βγει μέσα από τον άνθρωπο, περ- νάει μέσα από τόπους χωρίς νερό, ψάχνοντας ανάπαυση, αλλά δε βρίσκει. 44 Τότε λέει: “Θα επιστρέψω στην κατοικία μου, από την οποία βγήκα”. Και όταν έρθει τη βρίσκει αδειανή, σκουπισμένη και στολισμένη. 45 Τότε πηγαίνει και 59

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.13 νει μεθ' ἑαυτοῦ ἑπτὰ ἕτερα πνεύματα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ, καὶ γίνεται τὰ ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτων. οὕτως ἔσται καὶ τῇ γενεᾷ τῇ πονηρᾷ ταύτῃ. 46 Ἔτι δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος τοῖς ὄχλοις ἰδοὺ ἡ μήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ εἱστήκεισαν ἔξω, ζητοῦντες λαλῆσαι αὐτῷ. 47 εἶπε δέ τις αὐτῷ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἔξω ἑστήκασι ζητοῦντές σε ἰδεῖν. 48 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ λέγοντι αὐτῷ· τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί μου; 49 καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔφη· ἰδοὺ ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου· 50 ὅστις γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μου ἀδελφὸς καὶ ἀδελ- φὴ καὶ μήτηρ ἐστίν. 13 1 Ἐν δὲ τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς τῆς οἰκίας ἐκάθητο παρὰ τὴν θάλασσαν· 2 καὶ συνήχθησαν πρὸς αὐτὸν ὄχλοι πολλοί, ὥστε αὐτὸν εἰς πλοῖον ἐμβάντα καθῆσθαι, καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐπὶ τὸν αἰγιαλὸν εἱστήκει. 3 καὶ ἐλάλησεν αὐτοῖς πολλὰ ἐν παραβολαῖς λέγων· ἰδοὺ ἐξῆλθεν ὁ σπεί- ρων τοῦ σπείρειν. 4 καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ἃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ ἐλθόντα τὰ πετεινὰ κατέφαγεν αὐτά· 5 ἄλλα δὲ ἔπεσεν ἐπὶ τὰ πετρώ- δη, ὅπου οὐκ εἶχε γῆν πολλήν, καὶ εὐθέως ἐξανέτειλε διὰ τὸ μὴ ἔχειν βά- θος γῆς, 6 ἡλίου δὲ ἀνατείλαντος ἐκαυματίσθη, καὶ διὰ τὸ μὴ ἔχειν ῥίζαν ἐξηράνθη· 7 ἄλλα δὲ ἔπεσεν ἐπὶ τὰς ἀκάνθας, καὶ ἀνέβησαν αἱ ἄκανθαι καὶ ἀπέπνιξαν αὐτά· 8 ἄλλα δὲ ἔπεσεν ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλὴν καὶ ἐδίδου καρπὸν ὃ μὲν ἑκατόν, ὃ δὲ ἑξήκοντα, ὃ δὲ τριάκοντα. 9 ὁ ἔχων ὦτα ἀκού- ειν ἀκουέτω. 60

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ. 13 παίρνει μαζί του εφτά διαφορετικά πνεύματα, πονηρότερα από τον εαυτό του και αφού μπουν μέσα κατοικούν εκεί· και γίνονται τα τελευταία χειρό- τερα από τα πρώτα. Έτσι θα γίνει και με αυτήν εδώ την πονηρή γενιά». Οι πνευματικές συγγένειες 46 Ενώ αυτός ακόμα μιλούσε προς τα πλήθη, ιδού, η μητέρα και οι αδελ- φοί του στάθηκαν έξω, ζητώντας να του μιλήσουν. 47 Είπε τότε κάποιος σε αυτόν: «Ιδού, η μητέρα σου και οι αδελφοί σου έχουν σταθεί έξω, ζητώντας να σου μιλήσουν». 48 Και εκείνος, αποκρίθηκε σε αυτόν που του το είπε, λέγοντας: Ποια είναι η μητέρα μου και ποιοι είναι οι αδελφοί μου; 49 Και απλώνοντας το χέρι του προς τους μαθητές του, είπε: «Ιδού η μητέρα μου και οι αδελφοί μου· 50 Διότι όποιος κάνει το θέλημα του Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς, αυτός είναι αδελφός μου και αδελφή μου και μητέρα μου». 13 Η παραβολή του σπορέα 1 Εκείνη την ημέρα ο Ιησούς βγήκε από το σπίτι και καθόταν δίπλα στη θάλασσα. 2 Και συνάχτηκαν κοντά του πολλά πλήθη, ώστε αυτός μπήκε σε πλοίο για να καθίσει, και όλο το πλήθος στεκόταν στην ακρογιαλιά. 3 Και τους μίλησε για πολλά με παραβολές λέγοντας: «Ιδού βγήκε ο σπορέας για να σπείρει. 4 Και καθώς έσπερνε, μερικοί σπόροι έπεσαν δίπλα στον δρόμο· και αφού ήρθαν τα πουλιά, τους έφαγαν όλους. 5 Άλλοι όμως έπεσαν πάνω σε πετρώδες έδαφος, όπου δεν είχε πολύ χώμα· και αμέσως φύτρωσαν επειδή το χώμα δεν ήταν βαθύ. 6 Μόλις όμως ανέτειλε ο ήλιος κάηκαν και επειδή δεν είχαν ρίζες, ξεράθηκαν. 7 Και άλλοι έπεσαν στα αγκάθια, και τα αγκάθια μεγάλωσαν, και τα έπνιξαν εντελώς. 8 Ά​ λλοι όμως έπεσαν στο χώμα το καλό και έδιναν καρπό, ο ένας εκατό, ο άλλος εξήντα και ο άλλος τριάντα. 9 Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει». 61

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.13 10 Καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ εἶπον αὐτῷ· διατί ἐν παραβολαῖς λα- λεῖς αὐτοῖς; 11 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· ὅτι ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐκείνοις δὲ οὐ δέδοται. 12 ὅστις γὰρ ἔχει, δοθήσεται αὐτῷ καὶ περισσευθήσεται· ὅστις δὲ οὐκ ἔχει, καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ' αὐτοῦ. 13 διὰ τοῦτο ἐν παραβολαῖς αὐτοῖς λαλῶ, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ ἀκούωσιν, οὐδὲ συνιῶσι. μή- ποτε ἐπιστρέψωσι· 14 καὶ τότε πληρωθήσεται ἡ προφητεία Ἡσαΐου ἡ λέ- γουσα· ἀκοῇ ἀκούσετε καὶ οὐ μὴ συνῆτε, καὶ βλέποντες βλέψετε καὶ οὐ μὴ ἴδητε· 15 ἐπαχύνθη γὰρ ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ τοῖς ὠσὶ βαρέ- ως ἤκουσαν, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν, μήποτε ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς ὠσὶν ἀκούσωσι καὶ τῇ καρδίᾳ συνῶσι καὶ ἐπιστρέψω- σι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς. 16 Ὑμῶν δὲ μακάριοι οἱ ὀφθαλμοί, ὅτι βλέπουσι, καὶ τὰ ὦτα ὑμῶν, ὅτι ἀκούουσιν. 17 ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι πολλοὶ προ- φῆται καὶ δίκαιοι ἐπεθύμησαν ἰδεῖν ἃ βλέπετε, καὶ οὐκ εἶδον, καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκούετε, καὶ οὐκ ἤκουσαν. 18 Ὑμεῖς οὖν ἀκούσατε τὴν παραβολὴν τοῦ σπείραντος. 19 παντὸς ἀκούοντος τὸν λόγον τῆς βασιλείας καὶ μὴ συνιέντος, ἔρχεται ὁ πονηρὸς καὶ αἴρει τὸ ἐσπαρμένον ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· οὗτός ἐστιν ὁ παρὰ τὴν ὁδὸν σπαρείς. 20 ὁ δὲ ἐπὶ τὰ πετρώδη σπαρείς, οὗτός ἐστιν ὁ τὸν λόγον ἀκού- ων καὶ εὐθέως μετὰ χαρᾶς δεχόμενος καὶ λαμβάνων αὐτόν· 21 οὐκ ἔχει δὲ ῥίζαν ἐν ἑαυτῷ, ἀλλὰ πρόσκαιρός ἐστι, γενομένης δὲ θλίψεως ἢ διωγ- μοῦ διὰ τὸν λόγον εὐθὺς σκανδαλίζεται. 22 ὁ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας σπαρείς, οὗτός ἐστιν ὁ τὸν λόγον ἀκούων, καὶ ἡ μέριμνα τοῦ αἰῶνος τούτου καὶ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου συμπνίγει τὸν λόγον, καὶ ἄκαρπος γίνεται. 23 ὁ δὲ ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλὴν σπαρείς, οὗτός ἐστιν ὁ τὸν λόγον ἀκούων καὶ συνιῶν· ὃς δὴ καρποφορεῖ καὶ ποιεῖ ὃ μὲν ἑκατόν, ὃ δὲ ἑξήκοντα, ὃ δὲ τριάκοντα. 62

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ. 13 Γιατί μιλάς με παραβολές; 10 Τότε πλησίασαν οι μαθητές και του είπαν: «Γιατί τους μιλάς με παρα- βολές;» 11 Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Γιατί σε εσάς δόθηκε να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, ενώ σε εκείνους δεν δόθηκε. 12 ​Γιατί σε όποιον έχει θα του δοθεί και με το παραπάνω· όποιος όμως δεν έχει, και αυτό που έχει θα αφαιρεθεί από αυτόν. 13 Γι’ αυτό τους μιλάω με παραβολές, επειδή βλέποντας δεν βλέπουν, και ακούγοντας δεν ακούν ούτε καταλαβαί- νουν. 14 Και εκπληρώνεται σε αυτούς η προφητεία του Ησαΐα, που λέει: “Με την ακοή θα ακούσετε αλλά δεν θα καταλάβετε· και βλέποντας θα βλέπετε αλλά δεν θα αντιληφθείτε. 15 Διότι πάχυνε η καρδιά αυτού του λαού, και με τα αυτιά βαριάκουσαν, και έκλεισαν τα μάτια τους· για να μη δουν με τα μάτια και ακούσουν με τα αυτιά και καταλάβουν με την καρδιά και επιστρέ- ψουν, και τους γιατρέψω”. 16 Όμως τα δικά σας μάτια είναι μακάρια γιατί βλέπουν, και τα αυτιά σας γιατί ακούνε. 17 Διότι αλήθεια σας λέω, ότι πολ- λοί προφήτες και δίκαιοι επιθύμησαν να δουν αυτά που βλέπετε, αλλά δεν τα είδαν· και να ακούσουν αυτά που ακούτε, αλλά δεν τα άκουσαν». Ερμηνεία της παραβολής του σπορέα 18 «Ακούστε λοιπόν τώρα, εσείς την παραβολή του σπορέα. 19 Σε καθέναν που ακούει τον λόγο τής βασιλείας, και δεν καταλαβαίνει, έρχεται ο πονη- ρός και αρπάζει το σπαρμένο μέσα στην καρδιά του· αυτός είναι που σπάρ- θηκε κοντά στον δρόμο. 20 Αυτός που σπάρθηκε σε πετρώδες έδαφος, είναι όποιος ακούει το λόγο και αμέσως τον δέχεται με πολλή χαρά, 21 δεν έχει όμως μέσα του ρίζα και είναι προσωρινός· κι όταν γίνουν θλίψεις ή διωγμοί εξαιτίας του λόγου, αμέσως σκανδαλίζεται. 22 Και εκείνος που σπάρθηκε στα αγκάθια, αυτός είναι που ακούει τον λόγο, όμως η μέριμνα αυτού τού αιώνα και η απάτη τού πλούτου πνίγουν τον λόγο, και γίνεται άκαρπος. 23 Και εκεί- νος που σπάρθηκε στο χώμα το καλό, είναι αυτός που ακούει το λόγο και τον καταλαβαίνει· ο οποίος καρποφορεί και κάνει ο ένας εκατό, ο άλλος εξήντα και ο άλλος τριάντα». 63

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.13 24 Ἄλλην παραβολὴν παρέθηκεν αὐτοῖς λέγων· ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ σπείραντι καλὸν σπέρμα ἐν τῷ ἀγρῷ αὐτοῦ· 25 ἐν δὲ τῷ καθεύδειν τοὺς ἀνθρώπους ἦλθεν αὐτοῦ ὁ ἐχθρὸς καὶ ἔσπειρε ζιζά- νια ἀνὰ μέσον τοῦ σίτου καὶ ἀπῆλθεν. 26 ὅτε δὲ ἐβλάστησεν ὁ χόρτος καὶ καρπὸν ἐποίησε, τότε ἐφάνη καὶ τὰ ζιζάνια. 27 προσελθόντες δὲ οἱ δοῦλοι τοῦ οἰκοδεσπότου εἶπον αὐτῷ· κύριε, οὐχὶ καλὸν σπέρμα ἔσπειρας ἐν τῷ σῷ ἀγρῷ; πόθεν οὖν ἔχει ζιζάνια; 28 ὁ δὲ ἔφη αὐτοῖς· ἐχθρὸς ἄνθρωπος τοῦτο ἐποίησεν. οἱ δὲ δοῦλοι εἶπον αὐτῷ· θέλεις οὖν ἀπελθόντες συλλέ- ξωμεν αὐτά; 29 ὁ δὲ ἔφη· οὔ, μήποτε συλλέγοντες τὰ ζιζάνια ἐκριζώσητε ἅμα αὐτοῖς τὸν σῖτον· 30 ἄφετε συναυξάνεσθαι ἀμφότερα μέχρι τοῦ θερι- σμοῦ, καὶ ἐν καιρῷ τοῦ θερισμοῦ ἐρῶ τοῖς θερισταῖς· συλλέξατε πρῶτον τὰ ζιζάνια καὶ δήσατε αὐτὰ εἰς δέσμας πρὸς τὸ κατακαῦσαι αὐτά, τὸν δὲ σῖτον συναγάγετε εἰς τὴν ἀποθήκην μου. 31 Ἄλλην παραβολὴν παρέθηκεν αὐτοῖς λέγων· ὁμοία ἐστὶν ἡ βασι- λεία τῶν οὐρανῶν κόκκῳ σινάπεως, ὃν λαβὼν ἄνθρωπος ἔσπειρεν ἐν τῷ ἀγρῷ αὐτοῦ· 32 ὃ μικρότερον μέν ἐστι πάντων τῶν σπερμάτων, ὅταν δὲ αὐξηθῇ, μεῖζον πάντων τῶν λαχάνων ἐστὶ καὶ γίνεται δένδρον, ὥστε ἐλθεῖν τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ κατασκηνοῦν ἐν τοῖς κλάδοις αὐτοῦ. 33 Ἄλλην παραβολὴν ἐλάλησεν αὐτοῖς· ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ζύμῃ, ἣν λαβοῦσα γυνὴ ἐνέκρυψεν εἰς ἀλεύρου σάτα τρία, ἕως οὗ ἐζυμώθη ὅλον. 34 Ταῦτα πάντα ἐλάλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐν παραβολαῖς τοῖς ὄχλοις, καὶ χω- ρὶς παραβολῆς οὐδὲν ἐλάλει αὐτοῖς, 35 ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· ἀνοίξω ἐν παραβολαῖς τὸ στόμα μου, ἐρεύξομαι κε- 64

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ. 13 Η παραβολή των ζιζανίων 24 Τους έδωσε και άλλη παραβολή, λέγοντας: Η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια με έναν άνθρωπο, που έσπειρε καλό σπόρο στο χωράφι του· 25 αλλά ενώ οι άνθρωποι κοιμούνταν, ήρθε ο εχθρός του και έσπειρε ζιζάνια ανάμεσα στο σιτάρι, και έφυγε. 26 Και όταν βλάστησε το χορτάρι και έκανε καρπό, τότε φάνηκαν και τα ζιζάνια. 27 Πλησίασαν λοιπόν οι δούλοι τού οικο- δεσπότη και του είπαν: Κύριε, δεν έσπειρες καλό σπόρο στο χωράφι σου; Από πού λοιπόν έχει τα ζιζάνια; 28 Και εκείνος τους είπε: “Κάποιος άνθρω- πος εχθρός το έκανε αυτό”. Τότε οι δούλοι τού είπαν: “Θέλεις να πάμε και να τα μαζέψουμε”; 29 Και εκείνος είπε: “Όχι, γιατί μπορεί, μαζεύοντας τα ζιζά- νια, να ξεριζώσετε μαζί με αυτά και το σιτάρι· 30 αφήστε να αυξάνονται και τα δύο μαζί μέχρι τον θερισμό· και κατά τον καιρό τού θερισμού θα πω στους θεριστές: Μαζέψτε πρώτα τα ζιζάνια, και δέστε τα σε δεμάτια, για να τα κάψετε· το σιτάρι όμως συνάξτε το στην αποθήκη μου». Η παραβολή του σιναπιού και της ζύμης 31 Τους έδωσε και άλλη παραβολή, λέγοντας: «Η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια με κόκκο σιναπιού, που τον πήρε ένας άνθρωπος και τον έσπειρε στο χωράφι του. 32 ο οποίος είναι μεν ο μικρότερος από όλους τους σπό- ρους αλλά όταν μεγαλώσει είναι μεγαλύτερο από όλα τα λαχανικά και γίνε- ται δέντρο, ώστε τα πουλιά του ουρανού έρχονται και φωλιάζουν στα κλαδιά του». 33 Τους είπε και άλλη παραβολή: «Η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια με προζύμι, το οποίο πήρε μια γυναίκα και το ανάμειξε με ένα σακί αλεύρι, μέχρι που ζυμώθηκε όλο». Οι παραβολές εκπληρώνουν προφητεία 34 Ό​ λα αυτά τα είπε ο Ιησούς με παραβολές στα πλήθη και χωρίς παρα- βολή δεν τους μιλούσε. 35 για να εκπληρωθεί αυτό που ειπώθηκε μέσω του προφήτη, που λέει: «Με παραβολές θα ανοίξω το στόμα μου και θα ρέω κρυμ- 65

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.13 κρυμμένα ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ερμηνεία παραβολής ζιζανίων 36 Τότε ἀφεὶς τοὺς ὄχλους ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ. Καὶ προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· φράσον ἡμῖν τὴν παραβολὴν τῶν ζι- ζανίων τοῦ ἀγροῦ. 37 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· ὁ σπείρων τὸ καλὸν σπέρμα ἐστὶν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου· 38 ὁ δὲ ἀγρός ἐστιν ὁ κόσμος· τὸ δὲ καλὸν σπέρμα, οὗτοί εἰσιν οἱ υἱοὶ τῆς βασιλείας· τὰ δὲ ζιζάνιά εἰσιν οἱ υἱοὶ τοῦ πονηροῦ· 39 ὁ δὲ ἐχθρὸς ὁ σπείρας αὐτά ἐστιν ὁ διάβολος· ὁ δὲ θερι- σμὸς συντέλεια τοῦ αἰῶνός ἐστιν· οἱ δὲ θερισταὶ ἄγγελοί εἰσιν. 40 ὥσπερ οὖν συλλέγεται τὰ ζιζάνια καὶ πυρὶ καίεται, οὕτως ἔσται ἐν τῇ συντελείᾳ τοῦ αἰῶνος τοῦτου. 41 ἀποστελεῖ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ, καὶ συλλέξουσιν ἐκ τῆς βασιλείας αὐτοῦ πάντα τὰ σκάνδαλα καὶ τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομίαν, 42 καὶ βαλοῦσιν αὐτοὺς εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρός· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 43 τότε οἱ δί- καιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρὸς αὐτῶν. ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. 44 Πάλιν ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν θησαυρῷ κεκρυμμένῳ ἐν τῷ ἀγρῷ, ὃν εὑρὼν ἄνθρωπος ἔκρυψε, καὶ ἀπὸ τῆς χαρᾶς αὐτοῦ ὑπάγει καὶ πάντα ὅσα ἔχει πωλεῖ καὶ ἀγοράζει τὸν ἀγρὸν ἐκεῖνον. 45 Πάλιν ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ ἐμπόρῳ ζητοῦντι καλοὺς μαρ- γαρίτας· 46 ὃς εὑρὼν ἕνα πολύτιμον μαργαρίτην ἀπελθὼν πέπρακε πάντα ὅσα εἶχε καὶ ἠγόρασεν αὐτόν. 47 Πάλιν ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν σαγήνῃ βληθείσῃ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἐκ παντὸς γένους συναγαγούσῃ· 48 ἥν, ὅτε ἐπληρώθη, ἀνα- βιβάσαντες αὐτὴν ἐπὶ τὸν αἰγιαλὸν καὶ καθίσαντες συνέλεξαν τὰ καλὰ εἰς ἀγγεῖα, τὰ δὲ σαπρὰ ἔξω ἔβαλον. 49 οὕτως ἔσται ἐν τῇ συντελείᾳ τοῦ 66

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ. 13 μένα πράγματα από καταβολής κόσμου». Ερμηνεία παραβολής ζιζανίων 36 Τότε άφησε τα πλήθη και ήρθε στο σπίτι {του}. Και ήρθαν σε αυτόν οι μαθητές του και του είπαν: «Εξήγησέ μας την παραβολή των ζιζανίων του χωραφιού». 37 Και αυτός αποκρίθηκε και είπε: «Αυτός που σπέρνει τον καλό σπόρο είναι ο Υιός του ανθρώπου, 38 και το χωράφι είναι ο κόσμος· και ο καλός σπόρος είναι οι γιοι τής βασιλείας· ενώ τα ζιζάνια είναι οι γιοι τού πονηρού· 39 και ο εχθρός, που τα έσπειρε, είναι ο διάβολος· και ο θερισμός είναι η συντέλεια του αιώνα· και οι θεριστές είναι οι άγγελοι. 40 Όπως λοιπόν μαζεύονται τα ζιζάνια και καίγονται στη φωτιά, έτσι θα γίνει κατά τη συντέ- λεια αυτού του αιώνα. 41 Θα αποστείλει ο Υιός του ανθρώπου τους αγγέλους του, και θα μαζέψουν από τη βασιλεία του όλα τα σκάνδαλα και όσους πράτ- τουν την ανομία, 42 και θα τους ρίξουν στο καμίνι της φωτιάς. Εκεί που θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών. 43 Τότε οι δίκαιοι θα ακτινοβο- λήσουν σαν τον ήλιο μέσα στη βασιλεία του Πατέρα τους. Όποιος έχει αυτιά {για να ακούει}, ας ακούει». Η παραβολή του κρυμμένου θησαυρού και του μαργαριταριού 44 «Η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια με θησαυρό κρυμμένο στο χωράφι, που τον βρήκε ένας άνθρωπος και τον έκρυψε, και από τη χαρά του πηγαίνει και πουλά όλα όσα έχει και αγοράζει εκείνο το χωράφι». 45 «Επίσης, η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια με έναν άνθρωπο έμπορο, που ζητούσε να βρει καλά μαργαριτάρια· 46 Και όταν βρήκε ένα πολύτιμο μαργαριτάρι, πήγε αμέσως και πούλησε όλα όσα είχε και το αγόρασε». Παραβολή για το δίχτυ 47 «Επίσης, η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια με δίχτυ που ρίχτηκε στη θάλασσα και μάζεψε ψάρια από κάθε είδος. 48 Και όταν γέμισε, το έσυραν στην ακρογιαλιά και αφού κάθισαν, μάζεψαν τα καλά σε αγγεία ενώ τα άχρη- στα τα έριξαν έξω. 49 Έτσι θα γίνει κατά τη συντέλεια του αιώνα· θα βγουν οι 67

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.14 αἰῶνος. ἐξελεύσονται οἱ ἄγγελοι καὶ ἀφοριοῦσι τοὺς πονηροὺς ἐκ μέσου τῶν δικαίων, 50 καὶ βαλοῦσιν αὐτοὺς εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρός· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 51 Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· συνήκατε ταῦτα πάντα; λέγουσιν αὐτῷ· ναί, Κύριε. 52 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· διὰ τοῦτο πᾶς γραμματεὺς μαθητευθεὶς εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότῃ, ὅστις ἐκβάλλει ἐκ τοῦ θησαυροῦ αὐτοῦ καινὰ καὶ παλαιά. 53 Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς τὰς παραβολὰς ταύτας μετῆρεν ἐκεῖθεν, 54 καὶ ἐλθὼν εἰς τὴν πατρίδα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτοὺς ἐν τῇ συναγω- γῇ αὐτῶν, ὥστε ἐκπλήττεσθαι αὐτοὺς καὶ λέγειν· πόθεν τούτῳ ἡ σοφία αὕτη καὶ αἱ δυνάμεις; 55 οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τοῦ τέκτονος υἱός; οὐχὶ ἡ μή- τηρ αὐτοῦ λέγεται Μαριάμ, καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ Ἰάκωβος καὶ Ἰωσῆς καὶ Σίμων καὶ Ἰούδας; 56 καὶ αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ οὐχὶ πᾶσαι πρὸς ἡμᾶς εἰσι; πό- θεν οὖν τούτῳ ταῦτα πάντα; 57 καὶ ἐσκανδαλίζοντο ἐν αὐτῷ. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ ἔστι προφήτης ἄτιμος εἰ μὴ ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. 58 καὶ οὐκ ἐποίησεν ἐκεῖ δυνάμεις πολλὰς διὰ τὴν ἀπιστί- αν αὐτῶν. 14 1 Ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἤκουσεν Ἡρῴδης ὁ τετράρχης τὴν ἀκοὴν Ἰησοῦ 2 καὶ εἶπε τοῖς παισὶν αὐτοῦ· οὗτός ἐστιν Ἰωάννης ὁ βαπτιστής· αὐτὸς ἠγέρ- θη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ διὰ τοῦτο αἱ δυνάμεις ἐνεργοῦσιν ἐν αὐτῷ. 3 ὁ 68

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.14 άγγελοι και θα ξεχωρίσουν τους πονηρούς ανάμεσα από τους δίκαιους 50 και θα τους ρίξουν στο καμίνι της φωτιάς. Εκεί που θα είναι το κλάμα και το τρί- ξιμο των δοντιών». Ο γνώστης του Μωσαϊκού νόμου και της βασιλείας των ουρανών 51 Τους λέει ο Ιησούς: «Τα καταλάβατε όλα αυτά;» Του λένε: «Ναι{, Κύριε}». 52 Τότε αυτός τους είπε: «Γι’ αυτό κάθε γραμματέας του νόμου που έγινε μαθητής στα της βασιλείας των ουρανών, είναι όμοιος με άνθρωπο οικοδε- σπότη, ο οποίος βγάζει από τον θησαυρό του καινούργια και παλιά». 53 Και όταν ο Ιησούς τελείωσε αυτές τις παραβολές, αναχώρησε από εκεί. Ο Ιησούς απορρίπτεται στην πατρίδα του 54 Κι αφού έφτασε στην πατρίδα του, τους δίδασκε μέσα στη συναγωγή τους, έτσι ώστε να εκπλήσσονται και να λένε: «Από πού έχει αυτός τέτοια σοφία και τέτοιες δυνάμεις; 55 Αυτός δεν είναι ο γιος του ξυλουργού; Η μητέρα του δεν λέγεται Μαριάμ και οι αδερφοί του Ιάκωβος και Ιωσής και Σίμων και Ιούδας; 56 Και οι αδελφές του δεν είναι όλες στον τόπο μας; Από πού λοιπόν τα κατέχει αυτός όλα αυτά;» 57 Και έτσι σκανδαλίζονταν με αυτόν. Τότε ο Ιησούς τους είπε: «Δεν υπάρχει προφήτης χωρίς τιμή, παρά μόνο στην πατρίδα του, και στο ίδιο του το σπίτι». 58 Και δεν έκανε εκεί πολλά θαύματα εξαιτίας της απιστίας τους. 14 Ο Ιωάννης ο βαπτιστής αποκεφαλίζεται από τον Ηρώδη 1 Εκείνον τον καιρό ο Ηρώδης ο τετράρχης άκουσε τη φήμη του Ιησού 2 και είπε στους δούλους του: «Αυτός είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Αυτός ανα- στήθηκε από τους νεκρούς και γι’ αυτό γίνονται θαύματα μέσω αυτού». 3 69

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.14 γὰρ Ἡρῴδης κρατήσας τὸν Ἰωάννην ἔδησεν αὐτὸν καὶ ἔθετο ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ. 4 ἔλεγε γὰρ αὐτῷ ὁ Ἰωάννης· οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν αὐτήν. 5 καὶ θέλων αὐτὸν ἀποκτεῖ- ναι ἐφοβήθη τὸν ὄχλον, ὅτι ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον. 6 γενεσίων δὲ ἀγο- μένων τοῦ Ἡρῴδου ὠρχήσατο ἡ θυγάτηρ τῆς Ἡρῳδιάδος ἐν τῷ μέσῳ καὶ ἤρεσε τῷ Ἡρῴδῃ· 7 ὅθεν μεθ' ὅρκου ὡμολόγησεν αὐτῇ δοῦναι ὃ ἐὰν αἰτή- σηται. 8 ἡ δέ, προβιβασθεῖσα ὑπὸ τῆς μητρὸς αὐτῆς, δός μοι, φησίν, ὧδε ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ. 9 καὶ ἐλυπήθη ὁ βασι- λεύς, διὰ δὲ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειμένους ἐκέλευσε δοθῆναι, 10 καὶ πέμψας ἀπεκεφάλισε τὸν Ἰωάννην ἐν τῇ φυλακῇ. 11 καὶ ἠνέχθη ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ἐδόθη τῷ κορασίῳ, καὶ ἤνεγκε τῇ μητρὶ αὐτῆς. 12 καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἦραν τὸ σῶμα καὶ ἔθαψαν αὐτό, καὶ ἐλθόντες ἀπήγγειλαν τῷ Ἰησοῦ. 13 Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν ἐν πλοίῳ εἰς ἔρημον τό- πον κατ' ἰδίαν· καὶ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἠκολούθησαν αὐτῷ πεζῇ ἀπὸ τῶν πόλεων. 14 Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἶδε πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ' αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. 15 ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώ- μας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. 16 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ χρεί- αν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. 17 οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας. 18 ὁ δὲ εἶπε· φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε. 19 καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρ- τους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. 20 καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. 21 οἱ δὲ ἐσθίο- ντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. 70

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.14 Επειδή ο Ηρώδης, αφού έπιασε τον Ιωάννη, τον έδεσε και τον έβαλε μέσα στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδας, της γυναίκας του αδελφού του, του Φιλίππου. 4 Και αυτό γιατί, ο Ιωάννης του έλεγε: «Δεν επιτρέπεται να την έχεις εσύ». 5 Και ενώ ήθελε να τον σκοτώσει, φοβήθηκε τον λαό, επειδή τον θεωρούσαν προφήτη. 6 Όταν γιόρταζε τα γενέθλιά του ο Ηρώδης, χόρεψε η θυγατέρα της Ηρωδιάδας στη μέση (των καλεσμένων) και άρεσε στον Ηρώδη. 7 Γι’ αυτό, της υποσχέθηκε με όρκο να της δώσει ό,τι και αν ζητή- σει. 8 Εκείνη λοιπόν, καθοδηγούμενη από την μητέρα της, λέει: «Δώσε μου εδώ πάνω στο πιάτο το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή» 9 Λυπήθηκε τότε ο βασιλιάς, όμως λόγο του ότι ορκίστηκε μπροστά στους καλεσμένους, πρόσταξε να της δοθεί. 10 Και έστειλε και αποκεφάλισε τον Ιωάννη στην φυλακή. 11 Και έφεραν το κεφάλι του σε ένα πιάτο και αφού δόθηκε στο κορίτσι, αυτή το έφερε στη μητέρα της. 12 Πλησίασαν τότε οι μαθητές του, σήκωσαν το {σώμα} και το έθαψαν· έπειτα πήγαν στον Ιησού και του ανέφε- ραν το γεγονός. Πέντε ψωμιά, δυο ψάρια και πέντε χιλιάδες πεινασμένοι 13 Μόλις το άκουσε ο Ιησούς, αναχώρησε από εκεί με πλοίο για έναν έρημο τόπο μόνος. Αλλά όταν το έμαθαν τα πλήθη τον ακολούθησαν με τα πόδια από τις πόλεις. 14 Και βγαίνοντας ο Ιησούς είδε ένα μεγάλο πλήθος και τους σπλαχνίστηκε και θεράπευσε τους αρρώστους τους. 15 Όταν σουρούπωνε, τον πλησίασαν οι μαθητές του, λέγοντας: «Ο τόπος είναι ερημικός και η ώρα ήδη περασμένη· απόλυσε τα πλήθη, ώστε να πάνε στα χωριά, να αγορά- σουν τρόφιμα για τον εαυτό τους». 16 Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Δεν χρειάζε- ται να φύγουν. Δώστε τους εσείς να φάνε». 17 Και του λένε: «Δεν έχουμε εδώ παρά μόνο πέντε ψωμιά και δυο ψάρια». 18 Τότε αυτός τους είπε: «Φέρτε τα εδώ, σε μένα». 19 Και αφού πρόσταξε τα πλήθη να καθίσουν πάνω στο χορ- τάρι, πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δυο ψάρια, ύψωσε το βλέμμα προς τον ουρανό, ευλόγησε, έκοψε σε κομμάτια και έδωσε στους μαθητές τα ψωμιά και οι μαθητές στα πλήθη. 20 Και έφαγαν όλοι, και χόρτασαν· και μάζεψαν το περίσσευμα από τα κομμάτια, δώδεκα καλάθια γεμάτα. 21 Και αυτοί που έφαγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άντρες, εκτός από τις γυναίκες και τα παιδιά. 71

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.14 22 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους. 23 καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ' ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ. 24 τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσ- σης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος. 25 τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης. 26 καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν πε- ριπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φό- βου ἔκραξαν. 27 εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε. 28 ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα. 29 ὁ δὲ εἶπεν, ἐλθέ. καὶ κατα- βὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. 30 βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος κατα- ποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με. 31 εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτεί- νας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· ὀλιγόπιστε εἰς τί ἐδίστα- σας; 32 καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος· 33 οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ. 34 Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ. 35 καὶ ἐπιγνόντες αὐτὸν οἱ ἄνδρες τοῦ τόπου ἐκείνου ἀπέστειλαν εἰς ὅλην τὴν περίχωρον ἐκείνην, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας, 36 καὶ πα- ρεκάλουν αὐτὸν ἵνα κἂν μόνον ἅψωνται τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ· καὶ ὅσοι ἥψαντο διεσώθησαν. 72

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.14 Περίπατος επάνω στην θάλασσα 22 Και αμέσως ο Ιησούς ανάγκασε τους μαθητές, να μπουν στο πλοίο και να πάνε πριν από αυτόν στην απέναντι όχθη, μέχρι να διαλύσει τα πλήθη. 23 Και αφού απέλυσε τα πλήθη, ανέβηκε στο βουνό μόνος του για να προ- σευχηθεί. Και όταν έγινε βράδυ, ήταν εκεί μόνος. 24 Στο μεταξύ, το πλοίο βρισκόταν χιλιόμετρα από τη στεριά, στο μέσον της λίμνης και πάλευε με τα κύματα, διότι ο άνεμος ήταν αντίθετος. 25 Κατά την τέταρτη βάρδια της νύχτας (τρεις με έξι η ώρα), ο Ιησούς πήγε προς αυτούς, περπατώντας επάνω στη θάλασσα. 26 Και βλέποντας τον ταράχτηκαν, λέγοντας:«Είναι φάντα- σμα»· και έκραξαν από τον φόβο. 27 Αμέσως όμως ο Ιησούς τούς είπε: «Πάρτε θάρρος! Εγώ είμαι· μη φοβάστε». 28 Τότε ο Πέτρος αποκρίθηκε και είπε: «Κύριε αν είσαι εσύ, πρόσταξε με να έρθω προς εσένα επάνω στα νερά.» 29 Και εκείνος είπε: «Έλα». Τότε ο Πέτρος κατέβηκε από το πλοίο, περπάτησε πάνω στα νερά για να έρθει προς τον Ιησού. 30 Βλέποντας όμως τον ισχυρό άνεμο φοβήθηκε· και αρχίζοντας να βυθίζεται φώναξε λέγοντας: «Κύριε, σώσε με». 31 Α​ μέσως τότε ο Ιησούς, αφού άπλωσε το χέρι, τον έπιασε και του λέει: «Ολιγόπιστε, γιατί δίστασες;» 32 Και μόλις μπήκαν στο πλοίο κόπασε ο άνεμος. 33 Τότε όσοι ήταν στο πλοίο {ήρθαν και} τον προσκύνησαν λέγοντας: «Αληθινά, είσαι Υιός του Θεού!» Θεραπείες στην Γεννησαρέτ 34 Έτσι, αφού πέρασαν απέναντι, ήρθαν στην περιοχή της Γεννησαρέτ. 35 Και όταν οι άντρες εκείνου του τόπου τον αναγνώρισαν, ειδοποίησαν όλη εκείνη την περιοχή, και έφεραν σε αυτόν όλους τους αρρώστους. 36 και τον παρακαλούσαν να αγγίξουν μονάχα την άκρη από το ρούχο του· και όσοι άγγιξαν, θεραπεύτηκαν τελείως. 73

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.15 15 1 Τότε προσέρχονται τῷ Ἰησοῦ οἱ ἀπὸ Ἱεροσολύμων γραμματεῖς καὶ Φα- ρισαῖοι λέγοντες· 2 διατί οἱ μαθηταί σου παραβαίνουσι τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων; οὐ γὰρ νίπτονται τὰς χεῖρας αὐτῶν ὅταν ἄρτον ἐσθίωσιν. 3 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· διατί καὶ ὑμεῖς παραβαίνετε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν παράδοσιν ὑμῶν; 4 ὁ γὰρ Θεὸς ἐνετείλατο λέγων· τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα· καί· ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα θανάτῳ τελευτάτω. 5 ὑμεῖς δὲ λέγετε· ὃς ἂν εἴπῃ τῷ πατρὶ ἢ τῇ μητρί, δῶρον ὃ ἐὰν ἐξ ἐμοῦ ὠφεληθῇς, καὶ οὐ μὴ τιμήσῃ τὸν πατέρα αὐτοῦ ἢ τὴν μητέρα αὐτοῦ· 6 καὶ ἠκυρώσατε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν παράδοσιν ὑμῶν. 7 ὑποκριταί καλῶς προεφήτευσε περὶ ὑμῶν Ἡσαΐας λέγων· 8 ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος τῷ στόματι αὐτῶν καὶ τοῖς χείλεσί με τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ' ἐμοῦ· 9 μάτην δὲ σέβονταί με, διδάσκοντες διδασκαλίας ἐντάλματα ἀνθρώπων. 10 Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον εἶπεν αὐτοῖς· ἀκούετε καὶ συνίετε· 11 οὐ τὸ εἰσερχόμενον εἰς τὸ στόμα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ ἐκπο- ρευόμενον ἐκ τοῦ στόματος τοῦτο κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. 12 τότε προσελ- θόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἶπον αὐτῷ· οἶδας ὅτι οἱ Φαρισαῖοι ἐσκανδαλί- σθησαν ἀκούσαντες τὸν λόγον; 13 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε· πᾶσα φυτεία ἣν οὐκ ἐφύτευσεν ὁ πατήρ μου ὁ οὐράνιος ἐκριζωθήσεται. 14 ἄφετε αὐτούς· ὁδηγοί εἰσι τυφλοὶ τυφλῶν· τυφλὸς δὲ τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται. 15 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· φράσον ἡμῖν τὴν παραβολὴν ταύτην. 16 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἀκμὴν καὶ ὑμεῖς ἀσύνετοί ἐστε; 17 οὔπω νοεῖτε ὅτι πᾶν τὸ εἰσπορευόμενον εἰς τὸ στόμα εἰς τὴν κοι- λίαν χωρεῖ καὶ εἰς ἀφεδρῶνα ἐκβάλλεται; 18 τὰ δὲ ἐκπορευόμενα ἐκ τοῦ στόματος ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχεται, κἀκεῖνα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. 19 ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορ- 74

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.15 15 Παραδόσεις των ανθρώπων 1 Τότε έρχονται προς στον Ιησού γραμματείς και Φαρισαίοι που ήταν από τα Ιεροσόλυμα, λέγοντας: 2 «Γιατί οι μαθητές σου παραβαίνουν την παρά- δοση των πρεσβυτέρων; Διότι δεν πλένουν τα χέρια τους, όταν τρώνε ψωμί». 3 Εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Γιατί και εσείς παραβαίνετε την εντολή του Θεού για την παράδοσή σας; 4 Επειδή, ο Θεός έδωσε εντολή, λέγο- ντας: «Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα·» και «Όποιος κακολογεί πατέρα ή μητέρα, να τιμωρείται με θάνατο». 5 Εσείς όμως λέτε: “Όποιος πει στον πατέρα του ή στη μητέρα του: ‘Αυτό που θα έπαιρνες ως βοήθημα από εμένα το κάνω δωρεά στον ναό’, μπορεί να μη τιμήσει τον πατέρα του ή τη μητέρα του”. 6 Και έτσι ακυρώσατε {εντολή} τού λόγου του Θεού εξαιτίας τής παρά- δοσής σας. 7 Υποκριτές, καλά προφήτεψε για σας ο Ησαΐας, λέγοντας: 8 “Αυτός ο λαός {με πλησιάζει με το στόμα} τους και με τα χείλη με τιμά· η καρ- διά τους όμως, απέχει πολύ μακριά από μένα· 9 μάταια όμως με σέβονται, διδάσκοντας διδασκαλίες, που είναι εντολές από ανθρώπους”». Τι μολύνει τον άνθρωπο; 10 Τότε κάλεσε κοντά του το πλήθος και τους είπε: «Ακούστε με και κατα- λάβετέ το· 11 Δεν κάνει ακάθαρτο τον άνθρωπο αυτό που μπαίνει μέσα στο στόμα, αλλά αυτό που βγαίνει από το στόμα· αυτό κάνει ακάθαρτο τον άνθρωπο». 12 Τότε πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Ξέρεις ότι οι Φαρισαίοι σκανδαλίστηκαν, όταν άκουσαν αυτόν τον λόγο;» 13 Εκείνος απο- κρίθηκε και τους είπε: «Κάθε φυτεία που δεν φύτεψε ο Πατέρας μου ο ουρά- νιος θα ξεριζωθεί. 14 Αφήστε τους αυτούς· είναι τυφλοί, οδηγοί τυφλών. Και όταν τυφλός οδηγεί τυφλό, και οι δύο θα πέσουν σε λάκκο». 15 Αποκρί- θηκε τότε ο Πέτρος και του είπε: «Εξήγησέ μας αυτήν την παραβολή». 16 Και ο Ιησούς είπε: «Ακόμα και εσείς δεν καταλαβαίνετε; 17 Δεν νοείτε ότι καθετί που μπαίνει στο στόμα κατεβαίνει στην κοιλιά και αποβάλλεται στο απο- χωρητήριο; 18 Αυτά που βγαίνουν όμως από το στόμα, αυτά κάνουν ακά- θαρτο τον άνθρωπο. 19 Επειδή, από την καρδιά βγαίνουν πονηροί συλλογι- 75

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.15 νεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι. 20 ταῦτά ἐστι τὰ κοινοῦντα τὸν ἄνθρωπον· τὸ δὲ ἀνίπτοις χερσὶ φαγεῖν οὐ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. 21 Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. 22 καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. 23 ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. 24 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρό- βατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. 25 ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι. 26 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λα- βεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. 27 ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. 28 τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. 29 Καὶ μεταβὰς ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς ἦλθε παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαί- ας, καὶ ἀναβὰς εἰς τὸ ὄρος ἐκάθητο ἐκεῖ. 30 καὶ προσῆλθον αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ ἔχοντες μεθ' ἑαυτῶν χωλούς, τυφλούς, κωφούς, κυλλοὺς καὶ ἑτέ- ρους πολλούς, καὶ ἔρριψαν αὐτοὺς παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐθερά- πευσεν αὐτούς, 31 ὥστε τοὺς ὄχλους θαυμάσαι βλέποντας κωφοὺς ἀκού- οντας, ἀλάλους λαλοῦντας, κυλλοὺς ὑγιεῖς, χωλοὺς περιπατοῦντας καὶ τυφλοὺς βλέποντας· καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν Ἰσραήλ. 32 Ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ εἶπε· σπλαγχνί- 76

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.15 σμοί, φόνοι, μοιχείες, πορνείες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες, βλασφημίες. 20 Αυτά είναι που κάνουν ακάθαρτο τον άνθρωπο· αλλά, το να φάει κάποιος με άπλυτα χέρια δεν τον κάνει ακάθαρτο». Η πίστη μιας Χαναναίας και η θεραπεία της κόρης της 21 Και αφού βγήκε από εκεί ο Ιησούς, αναχώρησε για την περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας. 22 Και ιδού, μια γυναίκα Χαναναία βγήκε από εκείνη την περιοχή, και φώναζε λέγοντας: «Ελέησέ με Κύριε, Υιέ του Δαβίδ. Η θυγα- τέρα μου υποφέρει φρικτά από δαιμόνιο. 23 Αλλά αυτός δεν της αποκρί- θηκε ούτε λέξη. Τότε τον πλησίασαν οι μαθητές του και τον παρακαλούσαν λέγοντας: «Κάνε αυτό που ζητάει για να φύγει, διότι φωνάζει από πίσω μας». 24 Αυτός αποκρίθηκε και είπε: «Δεν έχω αποσταλεί, παρά μόνο στα χαμένα πρόβατα του οίκου Ισραήλ». 25 Τότε εκείνη, ήρθε και τον προσκύνησε λέγο- ντας: «Κύριε, βοήθησέ με». 26 Αυτός της αποκρίθηκε και είπε: «Δεν είναι σωστό να παίρνει κάποιος το ψωμί των παιδιών και να το ρίχνει στα σκυλά- κια». 27 Εκείνη είπε: «Ναι, Κύριε. Αλλά και τα σκυλάκια τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους». 28 Τότε αποκρίθηκε ο Ιησούς και της είπε: «Ω γυναίκα, είναι μεγάλη η πίστη σου· ας γίνει σε εσένα όπως θέλεις». Και γιατρεύτηκε η θυγατέρα της από την ώρα εκείνη. Θεραπείες πολλών ασθενών 29 Φεύγοντας από εκεί ο Ιησούς, ήρθε κοντά στη Θάλασσα της Γαλιλαίας· και αφού ανέβηκε στο βουνό, κάθισε εκεί. 30 Και ήρθαν προς αυτόν πολλά πλήθη, έχοντας μαζί του κουτσούς, τυφλούς, κουλούς, κωφάλαλους και διά- φορους άλλους, και τους έριξαν στα πόδια του Ιησού και τους θεράπευσε. 31 Ώστε τα πλήθη θαύμασαν βλέποντας άλαλους να μιλούν, κουλούς να γίνο- νται καλά, κουτσούς να περπατούν και τυφλούς να βλέπουν· και δόξασαν τον Θεό τού Ισραήλ. Επτά ψωμιά, δύο ψάρια και τέσσερις χιλιάδες πεινασμένοι 32 Ο Ιησούς τότε, κάλεσε κοντά τους μαθητές του και είπε: «Σπλαχνίζομαι 77

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ. 16 ζομαι ἐπὶ τὸν ὄχλον, ὅτι ἤδη ἡμέραι τρεῖς προσμένουσί μοι καὶ οὐκ ἔχουσι τί φάγωσι· καὶ ἀπολῦσαι αὐτοὺς νήστεις οὐ θέλω, μήποτε ἐκλυθῶσιν ἐν τῇ ὁδῷ. 33 καὶ λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· πόθεν ἡμῖν ἐν ἐρημίᾳ ἄρ- τοι τοσοῦτοι ὥστε χορτάσαι ὄχλον τοσοῦτον; 34 καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· πόσους ἄρτους ἔχετε; οἱ δὲ εἶπον· ἑπτά, καὶ ὀλίγα ἰχθύδια. 35 καὶ ἐκέλευσε τοῖς ὄχλοις ἀναπεσεῖν ἐπὶ τὴν γῆν. 36 καὶ λαβὼν τοὺς ἑπτὰ ἄρτους καὶ τοὺς ἰχθύας, εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. 37 καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων ἑπτὰ σπυρίδας πλήρεις· 38 οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν τετρακισχίλιοι ἄνδρες χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. 39 καὶ ἀπολύ- σας τοὺς ὄχλους ἐνέβη εἰς τὸ πλοῖον καὶ ἦλθεν εἰς τὰ ὅρια Μαγδαλά. 16 1 Καὶ προσελθόντες οἱ Φαρισαῖοι καὶ Σαδδουκαῖοι πειράζοντες ἐπηρώ- τησαν αὐτὸν σημεῖον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐπιδεῖξαι αὐτοῖς. 2 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· ὀψίας γενομένης λέγετε· εὐδία· πυρράζει γὰρ ὁ οὐρανός· 3 καὶ πρωΐ· σήμερον χειμών· πυρράζει γὰρ στυγνάζων ὁ οὐρανός. ὑποκτι- ταί, τὸ μὲν πρόσωπον τοῦ οὐρανοῦ γινώσκετε διακρίνειν, τὰ δὲ σημεῖα τῶν καιρῶν οὐ δύνασθε γνῶναι; 4 γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλὶς σημεῖον ἐπιζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰ μὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ προ- φήτου. καὶ καταλιπὼν αὐτοὺς ἀπῆλθεν. 5 Καὶ ἐλθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὸ πέραν ἐπελάθοντο ἄρτους λα- βεῖν. 6 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ὁρᾶτε καὶ προσέχετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων. 7 οἱ δὲ διελογίζοντο ἐν ἑαυτοῖς λέγοντες ὅτι ἄρτους οὐκ ἐλάβομεν. 8 γνοὺς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τί διαλογίζε- σθε ἐν ἑαυτοῖς, ὀλιγόπιστοι, ὅτι ἄρτους οὐκ ἐλάβετε; 9 οὔπω νοεῖτε, οὐδὲ 78

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.16 για το πλήθος, επειδή τρεις ημέρες είναι μαζί μου, και δεν έχουν τι να φάνε· και δεν θέλω να τους διώξω νηστικούς, μήπως και εξαντληθούν στον δρόμο. 33 Και του λένε οι μαθητές του: «Που να βρεθούν μέσα στην ερημιά τόσα ψωμιά, ώστε να χορτάσουμε τέτοιο πλήθος»; 34 Τους λέει τότε ο Ιησούς: «Πόσα ψωμιά έχετε;» Και του λένε: «Επτά, και λίγα ψαράκια». 35 Τότε διέ- ταξε τα πλήθη να καθίσουν καταγής. 36 Και παίρνοντας τα επτά ψωμιά και τα ψάρια, ευχαρίστησε, τα έκοψε, και τα έδωσε στους μαθητές του, και οι μαθη- τές στα πλήθη. 37 ​Και έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Έπειτα σήκωσαν το περίσ- σευμα από τα κομμάτια και γέμισαν εφτά μεγάλα καλάθια. 38 Και αυτοί που έφαγαν ήταν περίπου τέσσερις χιλιάδες άντρες, εκτός από τις γυναίκες και τα παιδιά. 39 Και αφού διέλυσε τα πλήθη, μπήκε στο πλοίο και ήρθε στη περι- οχή της {Μαγδαλά}. 16 Το προζύμι των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων 1 Και τότε πλησίασαν οι Φαρισαίοι και οι Σαδδουκαίοι, πειράζοντάς τον, ζητούσαν να τους δείξει σημείο από τον ουρανό. 2 Εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Όταν έρχεται το δειλινό, λέτε: “Καλό καιρό θα έχουμε αύριο, επειδή κοκκινίζει ο ουρανός”. 3 Και το πρωί λέτε: “σήμερα θα έχουμε κακο- καιρία, γιατί ο ουρανός κοκκινίζει αλλά είναι και συννεφιασμένος” {Υποκρι- τές} Την όψη του ουρανού ξέρετε να τη διακρίνετε, τα σημεία όμως των και- ρών δεν μπορείτε; 4 Πονηρή και μοιχαλίδα γενιά, ζητάει επίμονα σημείο, αλλά σημείο δεν θα της δοθεί, παρά μόνο το σημείο του Ιωνά {του προ- φήτη}». Και τους εγκατέλειψε και έφυγε. 5 Και όταν οι μαθητές πέρασαν στην αντίπερα όχθη, ξέχασαν να πάρουν μαζί τους ψωμιά. 6 Τότε ο Ιησούς τους είπε: «Να έχετε τα μάτια σας ανοι- χτά και να προσέχετε από την ζύμη των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων». 7 Εκείνοι τότε άρχισαν να συλλογίζονται μέσα τους λέγοντας: «Δεν πήραμε ψωμιά!» 8 Και καθώς ο Ιησούς γνώριζε, τους είπε: «Γιατί συλλογίζεστε μέσα 79

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.16 μνημονεύετε τοὺς πέντε ἄρτους τῶν πεντακισχιλίων καὶ πόσους κοφί- νους ἐλάβετε; 10 οὐδὲ τοὺς ἑπτὰ ἄρτους τῶν τετρακισχιλίων καὶ πόσας σπυρίδας ἐλάβετε; 11 πῶς οὐ νοεῖτε ὅτι οὐ περὶ ἄρτου εἶπον ὑμῖν προσέ- χειν ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων; 12 τότε συνῆκαν ὅτι οὐκ εἶπε προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τοῦ ἄρτου, ἀλλ' ἀπὸ τῆς διδαχῆς τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων. 13 Ἐλθὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη Καισαρείας τῆς Φιλίππου ἠρώτα τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγων· τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; 14 οἱ δὲ εἶπον· οἱ μὲν Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλί- αν, ἕτεροι δὲ Ἱερεμίαν ἢ ἕνα τῶν προφητῶν. 15 λέγει αὐτοῖς· ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι; 16 ἀποκριθεὶς δὲ Σίμων Πέτρος εἶπε· σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. 17 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ' ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 18 κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς. 19 καὶ δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ ὃ ἐὰν δήσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καὶ ὃ ἐὰν λύσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 20 τότε διεστείλατο τοῖς μα- θηταῖς αὐτοῦ ἵνα μηδενὶ εἴπωσιν ὅτι αὐτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ Χριστός. 21 Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς δεικνύειν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι δεῖ αὐτὸν ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ πολλὰ παθεῖν ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ γραμματέων καὶ ἀποκτανθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθῆναι. 22 καὶ προσλαβόμενος αὐτὸν ὁ Πέτρος ἤρξατο ἐπιτιμᾶν αὐτῷ λέγων· ἵλεώς σοι, Κύριε· οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο. 23 ὁ δὲ στραφεὶς εἶπε τῷ Πέτρῳ· ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· σκάνδαλον μου εἶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ 80

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.16 σας ολιγόπιστοι, πως δεν πήρατε ψωμιά; 9 Ακόμα δεν καταλαβαίνετε; Ούτε θυμάστε τα πέντε ψωμιά των πέντε χιλιάδων, και πόσα καλάθια περίσσευμα πήρατε; 10 Ούτε και τα εφτά ψωμιά των τεσσάρων χιλιάδων και πόσα καλά- θια περισσεύματα πήρατε; 11 Πώς δεν καταλαβαίνετε ότι δεν εννοούσα το ψωμί, όταν είπα να προσέχετε από την ζύμη των Φαρισαίων και των Σαδδου- καίων;» 12 Τότε κατάλαβαν ότι δεν είπε να προσέχουν από το προζύμι του ψωμιού, αλλά από τη διδασκαλία των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων. Η ομολογία του Πέτρου και τα θεμέλια της Εκκλησίας 13 Όταν ήρθε ο Ιησούς στα μέρη της Καισάρειας του Φιλίππου, ρώτησε τους μαθητές του λέγοντας: «Ποιος λένε οι άνθρωποι πως είναι ο Υιός του ανθρώπου;» 14 Αυτοί του είπαν: «Άλλοι μεν για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή· άλλοι δε για τον Ηλία, άλλοι πάλι για τον Ιερεμία ή για έναν από τους προφή- τες.» 15 Τους λέει: «Εσείς όμως, ποιος λέτε ότι είμαι;» 16 Αποκρίθηκε τότε ο Σίμων Πέτρος και είπε: «Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του του ζωντανού Θεού». 17 Τότε ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Μακάριος είσαι, Σίμων, γιε του Ιωνά, γιατί αυτό δε σου το αποκάλυψε άνθρωπος, αλλά ο Πατέρας μου που είναι στους ουρανούς. 18 Και εγώ, μάλιστα λέω σε εσένα πως εσύ είσαι ο Πέτρος, και πάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την εκκλησία μου, και οι πύλες του άδη δε θα υπερισχύσουν εναντίον της. 19 Και Θα σου δώσω τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών· και ό,τι δέσεις επάνω στη γη θα είναι δεμένο στους ουρανούς και ό,τι λύσεις επάνω στη γη θα είναι λυμένο στους ουρανούς». 20 Τότε έδωσε αυστηρή εντολή στους μαθητές να μην πουν σε κανέναν ότι αυτός είναι ο Χριστός. Ο Ιησούς προλέγει τον θάνατο και την ανάστασή του 21 Από τότε άρχισε ο Ιησούς να φανερώνει στους μαθητές του πως πρέ- πει να πάει στα Ιεροσόλυμα και να πάθει πολλά από τους πρεσβυτέρους και τους αρχιερείς και τους γραμματείς και να θανατωθεί και την τρίτη μέρα να αναστηθεί. 22 Τότε ο Πέτρος τον πήρε κατά μέρος και άρχισε να τον επι- πλήττει, λέγοντας: «Θεός φυλάξει, Κύριε! Μη γένοιτο αυτό σε εσένα». 23 Και αυτός, αφού στράφηκε, είπε στον Πέτρο: «Φύγε από μπροστά μου, σατανά, 81

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.17 τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων. 24 Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλ- θεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεί- τω μοι. 25 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ' ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτήν. 26 τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; 27 μέλλει γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεσθαι ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ, καὶ τότε ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ. 28 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστικότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ. 17 1 Καὶ μεθ' ἡμέρας ἓξ παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ' ἰδίαν· 2 καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσω- πον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. 3 καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας μετ' αὐτοῦ συλλαλοῦντες. 4 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶ- ναι· εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωϋσεῖ μίαν καὶ μίαν Ἠλίᾳ. 5 ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε. 6 καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα. 7 καὶ προσελθὼν 82

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.17 μου γίνεσαι εμπόδιο· διότι, δεν επιδιώκεις τα πράγματα του Θεού, αλλά των ανθρώπων». Οι προϋποθέσεις της αληθινής μαθητείας 24 Τότε ο Ιησούς είπε στους μαθητές του: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει τον σταυρό του και ας με ακολουθεί. 25 Διότι, όποιος θέλει να σώσει την ψυχή του, θα τη χάσει· και όποιος χάσει την ψυχή του, εξαιτίας μου, θα τη βρει. 26 Και τι ωφελείται ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο, χάσει όμως την ψυχή του; Ή τι θα δώσει ο άνθρωπος ως αντάλλαγμα για την ψυχή του; 27 Διότι, ο Υιός τού ανθρώπου μέλλει να έρχεται μέσα στη δόξα του Πατέρα του μαζί με τους αγγέλους του· και τότε θα αποδώσει στον καθέναν σύμφωνα με τις πράξεις του. 28 Αλήθεια σας λέω, είναι μερικοί από αυτούς που στέκονται εδώ, που δεν θα γευτούν θάνατο, ωσότου δουν τον Υιό του ανθρώπου να έρχεται μέσα στη βασιλεία του». 17 Η μεταμόρφωση του Ιησού 1 Μετά από έξι ημέρες, ο Ιησούς παίρνει ιδιαιτέρως τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη τον αδερφό του, και τους ανεβάζει σε ένα ψηλό βουνό. 2 Και μεταμορφώθηκε μπροστά τους· και έλαμψε το πρόσωπό του όπως ο ήλιος, και τα ρούχα του έγιναν κάτασπρα όπως το φως. 3 Και ιδού, εμφανίστη- καν σε αυτούς ο Μωυσής και ο Ηλίας συνομιλώντας μαζί του. 4 Τότε πήρε τον λόγο ο Πέτρος και είπε στον Ιησού: «Κύριε, καλά είμαστε εδώ. Αν θέλεις, κάνουμε εδώ τρεις σκηνές: μια για σένα, μια για τον Μωυσή και μια για τον Ηλία». 5 Ενώ αυτός ακόμα μιλούσε, ξαφνικά, τούς επισκίασε ένα φωτεινό σύννεφο· και ιδού, ακούστηκε φωνή μέσα από το σύννεφο, που έλεγε: Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον οποίο ευαρεστήθηκα· αυτόν να ακούτε. 6 Και ακούγοντας οι μαθητές έπεσαν με το πρόσωπό τους στη γη, και φοβήθη- 83

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.17 ὁ Ἰησοῦς ἥψατο αὐτῶν καὶ εἶπεν· ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε. 8 ἐπάραντες δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν οὐδένα εἶδον εἰ μὴ τὸν Ἰησοῦν μόνον. 9 Καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· μηδενὶ εἴπητε τὸ ὅραμα ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ. 10 καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· τί οὖν οἱ γραμμα- τεῖς λέγουσιν ὅτι Ἠλίαν δεῖ ἐλθεῖν πρῶτον; 11 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς εἶ- πεν αὐτοῖς· Ἠλίας μὲν ἔρχεται πρῶτον καὶ ἀποκαταστήσει πάντα· 12 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι Ἠλίας ἤδη ἦλθε, καὶ οὐκ ἐπέγνωσαν αὐτόν, ἀλλ' ἐποίησαν ἐν αὐτῷ ὅσα ἠθέλησαν· οὕτω καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέλλει πάσχειν ὑπ' αὐτῶν. 13 τότε συνῆκαν οἱ μαθηταὶ ὅτι περὶ Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ εἶ- πεν αὐτοῖς. 14 Καὶ ἐλθόντων αὐτῶν πρὸς τὸν ὄχλον προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γο- νυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 15 Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιά- ζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. 16 καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθη- σαν αὐτὸν θεραπεῦσαι. 17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη ἕως πότε ἔσομαι μεθ' ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε. 18 καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ' αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. 19 Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ' ἰδίαν εἶπον· διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυ- νήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; 20 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυ- νατήσει ὑμῖν. 21 τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 84

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.17 καν πάρα πολύ. 7 Τότε ο Ιησούς τους πλησίασε, τους άγγιξε και είπε: «Σηκω- θείτε και μη φοβάστε». 8 Σήκωσαν τότε τα μάτια τους, και δεν είδαν κανέ- ναν, παρά τον ίδιο τον Ιησού μόνο του. 9 Και ενώ κατέβαιναν από το βουνό, ο Ιησούς τους έδωσε εντολή, λέγοντας: Μην πείτε σε κανέναν το όραμα, μέχρι να αναστηθεί ο Υιός τού ανθρώπου από τους νεκρούς. Πότε έρχεται ο Ηλίας; 10 ​Και τον ρώτησαν οι μαθητές: «Γιατί άραγε λένε οι γραμματείς ότι πρέ- πει να έρθει πρώτα ο Ηλίας;» 11 Αποκρίθηκε ο {Ιησούς} και τους είπε: «Ο Ηλίας έρχεται μεν {πρώτα} και θα αποκαταστήσει τα πάντα· 12 αλλά σας λέω, ότι ο Ηλίας ήδη ήρθε, και δεν τον αναγνώρισαν, αλλά του έκαναν όσα θέλησαν. Έτσι μέλλει να πάθει και ο Υιός του ανθρώπου από αυτούς. 13 Τότε κατάλα- βαν οι μαθητές ότι τους μίλησε για τον Ιωάννη το Βαπτιστή. Θεραπεία επιληπτικού 14 Και όταν έφτασαν στο πλήθος, τον πλησίασε ένας άνθρωπος, γονατί- ζοντας μπροστά λέγοντας: 15 «Κύριε, ελέησέ μου τον γιο, επειδή σεληνιά- ζεται, και υποφέρει πολύ· και πολλές φορές πέφτει στη φωτιά, και άλλες φορές στο νερό· 16 και τον έφερα στους μαθητές σου, αλλά δεν μπόρεσαν να τον θεραπεύσουν». 17 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και είπε: «Ω γενιά άπι- στη και διεστραμμένη! Ως πότε θα είμαι μαζί σας; Ως πότε θα σας ανέχο- μαι; Φέρτε τον μου εδώ». 18 Και ο Ιησούς επιτίμησε το δαιμόνιο και βγήκε απ’ αυτόν· και θεραπεύθηκε το παιδί από εκείνη την ώρα. 19 Τότε πλησία- σαν οι μαθητές στον Ιησού ιδιαιτέρως και του είπαν: «Γιατί εμείς δεν μπορέ- σαμε να το βγάλουμε;» 20 Εκείνος λέει σ’ αυτούς: «Εξαιτίας της απιστίας σας. Διότι αλήθεια σας λέω, αν έχετε πίστη ίσα με κόκκο σιναπιού, θα λέτε σε αυτό το βουνό: “Μετακινήσου από εδώ εκεί”, και θα μετακινείτε· και τίποτε δε θα είναι αδύνατο για σας. 21 {Και αυτό το είδος δεν βγαίνει, παρά με προσευχή και νηστεία».} 85

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.18 22 Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων 23 καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται. καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα. 24 Ἐλθόντων δὲ αὐτῶν εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθον οἱ τὰ δίδραχμα λαμ- βάνοντες τῷ Πέτρῳ καὶ εἶπον· ὁ διδάσκαλος ὑμῶν οὐ τελεῖ τὰ δίδραχ- μα; 25 λέγει, ναί. καὶ ὅτε εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν, προέφθασεν αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί σοι δοκεῖ, Σίμων; οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς ἀπὸ τίνων λαμ- βάνουσι τέλη ἢ κῆνσον; ἀπὸ τῶν υἱῶν αὐτῶν ἢ ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων; 26 λέγει αὐτῷ ὁ Πέτρος· ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων. ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἄραγε ἐλεύθεροί εἰσιν οἱ υἱοί. 27 ἵνα δὲ μὴ σκανδαλίσωμεν αὐτούς, πορευθεὶς εἰς τὴν θάλασσαν βάλε ἄγκιστρον καὶ τὸν ἀναβάντα πρῶτον ἰχθὺν ἆρον, καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ εὑρήσεις στατῆρα· ἐκεῖνον λαβὼν δὸς αὐτοῖς ἀντὶ ἐμοῦ καὶ σοῦ. 18 1 Ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ προσῆλθον οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ λέγοντες· τίς ἄρα μείζων ἐστὶν ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν; 2 καὶ προσκαλεσάμενος ὁ Ἰη- σοῦς παιδίον ἔστησεν αὐτὸ ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ εἶπεν· 3 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασι- λείαν τῶν οὐρανῶν. 4 ὅστις οὖν ταπεινώσῃ ἑαυτὸν ὡς τὸ παιδίον τοῦτο, οὗτός ἐστιν ὁ μείζων ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. 5 καὶ ὃς ἐὰν δέξηται παιδίον τοιοῦτον ἓν ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ἐμὲ δέχεται· 6 ὃς δ' ἂν σκανδαλί- σῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ, συμφέρει αὐτῷ ἵνα κρεμασθῇ μύλος ὀνικὸς εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ καταποντισθῇ ἐν τῷ 86

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.18 Δεύτερη φορά προλέγει τον θάνατό του και την ανάσταση 22 Και όταν περιέρχονταν στην Γαλιλαία, είπε σε αυτούς ο Ιησούς: «Ο Υιός του ανθρώπου πρόκειται να παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων· 23 και θα τον θανατώσουν, και την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί». Και λυπήθηκαν πάρα πολύ. Ο Ιησούς πληρώνει φόρο 24 Όταν ήρθαν στην Καπερναούμ, πλησίασαν τον Πέτρο αυτοί που εισπράττουν τα δίδραχμα, (τον φόρο για τον ναό) και του είπαν: «Ο δάσκα- λός σας δεν πληρώνει τα δίδραχμα;» 25 Τους λέει: «Ναι». Και όταν μπήκε στο σπίτι, τον πρόλαβε ο Ιησούς, λέγοντας: «Σίμων, τι νομίζεις; Οι βασιλιά- δες τής γης από ποιους εισπράττουν τέλη ή φόρο; Από τους γιους τους ή από τους ξένους;» 26 Και ο Πέτρος απάντησε: «Από τους ξένους», του είπε τότε ο Ιησούς: «Άρα, λοιπόν, οι γιοι είναι ελεύθεροι. 27 Όμως για να μην τους σκαν- δαλίσουμε, πήγαινε στη θάλασσα, ρίξε αγκίστρι, και πάρε το πρώτο ψάρι που θα βγάλεις και, αφού ανοίξεις το στόμα του, θα βρεις ένα τετράδραχμο· παρ’ το και δωσ’ τους το, για μένα και για σένα». 18 Ποιος είναι ο μεγαλύτερος στην βασιλεία των ουρανών 1 Εκείνη την ώρα, πλησίασαν οι μαθητές τον Ιησού λέγοντας: «Ποιος είναι άραγε ο μεγαλύτερος στη βασιλεία των ουρανών;» 2 {Ο Ιησούς} προσκά- λεσε τότε ένα παιδάκι, το έβαλε να σταθεί ανάμεσά τους και είπε: 3 «Αλήθεια σας λέω, αν δεν επιστρέψετε, και δε γίνετε σαν τα παιδάκια, δεν θα μπείτε στη βασιλεία των ουρανών. 4 Όποιος λοιπόν ταπεινώσει τον εαυτό του σαν αυτό το παιδάκι, αυτός είναι ο μεγαλύτερος στη Βασιλεία των ουρανών· 5 Και όποιος δεχτεί ένα τέτοιο παιδάκι στο όνομά μου δέχεται εμένα. 6 Όποιος όμως σκανδαλίσει έναν από αυτούς τους μικρούς που πιστεύουν σε εμένα, τον συμφέρει να κρεμαστεί μια μυλόπετρα γύρω από τον λαιμό του και να 87

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.18 πελάγει τῆς θαλάσσης. 7 Οὐαὶ τῷ κόσμῳ ἀπὸ τῶν σκανδάλων· ἀνάγκη γάρ ἐστιν ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα· πλὴν οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι' οὗ τὸ σκάνδαλον ἔρχεται. 8 εἰ δὲ ἡ χείρ σου ἢ ὁ πούς σου σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον αὐτὰ καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· καλόν σοί ἐστιν εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωὴν χωλὸν ἢ κυλλόν, ἢ δύο χεῖρας ἢ δύο πόδας ἔχοντα βληθῆναι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον. 9 καὶ εἰ ὁ ὀφθαλμός σου σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· καλόν σοί ἐστι μονόφθαλμον εἰς τὴν ζωὴν εἰσελθεῖν, ἢ δύο ὀφθαλμοὺς ἔχοντα βληθῆναι εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός. 10 Ὁρᾶτε μὴ καταφρονήσητε ἑνὸς τῶν μικρῶν τούτων· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οἱ ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. 11 ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου σῶσαι τὸ ἀπολωλός. 12 Τί ὑμῖν δοκεῖ; ἐὰν γένη- ταί τινι ἀνθρώπῳ ἑκατὸν πρόβατα καὶ πλανηθῇ ἓν ἐξ αὐτῶν, οὐχὶ ἀφεὶς τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα ἐπὶ τὰ ὄρη, πορευθεὶς ζητεῖ τὸ πλανώμενον; 13 καὶ ἐὰν γένηται εὑρεῖν αὐτό, ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι χαίρει ἐπ' αὐτῷ μᾶλλον ἢ ἐπὶ τοῖς ἐνενήκοντα ἐννέα τοῖς μὴ πεπλανημένοις. 14 οὕτως οὐκ ἔστι θέ- λημα ἔμπροσθεν τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς ἵνα ἀπόληται εἷς τῶν μικρῶν τούτων. 15 Ἐὰν δὲ ἁμαρτήσῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ὕπαγε καὶ ἔλεγξον αὐτὸν με- ταξὺ σοῦ καὶ αὐτοῦ μόνου· ἐάν σου ἀκούσῃ, ἐκέρδησας τὸν ἀδελφόν σου· 16 ἐὰν δὲ μὴ ἀκούσῃ, παράλαβε μετὰ σοῦ ἔτι ἕνα ἢ δύο, ἵνα ἐπὶ στόμα- τος δύο μαρτύρων ἢ τριῶν σταθῇ πᾶν ῥῆμα. 17 ἐὰν δὲ παρακούσῃ αὐτῶν, εἰπὲ τῇ ἐκκλησίᾳ· ἐὰν δὲ καὶ τῆς ἐκκλησίας παρακούσῃ, ἔστω σοι ὥσπερ ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης. 18 Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅσα ἐὰν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ὅσα ἐὰν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λε- λυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ. 19 Πάλιν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν δύο ὑμῶν συμ- φωνήσωσιν ἐπὶ τῆς γῆς περὶ παντὸς πράγματος οὗ ἐὰν αἰτήσωνται, γε- νήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. 20 οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν. 88

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.18 βυθιστεί στο πέλαγος της θάλασσας. 7 Αλίμονο στον κόσμο από τα σκάνδαλα. Διότι αναγκαστικά θα έρθουν τα σκάνδαλα· όμως αλίμονο στον άνθρωπο μέσω του οποίου έρχεται το σκάν- δαλο. 8 Και αν το χέρι σου ή το πόδι σου σε σκανδαλίζει, κόψε τα και πέταξέ τα μακριά. Είναι καλύτερο για σένα να μπεις στη ζωή κουλός ή κουτσός, παρά να έχεις δύο χέρια ή δύο πόδια και να ριχτείς στην αιώνια φωτιά. 9 Και αν το μάτι σου σε σκανδαλίζει, βγάλε το και πέταξέ το μακριά. Είναι καλύ- τερο για σένα να μπεις μονόφθαλμος στη ζωή παρά να έχεις δύο μάτια και να ριχτείς στη γέεννα της φωτιάς». 10 Προσέξτε, μην περιφρονήσετε έναν από αυτούς τους μικρούς· διότι, σας λέω, ότι οι άγγελοί τους στους ουρανούς βλέπουν συνεχώς το πρόσωπο του Πατέρα μου, που είναι στους ουρανούς. 11 {Επειδή, ο Υιός τού ανθρώπου ήρθε για να σώσει το χαμένο».} 12 «Τι νομί- ζετε; Αν κάποιος άνθρωπος έχει εκατό πρόβατα, και ένα από αυτά χαθεί, δεν θα αφήσει τα ενενήντα εννιά επάνω στα βουνά και θα πάει να αναζητήσει το χαμένο; 13 Και αν συμβεί να το βρει, αλήθεια σας λέω, ότι χαίρεται περισσό- τερο για αυτό, παρά για τα ενενήντα εννέα που δεν χάθηκαν. 14 Παρόμοια, δεν είναι θέλημα του Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς, να χαθεί ένας από αυτούς τους μικρούς». 15 «Και αν αμαρτήσει {σε εσένα} ο αδελφός σου, πήγαινε και έλεγξέ τον όταν θα είστε μεταξύ σας, εσύ και αυτός μόνο. Αν σε ακούσει, κέρδισες τον αδελφό σου. 16 Και αν δεν ακούσει, πάρε μαζί σου ακόμα έναν ή δύο, για να επιβεβαιωθεί κάθε λόγος από το στόμα δύο ή τριών μαρτύρων. 17 Αν και αυτούς δεν τους ακούσει, πες το στην εκκλησία· και αν παρακούσει και την εκκλησία, τότε ας είναι για σένα όπως ο εθνικός ή ο τελώνης. 18 Αλήθεια σας λέω: όσα δέσετε πάνω στη γη θα είναι δεμένα στον ουρανό, και όσα λύσετε πάνω στη γη θα είναι λυμένα στον ουρανό. 19 Πάλι αλήθεια σας λέω πως, αν δύο από εσάς συμφωνήσουν πάνω στη γη για οποιοδήποτε πράγμα που θα ζητήσουν, θα γίνει σε αυτούς από τον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς. 20 Διότι, όπου είναι δύο ή τρεις συγκεντρωμένοι στο όνομά μου, εκεί είμαι εγώ ανάμεσά τους». 89

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.18 21 Τότε προσελθὼν αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, ποσάκις ἁμαρτήσει εἰς ἐμὲ ὁ ἀδελφός μου καὶ ἀφήσω αὐτῷ; ἕως ἑπτάκις; 22 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰη- σοῦς· οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις, ἀλλ' ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά. 23 Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. 24 ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναί- ρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. 25 μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυ- ναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι. 26 πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ' ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. 27 σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. 28 ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπό- δος μοι εἴ τι ὀφείλεις. 29 πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ' ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι. 30 ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. 31 ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. 32 τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με· 33 οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα; 34 καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. 35 Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπου- ράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν. 90

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.18 Η παραβολή του κακού δούλου 21 Τότε τον πλησίασε ο Πέτρος και του είπε: «Κύριε, πόσες φορές θα σφά- λει σε εμένα ο αδερφός μου και θα τον συγχωρήσω; Ως εφτά φορές;» 22 Του λέει ο Ιησούς: «Δε σου λέω ως εφτά φορές, αλλά ως εβδομήντα φορές εφτά». 23 «Γι’ αυτό, η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια με έναν βασιλιά, που θέλησε να κάνει λογαριασμό με τους δούλους του. 24 Και όταν άρχισε να κάνει λογαριασμό, του έφεραν έναν που χρωστούσε δέκα χιλιάδες τάλαντα. 25 Και επειδή δεν μπορούσε να τα επιστρέψει, διέταξε ο κύριός του να που- ληθεί αυτός και η γυναίκα του και τα παιδιά του και όλα τα υπάρχοντά του για να ξεπληρωθεί το χρέος του. 26 Έπεσε τότε ο δούλος και τον προσκυνούσε λέγοντας: “{Κύριε} δείξε μου μακροθυμία, και θα σου τα ξεπληρώσω όλα”. 27 Τον σπλαχνίστηκε τότε ο κύριος εκείνου του δούλου και τον άφησε ελεύ- θερο· μάλιστα του χάρισε και το χρέος. 28 Όταν όμως βγήκε έξω εκείνος ο δούλος, βρήκε έναν από τους σύνδου- λούς του που του χρωστούσε εκατό δηνάρια· και αφού τον έπιασε, τον έπνιγε λέγοντας: “Ξεπλήρωσε ό,τι μου χρωστάς”. 29 Έπεσε, λοιπόν, στα πόδια του ο σύνδουλός του και τον παρακαλούσε λέγοντας: “δείξε μου μακροθυμία, και θα σου τα ξεπληρώσω όλα”. 30 Εκείνος όμως δεν ήθελε, αλλά πήγε και τον έριξε στη φυλακή, ωσότου ξεπληρώσει το χρέος του. 31 Βλέποντας οι σύν- δουλοί του αυτά που έγιναν, λυπήθηκαν πάρα πολύ και ήρθαν και εξήγησαν στον κύριό τους όλα όσα συνέβησαν. 32 Τότε ο κύριός του τον κάλεσε και του λέει: “Δούλε πονηρέ, εγώ σου χάρισα όλο εκείνο το χρέος επειδή με παρακά- λεσες. 33 Δεν έπρεπε κι εσύ να ελεήσεις το σύνδουλό σου όπως σε ελέησα κι εγώ”; 34 Και επειδή ο κύριός του οργίστηκε, τον παρέδωσε στους βασανι- στές, ωσότου ξεπληρώσει ολόκληρο το χρέος του σε αυτόν. 35 Έτσι θα κάνει και ο ουράνιος Πατέρας μου σε σας, αν δεν συγχωρήσετε με την καρδιά σας κάθε ένας στον αδελφό του τα παραπτώματά τους». 91

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.19 19 1 Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς λόγους τούτους μετῆρεν ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἦλθεν εἰς τὰ ὅρια τῆς Ἰουδαίας πέραν τοῦ Ἰορδάνου. 2 καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοί, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτοὺς ἐκεῖ.3 Καὶ προσῆλθον αὐτῷ οἱ Φαρισαῖοι πειράζοντες αὐτὸν καὶ λέγοντες αὐτῷ· εἰ ἔξεστιν ἀνθρώπῳ ἀπολῦσαι τὴν γυναῖκα αὐτοῦ κατὰ πᾶσαν αἰτίαν; 4 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ ἀνέγνωτε ὅτι ὁ ποιήσας ἀπ' ἀρχῆς ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς καὶ εἶπεν, 5 ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα καὶ κολληθήσεται τῇ γυναικὶ αὐτοῦ, καὶ ἔσο- νται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν; 6 ὥστε οὐκέτι εἰσὶ δύο, ἀλλὰ σὰρξ μία. ὃ οὖν ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω. 7 λέγουσιν αὐτῷ· τί οὖν Μωϋσῆς ἐνετείλατο δοῦναι βιβλίον ἀποστασί- ου καὶ ἀπολῦσαι αὐτήν; 8 λέγει αὐτοῖς· ὅτι Μωϋσῆς πρὸς τὴν σκληροκαρ- δίαν ὑμῶν ἐπέτρεψεν ὑμῖν ἀπολῦσαι τὰς γυναῖκας ὑμῶν· ἀπ' ἀρχῆς δὲ οὐ γέγονεν οὕτω. 9 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ εἰ μὴ ἐπὶ πορνείᾳ καὶ γαμήσῃ ἄλλην, μοιχᾶται· καὶ ὁ ἀπολελυμένην γαμήσας μοιχᾶται. 10 λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· εἰ οὕτως ἐστὶν ἡ αἰτία τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τῆς γυναικός, οὐ συμφέρει γαμῆσαι. 11 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· οὐ πάντες χωροῦσι τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλ' οἷς δέδοται· 12 εἰσὶ γὰρ εὐνοῦ- χοι οἵτινες ἐκ κοιλίας μητρὸς ἐγεννήθησαν οὕτω. καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτι- νες εὐνουχίσθησαν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐ- νούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω. 13 Τότε προσηνέχθη αὐτῷ παιδία, ἵνα ἐπιθῇ αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ προ- σεύξηται· οἱ δὲ μαθηταὶ ἐπετίμησαν αὐτοῖς. 14 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρός με· τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βα- 92

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.19 19 Για τον γάμο, το διαζύγιο και την αγαμία 1 Και όταν τέλειωσε ο Ιησούς αυτούς τους λόγους, αναχώρησε από τη Γαλι- λαία και ήρθε στη περιοχή της Ιουδαίας πέρα από τον Ιορδάνη. 2 Και τον ακο- λούθησαν πολλά πλήθη και τους θεράπευσε εκεί. 3 Τον πλησίασαν τότε οι Φαρισαίοι πειράζοντάς τον λέγοντας: «Επιτρέπεται στον άντρα να χωρίσει τη γυναίκα του για οποιαδήποτε αιτία;». 4 Εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Δεν διαβάσατε ότι εκείνος που τους δημιούργησε από την αρχή τούς έκανε αρσενικό και θηλυκό 5 και είπε: “Γι’ αυτό, ο άνθρωπος θα αφήσει τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα προσκολληθεί στη γυναίκα του, και οι δύο θα είναι μία σάρκα”; 6 Ώστε δεν είναι πλέον δύο, αλλά μία σάρκα. Ό,τι λοιπόν ο Θεός συνένωσε ο άνθρωπος να μην το χωρίζει». 7 Και του λένε: «Τότε γιατί ο Μωυσής έδωσε εντολή να δίνει ο άντρας έγγραφο διαζυγίου και να την χωρίζει;» 8 Τους λέει: «Ο Μωυσής εξαιτίας τής σκληροκαρδίας σας επέτρεψε να χωρίζετε τις γυναίκες σας· ενώ από την αρχή δεν ήταν έτσι τα πράγματα. 9 Και σας λέω μάλιστα, πως όποιος χωρί- σει τη γυναίκα του, για άλλον λόγο εκτός από πορνεία, και παντρευτεί άλλη, διαπράττει μοιχεία. {Και όποιος παντρευτεί χωρισμένη διαπράττει μοιχεία».} 10 Του λένε οι μαθητές του: «Αν έτσι έχει το θέμα μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας, δεν συμφέρει να παντρεύεται κανείς». 11 Εκείνος τους είπε: «Δεν είναι όλοι σε θέση να δεχτούν αυτόν τον λόγο, αλλά μόνο σε όποιους έχει δοθεί. 12 Διότι υπάρχουν ευνούχοι που γεννήθηκαν έτσι από την κοιλιά της μητέρας τους, και υπάρχουν ευνούχοι που ευνουχίστηκαν από τους ανθρώ- πους και υπάρχουν ευνούχοι που έχουν ευνουχίσει τον εαυτό τους για την βασιλεία των ουρανών. Όποιος μπορεί να το δεχθεί ας, το δεχθεί». Ο Ιησούς ευλογεί τα παιδιά 13 Τότε έφεραν σε αυτόν παιδιά, για να θέσει επάνω τους τα χέρια, και να προσευχηθεί. Αλλά οι μαθητές τούς επέπληξαν. 14 Ο Ιησούς όμως είπε: «Αφή- στε τα παιδιά και μη τα εμποδίζετε να έρθουν προς εμένα. Διότι η βασιλεία 93

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.19 σιλεία τῶν οὐρανῶν. 15 καὶ ἐπιθεὶς τὰς χεῖρας αὐτοῖς ἐπορεύθη ἐκεῖθεν. 16 Καὶ ἰδοὺ εἷς προσελθὼν εἶπεν αὐτῷ· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιή- σω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον; 17 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν, τήρησον τὰς ἐντολάς. 18 λέγει αὐτῷ· ποίας; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· τὸ οὐ φονεύσεις, οὐ μοι- χεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, 19 τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. 20 λέγει αὐτῷ ὁ νεα- νίσκος· πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ; 21 ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. 22 ἀκούσας δὲ ὁ νεανίσκος τὸν λόγον ἀπῆλθε λυπούμενος· ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά. 23 Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 24 πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. 25 ἀκούσαντες δὲ οἱ μα- θηταὶ αὐτοῦ ἐξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες· τίς ἄρα δύναται σωθῆναι; 26 ἐμβλέψας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι. 27 Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; 28 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολου- θήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. 29 καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνό- ματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. 30 Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι. 94

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.19 των ουρανών είναι για αυτούς, πού είναι σαν και αυτά». 15 Και αφού έθεσε τα χέρια του επάνω τους, αναχώρησε από εκεί. Ο Πλούσιος νεαρός αναζητάει την αιώνια ζωή 16 Και ιδού, τον πλησίασε ένας και τού είπε: «Διδάσκαλε αγαθέ, τι αγαθό να κάνω για να έχω αιώνια ζωή;». 17 Εκείνος του είπε: «Τι με ρωτάς για το αγαθό; Ένας είναι ο Αγαθός. Αν όμως θέλεις να μπεις στη ζωή, τήρησε τις εντολές». 18 Του λέει: «Ποιες;». Και ο Ιησούς είπε: «Το να μη φονεύσεις, να μη μοιχεύ- σεις, να μη κλέψεις, να μη ψευδομαρτυρήσεις, 19 τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, και να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου». 20 Του λέει ο νέος: «Όλα αυτά τα φύλαξα {από την παιδική μου ηλικία·} σε τι άλλο υστερώ;». 21 Του είπε ο Ιησούς: «Αν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πού- λησε τα υπάρχοντά σου και δως’ τα σε φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό· και έλα ακολούθησέ με». 22 Όταν άκουσε όμως ο νεαρός αυτόν το λόγο, έφυγε λυπημένος· γιατί είχε μεγάλη περιουσία. Τα πλούτη και η βασιλεία των ουρανών 23 Τότε ο Ιησούς είπε στους μαθητές του: «Αλήθεια σας λέω, ότι δύσκολα θα μπει πλούσιος στη βασιλεία των ουρανών. 24 Πάλι σας λέω, ευκολότερο είναι να περάσει καμήλα μέσα από τρύπημα βελόνας, παρά πλούσιος να μπει στη βασιλεία του Θεού». 25 Μόλις το άκουσαν οι μαθητές, έμειναν έκπληκτοι και είπαν: «Τότε ποιος είναι δυνατόν να σωθεί;» 26 Τότε ο Ιησούς τους κοί- ταξε κατάματα και είπε: «Αυτό είναι αδύνατο στους τους ανθρώπους· στον Θεό όμως τα πάντα είναι δυνατά». 27 Τότε ο Πέτρος αποκρίθηκε και τού είπε: «Να, εμείς τα αφήσαμε όλα και σε ακολουθήσαμε. Τι θα γίνει άραγε με εμάς;». 28 Και ο Ιησούς τους είπε: «Αλήθεια σας λέω, ότι εσείς που με ακολουθήσατε, κατά την παλιγγενεσία, όταν καθίσει ο Υιός του ανθρώπου πάνω στον θρόνο της δόξας του, θα καθίσετε κι εσείς πάνω σε δώδεκα θρόνους, κρίνοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. 29 Και καθένας, πού άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια για το όνομά μου, θα λάβει εκατονταπλάσια, και θα κληρονομήσει αιώνια ζωή. 30 Πολλοί όμως πρώτοι θα είναι τελευταίοι και τελευταίοι πρώτοι». 95

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.20 20 1 Ὁμοία γάρ ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότῃ, ὅστις ἐξῆλθεν ἅμα πρωῒ μισθώσασθαι ἐργάτας εἰς τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ. 2 καὶ συμφωνήσας μετὰ τῶν ἐργατῶν ἐκ δηναρίου τὴν ἡμέραν ἀπέστειλεν αὐτοὺς εἰς τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ. 3 καὶ ἐξελθὼν περὶ τρίτην ὥραν εἶδεν ἄλλους ἑστῶτας ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀργούς, 4 καὶ ἐκείνοις εἶπεν· ὑπάγετε καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν ἀμπελῶνα, καὶ ὃ ἐὰν ᾖ δίκαιον δώσω ὑμῖν. οἱ δὲ ἀπῆλθον. 5 πάλιν ἐξελθὼν περὶ ἕκτην καὶ ἐνάτην ὥραν ἐποίησεν ὡσαύτως. 6 περὶ δὲ τὴν ἑνδεκάτην ἐξελθὼν εὗρεν ἄλλους ἑστῶτας ἀργούς, καὶ λέγει αὐτοῖς· τί ὧδε ἑστήκατε ὅλην τὴν ἡμέραν ἀργοί; 7 λέγουσιν αὐτῷ· ὅτι οὐδεὶς ἡμᾶς ἐμισθώσατο. λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν ἀμπελῶνα, καὶ ὃ ἐὰν ᾖ δίκαιον λήψεσθε. 8 ὀψίας δὲ γενομένης λέγει ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος τῷ ἐπιτρόπῳ αὐτοῦ· κάλεσον τοὺς ἐργάτας καὶ ἀπόδος αὐτοῖς τὸν μισθόν, ἀρξάμενος ἀπὸ τῶν ἐσχάτων ἕως τῶν πρώτων. 9 καὶ ἐλθόντες οἱ περὶ τὴν ἑνδεκά- την ὥραν ἔλαβον ἀνὰ δηνάριον. 10 ἐλθόντες δὲ οἱ πρῶτοι ἐνόμισαν ὅτι πλείονα λήψονται, καὶ ἔλαβον καὶ αὐτοὶ ἀνὰ δηνάριον. 11 λαβόντες δὲ ἐγόγγυζον κατὰ τοῦ οἰκοδεσπότου 12 λέγοντες ὅτι οὗτοι οἱ ἔσχατοι μίαν ὥραν ἐποίησαν, καὶ ἴσους ἡμῖν αὐτοὺς ἐποίησας τοῖς βαστάσασι τὸ βάρος τῆς ἡμέρας καὶ τὸν καύσωνα. 13 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν ἑνὶ αὐτῶν· ἑταῖρε, οὐκ ἀδικῶ σε· οὐχὶ δηναρίου συνεφώνησάς μοι; 14 ἆρον τὸ σὸν καὶ ὕπαγε· θέλω δὲ τούτῳ τῷ ἐσχάτῳ δοῦναι ὡς καὶ σοί. 15 ἢ οὐκ ἔξεστί μοι ποιῆσαι ὃ θέλω ἐν τοῖς ἐμοῖς; εἰ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρός ἐστιν ὅτι ἐγὼ ἀγαθός εἰμι; 16 Οὕτως ἔσονται οἱ ἔσχατοι πρῶτοι καὶ οἱ πρῶτοι ἔσχατοι· πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί. 96

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.20 20 Παραβολή των μισθωτών του αμπελιού 1 «Διότι, η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια με έναν οικοδεσπότη, που βγήκε τα χαράματα, για να μισθώσει εργάτες για το αμπέλι του. 2 Και αφού συμφώνησε με τούς εργάτες να τούς δίνει από ένα δηνάριο την ημέρα, τούς έστειλε στο αμπέλι του. 3 Όταν βγήκε στις εννιά η ώρα το πρωί, είδε άλλους να στέκονται άνεργοι στην αγορά· 4 Και σε εκείνους είπε: “Πηγαίνετε και εσείς στο αμπέλι, και θα σάς δώσω ό,τι είναι δίκαιο” {και πήγαν και εκείνοι}. 5 Πάλι βγήκε στις δώδεκα και στις τρεις η ώρα και έκανε το ίδιο. 6 Και βγαίνο- ντας γύρω στις πέντε το απόγευμα, βρήκε και άλλους να στέκονται άνεργοι και τούς λέει: “Γιατί στέκεστε εδώ άνεργοι όλη την ημέρα;” 7 Του λένε: “Γιατί κανένας δεν μας μίσθωσε”. Τους λέει: “Πηγαίνετε και εσείς στο αμπέλι {και θα σάς δώσω ό,τι είναι δίκαιο}”. 8 Όταν λοιπόν άρχισε να βραδιάζει, λέει ο κύριος τού αμπελιού στον δια- χειριστή του: “Κάλεσε τούς εργάτες και πλήρωσέ τους τον μισθό, αρχίζο- ντας από τούς τελευταίους μέχρι τούς πρώτους”. 9 Ήρθαν λοιπόν αυτοί που μισθώθηκαν στις πέντε η ώρα το απόγευμα και πήραν από ένα δηνάριο. 10 Και όταν ήρθαν οι πρώτοι, νόμισαν πως θα πάρουν περισσότερα· αλλά πήραν και αυτοί από ένα δηνάριο. 11 Όταν το πήραν, άρχισαν να διαμαρτύ- ρονται εναντίον του οικοδεσπότη, 12 λέγοντας: “Αυτοί οι τελευταίοι μια ώρα εργάστηκαν, και τους έκανες ίσους με εμάς, που βαστάξαμε το βάρος της ημέρας και τον καύσωνα”. 13 Εκείνος αποκρίθηκε σε έναν από αυτούς και είπε: “Φίλε, δεν σε αδικώ. Ένα δηνάριο δεν συμφώνησες μαζί μου; 14 Πάρε το δικό σου και φύγε. Εγώ θέλω να δώσω σε αυτόν τον τελευταίο όσο και σε εσένα· 15 Μήπως δεν έχω δικαίωμα να κάνω ό,τι θέλω με τα δικά μου; Ή μήπως το μάτι σου είναι πονηρό, επειδή εγώ είμαι αγαθός”; 16 Έτσι θα γίνουν οι τελευταίοι πρώτοι και οι πρώτοι τελευταίοι. {Διότι, πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί.}» 97

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.20 17 Καὶ ἀναβαίνων ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα παρέλαβε τοὺς δώδεκα μα- θητὰς κατ' ἰδίαν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ εἶπεν αὐτοῖς· 18 ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱε- ροσόλυμα, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ, 19 καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσιν εἰς τὸ ἐμπαῖξαι καὶ μαστιγῶσαι καὶ σταυρῶσαι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. 20 Τότε προσῆλθεν αὐτῷ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου μετὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς προσκυνοῦσα καὶ αἰτοῦσά τι παρ' αὐτοῦ. 21 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· τί θέλεις; λέγει αὐτῷ· εἰπὲ ἵνα καθίσωσιν οὗτοι οἱ δύο υἱοί μου εἷς ἐκ δε- ξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου ἐν τῇ βασιλείᾳ σου. 22 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ μέλλω πίνειν, ἢ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; λέγουσιν αὐτῷ· δυνάμεθα. 23 καὶ λέγει αὐτοῖς· τὸ μὲν ποτήριόν μου πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων μου οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ' οἷς ἡτοίμασται ὑπὸ τοῦ πατρός μου. 24 καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἠγανάκτησαν περὶ τῶν δύο ἀδελφῶν. 25 ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς εἶπεν· οἴδατε ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι κατεξουσιά- ζουσιν αὐτῶν. 26 οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ' ὃς ἐὰν θέλῃ ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι, ἔσται ὑμῶν διάκονος, 27 καὶ ὃς ἂν θέλῃ ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος, ἔσται ὑμῶν δοῦλος· 28 ὥσπερ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆ- ναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν. 98

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.20 Ο Ιησούς προλέγει για τρίτη φορά τον θάνατο και την ανάστασή του 17 Ανεβαίνοντας ο Ιησούς για τα Ιεροσόλυμα, πήρε τούς δώδεκα μαθη- τές ιδιαιτέρως στον δρόμο και τούς είπε: 18 «Ιδού, ανεβαίνουμε στα Ιεροσό- λυμα και ο Υιός του ανθρώπου θα παραδοθεί στους αρχιερείς και στους γραμ- ματείς, και θα τον καταδικάσουν σε θάνατο 19 και θα τον παραδώσουν στα έθνη, για να τον εμπαίξουν και να τον μαστιγώσουν και να τον σταυρώσουν· και την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί». Θλίψεις και διακονία 20 Τον πλησίασε τότε η μητέρα των γιων του Ζεβεδαίου μαζί με τους γιους της, προσκυνώντας και ζητώντας κάτι από αυτόν. 21 ​Εκείνος της είπε: «Τι θέλεις;» Του λέει: «Πες να καθίσουν αυτοί οι δύο γιοι μου, κατά τη βασιλεία σου, ένας από τα δεξιά σου και ένας από τα αριστερά σου ». 22 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και είπε: «Δεν ξέετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι το οποίο πρόκειται να πιω εγώ {ή να βαπτιστείτε με το βάπτισμα, με το οποίο θα βαπτιστώ εγώ};» Του λένε: «Μπορούμε». 23 Και τους λέει: «Το μεν ποτήρι μου θα το πιείτε, και το βάπτισμα, που εγώ βαπτίζομαι, θα το βαπτιστείτε· όμως, το να καθίσετε, από τα δεξιά μου και από τα αριστερά μου, δεν εξαρτά- ται από εμένα να το δώσω, αλλά θα δοθεί σε όσους έχει ετοιμαστεί από τον Πατέρα μου». 24 Όταν το άκουσαν αυτό οι (υπόλοιποι) δέκα, αγανάκτησαν με τους δύο αδελφούς. 25 Τότε ο Ιησούς τους κάλεσε και τους είπε: «Ξέρετε ότι οι άρχοντες των εθνών ασκούν απόλυτη κυριαρχία πάνω σε αυτά και οι μεγάλοι τα κατεξουσιάζουν. 26 Δεν πρέπει να συμβαίνει αυτό μεταξύ σας. Αλλά όποιος θέλει να γίνει μεγάλος μεταξύ σας πρέπει να είναι υπηρέτης σας· 27 κ​ αι όποιος θέλει να είναι πρώτος μεταξύ σας, θα είναι δούλος σας· 28 όπως ακριβώς ο Υιός τού ανθρώπου δεν ήρθε για να υπηρετηθεί, αλλά για να υπηρετήσει, και να δώσει τη ζωή του λύτρο στη θέση πολλών». 99

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΚΕΦ.21 29 Καὶ ἐκπορευομένων αὐτῶν ἀπὸ Ἱεριχὼ ἠκολούθησεν αὐτῷ ὄχλος πολύς. 30 καὶ ἰδοὺ δύο τυφλοὶ καθήμενοι παρὰ τὴν ὁδόν, ἀκούσαντες ὅτι Ἰησοῦς παράγει, ἔκραξαν λέγοντες· ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, υἱὸς Δαυΐδ. 31 ὁ δὲ ὄχλος ἐπετίμησεν αὐτοῖς ἵνα σιωπήσωσιν· οἱ δὲ μεῖζον ἔκραζον λέγοντες· ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, υἱὸς Δαυΐδ. 32 καὶ στὰς ὁ Ἰησοῦς ἐφώνη- σεν αὐτοὺς καὶ εἶπε· τί θέλετε ποιήσω ὑμῖν; 33 λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἵνα ἀνοιχθῶσιν ἡμῶν οἱ ὀφθαλμοί. 34 σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ εὐθέως ἀνέβλεψαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἠκο- λούθησαν αὐτῷ. 21 1 Καὶ ὅτε ἤγγισαν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ἦλθον εἰς Βηθσφαγῆ πρὸς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν, τότε ὁ Ἰησοῦς ἀπέστειλε δύο μαθητὰς 2 λέγων αὐτοῖς· πο- ρεύθητε εἰς τὴν κώμην τὴν ἀπέναντι ὑμῶν, καὶ εὐθέως εὑρήσετε ὄνον δεδεμένην καὶ πῶλον μετ' αὐτῆς· λύσαντες ἀγάγετέ μοι. 3 καὶ ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ τι, ἐρεῖτε ὅτι ὁ Κύριος αὐτῶν χρείαν ἔχει· εὐθέως δὲ ἀποστελεῖ αὐτούς. 4 τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τοῦ προφή- του λέγοντος· 5 εἴπατε τῇ θυγατρὶ Σιών, ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι πραῢς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὄνον καὶ πῶλον υἱὸν ὑποζυγίου. 6 πορευθέ- ντες δὲ οἱ μαθηταὶ καὶ ποιήσαντες καθὼς προσέταξεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, 7 ἤγαγον τὴν ὄνον καὶ τὸν πῶλον, καὶ ἐπέθηκαν ἐπάνω αὐτῶν τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ ἐπεκάθισεν ἐπάνω αὐτῶν. 8 ὁ δὲ πλεῖστος ὄχλος ἔστρωσαν ἑαυτῶν τὰ ἱμάτια ἐν τῇ ὁδῷ, ἄλλοι δὲ ἔκοπτον κλάδους ἀπὸ τῶν δένδρων καὶ ἐστρώννυον ἐν τῇ ὁδῷ. 9 οἱ δὲ ὄχλοι οἱ προάγοντες καὶ οἱ ἀκολουθοῦ- ντες ἔκραζον λέγοντες· ὡσαννὰ τῷ υἱῷ Δαυΐδ· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου· ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις. 10 καὶ εἰσελθόντος αὐτοῦ εἰς Ἱεροσόλυμα ἐσείσθη πᾶσα ἡ πόλις λέγουσα· τίς ἐστιν οὗτος; 11 οἱ δὲ ὄχλοι 100


Like this book? You can publish your book online for free in a few minutes!
Create your own flipbook