Important Announcement
PubHTML5 Scheduled Server Maintenance on (GMT) Sunday, June 26th, 2:00 am - 8:00 am.
PubHTML5 site will be inoperative during the times indicated!

Home Explore (15o Μέρος) - Απομαγνητοφωνημένες Ομιλίες - Αρχιμ. π.Σάββα Αγιορείτου

(15o Μέρος) - Απομαγνητοφωνημένες Ομιλίες - Αρχιμ. π.Σάββα Αγιορείτου

Published by hristospanagia, 2019-01-18 14:08:28

Description: (15o Μέρος) - Απομαγνητοφωνημένες Ομιλίες - Αρχιμ. π.Σάββα Αγιορείτου

Ομιλίες Ορθόδοξης Κατήχησης

ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΣΕ ΗΧΗΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ, ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΣΤΕ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΘΗ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ. ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Η ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ, Η ΚΑΘΑΡΣΗ, Η ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ, Ο ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΩΣΗ. ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ, ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ Κ.Λ.Π. ΠΩΣ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΕΙΤΑΙ Η ΘΕΙΑ ΧΑΡΗ ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΠΙΤΥΓΧΑΝΕΤΑΙ Η ΚΑΘΑΡΣΗ, Ο ΦΩΤΙΣΜΟΣ, ΚΑΙ Η ΘΕΩΣΗ ΜΑΣ.

Search

Read the Text Version

ἁμαρτήσουν. Αὐτό πρέπει νά σταματήσει. Ἐσύ προκαλεῖς παιδί μου(!), πού λές στή μητέρα νά βάφει τά μαλλιά της, νά κάνει δηλαδή κάτι ἀντίθετο μ’ αὐτό πού λέει ὁ Χριστός. Ἔβαφε ἡ Παναγία τά μαλλιά της; Ἤ ἔβαφε καμιά ἁγία τά μαλλιά της; Ὁ τρόπος ζωῆς τῶν ἁγίων εἶναι ὁ τρόπος πού πρέπει νά ἐπιλέξουμε. Καί ἕνας πού νηστεύει, προκαλεῖ σήμερα. Ὁπότε πρέπει νά ποῦμε δέν πρέπει νά νηστεύουμε γιά νά μήν προκαλέσουμε, ἔτσι δέν εἶναι; Μέ τήν ἴδια λογική… ἐγώ θά σᾶς πῶ κι ἕνας πού πάει στήν ἐκκλησία προκαλεῖ. Γιατί σήμερα πόσοι ἐκκλησιάζονται; Τό 3% τῶν Ἑλλήνων καί ἄν… Ἄρα τί πρέπει νά κάνουμε; Νά μήν πηγαίνουμε καί ἐκκλησία. Θά τά κόψουμε ὅλα στό τέλος, γιά νά μήν προκαλοῦμε(!) τούς καημένους τούς κοσμικούς… νά μήν τούς ταράζουμε τή συνείδηση καί τούς βάζουμε ἐνοχές ὅτι δέν εἶναι καλοί.. Κι αὐτοί χριστιανοί εἶναι! Ἐσύ πού πᾶς στήν ἐκκλησία τί θέλεις νά μᾶς παραστήσεις;… Μήν πηγαίνεις κι ἐσύ! Βλέπετε ποῦ πάει τό πράγμα; Νά τά διαλύσουμε ὅλα δηλαδή, γιά νά κοιμοῦνται κι αὐτοί μέ ἥσυχη τή συνείδησή τους. Ὄχι! Ὀφείλουμε νά ζοῦμε κατά Θεόν. Αὐτοί πού μᾶς βλέπουν ἐλέγχονται, γι’ αὐτό τό λένε αὐτό «μήν προκαλεῖς». Γιατί τούς νοιάζει ὁ ἕνας; Βλέπετε, τώρα στή Σύνοδο τῆς Κρήτης ἕνας δέν ὑπέγραψε καί πέσανε ὅλοι νά τόν φᾶνε! Ἀπό τούς 24 ἐπισκόπους πού πήγανε, οἱ 23 ὑπογράψανε τήν αἵρεση. Ἕνας δέν ὑπέγραψε καί ὅλοι τοῦ λέγανε γιατί δέν ὑπογράφεις καί οἱ ἄλλοι ἀπό τίς γύρω τοπικές Ἐκκλησίες. Γιατί τούς ἔνοιαζε ὁ ἕνας, ἀφοῦ ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶχαν ὑπογράψει; Γιατί, ἀκριβῶς, εἶναι ἔλεγχος. Αὐτός πού εἶναι μέ τήν ἀλήθεια εἶναι ἔλεγχος γιά τούς ἀσεβεῖς. «Βαρύς ἐστιν καί βλεπόμενος»41… Μιά γυναίκα πού δέν βάφει τά μαλλιά της, εἶναι ἔλεγχος γιά ὅλες τίς ἄλλες πού τά βάφουνε Γιατί ἀλλοιώνεις τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὅλο τό σῶμα μας εἶναι εἰκόνα, εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καί τό πρόσωπο καί ὅλο τό σῶμα. Γιατί ἀπαγορεύει ὁ Θεός τίς ἐντομίδες; Ξέρετε τί εἶναι οἱ ἐντομίδες; Εἶναι αὐτά τά τατουάζ πού βάζουνε σήμερα κατά κόρον. Ἀπαγορεύονται τά τατουάζ. Γιατί ἀπαγορεύονται; Γιατί ἀλλοιώνεις τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τό σῶμα σου. Τό σῶμα εἶναι εἰκόνα Θεοῦ, ὅπως καί ἡ ψυχή, ὁ ὅλος ἄνθρωπος εἶναι κατ’ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Εἶναι ναός. Δέν μπορεῖς νά κάνεις τίποτα σ’ ἕναν ναό, νά βάλεις κι ἐσύ τά δικά σου σχέδια καί χρώματα, ἤ σέ μιά εἰκόνα, μιά ἁγιογραφία. Ἐρ. : …….. ἀφοῦ δέν ἔχω καταφέρει νά κόψω τά πάθη μου, δέν εἶναι ὑποκρισία νά μή βάφω τά μαλλιά μου;…. Ἀπ. : Ἔ, τί νά σᾶς πῶ… Εἶναι σάν νά λέει ὁ ἄρρωστος, θά συνεχίσω νά εἶμαι ἄρρωστος. Εἶναι μιά σχιζοφρένεια αὐτό τό πράγμα. Μά ἐπειδή ἀκριβῶς εἶσαι ἄρρωστος, φρόντισε νά γίνεις καλά! Εἶναι τόσο δύσκολο δηλαδή νά μή βάφεις τά μαλλιά σου; Ἐγω νομίζω εἶναι νά τά βάφεις, ὄχι νά μήν τά βάφεις. 101

Ἐρ. : Εἶναι ὑποκρισία νά μήν τά βάφω ἐνῶ ἔχω ἄλλα πάθη… Ἀπ. : Γιατί αὐτό δέν εἶναι πάθος; Ὑπάρχει τό πάθος τῆς χρωματοπροσωπείας. Τό πάθος αὐτό λέγεται κενοδοξία. Τά πάθη μας πῶς τά πολεμᾶμε; Τά πάθη μας τά πολεμᾶμε μέ τό νά ἀποφεύγουμε καθετί πού ὁδηγεῖ στό πάθος. Ἄν θέλεις νά κόψεις τά πάθη σου πραγματικά, θά πρέπει νά πολεμήσεις ὅλους τούς παράγοντες πού σέ ὁδηγοῦν σ’ αὐτό τό πάθος. Τότε εἶσαι εἰλικρινής καί ἐπιβεβαιώνεις ὅτι θέλεις νά κόψεις τά πάθη σου. Ἕνα κορυφαῖο πάθος στή γυναίκα -καί στόν ἄνδρα- εἶναι ἡ κενοδοξία. Τό μακιγιάζ, ὁ καλλωπισμός δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά μία ἱκανοποίηση τοῦ πάθους τῆς κενοδοξίας. Ἡ γυναίκα πού τά φτιάχνει αὐτά, τά φτιάχνουν καί ἄνδρες σήμερα, καί ἱερεῖς τά φτιάχνουν δυστυχῶς, γιά νά ποῦμε καί τά δικά μας, τί ἀποδεικνύουν; Ὅτι δέν θέλουν νά ἀποδεσμευτοῦν ἀπό τό πάθος τῆς κενοδοξίας, γιατί δέν πολεμοῦν τούς παράγοντες πού ὁδηγοῦν σ’ αὐτό τό πάθος. Ἄρα εἶσαι ἀνειλικρινής, ὅταν λές εἶμαι χριστιανός καί τί νά κάνω;.. ἔχω τά πάθη μου.. Νά τά κοπάσεις τά πάθη σου, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί μέ τή δική σου προσπάθεια. Τά πάθη πῶς κόβονται; Τελικά τά πάθη κόβονται μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά σέ ποιούς δίνει ὁ Θεός τή Χάρη; Σ’ αὐτούς πού κάνουν ὅλα τά πρίν. Δηλαδή ὅ,τι χρειάζεται ἀνθρωπίνως πρέπει νά τό κάνεις, γιά να ’ρθεῖ μετά καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ νά συμπληρώσει τήν δική σου προσπάθεια καί νά σοῦ πάρει τελείως τό πάθος. Ἕνας πού θέλει νά κόψει ἄς ποῦμε τό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας, πῶς θά τό κόψει; Θά λέει, Θεέ μου, κάνε με ταπεινό; Καί αὐτό θά τό πεῖ, ἀλλά προπάντων θά κάνει καθετί πού βοηθάει στήν ταπείνωση. Δηλαδή, ν’ ἀγαπήσει τή φτώχεια. Ἡ φτώχεια φέρνει ταπείνωση. Ὁ Κύριος εἶπε «μακάριοι οἱ πτωχοί»42. Ὄχι τῷ πνεύματι. Σκέτο μακάριοι οἱ πτωχοί. Νά γίνεις ἑκούσια πτωχός. Ξέρετε πόσο βοηθάει αὐτό στήν ταπείνωση; Μετά λέει, νά φορᾶς ταπεινά ἐνδύματα, νά μιλᾶς ταπεινά, νά φέρεσαι ταπεινά. Ὅλα αὐτά δέν εἶναι ταπείνωση, ἀλλά εἶναι τό ἀνθρώπινο πού κάνουμε γιά νά δείξουμε στόν Θεό ὅτι θέλουμε ταπείνωση. Θέλεις νά ἀπαλλαγεῖς ἀπό τήν κενοδοξία κ. τάδε; Θά πρέπει νά ἀπαλλαγεῖς ἀπό αὐτά τά ἐξωτερικά. Δέν μπορεῖς νά στολίζεσαι σάν λατέρνα καί νά λές μετά, ξέρεις, ἔχω τά πάθη μου! Ἔ, βέβαια τά ἔχεις… Ἀφοῦ τά τρέφεις… καί μιά ζωή θά τά ἔχεις. Δέν θέλεις νά τά ἀποβάλλεις. Ἄν θέλεις νά τά ἀποβάλλεις, θά ξεκινήσεις ἀπό τά ἐξωτερικά καί σιγά-σιγά θά ἔρθει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καί θά σοῦ πάρει καί ἀπό μέσα σου τήν ἐπιθυμία πού ἔχεις νά φαίνεσαι ὡραία, νά σοῦ λένε οἱ ἄλλοι τά κοπλιμέντα κ.λ.π. Καταλάβατε; Ὅλο δηλαδή αὐτό τό σκεπτικό εἶναι μιά μεγάλη ὑποκρισία. Δέν θέλουν νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τά πάθη τους καί γι’ αὐτό δέν κάνουν καί τόν ἀνάλογο ἀγῶνα. Ἕνας, ξαναλέω, πού θέλει νά κόψει τά πάθη, κόβει κατ’ ἀρχάς τούς παράγοντες πού ὁδηγοῦν στό πάθος. Ἔτσι κάνει ἕνας σωστός στρατηγός. Θέλει νά καταλάβει μία πόλη; Θά πρέπει νά κόψει τήν τροφοδοσία, τό νερό καί τό φαγητό. 102

Ὁπότε, εὔκολα θά πέσει ἡ πόλη. Ἄν λοιπόν θέλεις νά κόψεις ἕνα πάθος, πρέπει νά κόψεις καθετί πού τρέφει τό πάθος. Ἐρ. : Σχετικά μέ τίς ἐμπειρίες πού εἴπατε. Ὅταν γίνεται κάποια χειρουργική ἐπέμβαση ὁ ἄνθρωπος βλέπει ἕνα φῶς, σ’ ἕνα τούνελ καί δέν θέλει νά φύγει ἀπό ἐκεῖ καί συνήθως βλέπει κάποια πρόσωπα δικά του πού τοῦ λένε, δέν ἦρθε ἀκόμα ἡ ὥρα σου, πρέπει νά ἐπιστρέψεις πάλι πίσω. Αὐτά τί εἶναι; Ἀπ. : Γι’ αὐτά τά πράγματα ἔχει ἀσχοληθεῖ πολύ ὁ π. Σεραφείμ Ρόουζ. Ἔχει ἕνα ὁλόκληρο βιβλίο γιά τήν ζωή μετά τόν θάνατο. Διαβάστε το καί θά δεῖτε. Μπορεῖ νά εἶναι καί δαιμονικές ἀπάτες. Γιατί; Γιατί ὁ διάβολος ξεγελάει τόν ἄνθρωπο. Αὐτά πού ἐμεῖς παραδεχόμαστε εἶναι αὐτά πού ἔχουμε στά βιβλία μας τά ὀρθόδοξα, τά ὁποῖα -προσέξτε- ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο στή μετάνοια. Μπορεῖ νά εἶναι δαιμονικές φαντασίες αὐτά πού λέτε, τά φῶτα, τά τούνελ, οἱ ὡραῖοι κῆποι κ.λ.π. Μπορεῖ νά εἶναι καί ἀπό τόν Θεό, ἀλλά θέλει προσοχή. Ἕνας ἄνθρωπος πού ζεῖ ὀρθόδοξα καί ἔχει πνευματικό ὁδηγό, θά βρεῖ τήν ἄκρη. Γιατί ὁ διάβολος πουλάει τό παραμύθι μέσα ἀπ’ αὐτά, ξέρετε, ὅτι ὅλοι θά σωθοῦνε καί ὅλοι θά πᾶνε στόν παράδεισο. Κυκλοφοροῦν διάφορες τέτοιες ἱστορίες καί ὅλοι βλέπουνε ὡραῖα πράγματα. Δέν εἶναι ἔτσι. Ὀρίστε ἐδῶ… τί λένε καί τί κάνουνε οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δέν ζοῦνε κατά Θεόν. Ἐρ. : …………………….. Ἀπ. : Τί λέει στήν Ἀποκάλυψη; «Ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω»43. Ποιός κρούει; Ὁ Χριστός. Στέκομαι λέει στήν πόρτα καθενός, στήν πόρτα τῆς καρδιᾶς του καί χτυπάω νά Μοῦ ἀνοίξει. Ὁ Χριστός μας μᾶς καλεῖ ὅλους σέ μετάνοια. Καί βλέπετε καί στή γῆ ἦρθε ὁ Χριστός καί τό κήρυγμά Του αὐτό ἦταν, μετανοεῖτε. Μετανοεεῖτε, μετανοεῖτε… Ἔστειλε τόν Πρόδρομό Του τό κήρυγμά του αὐτό ἦταν: μετανοεῖτε. Οἱ Ἅγιοί μας τό ἴδιο: μετανοεῖτε. Ἡ ὀρθόδοξη ζωή εἶναι ἡ μετάνοια. Σ’ αὐτή μᾶς καλεῖ ὁ Θεός καί περιμένει τόν ἄνθρωπο νά ἀνταποκριθεῖ. Ἀπό τή στιγμή πού θά ἀνταποκριθεῖ ὁ ἄνθρωπος θά ἀρχίσει νά φοβᾶται τόν Θεό, νά φοβᾶται τήν κόλαση, ἀφοῦ φυσικά ἔχει πιστέψει ὅτι ὑπάρχει ἡ κόλαση καί ὑπάρχει καί ὁ παράδεισος καί θά ἀρχίσει ὁ ἄνθρωπος μετά νά τηρεῖ τίς ἐντολές, νά μάθει κατ’ ἀρχάς τίς ἐντολές. Σήμερα, δυστυχῶς, οἱ χριστιανοί δέν γνωρίζουν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Οἱ πλεῖστοι χριστιανοί -πηγαίνετε μέσα στήν ἐκκλησία νά ρωτήσετε- θά σᾶς ποῦνε μερικές ἐντολές… Ἀλλά πάρα πολλές δέν τίς γνωρίζουν καί μπορεῖ νά τίς θεωροῦν καί ἀρετές, ἐνῶ εἶναι ἁμαρτίες πολλά πράγματα. Νά σᾶς πῶ μιά ἐντολή πού δέν τήν ξέρουν συνήθως οἱ ἄνθρωποι; Λέει ὁ Κύριος -μή σᾶς σκανδαλίσει ἡ γλώσσα- «ὁ ἀπολελυμένην γαμήσας μοιχᾶται»44. Αὐτός δηλαδή πού παντρεύεται μία ἀπολελυμένη, μία χωρισμένη, κάνει μοιχεία. Τήν γνωρίζετε αὐτή τήν ἐντολή; Πού σημαίνει τί; Δέν ἐπιτρέπεται νά κάνεις δεύτερο γάμο. Σήμερα πολλοί τό θεωροῦν καλό πράγμα τόν δεύτερο γάμο, σοῦ λέει, τό ἐπιτρέπει ἡ Ἐκκλησία. Τό ἐπιτρέπει κατά ἄκρα ἀνοχή. Ἕνας πού κάνει δεύτερο γάμο, 103

οὐσιαστικά κάνει διαρκή μοιχεία. Τό εἶπε ὁ Κύριος, ἔτσι; Αὐτός πού θά παντρευτεῖ μία ἀπολελυμένη, μία χωρισμένη, κάνει μοιχεία. Βλέπετε πόσα πράγματα ἀγνοοῦμε; Ἐρ. : Ἰσχύει καί γιά τόν ἄνδρα αὐτό; Ἀπ. : Φυσικά! Καί τό ἀντίθετο. Καί γιά τόν ἄνδρα ἰσχύει καί γιά τή γυναίκα ἰσχύει νά πάρει ἕναν χωρισμένο. Ἐρ. : Ἄρα δέν θά σωθεῖ; Ἀπ. : Σᾶς λέω τί λέει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Ἀπό ἐκεῖ καί μετά δέν θά ποῦμε ποιός θά σωθεῖ καί ποιός δέν θά σωθεῖ. Θά ἀποφασίσει ὁ Χριστός. Ἄν ὑπάρχει μετάνοια, ἄν ὑπάρχουν δάκρυα, στεναγμός κ.λ.π. σώζονται. Ἀλλά γιατί νά μπεῖς σ’ αὐτή τήν ταλαιπωρία; Νά κάνεις παράβαση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ; Ἐρ. : Κάποιος πού βρίσκεται ἐν χηρεία; Ἀπ. : Ἐκεῖ διαφέρει τό πράγμα. Ὅταν εἶναι χηρεία, ὅταν ἔχει πεθάνει, εἶναι διαφορετικά. Δέν εἶναι χωρισμένος αὐτός. Ἐκεῖ ἐπιτρέπεται. Ἀλλά καί ἐκεῖ πάλι, εἶναι καλύτερο, λέει ὁ Ἀπόστολος, νά μήν ξαναπαντρευτεῖ, ὁ χῆρος ἤ ἡ χήρα. Προκειμένου βέβαια νά ζεῖ ἄσωτα καί ἀπρόσεκτα, καλύτερα νά παντρευτεῖ, ἄν δέν ἀντέχει δηλαδή τόν σαρκικό πόλεμο. Ἐρ. : …………………….. Ἀπ. : Αὐτά μέ τόν πνευματικό τά τακτοποιοῦμε. Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης https://hristospanagia3.blogspot.gr/ 1 Εὐεργετινός, ἐκδ. Συναξαριστής, 2001 (στό ἑξῆς: Εὐεργετινός). 2 Ὅ.π. 3 Ὅ.π. 4 Ὅ.π. 5 Ὅ.π. 6 Ὅ.π. 7 Λουκ. 23,43. 8 Εὐεργετινός. 9 Ὅ.π. 10 Ἑβρ. 12,29. 11 Εὐεργετινός. 12 Ὅ.π. 13 Ὅ.π. 14 Ὅ.π. 104

15 Ὅ.π. 16 Ὅ.π. 17 Ὅ.π. 18 Ὅ.π. 19 Ἑβρ. 12, 6. 20 Εὐεργετινός. 21 Ὅ.π. 22 Ὅ.π. 23 Ὅ.π. 24 Ὅ.π. 25 Ἰωάν. 14, 2. 26 Εὐεργετινός. 27 Ὅ.π. 28 Ὅ.π. 29 Ὅ.π. 30 Ὅ.π. 31 Ὅ.π. 32 Ὅ.π. 33 Ὅ.π. 34 Ὅ.π. 35 Ὅ.π. 36 Ὅ.π. 37 Ὅ.π. 38 Ὅ.π. 39 Πρβλ. Ἰωάν. 14, 21. 40 Πρβλ. Ἰακ. 4, 4. 41 Σοφ.Σολ. 2, 14. 42 Λουκ. 6, 20. 43 Ἀποκ. 3, 20. 44 Ματθ. 19, 9. 105

Ποῦ πηγαίνουν οἱ Ψυχές μετά τόν Χωρισμό τους ἀπό τό Σῶμα Συνεχίζουμε, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν θ΄ ὑπόθεση ἀπό τόν Εὐεργετινό, ἡ ὁποία ἔχει τόν ἑξῆς τίτλο: «Ἀπόδειξις περί τοῦ ποῦ πηγαίνουν οἱ ψυχές τῶν ἀποθνησκόντων καί πῶς εἶναι μετά τόν χωρισμό τους ἀπό τό σῶμα»1. Θά δοῦμε ἱστορίες πού πράγματι εἶναι συγκλονιστικές, μαρτυρίες τῶν ἁγίων μέσα ἀπό τούς βίους τους, περί τοῦ ποῦ πηγαίνουν οἱ ψυχές, πῶς φαίνονται κατά τήν ὥρα τῆς ἐξόδου ἀπό τό σῶμα καί ποῦ καταλήγουν. Ἀρχίζουμε μέ τόν βίο τοῦ Ἁγίου Παύλου τοῦ Θηβαίου, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀπό τούς πρώτους ἀναχωρητές πού πῆγε πρός συνάντησή του ὁ Μέγας Ἀντώνιος. «Ὁ Μέγας Ἀντώνιος γυρίζοντας πίσω πρός τόν Ἅγιο Παῦλο τόν Θηβαῖο, ὅταν τοῦ μετέφερε καί τή στολή τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, σύμφωνα μέ τήν διαταγή πού εἶχε πάρει ἀπό τόν ἴδιο, καθώς προχωροῦσε στήν ἔρημο καί πλησίαζε στό σπήλαιο, βλέπει, ἐνῶ ἦταν ἡ τρίτη ὥρα (9 π.μ.) τῆς ἡμέρας, μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς, μέ τά ὁποῖα βλέπουν μόνο οἱ ἄξιοι, τάγματα Ἀγγέλων, ὁμάδες Ἀποστόλων, χορούς Προφητῶν, φάλαγγες Μαρτύρων καί στό μέσον ὅλης αὐτῆς τῆς ἱερᾶς παρατάξεως τήν ψυχή τοῦ Παύλου, ὑπερβάλλουσα σέ λαμπρότητα», πού εἶχε πολύ μεγάλη λαμπρότητα, «καί αὐτή τήν λευκότητα τῆς χιόνος». Μάλιστα πιό λευκή καί ἀπό τό χιόνι ἦταν ἡ ψυχή τοῦ Παύλου καί αὐτό συνέβη διότι ἡ ψυχή τοῦ Ἁγίου ἦταν κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Θείας Χάριτος. Συνέβαινε ἀκριβῶς αὐτό πού βλέπουμε καί στή Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου, πού καί τό Σῶμα τοῦ Κυρίου ἐξέπεμπε τό ἄκτιστο Φῶς. Ἔτσι κι ἐδῶ, ἠ ψυχή τοῦ Ἁγίου Παύλου, ἐπειδή εἶχε ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό, ἦταν ὁλόφωτη. Μάλιστα βλέπουμε ὅτι κάνει καί τήν ἴδια παρομοίωση. Ὅπως στή Μεταμόρφωση λέει ὁ Εὐαγγελιστής ὅτι τά ἱμάτιά Του ἔγιναν λευκά σάν χιόνι2, ἔτσι κι ἐδῶ λέει σέ σχέση μέ τή λευκότητα τοῦ χιονιοῦ ἡ λευκότητα τῆς ψυχῆς τοῦ Παύλου ἦταν ἀνώτερη. Τήν βλέπει, λοιπόν, «νά λάμπει καί νά ἀνέρχεται μέ πολλή εὐφροσύνη στούς οὐρανούς»3. Καί εἶναι πολύ ἀξιοσημείωτη ἡ δορυφορία, οἱ δορυφόροι τῆς ψυχῆς, πού εἶναι, ὅπως λέει ἐδῶ, τάγματα Ἀγγέλων, ὁμάδες Ἀποστόλων, χοροί Προφητῶν καί φάλαγγες Μαρτύρων. Μία πολύ μεγάλη χορεία, θά λέγαμε, ἀπό τήν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία. Ὅλοι αὐτοί ἦρθαν γιά νά παραλάβουν τήν ψυχή τοῦ Ἁγίου Παύλου. Βλέπουμε, δηλαδή, πόση παρρησία ἔχει στόν Θεό ἕνας Ἅγιος καί μάλιστα ἕνας ἀναχωρητής, ὅπως ὁ Ἅγιος Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἔζησε στήν ἀφάνεια πολλές δεκαετίες. Δέν τόν γνώριζε κανείς, παρά μόνο στά τελευταῖα του τόν συνάντησε, ἔπειτα ἀπό ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ὁ Μέγας Ἀντώνιος. «Στόν βίο τοῦ Ἁγίου Παχωμίου». Δεύτερο περιστατικό. «Κάποτε ὁ Μέγας Παχώμιος πληροφορήθηκε, ὅτι κάποιος ἀδελφός, πού διέμενε σ’ ἕνα ἀπό τά πολλά Μοναστήρια πού ἵδρυσε, στήν Μονή τῶν Χηνοβοσκιῶν ὅπως λεγόταν, ἀσθένησε καί ὑπέφερε. Βρισκόμενος κάτω ἀπό τό κράτος τῆς ἀσθένειας ζήτησε νά ἀπολαύσει τήν εὐλογία, πού ὡς Γέροντας διένειμε στούς Μοναχούς του ὁ Μέγας Παχώμιος». Ζήτησε λοιπόν κι αὐτός ὁ Μοναχός τήν εὐλογία τοῦ Γέροντός του. «Μόλις πληροφορήθηκε τήν 106

ἐπιθυμία τοῦ ἀσθενοῦντος ἀδελφοῦ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἀμέσως ξεκίνησε γιά νά τόν ἐπισκεφθεῖ. Ὅταν ὅμως ἀπεῖχε δύο ἤ τρία σημεῖα ἀπό τόν τόπο πού διέμενε ὁ ἀσθενής ἀδελφός, ἄκουσε στόν ἀέρα, μία φωνή ἱερᾶ, πού συνοδευόταν ἀπό θαυμαστή ψαλμωδία. Ὁ Μέγας Παχώμιος ὕψωσε τούς ὀφθαλμούς του πρός τόν οὐρανό καί εἶδε τήν ψυχή τοῦ ἀδελφοῦ νά ὁδηγεῖται, χαρούμενα στήν πορεία της, πρός τήν μακαρία ζωή ἀπό Ἀγγέλους πού ἔψαλλαν. Οἱ Μοναχοί πού συνόδευαν τόν Μέγα Παχώμιο οὔτε τήν φωνή ἄκουσαν, ἀλλ’ οὔτε καί εἶδαν τίποτε ἄλλο ἀπό ὅσα παρατηροῦσε ὁ Ἅγιος ἄνθρωπος. Γι’ αὐτό, καθώς τόν ἔβλεπαν νά στέκεται πολλή ὥρα μέ ὑψωμένο τό βλέμμα πρός Ἀνατολάς, εἶπαν στόν Γέροντά τους: – Ἐσταμάτησες, Πάτερ; Ἄς τρέξουμε, γιά νά προφθάσουμε». Νά τόν προφθάσουν ζωντανό. «Τότε ὁ Μέγας Παχώμιος τούς ἀπάντησε: – Ἄδικα τρέχουμε, παιδιά μου, γιατί τήν ψυχή τοῦ ἀδελφοῦ παρακολουθῶ τόση ὥρα, καθώς ὁδηγεῖται στήν αἰώνια ζωή. Οἱ ἀδελφοί παρακάλεσαν τόν ἀββά Παχώμιο, νά τούς πεῖ πῶς εἶδε τήν μακαρία αὐτή ψυχή καί ἐκεῖνος διηγήθηκε σ’ αὐτούς, ὅλα ὅσα εἶδε καί ἄκουσε»4. Βλέπουμε ἑπομένως ἀπό αὐτά, καί ἀπό τά ἄλλα πού θά δοῦμε στή συνέχεια, ὅτι ὄντως ὑπάρχει ἡ ψυχή καί ἔχει μία οὐσία, ἔχει μία ὑπόσταση, ἡ ὁποία φανερώνεται στούς ἁγίους καί ἀνάλογα μέ τό ἄν εἶναι κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα στό φῶς καί συνοδεύεται -ὅταν φεύγει ἀπό τό σῶμα- ἀπό ἁγίους Ἀγγέλους, ὅπως βλέπουμε στήν περίπτωση τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου καί ἐδῶ στήν περίπτωση τοῦ μοναχοῦ αὐτοῦ πού ἦταν ὑποτακτικός τοῦ Μεγάλου Παχωμίου. Ἄν ἔχει καί μεγαλύτερη ἀκόμα ἀρετή, συνοδεύεται ἀπό Ἀποστόλους, ἀπό Προφῆτες, ἀπό Μάρτυρες, ἀπό Ἁγίους καί πολλές φορές καί ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο. Ὅπως στήν περίπτωση τοῦ ἀββά Σισώη, πού μᾶς λέει ὁ βίος του, ἔλαμψε τό πρόσωπό του σάν τόν ἥλιο καί ἀφοῦ πρῶτα ἦρθανε ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἦρθε τελικά ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καί παρέλαβε τήν ψυχή του καί εἶπε «φέρετέ Μου τό σκεῦος τῆς ἐρήμου», τόν Ἅγιο Σισώη! «Μερικοί δέ ἀπό τούς ἀδελφούς, οἱ ὁποῖοι συνόδευαν τόν Παχώμιο», μόλις τούς εἶπε ὁ Γέροντάς τους ὅτι ἔφυγε ἡ ψυχή του, ἐνῶ αὐτοί δέν εἶχαν δεῖ τίποτα καί ὁ Ἅγιος Παχώμιος εἶχε δεῖ ὅλα ὅπως εἴπαμε, «ἔτρεξαν στό Μοναστήρι τῶν Χηνοβοσκιῶν καί ρώτησαν νά μάθουν ἀκριβέστερα τήν ὥρα, κατά τήν ὁποία κοιμήθηκε ὁ ἀδελφός.. Μέ κατάπληξη δέ ἔμαθαν, ὅτι κοιμήθηκε τήν ἴδια ἀκριβῶς στιγμή πού εἶδε τήν ψυχή του ὁ Πατήρ νά ἀνέρχεται μέ δόξα στούς οὐρανούς»5. Ἑπομένως, δέν ἦταν ἕνα ὅραμα, ἕνα ὄνειρο, μιά φαντασία, ἀλλά ἦταν πραγματικότητα αὐτό πού ἔβλεπε ὁ Ἅγιος Παχώμιος. «Ἀπό τό Γεροντικό: Ἕνας Γέροντας Ἀσκητής διηγήθηκε τά ἑξῆς· Ζοῦσε κάποτε μία ἡλικιωμένη καλογραία, ἡ ὁποία πρόκοψε πάρα πολύ στήν ἀρετή καί τήν εὐσέβεια. Ὅταν τήν ρώτησα, γιά ποιό λόγο ἀνεχώρησε ἀπό τόν κόσμο, μοῦ διηγήθηκε τήν ζωή της. Ὅταν ἤμουν ἀκόμη παιδί, σεβαστέ μου πάτερ, ἄρχισε νά λέγει, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ πατέρας μου ἦταν πάρα πολύ ἤπιος καί καλός ἄνθρωπος· κατά τό σῶμα ἦταν ἀδύνατος καί ἀρρωστιάρης, ὥστε τόν περισσότερο καιρό του περνοῦσε καθηλωμένος 107

στό κρεβάτι του. Τόν διέκρινε δέ τόση ἁπλότητα, ὥστε μόλις καί μετά βίας μιλοῦσε. Ὅταν ἦταν καλά ἀφοσιωνόταν στήν καλλιέργεια τῆς γῆς καί ἐκεῖ ἀσχολοῦνταν, μεταφέροντας στό σπίτι μας τά προϊόντα τῆς καλλιέργειάς του. Τόσο δέ ὀλιγομίλητος ἦταν, ὥστε ὅσοι δέν τόν γνώριζαν, τόν νόμιζαν γιά μουγγό. Ἐντελῶς ἀντίθετος πρός τόν πατέρα μου ἦταν ἡ μητέρα μου. Ἦταν τόσο φιλοπερίεργη καί ἀργόσχολη, ὥστε ἤθελε νά μαθαίνει καί πράγματα ἔξω ἀπό τό χωριό μας. Ἦταν τόσο φλύαρη πρός ὅλους, ὥστε κανείς ποτέ δέν τήν εἶδε, ἔστω καί γιά λίγο, νά σιωπᾶ, ἀλλ’ ἄλλοτε μέν τήν ἔβλεπαν νά λογομαχεῖ καί νά φιλονικεῖ, ἄλλοτε πάλι νά λέγει ἄσεμνα καί ἀπρεπῆ λόγια, χάριν ἀστεϊσμοῦ», βρώμικα ἀνέκδοτα, θά λέγαμε. «Τόν περισσότερο δέ χρόνο τῆς ζωῆς της τόν δαπανοῦσε νά μεθᾶ καί νά κάνει συντροφιά μέ διεφθαρμένους ἄνδρες. Ἦταν δέ πολυέξοδος καί διεφθαρμένη, ὡς πόρνη, καί κυβερνοῦσε πολύ κακῶς τό σπίτι μας», δέν ἔκανε σωστή διαχείριση, «ὥστε νά μή μποροῦμε νά ζήσουμε, ἄν καί τά ὑπάρχοντά μας δέν ἦσαν ὀλίγα». Τά σπαταλοῦσε. «Σ’ αὐτήν ὁ πατέρας μου εἶχε παραχωρήσει τήν οἰκονομική διαχείριση τοῦ σπιτιοῦ». Τόσο ἁπλός καί ἄκακος ἦταν. «Μολονότι δέ ζοῦσε κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, ἐντούτοις ποτέ της δέν ἀρρώστησε, ἀλλ’ οὔτε καί ἔνιωσε τόν παραμικρότερο πόνο. Παρ’ ὅλη δέ τήν ἀθλία ζωή, πού ἔζησε, διατήρησε τό σῶμα της ὑγιές»6. Εἶναι αὐτό ἕνα από τά σκάνδαλα, πού σκανδαλίζει πολλούς, πῶς συμβαίνει μερικοί ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶναι μακράν τοῦ Θεοῦ νά ἔχουν τόση κατά κόσμο εὐδοκίμηση, νά τούς πηγαίνουν καλά οἱ ἐργασίες, νά ἔχουν ὑγεία καί νά ζοῦνε πολλά χρόνια. Κάποιοι ἄλλοι πού εἶναι εὐλαβεῖς, ἀντίθετα, νά ἔχουν ἀσθένειες, νά ἔχουν πτωχεία, νά ἔχουν προβλήματα κ.λ.π. «Κάποτε λοιπόν ὁ πατέρας μου πέθανε, κατεξαντληθείς ἀπό τίς πολυχρόνιες ἀρρώστιες». Ἀπό τίς πολλές ἀρρώστιες ἐξαντλήθηκε καί πέθανε ὁ ἄνθρωπος. «Τί ἦταν, ὅμως, ἐκεῖνο πού συνέβη στόν θάνατό του; Ἀμέσως σηκώθηκε ἕνας φοβερός ἀέρας, ὥστε νά σείεται ὁ τόπος. Ἀστραπές καί βροντές γίνονταν συνεχῶς, καί ἔπιπτε βροχή τόσο ραγδαία, ὥστε δέν τολμούσαμε οὔτε γιά λίγο νά ξεμυτίσουμε ἀπό τό δωμάτιο. Τό κακό αὐτό διήρκεσε τρεῖς ἡμέρες, καί κατ’ ἀνάγκη κρατούσαμε ἄταφο τόν πατέρα μας μέσα στό δωμάτιο. Οἱ συγχωριανοί μας, βλέποντας ὅλα αὐτά τά ἐμπόδια καί κατηγοροῦντες γιά πολλά τόν νεκρό, ἔλεγαν: πώ, πώ, τί μεγάλο κακό ζοῦσε ἀνάμεσά μας, καί δέν τό εἴχαμε ἀντιληφθεῖ! Φαίνεται, ὅτι ὁ νεκρός θά ἦταν ἐχθρός τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί ὁ Θεός δέν ἐπιτρέπει οὔτε καί τόν ἐνταφιασμό του ἀκόμη»7. – Βλέπετε πῶς ὁ κόσμος κρίνει ἐπιφανειακά; Συνδυάζει πράγματα τά ὁποῖα δέν συνδυάζονται ἤ δέν ξέρει νά τά ἑρμηνεύσει σωστά, καί ἀποδίδει ὅλη αὐτή τήν κακοκαιρία σέ μία κατάσταση, ἡ ὁποία δέν εἶναι 108

πραγματική. Κατηγορεῖ τόν νεκρό ὁ κόσμος, ὅτι καί τά στοιχεῖα τῆς φύσεως δέν τόν θέλουν κ.λ.π. ἀλλά συμβαίνει ἀκριβῶς τό ἀντίθετο, ὅπως θά δοῦμε. «Γιά νά μήν ἀρχίσει ἡ ἀποσύνθεσις τοῦ πτώματος μέσα στήν οἰκία, καί ἀπό τήν δυσοσμία καταστεῖ ἀκατοίκητος, ἀποτολμήσαμε, παρά τήν ραγδαιότατη βροχή, νά συνοδεύσουμε τόν νεκρό στό νεκροταφεῖο καί νά τόν θάψουμε»8. Παρόλο πού ἔβρεχε καταρρακτωδῶς. «Ἔκτοτε ἡ μητέρα μου, ἔχουσα περισσότερη ἐλευθερία, ἐπιδόθηκε μέ περισσότερη ἀναίδεια στά ὄργια καί τήν ἀσωτία. Τόσο μάλιστα ἀποθρασύνθηκε, ὥστε μετέβαλε τό σπίτι μας σέ πορνεῖο καί μέ τίς ἀδιάκοπες ἀπολαύσεις της κατασπατάλησε ὅλη μας τήν περιουσία, καί σέ λίγο χρονικό διάστημα δέν μᾶς ἔμεινε πλέον τίποτε. Μετά ἀπό ἀρκετό χρόνο ἀπό τόν θάνατο τοῦ πατέρα μου, πέθανε καί ἡ μητέρα μου. Τῆς ἔγινε δέ τόσο λαμπρή καί ἐπιβλητική κηδεία, ὥστε θά ἔλεγε κανείς, ὅτι καί αὐτή ἡ φύσις βοηθοῦσε». Ἀκριβῶς ἀνάποδα ἀπ’ ὅ,τι στόν δίκαιο! Ἐκεῖ στήν γυναίκα αὐτή, τήν τόσο κακή καί διεφθαρμένη, ὅλα πηγαίναν καλά, ἀκόμα καί ἡ κηδεία! Ὅλα εἶναι τέλεια! «Ἀφοῦ λοιπόν πέθανε καί ἡ μητέρα μου, καί ἐγώ εἶχα πλέον περάσει τήν παιδική ἡλικία καί ἄρχισαν νά ἐξεγείρονται οἱ σωματικές ὁρμές, ἕνα βράδυ μοῦ ἦλθε μία σκέψις καί ἔλεγα μέσα μου: ποιόν δρόμο νά ἐκλέξω στή ζωή μου; Ἀπασχολημένη δέ μέ τήν σκέψη αὐτή ἔλεγα μόνη μου: Νά προτιμήσω, ἄραγε, τόν βίο τοῦ πατέρα μου καί νά ζήσω μέ καλοσύνη, μέ σεμνότητα καί μέ σωφροσύνη; Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ἄν καί ἔζησε ἐνάρετα, ἐντούτοις κανένα ἀγαθό δέν ἀπόλαυσε ποτέ, ἀλλά πάντοτε τόν ἔτρωγαν οἱ ἀσθένειες καί οἱ θλίψεις· τόσο μάλιστα κακότυχος ἦταν, ὥστε ὁ κατατρεγμός δέν τόν ἄφησε οὔτε καί ὅταν πέθανε νά ἐνταφιασθεῖ ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι»9. Τίποτα δέν τοῦ πῆγε καλά στή ζωή του οὔτε ἀκόμα ὁ θάνατός του. Δέν ἔγινε μέ ἠρεμία, μέ τάξη… Ἐπεισοδιακός ὁ θάνατος καί ἡ ταφή. «Ἐάν λοιπόν ἦταν στόν Θεό ἀρεστή ἡ διαγωγή καί ἡ συμπεριφορά τοῦ πατέρα μου, γιατί νά δοκιμάσει τόσες συμφορές;»10. Βλέπετε πῶς συσχετίζουμε πράγματα, τά ὁποῖα δέν πρέπει. Ἐκεῖνο πού θά ἔπρεπε νά ἐξετάζουμε εἶναι αὐτός καθαυτός ὁ βίος, ὁ τρόπος πού ἔζησε ὁ ἄνθρωπος. Ἀπό ἐκεῖ κρίνεται ὁ ἄνθρωπος, ὄχι ἄν βρέχει τήν ὥρα πού πᾶνε νά τόν κηδέψουν κ.λ.π. Αὐτά σκεφτόταν λοιπόν αὐτή ἡ κόρη, ἄν ἦταν ἡ ζωή του ἀρεστή στόν Θεό, γιατί νά δοκιμάσει τόσες θλίψεις καί στή ζωή του καί κατά τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου του… Κι ὅμως οἱ θλίψεις εἶναι ἡ εὔνοια τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Οἱ θλίψεις εἶναι εὐλογία γιά τόν ἄνθρωπο. «Ὅν γάρ ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δέ πάντα υἱόν ὅν παραδέχεται»11. Εἶναι ἀκριβῶς τό ἀντίθετο ἀπό αὐτό πού πρεσβεύει ὁ κόσμος. Εἶναι ἰουδαϊκή ἡ ἀντίληψη ὅτι ἅμα εἶσαι καλά μέ τόν Θεό, σοῦ πηγαίνουν ὅλα καλά. Ὄχι δέν εἶναι ἔτσι. Δέν σοῦ πηγαίνουν καλά κοσμικά τά πράγματα, γιατί ὁ Θεός, ἐπειδή σ’ ἀγαπάει, σοῦ δίδει θλίψεις γιά νά σέ κλαδέψει, ὅπως κλαδεύει ὁ ἀμπελουργός τό ἀμπέλι, καί νά φέρεις καρπό. Γιατί ἄν δέν κλαδευτεῖ τό ἀμπέλι, δέν φέρει καρπό. 109

Ἔτσι καί ὁ χριστιανός κλαδεύεται μέ τίς θλίψεις, κλαδεύονται οἱ ἀδυναμίες του καί ἀποβάλλει σιγά-σιγά ἔτσι τήν ὑπερηφάνειά του κατεξοχήν, τό κυρίαρχο πάθος, τόν ἐγωισμό, καί τά ἄλλα πάθη, τά ὁποῖα τόν ἐμποδίζουν νά καρποφορήσει. Ἕνας ὑπερήφανος ποτέ δέν καρποφορεῖ. Γι’ αὐτό λένε καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες: Ποιά κλαδιά καρποφοροῦν στά δέντρα; Αὐτά πού γέρνουν πρός τά κάτω. Αὐτά πού πᾶνε ὑπερήφανα πρός τά πάνω, δέν καρποφοροῦν. Ἀντίθετα, τρῶνε καί ἀπό τόν χυμό τοῦ δέντρου, τά λεγόμενα λαίμαργα, καί τό δέντρο μένει ἄκαρπο. Γι’ αὐτό καί οἱ ἐπιδέξιοι φροντισταί-καλλιεργητές δένουν ἕνα βάρος, ὥστε νά ταπεινωθεῖ τό κλαδί, νά γείρει πρός τά κάτω καί νά γίνει καρποφόρο. Ἔτσι καί ὁ Χριστός μας μᾶς ταπεινώνει μέσω τῶν θλίψεων, μέσω τῶν πειρασμῶν, μέσω τῶν δυσκολιῶν, ὥστε νά καμφθεῖ ὁ τράχηλός μας, νά ταπεινωθοῦμε καί νά φέρουμε καρπό πνευματικό. Ἀλλά βλέπετε πῶς, ἄν κανείς λειτουργεῖ καί σκέφτεται κοσμικά, αὐτά πού εἶναι εὐλογία τά σκέφτεται σάν κατάρα καί ἀντίθετα αὐτά πού εἶναι κακά τά βλέπει σάν καλά. Ὅταν ὅλα σοῦ πᾶνε κοσμικά καλά καί ἐσύ δέν ἔχεις σχέση μέ τόν Θεό, αὐτό δέν εἶναι καθόλου καλό. Σημαίνει ὅτι σ’ ἔχει ἐγκαταλείψει ὁ Θεός, δέν ἀσχολεῖται πλέον μαζί σου. Εἶναι σάν τό ἀμπέλι πού τό ἔχει παρατήσει πλέον ὁ ἀμπελουργός, οὔτε τό κλαδεύει οὔτε τίποτα καί αὐτό φυσικά θά ἀγριέψει ἀκόμα περισσότερο καί θά μένει πάντοτε ἄκαρπο. Σκεφτόταν, λοιπόν, αὐτή ἡ κόρη κοσμικά. Ποιόν βίο νά προτιμήσω; Ἄν ὁ πατέρας μου ἦταν εὐάρεστος στόν Θεό, δέν θά εἶχε τόσες συμφορές. «Καί ποιός ὑπῆρξε ὁ βίος τῆς μητέρας μου; Μήπως δέν ἔζησε ὑγιής, ἄν καί εἶχε ριφθεῖ στίς ἀπολαύσεις καί τίς ἡδονές; Αὐτόν λοιπόν τόν βίο, τῆς μητέρας μου, πρέπει νά ζήσω καί ἐγώ. Γιατί εἶναι προτιμότερο νά πιστέψω στά μάτια μου παρά στά λόγια τῶν ἄλλων»12. Δέν εἶναι ἁπλῶς λόγια τῶν ἄλλων, εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ζεῖ μέ ἠθική, μέ σωφροσύνη, μέ ἁγνότητα, μέ ταπείνωση. Ἀλλά βλέπετε, πῶς πολλές φορές ξεγελιόμαστε ἀπό τόν διάβολο καί σκεφτόμαστε κοσμικά καί συμπλέουμε μέ τό κοσμικό μοντέλο ζωῆς. Νά, τώρα στήν πατρίδα μας ἔχει ἐπικρατήσει πάρα πολύ ἡ ἀθεΐα καί πάρα πολλοί, ἔτσι ἀπό ἐλαφρότητα, παρασύρονται καί λένε, μήπως ξέρουμε ἄν ὑπάρχει Θεός, μήπως ἦρθε κανένας ἀπ’ τόν ἄλλο κόσμο νά μᾶς πεῖ κ.λ.π. Αὐτές οἱ ἀνοησίες ἀναπαράγονται καί ὁ διάβολος βέβαια καταπίνει πολλούς μέσω αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων στήν κόλαση. «Μέ τήν ἀπόφαση», λέει ἡ κόρη αὐτή, «λοιπόν νά ἀκολουθήσω τά ἴχνη τῆς μητέρας μου μέ βρῆκε ἡ νύκτα. Ὅταν ἔπεσα νά κοιμηθῶ, παρουσιάζεται ἐνώπιόν μου ἕνας ἄνθρωπος μέ τεράστιες σωματικές διαστάσεις καί μέ ἀγριεμένο πρόσωπο. Ἀφοῦ μέ κοίταξε μέ ὀργή καί ἄγριο βλέμμα, μέ ρώτησε μέ τρομακτική φωνή: ποιός εἶναι ὁ διαλογισμός τῆς καρδιᾶς σου; Ἐγώ τόσο πολύ τρόμαξα, ὥστε οὔτε στό πρόσωπο δέν τολμοῦσα νά τόν κοιτάξω. Ὁ φοβερός ἐκεῖνος ἄνθρωπος, μέ τήν ἴδια αὐστηρότητα, μέ ρωτησε ἐκ νέου – Πές μου λοιπόν, τί ἀποφασίζεις; Καθώς δέ μέ εἶδε νά ἔχω παραλύσει ἀπό τόν φόβο μου καί νά κινδυνεύω νά τρελαθῶ, τότε ὁ ἴδιος μοῦ ὑπενθύμισε λεπτομερῶς ὅσα 110

προηγουμένως ἐγώ ἡ ἴδια εἶχα σκεφθεῖ»13. Τῆς εἶπε ὅλα ὅσα εἶχε σκεφθεῖ, τόν λογισμό της. «Ἐγώ μόλις συνῆλθα λίγο ἀπό τόν φόβο καί τήν κατάπληξη, ἐπειδή δέν μποροῦσα νά ἀρνηθῶ τά ὅσα μοῦ ἔλεγε», ἀφοῦ ὄντως αὐτά εἶχε σκεφτεῖ, «ἄρχισα νά τόν παρακαλῶ καί νά τόν ἱκετεύω νά μέ συγχωρέσει. Τότε ἐκεῖνος, σάν νά ἡμέρωσε λίγο, μέ πῆρε ἀπό τό χέρι καί μοῦ εἶπε: – Ἔλα, νά δεῖς ποῦ βρίσκονται ὁ πατέρας σου καί ἡ μητέρα σου. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα διάλεξε ποιόν τρόπο ζωῆς θέλεις γιά τόν ἑαυτό σου»14. Τῆς κάνει μιά ἰδιαίτερη χάρη ὁ Θεός νά τῆς δείξει ποῦ βρίσκονται οἱ ψυχές τοῦ πατέρα της καί τῆς μητέρας της. Ἔλα λοιπόν νά δεῖς… «Ἀφοῦ μέ ἔβγαλε ἀπό ἐκεῖ πού ἤμουν, μέ ὁδήγησε σ’ ἕναν ἀπέραντο κῆπο, ὅπου ἦσαν φυτεμένα διάφορα ὡραῖα δένδρα, ἀνώτερα κατά τό κάλλος ἀπό κάθε περιγραφή καί γεμάτα ἀπό διαφόρους καρπούς. Ἐκεῖ δέ, καθώς βάδιζα μαζί μέ τόν φοβερό ἐκεῖνο ἄνθρωπο, μέ συναντάει ὁ πατέρας μου, μέ ἀγκαλιάζει καί μοῦ λέγει, καταφιλώντας με τρυφερά, «ἀγαπημένο μου παιδί». Ἐγώ τότε, ἀγκάλιασα μέ χαρά τόν πατέρα μου. Παρακαλοῦσα νά μείνω κοντά του. Ὁ πατέρας μου μέ γλυκύτητα μοῦ ἀπαντάει: – Τώρα, παιδί μου, δέν εἶναι δυνατό νά γίνει αὐτό. Ἐάν ὅμως θελήσεις νά ἀκολουθήσεις τόν δικό μου τρόπο ζωῆς, δέν θά πέρασει πολύς καιρός καί θά ἔλθεις καί ἐσύ ἐδῶ. Καθώς δέ ἐγώ ἐξακολουθοῦσα νά παρακαλῶ νά μείνω μαζί του, μέ ἔσυρε ἀπό τό χέρι ὁ Ἄγγελος, πού μέ συνόδευε, καί μοῦ λέγει· – Ἔλα τώρα νά δεῖς καί τήν μητέρα σου, γιά νά πληροφορηθεῖς ἀπό τά ἴδια τά πράγματα, ποιόν δρόμο ἔχεις συμφέρον νά ἀκολουθήσεις στή ζωή σου»15. Βλέπουμε τώρα τήν πραγματική πραγματικότητα, ὄχι τήν πραγματικότητα ὅπως μᾶς τήν παρουσιάζει ἡ κοσμική λογική μας. Γιατί σύμφωνα μέ τήν κοσμική λογική εἴδαμε τί εἶχε ἀποφασίσει. Ἀλλά τώρα βλέπει τήν ἀληθινή πραγματικότητα, αὐτό πού συμβαίνει στίς ψυχές, ποῦ εἶναι ἡ κάθε ψυχή. «Ἀφοῦ λοιπόν μέ ὁδήγησε σ’ ἕνα κατασκότεινο τόπο, ἀπό ὅπου ἀκουγόταν μεγάλη ταραχή καί βογγητά, μοῦ δείχνει ἕνα καμίνι ἀναμμένο, τοῦ ὁποίου κάθε τόσο δυνάμωνε ἡ φωτιά του καί ἔβραζε, ἔξω δέ ἀπό αὐτό τό καμίνι στέκονταν μερικοί ἀπαίσιοι καί φοβεροί στήν ὄψη. Καθώς κοιτοῦσα καταφοβισμένη τόν φοβερό ἐκεῖνο τόπο τῶν βασάνων, βλέπω τήν μητέρα μου, βυθισμένη μέχρι τόν λαιμό μέσα στήν φλογισμένη κάμινο καί ἀναρίθμητα σκουλήκια νά τήν κατατρώγουν ἀπό παντοῦ. Ἀπό τόν πόνο δέ καί τήν φρίκη ἔτρεμε, ἐνῶ τά δόντια της κτυποῦσαν καί ἔτριζαν. Μόλις σήκωσε τά μάτια της καί μέ εἶδε καί ἐκείνη, ἄρχισε νά κλαίει σπαρακτικά καί νά μοῦ λέει: – Ἀλλοίμονο, παιδί μου! Οἱ πόνοι μου εἶναι ἀνυπόφοροι! Ἀτελείωτα εἶναι τά βασανιστήριά μου! Ἀλλοίμονο σέ μένα τήν δυστυχισμένη! Γιά ὀλιγοχρόνιο ἡδονή καί ἁμαρτωλή ἀπόλαυση, πόσο φοβερές τιμωρίες προκάλεσα στόν ἑαυτό μου! Ἀλλοίμονο σέ μένα τήν ἀθλία! Ἀντί τῶν πρόσκαιρων ἀπολαύσεων τῆς προσωρινῆς 111

ζωῆς, βασανίζομαι τώρα αἰωνίως. Ἀλλά, παιδί μου, ἐλέησον τήν μητέρα σου, ἡ ὁποία, ὅπως μέ βλέπεις, φλέγομαι καί κατατρώγομαι ἀπό τή φωτιά. Θυμήσου, παιδί μου, πώς σέ θήλασα καί σέ μεγάλωσα καί ἐλέησέ με, δῶσε μου τό χέρι σου καί βγάλε με ἀπ’ ἐδῶ. Ἐνῶ δέ ἐγώ παρέμενα ἄπρακτος καί δέν τολμοῦσα οὔτε καί νά πλησιάσω πρός τήν μητέρα μου, ἀπό ντροπή γι’ αὐτούς πού ἦσαν κοντά, ἐκείνη πάλι μέ δάκρυα κραύγαζε δυνατά: – Παιδί μου, βοήθησέ με καί μή περιφρονήσεις τήν μητέρα σου καί τούς θρήνους της. Μή παραβλέψεις τήν δυστυχισμένη, πού τόσο φοβερά βασανίζεται στήν γέεννα τοῦ πυρός καί κατατρώγεται συνεχῶς ἀπό τόν ἀκοίμητο σκώληκα. Ἐγώ τότε παρακινηθεῖσα ἀπό συμπάθεια ἅπλωσα πρός αὐτή τό χέρι μου, γιά νά τήν βγάλω ἀπό τήν φοβερή ἐκείνη κόλαση. Μόλις ὅμως ἡ φλόγα τῆς φωτιᾶς ἄγγιξε λίγο τό χέρι μου, πόνεσα πάρα πολύ καί ἄρχισα νά κραυγάζω ὀδυνηρά καί νά κλαίω μέ στεναγμούς. Ἀπό τούς θρήνους καί τίς οἰμωγές ξύπνησαν ὅσοι κοιμόντουσαν στό σπίτι, σηκώθηκαν, ἄναψαν φῶς, ἔτρεξαν κοντά στό κρεβάτι μου καί μέ ἐπανειλημμένες ἐρωτήσεις ζητοῦσαν νά μάθουν γιατί ἔκλαιγα στόν ὕπνο μου καί ἀναστέναζα. Τότε ἐγώ, ἀφοῦ συνῆλθα λίγο, ἄρχισα νά διηγοῦμαι σ’ αὐτούς ὅσα εἶδα στό ὅραμά μου»16. Δέν ἦταν ὄνειρο. Ἦταν ὅραμα, τῆς ἔκανε ξενάγηση ὁ φοβερός ἐκεῖνος, πού προφανῶς ἦταν ἕνας ἄγγελος. «Ἀπό ἐκείνη τήν ἡμέρα ἀποφάσισα πλέον ὁριστικά νά ζήσω, ὅπως ὁ πατέρας μου, τοῦ ὁποίου τόν βίο ζήλωσα»17, ζήλεψα. Τόν ταπεινό, τόν ἁπλό, τόν προσευχητικό. Γιατί προφανῶς ὁ πατέρας σιωποῦσε, γιατί προσευχόταν καί γι’ αὐτό εὐαρέστησε τόσο πολύ στόν Θεό. Καί ὅταν βρέθηκε ἡ κόρη του κοντά του, ἐκεῖ πού ἦταν, στόν παράδεισο, κι αὐτή ἤθελε νά μείνει ἐκεῖ. Γιατί ὁ Θεός εἶναι πού ἀναπαύει, ἑλκύει, δίνει χαρά, δίνει τά πάντα στόν ἄνθρωπο. Ἔτσι ἀποφάσισε μετά ἀπό αὐτό τό ὅραμα νά γίνει μοναχή. «Εὔχομαι δέ» λέει «νά μέ ἀξιώσει ὁ Θεός νά τό ἐπιτύχω καί νά συναντηθῶ μαζί του, γιά νά ζήσουμε μαζί, διότι, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπό τά ἴδια τά πράγματα πληροφορήθηκα ποιές δόξες καί τιμές ἔχουν ἑτοιμασθεῖ γιά ὅσους προτίμησαν νά ζήσουν μέ εὐσέβεια καί ἀρετή, καί, ἀντίθετα, πάλι, ποιές φοβερές τιμωρίες καί κολάσεις περιμένουν ὅσους δαπανοῦν τή ζωή τους στά πάθη καί τίς ἡδονές»18, γιά τίς ὁποῖες μᾶς μίλησε καί ὁ Κύριος καί τίς εἴδαμε τώρα ἐδῶ, τόν ἀκοίμητο σκώληκα, τό πῦρ, τό σκότος… Ὅλα αὐτά τά βλέπουμε κι ἐδῶ τώρα στό ὅραμα τῆς μετέπειτα εὐλαβοῦς αὐτῆς μοναχῆς. Ἔτσι καί ἐγώ, λέγει, ἐπιθυμῶ νά εἶμαι μέ τόν πατέρα μου, ἀφοῦ πληροφορήθηκα ὅσα καλά ἔχουν ἑτοιμαστεῖ σ’ αὐτούς πού ζοῦνε μέ εὐσέβεια καί ἀρετή καί ποιές φοβερές τιμωρίες καί κολάσεις περιμένουν ὅσους δαπανοῦν τή ζωή τους στά πάθη καί τίς ἡδονές, τίς μάταιες ἡδονές αὐτοῦ τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖες διαρκοῦν πάρα πολύ λίγο καί ὁδηγοῦν στήν αἰώνια κόλαση. 112

Νά, μιά ἀκόμα ἐπιβεβαίωση τῶν λόγων τοῦ Κυρίου μέσα πλέον ἀπό ἐμπειρίες τῆς Ἐκκλησίας. Θά πεῖτε, ἐγώ δέν τά εἶδα. Τά εἶδε αὐτή ἡ γυναίκα ὅμως. Καί ἐπειδή ἔστω καί ἕνας τό ἔχει δεῖ, εἶναι γεγονός πού ἀφορᾶ σ’ ὅλη τήν Ἐκκλησία. Ἡ ἐμπειρία τοῦ ἑνός εἶναι ἐμπειρία ὅλων μας μέσα στήν Ἐκκλησία. Γι’ αὐτό ἄλλωστε παραχώρησε ὁ Θεός νά γραφτοῦν κιόλας αὐτά τά πράγματα γιά νά πληροφορούμαστε ὅλοι τήν ἀλήθεια, τήν πραγματικότητα, αὐτά πού μᾶς ἔχει πεῖ ὁ Κύριος ὅτι ὄντως ὑπάρχουνε καί τά ἔχουν ζήσει καί τά ἔχουν δεῖ καί οἱ Ἅγιοι. «Ἀπό τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Διάλογο: Μία ἡμέρα ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ Βενέδικτος, καθώς στεκόταν στό κελί του, ὕψωσε τά μάτια του πρός τόν οὐρανό καί εἶδε τήν ψυχή τῆς ὁσίας ἀδελφῆς του νά ἀνέρχεται στόν οὐρανό, σάν μία ὁλόλαμπρος λευκή περιστερά». Ἐδῶ ὁ Ἅγιος βλέπει τήν ψυχή σάν ἕνα ὁλόλευκο περιστέρι καί πάλι γεμάτο φῶς, πού εἶναι τό ἄκτιστο Φῶς τοῦ Θεοῦ. «Ἡ ψυχή του τότε γέμισε ἀπό πνευματική χαρά καί ἀγαλλίαση καί εὐχαρίστησε τόν Θεό»19, διότι ἀξιώθηκε ἡ ἀδελφή του νά τελειωθεῖ ἐν εἰρήνῃ, ἐν μετανοίᾳ, ἐν εὐσεβείᾳ. Αὐτό ἀποδεικνύεται μέ τό ὅτι ἡ ψυχή της ἦταν γεμάτη λαμπρότητα καί ἀνέβαινε στόν οὐρανό σάν πάνλευκο περιστέρι. «Κατόπιν» ὁ Ἅγιος «ἀνήγγειλε στούς ὑποτακτικούς του τόν θάνατό της καί τούς ἔστειλε ἀμέσως στό μέρος ὅπου ἀσκήτευε, γιά νά παραλάβουν τό τίμιο καί σεμνό σῶμα της καί νά τό φέρουν στό Μοναστήρι, γιατί τό μέρος στό ὁποῖο ἀσκήτευε ἡ Παρθένος αὐτή δέν βρισκόταν μακριά ἀπό τό Μοναστήρι τοῦ ὁσίου Βενεδίκτου». Ἦταν ἀσκήτρια. «Πράγματι λοιπόν μετέβησαν οἱ ἀδελφοί, τήν βρῆκαν νεκρή καί ἔφεραν τό ἅγιο σῶμα της. Τότε ὁ ὅσιος Βενέδικτος τήν ἔθαψε στό μνῆμα, πού εἶχε ἑτοιμάσει γιά τόν ἑαυτό του. Διότι ἐκείνων τῶν ὁποίων ὁ νοῦς ἦταν ἑνωμένος μέ τόν σύνδεσμο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, αὐτῶν καί τά πανίερα σώματα οὔτε κατά τόν ἐνταφιασμό δέν χωρίσθηκαν». Δέν ἦταν μόνο κατά σάρκα ἀλλά καί κατά πνεῦμα ἀδελφοί, ὁ Ἅγιος Βενέδικτος καί ἡ ἀδελφή του, καί εἴχανε αὐτό τόν σύνδεσμο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί λέει ἐδῶ ὁ βιογράφος ὅτι ἔτσι θέλησε ὁ Θεός καί τά σώματά τους νά εἶναι μαζί, ὅπως ἦταν μαζί καί οἱ ψυχές τους. «Ἄλλοτε πάλι ὁ ἄνθρωπος αὐτός τοῦ Θεοῦ», ὁ Ἅγιος Βενέδικτος πού εἶναι ὁ θεμελιωτής τοῦ Μοναχισμοῦ στή Δύση, «στάθηκε μία νύκτα στό παράθυρο τοῦ κελιοῦ του καί παρακαλοῦσε τόν παντοδύναμο Θεό», προσευχόταν. «Ξαφνικά ὕψωσε τούς ὀφθαλμούς του πρός τόν οὐρανό καί εἶδε κάτι παράδοξο. Ἐντελῶς ἀπροσδόκητα φάνηκε ἀπό τόν οὐρανό μία τόσο ἔντονη φωτοχυσία, ὥστε, διά μιᾶς, ἐξαφανίσθηκε τό νυκτερινό σκοτάδι, καί ἔλαμψε τόσο πολύ ὁ ἀέρας, ὥστε φωτίσθηκε ἡ περιοχή περισσότερο καί ἀπό τό φῶς τῆς ἡμέρας. Σέ συνέχεια πρός τήν θαυμαστή αὐτή φωτοπλημμύρα, -καθώς διηγεῖτο μετέπειτα ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος – ἐπακολούθησε καί ἄλλο θαῦμα, τήν ἴδια ἀκριβῶς ὥρα τοῦ ὁράματος, θαῦμα γεμάτο μυστήριο. Εἶδα -διηγεῖται- σάν ὅλος ὁ κόσμος νά συγκεντρώθηκε κάτω ἀπό μιά ἡλιακή ἀκτίνα. Ἐνῶ δέ ἡ προσοχή μου ἦταν στραμμένη πρός τήν λαμπρότητα τοῦ οὐρανίου αὐτοῦ 113

φωτός, βλέπω τήν ἁγία ψυχή τοῦ Ἐπισκόπου Καπούης Γερμανοῦ ὡς πύρινη σφαῖρα νά ἀνυψώνεται ἀπό τούς Ἀγγέλους στόν Οὐρανό»20. Μέσα στό ἄκτιστο Φῶς τοῦ Θεοῦ βλέπει ὁ Ἅγιος ὅλο τόν κόσμο. Βλέπει ἔτσι καί τί συμβαίνει ἐκείνη τήν ὥρα στήν Κάπουα. Ἡ Κάπουα εἶναι ἀρχαία πόλις στήν Ἰταλία, πρωτεύουσα τῆς ἀρχαίας Καμπανίας. Ἐκεῖ -εἶναι γνωστή ἀπό τήν ἱστορία- εἶχε νικήσει ὁ Ἀννίβας τούς Ρωμαίους, τό 216 π.Χ. Σ’ αὐτήν εἰσήχθη ὁ Χριστιανισμός πολύ νωρίς. Μάλιστα ἀναφέρεται ὅτι στά χρόνια τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὑπῆρχε Βασιλική τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων σ’ αὐτή τήν πόλη. Καταστράφηκε τό 840 μ.Χ. ἀπό τούς Σαρακηνούς καί μέ τά ὑλικά της χτίστηκε καινούρια πόλη Κάπουα, 4 χλμ βορειοδυτικά ἀπό τήν ἀρχαία πόλη. Εἶδε λοιπόν τόν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως, τόν Ἅγιο Γερμανό, νά ἀνεβαίνει στόν οὐρανό – ἡ ψυχή του. Ὄχι ὅπως στό προηγούμενο ὅραμα σάν περιστέρι ἀλλά σάν μιά φωτεινή σφαῖρα, καί πληροφορήθηκε ὁ Ἅγιος Βενέδικτος ὅτι τήν ἴδια ὥρα συνέβη ἡ τελείωσις τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ, διότι, «τήν ἄλλη μέρα ἔστειλε ὑποτακτικό του στήν Καπούη καί πληροφορήθηκε, ὅτι τήν ἴδια ἀκριβῶς στιγμή, πού εἶδε τό ὅραμα, συνέβη ἡ τελείωσις τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ»21. Ρωτάει ὁ Πέτρος τώρα τόν Ἅγιο Γρηγόριο. «Ἐρώτηση: Πές μου πάτερ, πῶς εἶναι δυνατόν ὅλος ὁ κόσμος νά συγκεντρωθεῖ κάτω ἀπό μία ἡλιακή ἀκτῖνα, πρίν ἀπό τήν κοινή ἀνάσταση ὅλων τῶν νεκρῶν; Ἤ πῶς εἶναι δυνατόν ὁλόκληρος ὁ κόσμος νά γίνει ὁρατός ἀπό ἕναν ἄνθρωπο;»22. Καί τοῦ ἀπαντάει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος: «Πρόσεξε καλά, Πέτρε, σ’ αὐτό πού θά σοῦ πῶ. Γιά τήν ψυχή πού ἀξιώθηκε νά βλέπει τόν Κτίστη», τόν Δημιουργό, «ὅλος ὁ κόσμος εἶναι στενός». Εἶναι πολύ λίγος, πολύ μικρός. Ἀφοῦ βλέπεις τόν ἄπειρο Θεό! Μέσα στό ἄκτιστο Φῶς ὅταν μπεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν φτάσει στή θέωση, στή θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός ὁρᾷ τόν Θεό, ὅσο εἶναι δυνατό στόν ἄνθρωπο. Ὁπότε, ὁ κόσμος εἶναι πολύ λίγος μπροστά στόν ἄπειρο Θεό, πολύ μικρός. Δηλαδή, δέν εἶναι κάτι ἐντυπωσιακό, τό ὅτι μέσα στό ἄκτιστο Φῶς τοῦ Θεοῦ, μέσα στόν Θεό δηλαδή, εἶδε ὁ Ἅγιος ὅλο τόν κόσμο συγκεντρωμένο. Γιά τήν ψυχή πού ἀξιώθηκε νά βλέπει τόν Κύριο, ὅλος ὁ κόσμος εἶναι στενός, «γιατί αὐτή ἡ θεωρία τοῦ θείου φωτός μεγαλώνει τόσο πολύ μέσα στόν νοῦ μας καί τόσο πολύ ὁ νοῦς ἁπλώνεται καί διευρύνει τά ὅρια τῆς ὑπάρξεώς του ἀπό τήν μυστική αὐτή θεωρία, ὥστε γίνεται ἀνώτερος ἀπό ὅλη τήν κτίση»23. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό, ὁ νοῦς του δηλαδή ἔχει μετοχή στήν ἄκτιστη θεία δόξα -γι’ αὐτό καί γίνεται ὅλος φῶς- διευρύνεται, πλατύνεται καί ὁ ἄνθρωπος, γίνεται ὅ,τι καί ὁ Θεός κατά χάρη. Ὁ Θεός εἶναι κατά φύση ἄπειρος, ἀτελεύτητος, αἰώνιος κ.λ.π., ἔτσι γίνεται καί ὁ ἄνθρωπος κατά χάριν ἄπειρος. Ὁπότε βλέπει ὅλο τόν κόσμο καί ἀντιλαμβάνεται αὐτά πού βλέπει καί ὁ Θεός, στό μέτρο βέβαια πού τοῦ ἀποκαλύπτεται ἀπό τόν Θεό, πού τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά δεῖ. Ἔτσι βλέπει μέσα στό ἄκτιστο Φῶς ὅλο τόν κόσμο, βλέπει καί τήν ψυχή τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ πού ἀνεβαίνει στόν Θεό. «Ὅταν δέ φθάσει στήν κατάσταση αὐτή» ὁ νοῦς, πλατυνθεῖ δηλαδή καί διευρυνθεῖ διά τοῦ Χριστοῦ, «τότε ἐννοεῖ πόσο μικρό εἶναι 114

ἐκεῖνο τό ὁποῖο, ὅταν βρισκόταν μέσα στό ταπεινό σῶμα του, δέν μποροῦσε νά ἐννοήσει ἤ νά δεῖ. Ποῦ λοιπόν βλέπεις τό παράξενο;»24. Ὅταν εἴμαστε μέσα στό σῶμα μας μᾶς φαίνεται πάρα πολύ μεγάλος ὁ κόσμος καί δέν μποροῦμε νά τόν δοῦμε φυσικά ὅλον μέ τό ἀνθρώπινο μάτι, μέ τούς βιολογικούς ὀφθαλμούς. Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς πλατυνθεῖ μέσα στή Χάρη τοῦ Θεοῦ, τότε ὅλος ὁ κόσμος εἶναι πολύ μικρός. «Ποῦ βλέπεις λοιπόν τό παράξενο; Ἐάν καί αὐτός ὁ ἅγιος ἄνθρωπος, βρισκόμενος ὑπό τόν φωτισμό τοῦ φωτός τοῦ Θεοῦ, καί ὑπό τοῦ θείου αὐτοῦ φωτισμοῦ ὑψωθείς καί πλατυνθείς τόσο πολύ, εἶδε ὅλο τόν κόσμο σάν νά εἶχε συγκεντρωθεῖ ἐνώπιόν του; Αὐτό βεβαίως συνέβη ὄχι γιατί ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ συγκεντρώθηκαν στό ἴδιο μέρος, ἀλλά γιατί ὁ νοῦς αὐτοῦ ἀνηρπάγη ἀπό τό νοερό ἐκεῖνο φῶς καί ἀνυψώθηκε πρός τόν Θεό, ὁπότε ἐπλατύνθη τόσο πολύ, ὥστε νά θεωρήσει μέ εὐκολία αὐτά πού εἶδε, γιατί κάθε ἕνα ἀπό τά ὄντα βρίσκεται μέσα στήν περιοχή τοῦ Θεοῦ! Μέ αὐτό λοιπόν τό θαυμαστό φῶς, πού θάμπωσε τούς ἐξωτερικούς του ὀφθαλμούς, φῶς ἐσωτερικό φώτισε τούς νοερούς ὀφθαλμούς του, διά τοῦ ὁποίου φανερώθηκε σ’ αὐτόν πῶς ἡ ψυχή τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ Καπούης ἀνηρπάγη ἀπό τούς Ἀγγέλους πρός τά ὕψη, ἀλλά καί πόσο στενά καί περιορισμένα εἶναι ὅλα τά κατώτερα μέρη»25. Καί ὁ Πέτρος λέει: «Εἶμαι σύμφωνος μέ ὅσα λέγεις»26. Καί λέει πάλι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος: «Κατά τήν ἐποχή πού ἐπρόκειτο ὁ Ἅγιος αὐτός ἄνθρωπος, δηλαδή ὁ Ὅσιος Βενέδικτος, νά ἀπέλθει ἀπό τήν πρόσκαιρη αὐτή ζωή καί νά διαμείνει πλέον αἰωνίως πλησίον τοῦ Θεοῦ, προέβλεψε τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου του καί τήν προανήγγειλε στούς ὑποτακτικούς του, καθώς καί στούς μαθητές πού εὑρίσκοντο μακριά του»27. Βλέπουμε ἐδῶ κάτι ἄλλο τώρα, ὅτι ὁ Θεός τούς Ἁγίους τούς προειδοποιεῖ, τούς ἀποκαλύπτει τήν ἡμέρα, καί τήν ὥρα πολλές φορές, τῆς κοιμήσεώς τους, γιά νά προετοιμαστοῦν ἀκόμα καλύτερα. Καί εἶναι πολύ καλό κι ἐμεῖς νά προσευχόμαστε νά μᾶς ἀποκαλύψει ὁ Θεός τήν ὥρα τοῦ θανάτου μας, ἔτσι ὥστε νά μή μᾶς βρεῖ ξαφνικά, ἀπροετοίμαστους. Ὁ Ἅγιος, λοιπόν, τούς εἶπε ὅτι τότε θά ἀπέλθω. «Σέ ὅλους αὐτούς φανέρωσε, ὅτι κατά τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου του θά γίνει κάποιο σημεῖο, μέ τό ὁποῖο θά ἀντιληφθοῦν ὅλοι ὅτι χωρίζεται ἡ ψυχή του ἀπό τό σῶμα. Ἕξι μέρες, λοιπόν, πρίν ἀπό τήν ὁσία του κοίμηση διέταξε τούς ὑποτακτικούς του νά ἀνοίξουν τόν τάφο του. Ἀμέσως δε, καταλήφθηκε ἀπό ἰσχυρότατο πυρετό, ἀπό τόν ὁποῖο, ἐπί ἕξι μέρες, ψηνόταν κυριολεκτικά τό σῶμα του. Τήν ἕκτη ἡμέρα διέταξε πάλι τούς ὑποτακτικούς του νά τόν σηκώσουν καί νά τόν πᾶνε στόν Ναό. Ἀφοῦ λοιπόν τόν μετέφεραν στόν Ναό καί μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, στάθηκε στό μέσο τῶν ὑποτακτικῶν του, οἱ ὁποῖοι τόν ὑποβάσταζαν καί τόν συγκρατοῦσαν γιά νά παραμείνει ὄρθιος, ὕψωσε τά μάτια του πρός τόν οὐρανό καί ἄρχισε μέ θερμότητα νά προσεύχεται. Ἔτσι, σ’ αὐτή τήν κατανυκτική στάση, μέ ὑψωμένα τά βλέμματα πρός τόν οὐρανό καί προσευχόμενος μετά θερμότητος παρέδωσε στόν Θεό τήν ἁγιασμένη ψυχή του»28. Ὁσιακό τέλος! Μέσα στήν ἐκκλησία, ἐν ὥρᾳ 115

προσευχῆς, ὑποβασταζόμενος, μέ τήν παρουσία καί τῶν ἄλλων ἀδελφῶν, παρέδωσε τήν ψυχή του. «Τήν στιγμή ἀκριβῶς ἐκείνη δύο ἀδελφοί, ἀπό τούς ὁποίους ὁ ἕνας ἡσύχαζε στό κελί του καί ὁ ἄλλος κατοικοῦσε πολύ μακριά, εἶδαν ἀκριβῶς τό ἴδιο ὅραμα. Εἶδαν λοιπόν καί οἱ δύο, ἀλλά καθένας χωριστά, ἕναν δρόμο θαυμαστό, πού ὁδηγοῦσε ἀπό τό κελί τοῦ Ὁσίου πρός Ἀνατολάς μέχρι τοῦ Οὐρανοῦ». Δέν εἶναι κι ἐδῶ ὄνειρο ἀλλά ὅραμα. Βλέπουν καί οἱ δύο τό ἴδιο, ἐνῶ εἶναι μακριά ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο. Καί τί βλέπουν; Ἕναν θαυμαστό δρόμο πού νά ξεκινάει ἀπό τό κελί τοῦ Ἁγίου Βενεδίκτου καί νά φτάνει στόν οὐρανό. «Ὁλόκληρος ὁ δρόμος ἦταν στρωμένος ἀπό λαμπρά ἐνδύματα καί μεταξωτά. Σ’ αὐτόν τόν δρόμο ἀνέβαιναν καί μερικοί ἐξαίσιοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι κρατοῦσαν λαμπάδες καί βάδιζαν μέ τάξη. Ἔξαφνα σ’ αὐτή τήν ὡραία καί ἐπιβλητική σκηνή παρουσιάζεται ἕνας ἄλλος λευκοφορεμένος ἄνδρας, ὁ ὁποῖος ἀστραποβολοῦσε καί αὐτός καί στάθηκε κοντά σ’ ἐκείνους, πού βάδιζαν καί τούς ρωτάει: – Γνωρίζετε, ἄραγε, γιά ποιόν ἔχει στρωθεῖ ὁ δρόμος αὐτός πού βλέπετε μέ τόσο θαυμασμό; – Ὄχι, δέν γνωρίζουμε, ἀπάντησαν ἐκεῖνοι. – Ὁ δρόμος αὐτός, εἶπε τότε πρός αὐτούς ὁ λευκοφόρος, εἶναι αὐτός τόν ὁποῖο θά βαδίσει ὁ ἀγαπημένος τοῦ Θεοῦ Βενέδικτος καί θά ἀνεβεῖ στόν οὐρανό. Μόλις συνῆλθαν καί οἱ δύο ἀπό τό καταπληκτικό αὐτό ὅραμα, ἀντιλήφθηκαν ἀμέσως, ὅτι ἀναφερόταν στήν κοίμηση τοῦ Ἁγίου ἀνθρώπου· ἦσαν δέ τόσο βέβαιοι γι’ αὐτό, σάν νά ἦταν παρόντες καί νά τόν ἔβλεπαν στίς τελευταῖες στιγμές του»29. Αὐτό ἦταν καί τό σημεῖο πού εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Ἅγιος Βενέδικτος ὅτι θά συμβεῖ στήν κοίμησή του. Ἔχουμε καί ἄλλα πράγματα στήν κοίμηση τῶν ἁγίων. Δίνει ὁ Θεός καί σημεῖα ὑπερφυσικά γιά νά γνωριστεῖ ἡ ἁγιότητα. Ἕνας καταπληκτικός δρόμος μέ μία συνοδεία ἀγγελική, ὁ ὁποῖος εἶχε ἑτοιμαστεῖ γιά τόν Ἅγιο τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ φοβερή ὥρα τοῦ θανάτου καί ἡ ἄνοδος τῆς ψυχῆς πρός τόν οὐρανό γιά τούς Ἁγίους εἶναι ἡ ἀρχή τῆς δόξας καί τῆς μακαριότητας καί τῆς ἀπόλαυσης. Ποῦ νά πλησιάσει αὐτούς τούς Ἁγίους ὁ διάβολος καί νά τούς ἐμποδίσει νά ἀνεβοῦν στόν Θεό… «Στό Γεροντικό: Ὁ ἀββάς Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος διηγήθηκε στούς ὑποτακτικούς του τό ἑξῆς περιστατικό. Κάποτε, καθώς βάδιζα στήν ἔρημο, βρῆκα ἕνα κρανίο πεθαμένου, κάτω στό ἔδαφος. Τό μετακίνησα ἐλαφρά μέ τό ραβδί μου καί, κατάπληκτος, ἀκούω φωνή ἀπό τό κρανίο αὐτό. Τότε μέ θάρρος καί χωρίς φόβο ρωτῶ τό κρανίο: – Ἐσύ, ποιός εἶσαι; Τό κρανίο μοῦ ἀπαντᾶ, σάν νά ἦταν ἄνθρωπος ζωντανός: – Ἐγώ ἤμουν ἀρχιερέας τῶν εἰδώλων καί τῶν Ἑλλήνων, πού ἔμεναν κάποτε σ’ αὐτόν τόν τόπο. Ἐσύ δε, εἶσαι ὁ πνευματοφόρος Μακάριος. Μάθε λοιπόν ὅτι ὁποιαδήποτε ὥρα λυπηθεῖς τούς κολασμένους καί προσευχηθεῖς χάριν αὐτῶν, παρηγοροῦνται λίγο»30. Οἱ Ἅγιοι κάνουν προσευχή καί γιά τούς κολασμένους καί δίνουν ἀναψυχή μέ τίς εὐχές τους σ’ αὐτούς. 116

«Ὁ ἀββάς Μακάριος ρωτᾶ πάλι τό κρανίο: – Ποιά εἶναι ἡ παρηγοριά; Καί ποιά εἶναι ἡ κόλαση; – Ὅσο ἀπέχει ὁ οὐρανός ἀπό τή γῆ, τόσο βάθος ἔχει καί ἡ φωτιά, πού βρίσκεται ἀπό κάτω μας», ἀπαντάει τό κρανίο, ὁ πρώην ἀρχιερέας τῶν εἰδώλων. «Σ’ αὐτή λοιπόν τήν φωτιά στεκόμαστε ὄρθιοι καί χωμένοι ὁλόκληροι». Γι’ αὐτό πολλές φορές τά εἰκονίζουμε αὐτά τά πράγματα στήν παράσταση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου, πού ἐκεῖ φαίνεται καί ἡ κόλαση. Ἔχουμε τέτοιες παραστάσεις, γιατί ἀκριβῶς τά ἔχουμε δεῖ, τά ἔχει δεῖ ἡ Ἐκκλησία διά τῶν Ἁγίων της. «Εἴμαστε δέ ἔτσι τοποθετημένοι», λέει τό κρανίο, ἡ ψυχή δηλαδή τοῦ πρώην αὐτοῦ ἀρχιερέως τῶν εἰδώλων, «ὥστε ὁ ἕνας κολασμένος νά μή βλέπει τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου, ἀλλά τά ὀπίσθια. Ὅταν λοιπόν προσεύχεσαι γιά μᾶς, βλέπει λίγο ὁ ἕνας τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου. Αὐτή δέ εἶναι ἡ παρηγοριά, πού δοκιμάζουμε»31. Ἐδῶ ἔχουμε καί ἕνα ἄλλο στοιχεῖο, ὅτι ἡ κόλαση εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἀκοινωνησία. Ἀκοινωνησία ὄχι μόνο μέ τόν Θεό, γιατί οἱ κολασμένοι δέν ἀγαπᾶνε τόν Θεό, ὁπότε δέν ἔχουν κοινωνία μέ τόν Θεό παρόλο πού ὁ Θεός τούς προσφέρεται, εἶναι κι ἐκεῖ παρών καί ὑπάρχει κι ἐκεῖ τό ἄκτιστο φῶς Του, ἀλλά αὐτοί δέν τό δέχονται ὡς γλυκό φῶς πού φωτίζει, ἀλλά ὡς ἕνα ὀδυνηρό πῦρ πού καίει. Ὄχι μόνο μέ τόν Θεό ἔχουν ἀκοινωνησία, ἀλλά καί μεταξύ τους ἔχουν ἀκοινωνησία οἱ κολασμένοι. Ὅταν ὅμως προσεύχεται κάποιος Ἅγιος, βλέπουν, λέει, λίγο ὁ ἕνας τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου. Ὑπάρχει δηλαδή μία ἀναψυχή. «Ὁ ἀββάς Μακάριος μόλις ἄκουσε αὐτά βαριαναστέναξε καί εἶπε: Ἀλλοίμονο, πόση δυστυχία ἔφερε στόν ἄνθρωπο, δηλαδή τόν ἁμαρτωλό, ἡ ἡμερα τῆς γεννήσεώς του· προτιμότερο νά μήν εἶχε γεννηθεῖ, ὅπως εἶπε καί γιά τόν Ἰούδα τόν προδότη ὁ Κύριος! Μετά τόν μονόλογο αὐτό ρωτᾶ πάλι τό κρανίο ὁ Γέροντας: – Ὑπάρχουν στήν κόλαση ἄλλα χειρότερα βάσανα ἀπό αὐτά, πού μοῦ περιγράφεις;»32. Βλέπετε πῶς οἱ Ἅγιοι βιώνουν τόν πόνο ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας καί τῶν κολασμένων! Καί λένε τά ἴδια λόγια πού εἶπε ὁ Κύριος γιά τόν Ἰούδα33, καλύτερα νά μή γεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος πού θά κολαστεῖ. Θά πεῖτε: – Γιατί ὁ Θεός τό παραχωρεῖ; Ὁ Θεός ἀφήνει τόν ἄνθρωπο ἐλεύθερο καί μέσα στήν αὐτεξουσιότητά του ὁ ἄνθρωπος αὐτοτοποθετεῖται στόν παράδεισο ἤ στήν κόλαση. Γιατί ὅλοι μετά θάνατο θά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ ἀλλά μέ διαφορετικό τρόπο οἱ καλοί ἀπό τούς κακούς. Οἱ καλοί θά δοῦν τή δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς Φῶς γλυκύτατο, ἐνῶ οἱ ἀμετανόητοι ὡς «πῦρ καταναλίσκον»34. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δέν ἔζησε μέ μετάνοια καί δέν ἀγάπησε τόν Κύριο, ἔζησε, θά λέγαμε, μιά ζωή «τσάμπα», μιά ζωή ἡ ὁποία πῆγε χαμένη. Γιατί αὐτή ἡ ζωή δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά μιά προετοιμασία γιά τήν αἰώνια ζωή, γιά τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νά εἶναι μιά ζωή συνεχοῦς μετανοίας καί δακρύων, προσοχῆς καί προσευχῆς καί καλλιέργειας τῶν ἀρετῶν. Τόν ρωτάει ὁ Ἅγιος λοιπόν, ὑπάρχουν κι ἄλλα χειρότερα βάσανα ἀπ’ αὐτό; καί ἀπαντάει αὐτός ὁ ἀρχιερέας: «– Ἀπό κάτω μας βρίσκεται φοβερότερη 117

κόλαση»35. Ἀπό αὐτό βλέπουμε καί ἕνα ἄλλο στοιχεῖο, ὅτι στήν κόλαση ὑπάρχουν διαβαθμίσεις. Δέν ἔχουν ὅλοι οἱ κολασμένοι τήν ἴδια ὀδύνη, τόν ἴδιο πόνο. Ἀνάλογα μέ τά ἔργα τους ἀπολαμβάνουν, δηλαδή ὑποφέρουν. «- Καί ποιοί τιμωροῦνται ἐκεῖ; ρώτησε ὁ Γέροντας», πού εἶναι πιό κάτω ἀπό σᾶς; Αὐτός ἦταν, ξαναλέω, ἱερέας τῶν εἰδώλων, δηλαδή ὅ,τι χειρότερο. Ἀλλά ὑπάρχει καί κάτι ἀκόμα χειρότερο… «- Ἐμεῖς, ἐπίτέλους, ἀπάντησε τό κρανίο, ἐλεούμαστε λίγο ἀπό τόν Θεό, γιατί δέν Τόν γνωρίσαμε» καί εἴμαστε ὅ,τι εἴμαστε γιατί εἴχαμε ἄγνοια. «Ἐκεῖνοι ὅμως πού γνώρισαν καλά τόν Θεό καί μετά ταῦτα τόν ἀρνήθηκαν, εἶναι κάτω ἀπό ἐμᾶς καί κολάζονται πολύ χειρότερα»36. Αὐτό εἶναι ἀκόμα πιό φοβερό, νά πιστέψεις ὑποτίθεται στόν Θεό καί μετά ν’ ἀρνηθεῖς τόν Θεό. Νά γευτεῖς λίγο τί εἶναι ὀ Θεός, τί ἄπειρη γλυκύτητα, τί ἄπειρη χαρά εἶναι καί μετά νά Τόν ἐγκαταλείψεις. Αὐτοί κολάζονται πολύ χειρότερα. «Ἀφοῦ τελείωσε ὁ διάλογος, πῆρε ὁ Γέροντας τό κρανίο, τό ἔχωσε κάτω ἀπό τό ἔδαφος καί συνέχισε τόν δρόμο του»37. «Ἄς ἀκούσουμε», λέει τώρα τό σχόλιο τοῦ Γεροντικοῦ, «καί ἄς φοβηθοῦμε ὅσοι μάθαμε αὐτή τή διήγηση, γιατί ἐφόσον αὐτοί πού ἀρνοῦνται τόν Θεό κολάζονται χειρότερα καί ἀπό τούς ἄπιστους, πρέπει νά φροντίσουμε νά μήν ἀρνηθοῦμε Αὐτόν μέ τά ἔργα τοῦ σκότους, γιά νά ἀποφύγουμε τήν φοβερή αὐτή τιμωρία. Γιατί ἀρνητής τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μόνο ἐκεῖνος πού Τόν ἀρνεῖται μέ λόγια ἤ ἔργα, ἀλλά καί ἐκεῖνος πού διαπράττει ἁμαρτωλές πράξεις, ἔστω καί ἐάν φαινομενικά μέ τά λόγια φαίνεται νά ὁμολογεῖ πίστη πρός τόν Θεό»38. Κάθε ἁμαρτία οὐσιαστικά εἶναι μιά ἄρνηση τοῦ Θεοῦ. Καί οἱ Πρωτόπλαστοι μιά ἁμαρτία ἔκαναν, μιά παρακοή. Αὐτό ἦταν ἄρνηση. Καί ἐπειδή παρέμειναν σ’ αὐτή καί δέν ζήτησαν συγγνώμη, ἔχασαν τήν κοινωνία μέ τόν Θεό καί ἔπεσαν σ’ αὐτή τή ζωή πού εἶναι γεμάτη πόνο καί ὀδύνη. Ἐάν λοιπόν κι ἐμεῖς, πού ἀκοῦμε αὐτή τήν ἱστορία, δέν φροντίσουμε, θά πέσουμε στά ἴδια. «Μάρτυς δέ, ὅτι αὐτά πού λέγω εἶναι ἀληθή, ὑπάρχει ὁ Ἀπόστολος, ὁ ὁποῖος διακηρύττει «Ὁμολογοῦν ὅτι γνωρίζουν τόν Θεό, μέ τά ἁμαρτωλά τους ὅμως ἔργα Τόν ἀρνοῦνται»39»40. Αὐτή εἶναι ἡ φοβερή κατάσταση πού λέγεται ὑποκριτικός χριστιανισμός. Πολλοί σήμερα λένε κι ἐγώ πιστεύω βέβαια… κι ἐγώ… κι ἐγώ… ἀλλά στήν πράξη Τόν ἀρνοῦνται τόν Χριστό. Στίς καθημερινές τους δραστηριότητες δέν ἐφαρμόζουν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ὁπότε, ἐπαληθεύεται ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος, ὁ ὁποῖος λέει «ἐάν κανείς νομίζει ὅτι εἶναι θρῆσκος, δηλαδή πιστός, καί δέν χαλιναγωγεῖ τήν γλώσσα του, ἀλλά ἐξαπατᾶ τήν καρδία του μέ τό νά στηρίζει τό θάρρος του εἰς τήν τοιαύτην πίστιν, αὐτός δέν σκέπτεται καλά»41.Αὐτή τήν πίστη ἔχουν καί οἱ δαίμονες.. καί οἱ δαίμονες πιστεύουνε ὅτι ὑπάρχει Θεός, δέν ἀρνοῦνται. Ἐμεῖς σήμερα μέ τήν ἀθεΐα ἔχουμε ξεπεράσει καί τούς δαίμονες. Οἱ δαίμονες, λέει ἡ Ἁγία Γραφή, «πιστεύουν καί φρίσσουν»42, ἀλλά αὐτή ἡ πίστη εἶναι θεωρητική καί δέν σώζει, ὅταν δέν συνοδεύεται μέ τά ἔργα τῆς πίστεως, δηλαδή μέ τήν μετάνοια καί μέ τήν ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν τοῦ θεοῦ. Ὁπότε, λέει ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος, «ἐάν κανείς νομίζει ὅτι εἶναι θρῆσκος, δηλαδή πιστός, καί δέν χαλιναγωγεῖ τήν γλώσσα 118

του», προσέξτε ἕνα κριτήριο, ἄν δέν μιλάει σωστά, «ἀλλά ἐξαπατᾶ τήν καρδία του μέ τό νά στηρίζει τό θάρρος του εἰς τήν τοιαύτην πίστιν, αὐτός δέν σκέπτεται καλά καί δι’ αὐτό καί δέν ὠφελεῖται ἀπό τήν θρησκεία, διότι ἡ πίστις χωρίς τά ἔργα εἶναι νεκρά»43. Βλέπετε ἑστιάζει στήν γλώσσα, ἐπειδή ἡ γλώσσα, ὅπως τό εἶπε καί ὁ Κύριος, λαλεῖ «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας»44. – Τί ξεχειλίζει ἀπ’ τήν καρδιά; Αὐτό βγαίνει στή γλώσσα. Ὁπότε, ἀπό τά λόγια μπορεῖς νά καταλάβεις τί ἔχει ἡ καρδιά τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό δέν εἶναι ἀθῶο πού λένε, τόν ἔβρισα… αἰσχρολογῶ… ἔτσι εἶναι ἡ γλώσσα μας σήμερα… Δέν εἶναι ἡ γλώσσα μας, εἶναι ἡ καρδιά μας πού ἔχει βρωμίσει καί τό ἀποτέλεσμα τῆς βρώμικης καρδιᾶς εἶναι τά αἰσχρά λόγια, πού ἀντί νά πεῖ τόν ἄλλον φίλο, τόν ἀποκαλεῖ μέ μία παλιοκουβέντα, τάχατες χάριν φιλίας! Αὐτό ἐκφράζει τόν μολυσμό πού ἔχουμε σήμερα. Ἔτσι, αὐτός ὁ ἄνθρωπος, λέει ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος, ἐξαπατᾶ τόν ἑαυτό του μέ τό νά νομίζει ὅτι εἶναι θρῆσκος καί αὐτή ἡ θρησκευτικότητά του δέν τόν ὠφελεῖ καθόλου. Εἶναι πίστις νεκρή. Πίστις χωρίς ἔργα νεκρά ἐστι. «Ὁ λόγος αὐτός ἔχει καί τό δίκαιο μέ τό μέρος του. Γιατί ὁ Θεός, μέ τό στόμα τοῦ Προφήτου, λέει· «ἀλλοίμονο σέ αὐτούς, πού γίνονται αἰτία νά βλασφημεῖται τό ὄνομά μου εἰς τά ἔθνη»! Ἐάν λοιπόν ἐμεῖς, ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, καί κλῆρος Ἅγιος καί οἱ μέ ἄλλα τοιαῦτα ἔντιμα ὀνόματα ὀνομαζόμενοι, ἐξυβρίζουμε, μέ τά ἔργα τῆς ἁμαρτίας τόν Θεό καί γινόμαστε ἔτσι αἴτιοι νά βλασφημοῦν οἱ ἄπιστοι τό καλό ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ, μέ τό ὁποῖο μᾶς χαρακτηρίζει ὁ κόσμος, πῶς δέν θά εἶναι δίκαιο νά κολασθοῦμε βαρύτερα ἀπό τούς ἄπιστους ἐμεῖς οἱ αἴτιοι αὐτῆς τῆς βλασφημίας καί ὕβρεως;»45. – Ἐσύ πού ἐπαγγέλεσαι μιμητής τοῦ Χριστοῦ, γιατί αὐτό θά πεῖ χριστιανός, πῶς πράττεις αὐτά πού κάνουν καί οἱ ἄπιστοι καί ἀκόμα χειρότερα; Ἄρα δέν πρέπει νά κολαστεῖς χειρότερα ἀπ’ αὐτούς; «Ἄλλωστε, ὅπως λέγει καί ὁ Σωτήρ, ὁ δίκαιος Κριτής, πού δέν λογαριάζει πρόσωπο ἀνθρώπου, «ἐκεῖνος πού γνωρίζει τό θέλημα τοῦ Κυρίου καί δέν τό ἐκτελεῖ δαρήσεται πολλές φορές (δηλαδή θά τιμωρηθεῖ περισσότερο) – ἐκεῖνος ὅμως πού δέν γνωρίζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί γι’ αὐτό δέν τό ἐφαρμόζει, δαρήσεται ὀλίγες φορές»46 (δηλαδή θά τιμωρηθεῖ λιγότερο)»47. Βέβαια καί οἱ μέν καί οἱ δέ κόλαση θά ἔχουν. Ἁπλῶς αὐτός πού ἔχει ἄγνοια, θά ἔχει λιγότερη κόλαση. Γι’ αὐτό δέν εἶναι σωστό κι αὐτό τό ἀνόητο πού λένε κάποιοι, καλύτερα νά μή μαθαίνεις, νά μή διαβάζεις πολλά βιβλία, νά μήν ἀκοῦς πολλά κηρύγματα, νά μήν ξέρεις πολλά πράγματα.. δέν χρειάζεται… λίγα πράγματα εἶναι καλύτερα. Ὄχι, δέν εἶναι καλύτερα. Κόλαση εἶναι πάλι. Καί τό ἕνα καί τό ἄλλο εἶναι κόλαση. Δέν σώζεσαι. Ἡ ἄγνοια δέν μᾶς σώζει, γιατί ἡ ἄγνοια εἶναι ἁμαρτωλή. Ἔχει μέσα της ἁμαρτία ἡ ἄγνοια. Δέν ἐπιτρέπεται νά ἀγνοεῖς αὐτά τά πολύ βασικά πράγματα, γιά τό πῶς θά 119

πρέπει νά λειτουργήσεις, νά χειριστεῖς τήν ψυχή σου καί τό σῶμα σου. Παίρνεις ἕνα ἁπλό μηχάνημα καί φροντίζεις νά μάθεις τά πάντα, πῶς λειτουργεῖ, γιά νά μήν τό καταστρέψεις. Αὐτό τό δῶρο τοῦ Θεοῦ, πού ἔχεις πάρει χωρίς νά κάνεις τίποτε, πού λέγεται ψυχή, πού λέγεται σῶμα, δέν πρέπει νά μάθεις ἀπό Αὐτόν πού στό δώρισε πῶς νά τό λειτουργήσεις, πῶς νά τό χρησιμοποιήσεις; Εἶναι ἀχαριστία, εἶναι μεγάλη ἁμαρτία αὐτή ἡ ἀδιαφορία πού ἔχουμε, ἡ ἀκηδία πού ἔχουμε στό νά μάθουμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, πού δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά ὁ τρόπος πού πρέπει νά λειτουργήσουμε αὐτά τά δῶρα τοῦ Θεοῦ γιά νά τά σώσουμε, δηλαδή νά τά διασώσουμε εἰς τόν αἰῶνα. Αὐτό σημαίνει σώζομαι, ὑπάρχω γιά πάντα. – Ἀλλά ποιός ὑπάρχει γιά πάντα; Αὐτός ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ ἔτσι τό σῶμα του καί τήν ψυχή του, ὅπως λέει ὁ Δημιουργός, ὁπότε δέχεται μέσα του τόν Δημιουργό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ ἀεί ὤν, ὁ πάντοτε ὤν, ὁ αἰώνιος. Ἔτσι γίνεσαι κι ἐσύ αἰώνιος, ὑπάρχεις πάντα καί σώζεσαι. Ἄν δέν λειτουργήσεις σωστά τό σῶμα καί τήν ψυχή, δέν μπορεῖ νά κατοικήσει μέσα σου ὁ αἰώνιος Θεός, ἄρα δέν μπορεῖς νά ἔχεις κι ἐσύ αἰώνια ζωή καί χαρά καί μακαριότητα, νά σωθεῖς δηλαδή. «Γιά αὐτόν τόν λόγο, ἀδελφοί μου, ἀναλογιζόμενοι τίς φρικτές τιμωρίες τῆς κολάσεως, ἄς φρίξουμε καί ἄς ἀγωνισθοῦμε, κατά τό μέτρο τῆς δυνάμεως πού μᾶς δίνεται ἀπό τόν Θεό, καί νά φαινόμαστε πιστοί προπαντός ἀπό τά καλά καί ἐνάρετα ἔργα, καί νά ἐργαζόμαστε τά πάντα πρός δόξαν Θεοῦ, ὥστε νά δοξάζεται τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ ὑπό τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι βλέπουν τά καλά μας ἔργα»48. Καί τό τελευταῖο: «Κάποτε ὁ ἀββάς Σιλουανός καθόταν μέ μερικούς ἀδελφούς. Ξαφνικά ἔπεσε σέ ἔκσταση καί ἔπεσε κάτω μέ τό πρόσωπο πρός τό ἔδαφος. Μετά ἀπό λίγο σηκώθηκε καί ἔκλαιγε. Οἱ ἀδελφοί τόν παρακαλοῦσαν ἐπίμονα καί τοῦ ἔλεγαν: – Εἰπέ σέ μᾶς, Πάτερ, τί ἔχεις; Ἐκεῖνος, ὅμως , σιωποῦσε καί ἐξακολουθοῦσε νά κλαίει. Ἀλλά καί οἱ ἀδελφοί μέ περισσότερη ἐπιμονή τόν παρακαλοῦσαν καί τόν πίεζαν νά τούς πεῖ»49. Καταλάβαμε ὅτι κάτι εἶδες. Τί εἶδες; «Τότε ὁ ἀββάς Σιλουανός μέ συγκίνηση τούς ἀπάντησε: – Ἐγώ ἁρπάχτηκα στό φοβερό Κριτήριο τοῦ Θεοῦ καί εἶδα πολλούς Μοναχούς νά ὁδηγοῦνται στήν Κόλαση καί πολλούς κοσμικούς νά ἀπέρχονται στόν Παράδεισο. Γι’ αὐτό καί ὁ ἀββάς Σιλουανός πενθοῦσε πάντοτε καί ποτέ δέν ἤθελε νά ἐξέλθει ἀπό τό κελί του. Ἐάν δέ ἀναγκαζόταν νά ἐξέλθει, βιαζόμενος ἀπό κάποια ἀναγκαία ὑπόθεση, σκέπαζε τό πρόσωπό του μέ τό κουκούλι»50, γιά νά μή χάσει τήν καλή αὐτή κατάσταση τοῦ κλαυθμοῦ, τοῦ κατά Θεόν πένθους, τῆς συνεχοῦς προσευχῆς. Γι’ αὐτό ἔβαζε τό κουκούλι, σκέπαζε δηλαδή τά μάτια, τό πρόσωπό του, γιά νά μή διασπαστεῖ. Γιατί ἔχοντας δεῖ αὐτό τό φοβερό ὅραμα -καί ὄχι μόνο- κατάλαβε ὅτι δέν μᾶς σώζει ἡ ἰδιότητα. «Εἶμαι μοναχός, ἄρα θά σωθῶ», «εἶμαι κληρικός, ἄρα θά σωθῶ», «εἶμαι χριστιανός ὀρθόδοξος -στήν ταυτότητα- ἄρα θά σωθῶ». Δέν θά σωθοῦμε, ἐπειδή ἔχουμε τήν ἰδιότητα. Θά σωθοῦμε, ἄν ἔχουμε τά σωστά ἔργα, ἄν 120

ζήσαμε ἐν μετανοίᾳ. Γι’ αὐτό, λέει ἐδῶ ὀ Ἅγιος, εἶδα μία ἀντιστροφή, πολλοί κοσμικοί νά πηγαίνουν στόν παράδεισο καί πολλοί μοναχοί νά πηγαίνουν στήν κόλαση. Δέν εἶναι τό σχῆμα πού μᾶς σώζει, τό ἐξωτερικό σχῆμα, ἀλλά τό περιεχόμενο τῆς καρδίας ἄν εἶναι εὐάρεστο στόν Θεό καί ἄν ἡ καρδιά μας εἶναι πράγματι κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ. Αὐτά ἤθελα νά πῶ σήμερα στήν ἀγάπη σας. Ἄς εὐχαριστήσουμε τόν Θεό καί ἄς τά ἔχουμε αὐτά ὑπόψη μας, γιά τό ποῦ ἐπέρχονται οἱ ψυχές ἀνάλογα μέ τά ἔργα τους. Καί πρέπει νά γνωρίζουμε, ἐν κατακλείδι τό λέμε αὐτό, ὅτι οἱ ψυχές, ὅταν φεύγουν ἀπό ἐδῶ, δέν πᾶνε στήν ὁριστική τους θέση, ἀλλά προγεύονται εἴτε τόν παράδεισο εἴτε τήν κόλαση καί ἡ τελική τοποθέτηση θά γίνει μετά τήν Δευτέρα Παρουσία. Στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ θά πᾶνε αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι καλοί καί τώρα προγεύονται τόν παράδεισο καί στήν κόλαση αὐτοί, οἱ ὁποῖοι τώρα εἶναι κακοί καί πηγαίνουν στόν ἅδη περιμένοντας αὐτή τήν αἰώνια καταδίκη. Ὁ Θεός νά μᾶς φυλάξει ἀπό αὐτή καί νά μᾶς ἀξιώσει ὅλους τῆς βασιλείας Του. Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης https://hristospanagia3.blogspot.gr/ 1 Εὐεργετινός, ἐκδ. Συναξαριστής, 2001 (στό ἑξῆς: Εὐεργετινός). 2 Πρβλ. Μάρκ. 9, 3. 3 Ὅ.π. 4 Ὅ.π. 5 Ὅ.π. 6 Ὅ.π. 7 Ὅ.π. 8 Ὅ.π. 9 Ὅ.π. 10 Ὅ.π. 11 Ἑβρ. 12, 2. 12 Εὐεργετινός. 13 Ὅ.π. 14 Ὅ.π. 15 Ὅ.π. 16 Ὅ.π. 17 Ὅ.π. 18 Ὅ.π. 19 Ὅ.π. 20 Ὅ.π. 21 Ὅ.π. 22 Ὅ.π. 23 Ὅ.π. 24 Ὅ.π. 25 Ὅ.π. 121

26 Ὅ.π. 27 Ὅ.π. 28 Ὅ.π. 29 Ὅ.π. 30 Ὅ.π. 31 Ὅ.π. 32 Ὅ.π. 33 Ματθ. 26, 24. 34 Ἑβρ. 12, 29. 35 Εὐεργετινός. 36 Ὅ.π. 37 Ὅ.π. 38 Ὅ.π. 39 Τίτ. 1, 16. 40 Εὐεργετινός. 41 Ἰακ. 1, 26. 42 Ἰακ.2, 19. 43 Ἰακ. 2, 17. 44 Ματθ. 12, 35. 45 Εὐεργετινός. 46 Λουκ. 12, 47-48. 47 Εὐεργετινός. 48 Ὅ.π. 49 Ὅ.π. 50 Ὅ.π. 122

Ἡ Ἔξοδος τῆς Ψυχῆς ἀπό τό σῶμα Μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, εἴμαστε στήν δεκάτη ὑπόθεση τοῦ Εὐεργετινοῦ πού ἔχει τίτλο: «Ἡ ψυχή μετά τήν ἔξοδό της ἀπό τό σῶμα δέχεται φοβερή ἐξέταση στόν ἀέρα, ἀπό τά πονηρά πνεύματα πού τήν συναντοῦν καί τῆς ἐμποδίζουν τήν ἄνοδο»1. Ἑπομένως τό θέμα μας εἶναι τί συμβαίνει κατά τόν θάνατο, κατά τήν φρικτή ὥρα τοῦ θανάτου, κατά τήν ἔξοδο τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. Αὐτό εἶναι ὁ θάνατος. Δέν εἶναι μία ἐξαφάνιση, ἀλλά ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. Ὁ ἄνθρωπος, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, εἶναι τό συναμφότερο, δηλαδή εἶναι ψυχή καί σῶμα. Σκέτη ἡ ψυχή δέν εἶναι ἄνθρωπος οὔτε σκέτο τό σῶμα, ἀλλά μαζί. «Στόν βίο τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου: Κάποτε ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἑτοιμαζόταν νά φάει κατά τήν κανονισμένη ὤρα. Σύμφωνα, λοιπόν, πρός τή συνήθεια σηκώθηκε γιά νά προσευχηθεῖ. Ἦταν τότε ἡ ἐνάτη ὥρα». Ἔκανε τήν ἐνάτη, ὅπως συνηθίζεται στά Μοναστήρια καί μάλιστα τίς ἡμέρες τῆς νηστείας. Δηλαδή ἔτρωγε στίς τρεῖς ἡ ὥρα τό μεσημέρι. «Ἐκείνη ὅμως ἀκριβῶς τή στιγμή αἰσθάνθηκε τόν ἑαυτό του νά ἔχει ἁρπαγεῖ νοερῶς», δηλαδή ὁ νοῦς του εἶχε ἁρπαχτεῖ. «Τό δέ παράδοξο ἦταν αὐτό: καθώς στεκόταν, ἔβλεπε τόν ἑαυτό του, σάν νά εἶχε βγεῖ ἀπό τό σῶμα καί νά ὁδηγεῖται ἡ ψυχή του ἀπό μερικούς στόν ἀέρα. Ἔπειτα βλέπει μερικούς ἀσχημοπρόσωπους καί φοβερούς νά στέκουν μπροστά του στόν ἀέρα καί νά θέλουν νά τόν ἐμποδίσουν, γιά νά μήν πέρασει»2. Εἶναι τά πονηρά πνεύματα, τά ὁποῖα ὑπάρχουν στόν ἀέρα. Ὅταν ἐξέπεσαν καί ἀπό ἄγγελοι ἔγιναν δαίμονες, ἔπεσαν στή γῆ, καί ἔχουμε τά πνεύματα αὐτά τά πονηρά, τά ὁποῖα κυκλοφοροῦν στή γῆ καί στόν ἀέρα. «Οἱ ὁδηγοί τῆς ψυχῆς του τότε», οἱ Ἄγγελοι, «ἄρχισαν νά φιλονικοῦν μέ τούς φοβερούς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν λογαριασμό, μήπως ἡ ψυχή πού συνόδευαν, ἦταν ὑπεύθυνη ἀπέναντί τους γιά κάποιο χρέος»3. Εἶναι τά λεγόμενα τελώνια, τά ὁποῖα εἶναι πραγματικότητα. Κάποιοι δέν τά θεωροῦν πραγματικά, καί τήν διδασκαλία αὐτή περί τελωνίων τήν ὀνομάζουν μύθο. Ἀλλά νά πού δέν εἶναι καθόλου μύθος καί τό βλέπουμε μέσα στούς βίους τῶν Ἁγίων, καί μάλιστα ἐδῶ στόν βίο τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου. Σημειῶστε ὅτι τόν βίο τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου δέν τόν ἔχει γράψει κάποιος τυχαῖος, ἀλλά ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, μέγας πατήρ τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως, ὅλα ὅσα λέγονται, εἶναι ἀξιόπιστα. Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, λοιπόν, ἐδῶ ἔχει μία ἐμπειρία ἐξόδου τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, τῆς δικῆς του ψυχῆς. Τοῦ κάνει ὁ Θεός, θά λέγαμε, μιά πρόβα, μιά προ-ἑτοιμασία, μιά προ-εἰδοποίηση, μιά προ-ὅραση αὐτοῦ πού θά συμβεῖ κατά τήν τελευτή του. Καί βλέπουμε τούς φοβερούς δαίμονες νά φιλονικοῦν μέ τούς Ἀγγέλους πού συνοδεύουν τόν Ἅγιο Ἀντώνιο, τήν ψυχή τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, καί νά ζητοῦν ἐπιτακτικά νά ἐρευνήσουν μήπως ὑπάρχει κάτι στόν Ἅγιο Ἀντώνιο, τό ὁποῖο θά τόν καταστήσει ὑπόδικο, ἔνοχο, γιά νά τόν ἁρπάξουν μαζί τους στήν κόλαση. 123

«Ἐπειδή λοιπόν οἱ τελευταῖοι», οἱ κακοί δαίμονες, «ἤθελαν νά ἀρχίσουν τόν ἔλεγχο ἀπό τή γέννηση τοῦ Ἀντωνίου, οἱ συνοδοί τοῦ Ἀντωνίου τούς ἐμπόδιζαν λέγοντας: Ὅσα σφάλματα διέπραξε ὁ Ἀντώνιος ἀπό τή γέννηση, τά διέγραψε ὁ Κύριος. Ἀπό τότε, ὅμως, πού ἔγινε Μοναχός καί ἀφιέρωσε τόν ἑαυτό του στόν Θεό, ἐπιτρέπεται νά ἐξετάσουμε τά ἔργα του». Ἐδῶ ὑπάρχει καί μία ἄλλη ἀλήθεια στήν Ἐκκλησία μας, ὅτι ἀπό τή στιγμή πού κανείς γίνεται μοναχός παίρνει τήν ἴδια Χάρη πού πῆρε καί στό Βάφτισμα. Καί ὅπως στό Βάφτισμα οἱ μέχρι τότε ἁμαρτίες ἐξαλείφονται, ἔτσι καί κατά τήν μοναχική κουρά. Ὅ,τι ἔχει κάνει ὁ ἄνθρωπος πιό πρίν ἐξαλείφεται. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἔχουν δεῖ ὅτι ἡ ἴδια Χάρις πού ὑπάρχει κατά τήν Βάφτιση, ὑπάρχει καί κατά τήν κουρά. Εἶναι, ἑπομένως, θά λέγαμε, μιά δεύτερη βάφτιση ἡ μοναχική κουρά, ὅταν κανείς ἀφιερώνεται στόν Θεό. Καί τό βλέπουμε ἐδῶ νά ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, ὁ ὁποῖος ἀκούει τούς Ἀγγέλους πού τόν συνοδεύουν νά λένε στούς δαίμονες, ὅτι τά ἔχει ἐξαλείψει τά ἁμαρτήματα τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου ὁ Θεός ἀπό τήν ἀρχή τῆς ζωῆς του μέχρι τή στιγμή πού ἔγινε ἡ μοναχική κουρά. Θά ἐξετάσετε ἀπό ἐκεῖ καί μετά. Βλέπουμε καί τό ἄλλο, ὅτι οἱ δαίμονες ἐξετάζουν. Ἐρευνοῦν, δηλαδή, μέ λεπτομέρεια τίς ἐνέργειές μας καί μάλιστα μέ πολλή κακία καί πάθος καί πόθο νά βροῦνε κάτι γιά νά μᾶς κολάσουν. «Οἱ δαίμονες κατηγοροῦσαν τόν Ἀντώνιο ἀλλά δέν μποροῦσαν νά ἀποδείξουν τίς κατηγορίες τους». Οἱ δαίμονες ὄχι μόνο ψάχνουν νά βροῦν ἁμαρτήματα ὑπαρκτά, ἀλλά καί ἀνύπαρκτα κατασκευάζουν καί συκοφαντοῦν τόν ἄνθρωπο ἔτσι, ὥστε νά πετύχουν τήν κόλασή του. Ἔλεγαν λοιπόν διάφορα κατά τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, ἀλλά δέν μποροῦσαν νά τό ἀποδείξουν. Γι’ αὐτό καί «ὁ δρόμος ἔμεινε ἐλεύθερος ἀπό ἐμπόδια καί ἀμέσως εἶδε τόν ἑαυτό του νά ἐπιστρέφει πρός τό σῶμα καί νά συνέρχεται. Καί ἔγινε πάλι ὁ Ἀντώνιος, ὅπως ἦταν πρίν»4. Τοῦ ἔδειξε ὁ Θεός τήν ἐξέταση πού ὑφίσταται ἡ ψυχή, ὅταν βγαίνει ἀπό τό σῶμα. «Τόση ὅμως ἦταν ἡ ταραχή του, ὥστε λησμόνησε νά φάει καί παρέμεινε τήν ὑπόλοιπη ἡμέρα καί ὁλόκληρη τήν νύκτα ἀναστενάζοντας καί προσευχόμενος. Κατεπλήσσετο, διότι ἐσκέπτετο μέ πόσους πειρασμούς ἔχουμε νά παλέψουμε καί μέ πόσους κόπους πρέπει κανείς νά περάσει τά ἐναέρια δαιμόνια. Καί ἔλεγε ὅτι αὐτό τό νόημα ἔχει τό ρητό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, «κατά τόν ἄρχοντα πού ἐξουσιάζει εἰς τόν ἀέρα»5»6. Ὁ ἄρχοντας πού ἐξουσιάζει στόν ἀέρα εἶναι ὁ διάβολος, ὅπως τό λέει ὁ Ἀπόστολος. Ὄχι ὅτι οἱ δαίμονες κυριαρχοῦν, ἀλλά μέ τήν ἔννοια ὅτι ὑπάρχουν ἐκεῖ, καί ὅσοι ἔχουν δώσει δικαιώματα μέ τήν ἁμαρτωλή ζωή τους καί δέν ἔχουν μετανοήσει γιά τίς ἁμαρτίες τους, αὐτοί βεβαίως ὑπόκεινται στήν ἐξουσία τῶν δαιμόνων. Γιατί κάθε ἕνας, ὁ ὁποῖος ἁμαρτάνει, νικιέται ἀπό ἕνα πάθος, γίνεται ὑπόδουλος αὐτοῦ τοῦ πάθους καί τοῦ ἀντιστοίχου πνεύματος πού ὑποκινεῖ καί παρακινεῖ σ’ αὐτό τό πάθος, «ᾧ τις ἥττηται, τούτῳ καί δεδούλωται»7. Σ’ αὐτόν πού νικήθηκε, σ’ αὐτό καί ὑποδουλώνεται. Ἄν νικηθεῖ ἀπό τόν δαίμονα τῆς πορνείας, ὑπόκειται στήν ἐξουσία του. Καί ἑπομένως αὐτός ὁ «ἄρχοντας», ὁ δαίμονας αὐτός, ὅταν θά βγαίνει ἡ ψυχή αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, δέν θά τόν ἀφήσει νά προχωρήσει, θά 124

τοῦ πεῖ, εἶσαι δικός μου. Αὐτή τήν ἔννοια, λοιπόν, ἔχει ἡ λέξη «ἄρχοντας». Ἐξουσιάζει αὐτούς οἱ ὁποῖοι ἔχουνε ἀμετανόητα ἁμαρτήματα, ἀνεξάλειπτα ἁμαρτήματα. «Διότι αὐτή μόνο τήν ἐξουσία ἔχει ὁ ἐχθρός τῆς ψυχῆς μας, νά πολεμάει δηλαδή καί νά προσπαθεῖ νά ἐμποδίζει τίς ἀνερχόμενες πρός τόν οὐρανό ψυχές»8. Καί μιά ἀκόμα διάσταση μᾶς δίνει ἐδῶ τό κείμενο, ὅτι ἔχει ἐξουσία, εἶναι ἄρχοντας, διότι κατηγορεῖ τούς ἀνθρώπους καί γιά ἁμαρτήματα, τά ὁποῖα δέν ἔχουν κάνει καί προσπαθεῖ νά ἐμποδίσει. Καί μ’ αὐτή τήν ἔννοια ἐμφανίζεται ὡς κυρίαρχος. Ἀλλά φυσικά δέν μπορεῖ νά κυριαρχήσει τό ψέμα καί ἡ συκοφαντία καί ἡ διαβολή -ἐξ οὗ καί διάβολος- καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι καθαρός, προχωράει ἀνεμπόδιστα, παρόλη τήν λύσσα τοῦ διαβόλου. «Ὡς ἐκ τούτου συμβούλευε», ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «μέ περισσότερη ἐπιμονή λέγοντας, φορέσατε τήν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά μπορέσετε νά ἀντισταθεῖτε πρός τόν διάβολο κατά τήν πονηρά ἡμέρα καί νά ἐξευτελισθεῖ ὁ ἐχθρός, ἐπειδή δέν θά ἔχει νά πεῖ γιά σᾶς τίποτε αἰσχρό»9. Ἡ πανοπλία τοῦ Θεοῦ περιγράφεται ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο καί λέει πώς εἶναι ὁ θώρακας τῆς δικαιοσύνης, ἡ περικεφαλαία τῆς πίστεως, τό ξίφος, τά ὑποδήματα κ.λ.π., τά πνευματικά ὅπλα, ὅλα τά ὁποῖα πρέπει νά ἔχει ὁ χριστιανός, γιά νά ἀντισταθεῖ εἰς τόν πόλεμο πού τοῦ κάνει ὁ διάβολος. Καί αὐτός ὁ πόλεμος, ὅπως λέει ἐδῶ, θά γίνει κατεξοχήν κατά τήν πονηρά ἡμέρα καί θά πρέπει τότε νά μπορέσουμε ν’ ἀντισταθοῦμε. Ἡ πονηρά ἡμέρα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, κατεξοχήν ἐκείνη εἶναι ἡ πονηρά ἡμέρα. Ἀλλά, κι ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι μᾶς προλάβει ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου καί δέν ἔχουμε κοιμηθεῖ, ἡ πονηρά ἡμέρα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου. Ἄν δέν τήν προλάβουμε καί κοιμηθοῦμε νωρίτερα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ἐξόδου μας. Θά πρέπει, λοιπόν, κατά ἐκείνη τήν ἡμέρα νά εἴμαστε πανέτοιμοι, νά φοροῦμε τήν πανοπλία τοῦ Θεοῦ γιά νά μπορέσουμε ν΄ ἀντισταθοῦμε στόν ἐχθρό. «Μετά τήν ὀπτασία αὐτή, τόν ἐπισκέφθηκαν κάποτε μερικοί ἄνθρωποι καί ἄρχισαν νά συζητοῦν μαζί του περί τῆς ψυχῆς καί ποιός, μετά τήν ἔξοδό της ἀπό τό σῶμα, εἶναι ὁ τόπος πού μεταβαίνει»10. Ποῦ πάει ἡ ψυχή, ὅταν φεύγει ἀπό τό σῶμα; Γιατί δέν εἶναι πανταχοῦ παροῦσα. Πανταχοῦ παρών εἶναι μόνο ὁ Θεός. Οὔτε οἱ Ἄγγελοι εἶναι πανταχοῦ παρόντες. Σήμερα πού ἀκούσαμε στό ἱερό εὐαγγέλιο τόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ νά ὀμιλεῖ στόν Προφήτη Ζαχαρία, ὁ Ἀρχάγγελος τή στιγμή ἐκείνη πού μιλοῦσε στόν Ἅγιο Ζαχαρία ἦταν ἐκεῖ, δέν ἦταν στόν οὐρανό. Ὁ μόνος πανταχοῦ παρών εἶναι ὁ Θεός. – Ποῦ πηγαίνουν, λοιπόν, οἱ ψυχές; «Τήν ἑπομένη ἀκριβῶς νύκτα ἄκουσε νά τόν καλεῖ μία φωνή λέγουσα: Ἀντώνιε, σήκω, βγές ἀπό τό κελί σου καί βλέπε. Πράγματι, λοιπόν, ὁ Μέγας Ἀντώνιος βγῆκε, διότι γνώριζε σέ ποιές φωνές ἔπρεπε νά ὑπακούει». Γιατί ὑπάρχουν καί φωνές 125

δαιμονικές πού προτρέπουν τόν ἄνθρωπο νά κάνει πράγματα καί δέν πρέπει νά τίς ἀκούει ὁ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτό μᾶς λένε οἱ Ἅγιοι «Μείζων πασῶν τῶν ἀρετῶν ἡ διάκρισις», ἡ μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλες τίς ἀρετές εἶναι ἡ διάκριση, νά μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος δηλαδή, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν καθοδήγη πάντα τοῦ πνευματικοῦ του, νά διακρίνει τά πνεύματα, νά διακρίνει, ἄν εἶναι ἀπό τόν Θεό ἤ ἄν κάτι εἶναι ἀπό τόν διάβολο. Κι ἄν δέν μπορεῖ νά ρωτήσει τόν πνευματικό του. Ὁ Μέγας Ἀντώνιος εἶχε αὐτή τήν διάκριση, ὁπότε αὐτή ἡ φωνή πού τοῦ ἔλεγε, βγές ἀπό τό κελί σου καί κοίταξε, ἦταν ἀπό τόν Θεό. «Πράγματι βγῆκε καί ἀφοῦ ὕψωσε τό βλέμμα του πρός τόν οὐρανό εἶδε τό ἑξῆς ὅραμα. Κάποιος πανύψηλος καί φοβερός, ἀπαίσιος στήν μορφή, στεκόταν ὄρθιος· τό ὕψος του ἔφτανε ἕως τά σύννεφα, ἐνῶ πολλοί πετοῦσαν μπροστά του, σάν νά εἶχαν φτερά. Τότε ἐκεῖνος ὁ φοβερός ἅπλωνε τά χέρια του καί ἄλλους μέν ἐμπόδιζε νά πετοῦν, ἐνῶ ἄλλοι κατόρθωναν νά τόν προσπερνοῦν καί νά πετοῦν ὑψηλότερα καί νά συνεχίζουν τόν δρόμο τους χωρίς ἐμπόδια»11. Ἕνα φοβερό ὅραμα! Αὐτός ὁ τρομερός ἀράπης δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν διάβολο. Καί αὐτοί πού πετοῦν μπροστά του εἶναι οἱ ψυχές τῶν κεκοιμημένων, τῶν ἀποθνησκόντων. Κάποιοι κατάφερναν νά φεύγουν, κάποιοι ὅμως δέν μποροῦσαν, τούς ἐμπόδιζε. «Γι’ αὐτούς, πού ξέφευγαν, ὁ πανύψηλος ἐκεῖνος δαίμονας ἔτριζε τά δόντια του». Δέν εἶναι ὅτι δέν τούς προλάβαινε, ἀλλά ἦταν καθαροί καί δέν εἶχε πάνω τους δικαίωμα γιά νά τούς ἐμποδίσει ν’ ἀνέβουν στόν Θεό. «Ἀντίθετα χαιρόταν γιά ὅσους ἐμποδίζονταν ἀπό αὐτόν νά ἀνέβουν καί ἔπεφταν». Ἔπεφταν κάτω καί μ’ ἕναν μακάβριο γέλωτα, χαιρότανε. «Ἀμέσως τότε ἀκούστηκε μία φωνή: – Ἀντώνιε, προσπάθησε νά ἐννοήσεις καλά αὐτό πού βλέπεις. Καί ἀμέσως καθάρισε ἡ διάνοιά του καί ἀντιλήφθηκε ὅτι αὐτό πού ἔβλεπε, ἦταν τό πέρασμα τῶν ψυχῶν πρός τόν οὐρανό καί ὅτι ὁ πανύψηλος καί φοβερός ἀγριάνθρωπος, πού στεκόταν ὄρθιος, ἦταν ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος φθονεῖ τούς πιστούς. Ὅσοι ἀπό αὐτούς εἶναι ὑπεύθυνοι γιά ἁμαρτίες, τούς κρατεῖ καί τούς ἐμποδίζει νά περάσουν, ὅσοι ὅμως δέν δέχθηκαν τίς συμβουλές του, δέν μπορεῖ νά τούς κρατήσει καί γι’ αὐτό αὐτοί κατορθώνουν νά ἀνεβοῦν ὑψηλότερα ἀπό αὐτόν καί νά πορευθοῦν πρός τόν οὐρανό. Ὅταν ὁ Μέγας Ἀντώνιος εἶδε τό ὅραμα αὐτό, θυμήθηκε καί τό προηγούμενο καί ἀγωνιζόταν καθημερινῶς νά προκόβει στόν ἐνάρετο βίο»12. – Γιατί ὁ Θεός παραχώρησε στόν Μέγα Ἀντώνιο νά δεῖ αὐτά; Πρῶτον γιά τόν ἴδιο, ὥστε νά ἀγωνίζεται πνευματικά καί νά προοδεύει καί δεύτερον, γιά ὅλους ἐμᾶς πού διαβάζουμε αὐτά τά ὁποῖα κατέγραψε ὁ μαθητής του Μέγας Ἀθανάσιος καί ὁπωσδήποτε ὠφελούμαστε. Γιατί, ἐφόσον τά εἶδε ὁ Μέγας Ἀντώνιος, τά εἶδε ἡ Ἐκκλησία καί εἶναι σάν νά τά ἔχουμε δεῖ κι ἐμεῖς. «Στό Γεροντικό: Κάποτε δύο ἀδελφοί συμφώνησαν καί ἔγιναν καί οἱ δύο Μοναχοί. Μετά τήν χειροτονία τους ἔκριναν καλό νά κτίσουν δύο κελιά, τό ἕνα μακριά ἀπό τό ἄλλο. Καθένας λοιπόν κλείστηκε μόνος του στό κελί καί ἡσύχαζε. Πέρασαν ἀρκετά 126

χρόνια καί δέν εἶδε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, διότι κανείς ἀπό τούς δύο δέν ἔβγαινε ἀπό τό κελί του. Κάποτε, ὅμως, ὁ ἕνας ἀσθένησε καί τόν ἐπισκέφθηκαν οἱ Πατέρες. Καί εἶδαν, ὅτι ὁ Μοναχός ἐκεῖνος ἄλλοτε περιέπιπτε σέ ἔκσταση καί ἄλλοτε πάλι συνερχόταν». Μία ἦταν ἐκτός πραγματικότητος καί μία ἦταν στά συγκαλά του, ὅπως λέμε. «Τότε, μέ κάποια περιέργεια, τόν ρώτησαν: Τί εἶδες, Πάτερ; Τούς Ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ, ἀπάντησε ὁ ἀσθενής Μοναχός, ὅτι ἦλθαν καί παρέλαβαν ἐμένα καί τόν ἀδελφό μου καί μᾶς ὁδηγοῦσαν πρός τόν οὐρανό». Τοῦ ἔκανε καί αὐτοῦ μία παρόμοια ἀποκάλυψη, ὅπως καί στόν Μέγα Ἀντώνιο, πού εἴδαμε προηγουμένως. «Καί καθώς ἀνερχόμεθα», καθώς ἀνεβαίναμε, «μᾶς συνάντησαν οἱ ἐχθρικές δυνάμεις, ἀναρίθμητοι κατά τό πλῆθος καί τρομερές κατά τήν μορφή». Νά οἱ ἄρχοντες τοῦ ἀέρος, τά τελώνια. «Μολονότι δέ κοπίασαν πάρα πολύ, ἐντούτοις τίποτε δέν μπόρεσαν νά πετύχουν ἐναντίον μας. Μόλις δέ προσπεράσαμε τίς δυνάμεις αὐτές τοῦ σατανᾶ, ἄρχισε νά λέγει, μεγάλη παρρησία δίνει στήν ψυχή ἡ ἁγνεία»13. Ἡ ἁγνότητα, ἡ καθαρότητα δίνει μεγάλη παρρησία στήν ψυχή καί ὁ διάβολος δέν μπορεῖ νά πλησιάσει. «Μόλις εἶπε αὐτούς τούς λόγους ὁ Μοναχός κοιμήθηκε. Ὅταν οἱ παρευρισκόμενοι Πατέρες διαπίστωσαν τόν θάνατο, ἀπέστειλαν ἕναν Μοναχό νά ἀναγγείλει αὐτό στόν ἀδελφό του», ὅτι ξέρεις ὁ ἀδελφός σου κοιμήθηκε. «Ὁ Μοναχός ἐκεῖνος βρῆκε καί τόν ἀδελφό πεθαμένο. Τότε οἱ Πατέρες θαύμασαν καί δόξασαν τόν Θεό»14. Πῶς ὁ Θεός τούς πῆρε τήν ἴδια ὥρα! Καί ἔδειξε κι αὐτό τό σημεῖο, γιά νά πληροφορηθοῦν καί οἱ ἄλλοι καί ἐμεῖς πόση παρρησία ἔχει στόν Θεό ἡ ἁγνή – καθαρή ζωή, ἡ ἀφιερωμένη στόν Θεό μέ τό σῶμα καί τήν ψυχή. Πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἁγνότητα δέν εἶναι ἕνα μέγεθος μόνο σωματικό, ἀλλά κυρίως εἶναι ἡ ἁγνότητα τῆς ψυχῆς, ἡ ἁγνότητα τοῦ νοός, ἡ καθαρότητα ἀπό τούς λογισμούς, τούς κάθε εἴδους λογισμούς, τούς αἰσχρούς, τούς πονηρούς, τούς βλάσφημους. Βλέπουμε, ὅμως, καί σ’ αὐτή τήν περίπτωση, πῶς ὁ Θεός δείχνει τήν ἔξοδο στούς ἐκλεκτούς Του, ὅπως καί στόν Ἅγιο Ἀντώνιο προηγουμένως, καί γιά νά τούς διδάξει ἀλλά καί γιά νά προετοιμάσει ἐμᾶς. Διότι ὄντως ὑπάρχουν αὐτά τά πράγματα, αὐτά τά ὄντα, οἱ ἄρχοντες τοῦ ἀέρος καί ἡ ψυχή ὄντως ἐξετάζεται. Θἀ ἔχετε ὑπόψη σας ὅτι ὑπάρχουν -καί στό διαδίκτυο- μαρτυρίες κάποιων ἀνθρώπων προτεσταντῶν κ.λ.π., οἱ ὁποῖοι λέει βγῆκαν ἀπό τό σῶμα τους καί ἐπέστρεψαν πάλι πίσω καί πῆγαν σ’ ἕναν ὡραῖο τόπο, ὅλα ἦταν φωτεινά, ὡραῖα λιβάδια κ.λ.π. Πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι οἱ ἐμπειρίες αὐτές δέν εἶναι αὐθεντικές τοῦ ἄλλου κόσμου, ἀλλά ὁπωσδήποτε εἶναι κάτι δαιμονικό, εἶναι κάτι τό ὁποῖο δέν ἀνταποκρίνεται στήν πραγματικότητα. Ἡ ὀρθόδοξη, ἡ ἐμπειρία ἐκ τοῦ Θεοῦ, εἶναι αὐτή πού ἔχουμε καταγραμμένη στούς Ἁγίους μας, στά Συναξάρια, στά πατερικά βιβλία κι ἐκεῖ δέν βλέπουμε τέτοια πράγματα, ἀλλά βλέπουμε ἀκριβῶς αὐτή τήν ἐξέταση πού ὑφίσταται ἡ ψυχή ὅταν βγαίνει ἀπό τό σῶμα καί αὐτό εἶναι τό πραγματικό, τό ἀληθινό. Τά ἄλλα εἶναι δαιμονικές ἀπάτες καί περνᾶνε οἱ δαίμονες ἔμμεσα τό 127

μήνυμα, μέσω αὐτῶν τῶν λεγομένων ἐπιθανάτιων ἐμπειριῶν, ὅτι ὅλοι θά πᾶνε στόν παράδεισο. Ὅλοι πᾶνε σ’ ἕνα ὡραῖο λιβάδι ἤ περνοῦν ἀπό ἕνα τούνελ καί μετά βγαίνουν στό φῶς κ.λ.π. Δέν εἶναι ἔτσι τά πράγματα, ἀλλά ὑπάρχει ἐκπεφρασμένη, διατυπωμένη ἡ διδασκαλία, πού δέν εἶναι θεωρητική διδασκαλία, ἀλλά εἶναι μέσα ἀπό ἐμπειρίες καί γεγονότα τῶν Ἁγίων μας, ἡ διδασκαλία γιά τό πῶς ἐξετάζεται ἡ ψυχή κατά τήν ἔξοδό της καί τήν ἄνοδό της πρός τόν Θεό ἀπό τούς πονηρούς δαίμονες, ἀπό τά τελώνια. «Τοῦ ἀββά Ἡσαΐα: Ἀγαπητέ μου ἀδελφέ, ὅσοι ἀσχολοῦνται μέ ὑποθέσεις τοῦ προσωρινοῦ καί ματαίου αὐτοῦ κόσμου, ἐάν προοδεύσουν ἤ κερδίσουν, δέν ὑπολογίζουν, μετά ἀπό αὐτά, τούς κόπους τούς ὁποίους ὑπέμειναν, ἀλλά χαίρουν γιά τήν πρόοδο τήν ὁποία ἀπέκτησαν». Ἕνας πού ξεκινάει ἀπό φτωχός καί σιγά-σιγά αὐξάνει τήν περιουσία του μέ πολύ κόπο, ξεχνάει τόν κόπο ἀφοῦ βλέπει αὐτή τήν πρόοδο, τήν κοσμική βέβαια.«Ὑπολογίζεις λοιπόν τώρα, ἀδελφέ μου, ποιά χαρά δοκιμάζει ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, πού ἄρχισε τό κατά Θεόν πνευματικό του ἔργο καί τό ὁλοκλήρωσε μέ ἐπιτυχία; Ἑπόμενο εἶναι νά αἰσθάνεται ἡ ψυχή ἀπέραντη χαρά, γιατί κατά τή στιγμή τῆς ἐξόδου της ἀπό τό σῶμα, τά καλά ἔργα πού ἐκτέλεσε, θά προπορεύονται αὐτῆς, ὅταν θά ἀνέρχεται πρός τόν οὐρανό. Τότε καί οἱ Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ θά χαροῦν μαζί της, ὅταν θά τήν δοῦν νά ἀπαλλάσσεται ἀπό τίς δυνάμεις τοῦ σκότους»15. Οἱ Ἄγγελοι εἶναι φίλοι μας καί ἔγιναν κατεξοχήν φίλοι μας διαμέσου τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος θυσιάστηκε γιά μᾶς καί μᾶς συμφιλίωσε μέ τόν Θεό. Ὅσο δέν εἶχε γίνει ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ μας, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἐχθροί τοῦ Θεοῦ καί οἱ Ἄγγελοι κι αὐτοί βεβαίως ἐφόσον ἦταν μέ τόν Θεό καί ἀγαποῦσαν καί ἀγαποῦν τόν Θεό ὁπωσδήποτε ἐμᾶς μᾶς εἶχαν ὡς ἐχθρούς τους, ἀφοῦ ἐμεῖς εἴμαστε ἐχθροί τοῦ Κυρίου των, τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ. Ἀπό τή στιγμή πού ἔγινε ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ μας καί συμφιλιωθήκαμε, κατηλλάγημεν, ἔγινε ἡ καταλλαγή -καταλλαγή θά πεῖ συμφιλίωσις- τῶν ἀνθρώπων μέ τόν Θεό, ἔγινε συμφιλίωσις καί μέ τούς Ἀγγέλους. Ὁπότε, οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι τώρα εἶναι φίλοι μας καί μᾶς συμπαραστέκονται στόν ἀγῶνα μας τόν πνευματικό καί στήν προσπάθειά μας νά ἑνωθοῦμε κι ἐμεῖς μόνιμα καί αἰώνια μέ τόν Θεό στή βασιλεία Του. Ὅταν λοιπόν δοῦν νά περνοῦν νικηφόρα τά πονηρά πνεύματα κατά τόν θάνατο τῶν χριστιανῶν καί τήν ἔξοδο τῶν ψυχῶν τους ἀπό τά σώματα, τότε χαίρονται πάρα πολύ, αὐτό μᾶς λέει ἐδῶ ὁ ἀββάς Ἡσαΐας. «Συμβαίνει δέ αὐτό, γιατί ὅταν ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἐξέλθει ἀπό τό σῶμα, πορεύονται μαζί της οἱ Ἄγγελοι», μᾶς συνοδεύουν οἱ Ἄγγελοι. «Τότε ὅμως καί ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους σπεύδουν νά τήν συναντήσουν». Βλέπετε, πῶς οἱ ἅγιοι Πατέρες -δέν εἶναι ἕνας καί δύο- ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες, πού ἔχουν τό φῶς τοῦ Θεοῦ, τή γνώση, τήν θεογνωσία, μᾶς μιλοῦν γιά αὐτό τό θέμα, τό θέμα τῶν τελωνίων. Καί ἀπορῶ πῶς κάποιοι θεολόγοι σήμερα λέγουν πώς δέν ὑπάρχουν αὐτά τά πράγματα! «Ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους σπεύδουν νά τήν συναντήσουν καί ἐπιδιώκουν νά τήν κρατήσουν καί γι’ αὐτό ἐξετάζουν μέ προσοχή μήπως ἡ ψυχή ἔχει διαπράξει κάποιο ἀπό τά δικά τους ἔργα»16. Ψάχνουν οἱ δαίμονες νά βροῦν ἔργα 128

συγγενικά μέ τά δικά τους στούς ἀνθρώπους, ὁπότε νά διεκδικήσουν τίς ψυχές, ἀφοῦ κάνουν τά ἴδια ἔργα πού κάνουν καί οἱ δαίμονες. Καί, δυστυχῶς, πάρα πολλοί ἄνθρωποι σήμερα κάνουν τά ἔργα τῶν δαιμόνων καί δημιουργοῦν μιά συγγένεια μέ τούς δαίμονες καί μετά φυσικά οἱ δαίμονες ἔχουν δικαιώματα πάνω τους καί τούς ἐπηρεάζουν καί δέχονται αὐτοί οἱ ἄνθρωποι δαιμονικές ἐνέργειες. Ὅπως λ.χ. μιά δαιμονική ἐνέργεια πολύ διάχυτη σήμερα στόν κόσμο εἶναι ἡ κατάθλιψη, εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, εἶναι ὁ ἐγωισμός, εἶναι οἱ φοβίες, οἱ ἀνασφάλειες, ὅλα αὐτά τά λεγόμενα ψυχολογικά προβλήματα. Ὁ μέγας Ἅγιος Πορφύριος τό ἔλεγε, ὅτι πίσω ἀπό ὅλα αὐτά τά λεγόμενα ψυχολογικά κρύβονται δαιμόνια, δαιμονικές ἐνέργειες, οἱ ὁποῖες ἐπηρεάζουν τούς ἀνθρώπους λόγω τοῦ ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἔγιναν συγγενεῖς μέ τούς δαίμονες, ἀφοῦ κάνουν τά ἔργα τῶν δαιμόνων. Καί βλέπετε ἐδῶ πῶς τό λέει σαφέστατα ὁ Ἅγιος, ὅτι οἱ δαίμονες αὐτό ἐξετάζουν, ἄν οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τέτοια ἔργα γιά νά συγγενέψουν ἀκόμα περισσότερο, νά τούς πάρουν μαζί τους δηλαδή γιά πάντα στήν κόλαση. «Οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους σπεύδουν νά συναντήσουν τήν ψυχή καί ἐπιδιώκουν νά τήν κρατήσουν καί ἐξετάζουν μέ προσοχή μήπως ἡ ψυχή ἔχει διαπράξει κάποιο ἀπό τά ἔργα τους», τά ἔργα τῶν δαιμόνων. «Τότε δέν πολεμοῦν οἱ Ἄγγελοι μέ τούς δαίμονες γιά νά προστατεύσουν τήν ψυχή, ἀλλά τά ἔργα πού διέπραξε τήν περιτριγυρίζουν καί τήν περιφρουροῦν, γιά νά μή τήν ἐγγίσουν οἱ δαίμονες»17. Τά ἴδια τά ἔργα μας, δηλαδή, λειτουργοῦν σάν πανοπλία. Ὅπως παλιά ὑπῆρχαν οἱ ἱππότες καί φοροῦσαν αὐτό τό σιδερικό ἐπάνω τους καί ἦταν, κατά κάποιο τρόπο, σχεδόν ἄτρωτοι ἀπό τά βέλη, τίς πέτρες κ.λ.π. τῶν ἐχθρῶν, ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ περιφρουρεῖται ἀπό τά καλά του ἔργα. Καί οἱ Ἄγγελοι δέν εἶναι ἀνάγκη νά πολεμήσουν γιά χάρη του, τά ἴδια τά ἔργα του τόν περιφρουροῦν. «Ἐάν δέ τά ἔργα πού διέπραξε, νικήσουν τούς δαίμονες, τότε οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι ψάλλουν πρό αὐτῆς», μπροστά ἀπό τήν ψυχή, «μέχρις ὅτου ἡ ψυχή συναντήσει μέ χαρά καί εὐφροσύνη τόν Θεό. Κατ’ ἐκείνη τήν ὥρα λησμονεῖ πλέον ἡ ψυχή ὅλα τά ἔργα τοῦ ματαίου αὐτοῦ κόσμου, ὅπως καί ὅλους τούς κόπους, πού κατέβαλε»18. Ὅπως εἶπαμε προηγουμένως γιά ἐκεῖνον τόν πετυχημένο κατά κόσμο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος λησμονεῖ τούς κόπους μπροστά στήν ἐπιτυχία πού ἀπολαμβάνει. «Εἶναι λοιπόν μακάριος ἐκείνος, ἐναντίον τοῦ ὁποίου δέν θά βροῦν τίποτε οἱ ἄρχοντες τοῦ σκότους. Ἡ χαρά, ἡ τιμή καί ἡ ἀνάπαυση βρίσκονται ὑπεράνω παντός μέτρου»19. Δέν ἔχει μέτρο ἡ χαρή τῆς ψυχῆς, ὅταν περάσει νικηφόρα τά τελώνια καί τά ἔργα της νικήσουν τούς δαίμονες. «Ἄς κλαύσουμε λοιπόν μέ ὅλη τήν δύναμη τῆς ψυχῆς μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἴσως μᾶς ἐλεήσει ἡ ἀγαθότης Του καί μᾶς ἀποστείλει τήν ἐξ ὕψους βοήθεια, μέ τήν ὁποία θά μπορέσουμε νά πράξουμε ὅλα ὅσα κατανικοῦν τούς ἄρχοντες τῆς πονηρίας πού μᾶς ἐμποδίζουν στόν δρόμο μας»20. Γιατί, βέβαια, δέν εἶναι τά ἔργα μας αὐτά καθεαυτά πού μᾶς περιφρουροῦν, ἀλλά ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἑλκύεται ἀπό τά ἔργα. Αὐτή εἶναι πού μᾶς περιφρουρεῖ καί αὐτή εἶναι πού τρέμουν οἱ δαίμονες. Καλά 129

ἔργα μπορεῖ νά κάνει κι ἕνας ἄθεος καί ἕνας ἀντίχριστος, μουσουλμάνος, ἕνας πού λατρεύει τούς δαίμονες. Ὑπάρχουν καλοί ἄνθρωποι καί στούς βουδιστές καί στούς ἀντίχριστους κ.λ.π. Ἀλλά αὐτοί οἱ ἄνθρωποι δέν θά μπορέσουν νά νικήσουν τούς δαίμονες, γιατί δέν ἔχουν τήν ὀρθή πίστη στόν Χριστό, στόν ἀληθινό Θεό, ἑπομένως δέν ἔχουν τή Χάρη τοῦ Θεοῦ πού περιφρουρεῖ τήν ψυχή. Ἑπομένως, ἄν κανείς ἔχει τά σωστά ἔργα καί τήν ὀρθή πίστη, τότε ἔχει τίς προϋποθέσεις γιά νά ἑλκύσει τή Χάρη καί αὐτή ἡ Χάρις εἶναι πού τόν περνάει νικηφόρα μέσα ἀπό τά τελώνια. «Ἄς φροντίσουμε, λοιπόν, μέ αὐστηρότητα καρδίας νά ἀποκτήσουμε τήν πρός τόν Θεό ἐπιθυμία, χωρίς πολυπραγμοσύνη, ἡ ὁποία θά μᾶς σώσει ἀπό τά χέρια τῶν πονηρῶν δαιμόνων, ὅταν θά ἐξέλθουν ἐκεῖ ἐπάνω γιά νά μᾶς συναντήσουν. Ἄς ἐπιθυμήσουμε τήν ἀγάπη πρός τούς πτωχούς, γιά νά μάς σώσει ἡ ἀγάπη αὐτή ἀπό τήν φιλαργυρία, ὅταν θά ἐξέλθει ἐκεῖ γιά νά μᾶς συναντήσει»21, ἐννοεῖ τό τελώνιο τῆς φιλαργυρίας. Πῶς θά τό νικήσεις; Μέ τόν νά ἐλεεῖς. Ἀπό ἐδῶ, ἀπό αὐτή τή ζωή νά μάθεις νά δίνεις. «Ἄς ἀγαπήσουμε τήν εἰρήνη μέ ὅλους, μικρούς καί μεγάλους, γιατί αὐτή θά μᾶς φυλάξει ἀπό τό μίσος, ὅταν θά ἐξέλθει γιά νά μᾶς συναντήσει»22. Τό φοβερό τελώνιο τοῦ μίσους. Ὁ δαίμονας τοῦ μίσους, τῆς ἀντιπάθειας, τῆς μνησικακίας… «Ἄς ἀποκτήσουμε γιά ὅλους καί γιά ὅλα μακροθυμία, ἡ ὁποία θά μᾶς προφυλάξει ἀπό τήν ἀμέλεια, ὅταν θά ἐξέλθει γιά νά μᾶς συναντήσει»23. Τό τελώνιο τῆς ἀμέλειας, τῆς ἀδιαφορίας, ἀλλιῶς τό λένε οἱ Πατέρες τῆς ἀκηδίας. Ἕνας σύγχρονος μεγάλος πατέρας, θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ ἔλεγε, ὅτι σήμερα ὅλος ὁ κόσμος -παγκοσμίως- εἶναι δοῦλος τῆς ἀκηδίας, δηλαδή τῆς ἀμέλειας, τῆς ἀδιαφορίας γιά τήν ψυχή του. Καί λές στούς ἄλλους κάτι γιά Θεό καί λένε, τί εἶναι αὐτά πού μᾶς λές τώρα… δέν μᾶς ἀπασχολεῖ… I don’ t care… δέν μέ ἐνδιαφέρει τό θέμα. Ἐσύ πού εἶσαι θρησκόληπτος – θρῆσκος νά ἀσχολεῖσαι μ’ αὐτά, ἐγώ εἶμαι ὑπεράνω… Εἶναι τό φοβερό τελώνιο τῆς ἀμέλειας, τῆς ἀκηδίας. «Ἄς ἀγαπήσουμε ὅλους τούς ἀδελφούς μας, χωρίς νά μισήσουμε κανένα ἤ νά τοῦ ἀνταποδώσουμε τό κακό πού μᾶς ἔκαμε, διότι αὐτό θά μᾶς φυλάξει ἀπό τήν ζηλοφθονία, ὅταν καί αὐτή θά ἐξέλθει γιά νά μᾶς συναντήσει»24. Βλέπετε; Τώρα λέει ἕνα-ἕνα τά τελώνια, τά εἴδη δηλαδή τῶν δαιμόνων πού ἐξετάζουν τήν ψυχή κατά τήν ἄνοδό της πρός τόν Θεό. «Ἄς ἀγαπήσουμε τήν ταπεινοφροσύνη ὑπομένοντες, σέ ὅλες τίς περιπτώσεις, τόν λόγο τοῦ πλησίον», τήν κουβέντα πού θά μᾶς πεῖ ὁ ἄλλος, πού δέν μποροῦμε νά τήν σηκώσουμε πολλές φορές. Γιατί; Γιατί δέν ὑπάρχει ταπεινοφροσύνη. Καί μπορεῖ νά πεῖ μιά κουβέντα ὁ σύζυγος στή σύζυγο καί μετά νά φτάσουν καί στό διαζύγιο γι’ αὐτή τήν κουβέντα! «Ἔστω καί ἐάν ὁ λόγος αὐτός μᾶς προσβάλλει ἤ εἶναι μιά εἰρωνία». Νά τόν ὑπομένουμε διά τῆς ταπεινοφροσύνης. «Ἡ ταπεινοφροσύνη θά μᾶς προφύλαξει ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, ὅταν θά ἐξέλθει καί αὐτή γιά νά μᾶς συνάντησει»25. Ὁ φοβερός δαίμονας τῆς ὑπερηφάνειας, τῆς ὑπεροψίας. 130

– Ἄν δέν μάθεις ἀπό δῶ τήν ταπεινοφροσύνη, πῶς θά περάσεις αὐτόν τόν φοβερό δαίμονα; «Ἄς ἐπιζητήσουμε τήν τιμή τοῦ πλησίον μας καί νά μήν κατηγοροῦμε ἤ νά προσβάλλουμε κανένα. Αὐτό θά μᾶς προστατεύσει ἀπό τήν καταλαλιά, ὅταν θά ἐξέλθει γιά νά μᾶς συνάντησει»26. Βλέπετε; Θά ἐξέλθει! Θά ἐξέλθει, θά ἐξέλθει, θά ἐξέλθει, τό κάθε δαιμόνιο! Γιατί; Γιά νά μᾶς συναντήσει. Σάν τά ἄγρια θηρία πού βγαίνουν ἀπ’ τίς τρύπες τους, μιά παρόμοια εἰκόνα πού μποροῦμε νά σκεφτοῦμε. Ἔτσι θά βγαίνουν τά τελώνια νά ἐξετάζουν τό καθένα τό ἀντίστοιχο ἁμάρτημα, ἄν τό ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτό δέν εἶναι ἀστεῖα τά πράγματα, ἀδελφοί μου. Πρέπει ν’ ἀγωνιστοῦμε νά κόψουμε τά πάθη μας. – Ἀφοῦ τό ξέρεις ὅτι ἡ καταλαλιά, τό κουτσομπολιό, ἡ κατάκριση, εἶναι μεγάλη ἁμαρτία, γιατί συνεχίζεις νά τό κάνεις; Γιατί ἐκείνη τήν ὥρα δέν παίρνεις τά μέτρα σου ν’ ἀντισταθεῖς; Ἀκόμα νά δώσεις καί τό αἷμα σου, ἄν χρειαστεῖ, γιά νά μήν ἁμαρτήσεις. Ἕνας ἅγιος, γιά νά πολεμήσει τήν πολυλογία, εἶχε βάλει χαλίκια στό στόμα του. Γιά χρόνια ὁλόκληρα… Γιά νά μήν πέφτει στήν ἀργολογία. Ὁ Ἅγιος Σάββας, ὅταν πῆγε νά φάει ἕνα μῆλο, ἐνῶ δέν ἦταν ἡ ὥρα, πῆγε νά ὑποκύψει δηλαδή στόν δαίμονα τῆς γαστριμαργίας, τῆς λαιμαργίας, μετά τό κατάλαβε, καταπάτησε τό μῆλο καί εἶπε, δέν θά φάω μῆλο ποτέ ξανά στή ζωή μου! «Ἄς περιφρονήσουμε τήν μέριμνα τοῦ κόσμου, καί τήν ἐκτίμησή του, γιά νά σωθοῦμε ἀπό τήν βασκανία», τόν φθόνο, τή ζήλεια, «ὅταν θά ἐξέλθει γιά νά μᾶς συνάντησει»27. Μή ζητᾶς νά σέ ἐκτιμάει ὁ κόσμος. Μή ζητᾶς τήν δόξα τῶν ἀνθρώπων. «Ἄς διδάξουμε τήν γλώσσα μας νά μελετᾶ ἀδιαλείπτως τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, τήν δικαιοσύνη καί τήν προσευχή, γιά νά μᾶς προφυλάξουν ἀπό τό ψεῦδος, ὅταν θά ἐξέλθει καί αὐτό γιά νά μᾶς συνάντησει»28. Ὅλη μέρα καί ὅλη νύχτα θά πρέπει νά ἀδολεσχοῦμε, νά ἀσχολούμαστε δηλαδή, μέ τόν Θεό. Νά ἔχουμε θεία ἀδολεσχία, νά μελετοῦμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Νά σκεφτόμαστε: – Πῶς μποροῦμε νά ἐφαρμόσουμε τήν τάδε ἐντολή; Πῶς μποροῦμε νά γίνουμε ταπεινοί; Πῶς μποροῦμε νά γίνουμε πράοι; Πῶς μποροῦμε νά ἔχουμε εἰρήνη μέσα μας; Ὅλα αὐτά πρέπει νά τά σκέφτεται κανείς καί νά προσεύχεται συνεχῶς, γιά νά νικήσει τούς δαίμονες πού θά ἀγωνιστοῦν νά μᾶς πάρουν μαζί τους. «Ὅλα αὐτά ἐμποδίζουν τήν ψυχή», τά πάθη. «Οἱ δέ ἀρετές, ἐφόσον τίς ἀπέκτησε, τήν βοηθοῦν νά τά ἀντιμετώπισει ἐπιτυχῶς. Ποιός, λοιπόν, φρόνιμος ἄνθρωπος θέλει νά παραδώσει τήν ψυχή του στόν αἰώνιο θάνατο, γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τούς κόπους τῶν 131

ἀρετῶν αὐτῶν;»29. Ὅσους κόπους κι ἄν ἔχουν οἱ ἀρετές, ἀξίζουν αὐτοί οἱ κόποι. Πρέπει νά τούς καταβάλλουμε, γιά νά περάσουμε στήν αἰώνια ἀνάπαυση. «’Ἄς πράξουμε, λοιπόν, ὅ,τι μᾶς ἐπιτρέπουν οἰ δυνάμεις μας, καί ἡ δύναμη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι μεγάλη, γιά νά βοηθήσει τήν ταπείνωσή μας. Γιατί γνωρίζει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ταλαίπωρος καί γι’ αὐτό παραχώρησε σ’ αὐτόν τήν μετάνοια, ἕως ὅτου ἡ ψυχή ὑπάρχει στό φθαρτό αὐτό σῶμα, γιά νά μπορεῖ, μέχρι τῆς τελευταίας του ἀναπνοῆς, νά διορθώνεται καί νά ἀποφεύγει τήν ἁμαρτία»30. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι αὐτό πού εἶναι, ἀλλά ἀλλάζει, μπορεῖ νά ἀλλάξει, καί αὐτό εἶναι πολύ σημαντικό νά τό συνειδητοποιήσουμε. Γιατί λένε μερικοί «ὁ ἄνθρωπος γεννιέται». Δέν γεννιέται, γίνεται. Μπορεῖ νά γεννηθεῖς μέ κακές ροπές καί καταβολές καί μέ τήν προσπάθεια πού θά κάνεις, μέ τό αὐτεξούσιο πού θά τό κατευθύνεις σωστά, ἄν κάνεις καλή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου σου, τῆς ἐλευθερίας σου, μέ τό γεγονός ὅτι θά συμμετάσχεις σωστά στήν ἀσκητική καί μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, νά ἀλλάξεις τόν κακό ἑαυτό σου καί μπορεῖς νά προχωρήσεις ἔτσι ἀνεμπόδιστα στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «Στό Γεροντικό: Ὁ μακάριος Θεόφιλος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἔλεγε, πόσο, πράγματι, φόβο καί τρόμο καί ποία ἀνάγκη δοκιμάζει ἡ ψυχή, ὅταν ἀποχωρίζεται ἀπό τό σῶμα ἤ καί κατόπιν, ἀφοῦ πλέον ἀποχωρισθεῖ! Τότε καταφθάνουν ὄλες οἱ ἀρχές καί οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους καί τῆς παρουσιάζουν ὅλα τά ἁμαρτήματα πού διέπραξε, ἐν γνώσει ἤ ἐν ἀγνοίᾳ, ἀπό τότε πού γεννήθηκε ὁ ἄνθρωπος μέχρι τήν τελευταία ὥρα, πού ἀποχωρίσθηκε ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα· οἱ δυνάμεις αὐτές παραστέκουν μέ ἀναίδεια κοντά της καί τήν κατηγοροῦν μέ σφοδρότητα»31. Γι’ αὐτό ψάλλουμε κατά τά τροπάρια «ὤ, ποία ὥρα τότε!», πόσο φοβερή εἶναι ἐκείνη ἡ ὥρα πού χωρίζεται ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα καί στή συνέχεια πού ἐξετάζεται καί κατηγορεῖται ἀπό τούς δαίμονες. «Ἀντιμέτωποι πρός τίς ἐχθρικές αὐτές δυνάμεις τοῦ σκότους στέκουν οἱ ἅγιες δυνάμεις, οἱ Ἄγγελοι, ἐκθέτουν καί ἀναφέρουν ὅσα καλά ἔργα ἐπετέλεσε τυχόν ἡ ψυχή». Προσπαθοῦν οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι, οἱ φίλοι μας, νά μᾶς ὑπερασπιστοῦν. «Πόση λοιπόν ἀγωνία καί τρόμο νομίζεις ὅτι θά δοκιμάζει ἡ ψυχή, ὅταν βρεθεῖ μπροστά σέ μιά τέτοια ἐξέταση καί ἀντιμετωπίζει ἕνα τόσο φοβερό καί ἀδέκαστο κριτήριο;»32. Ὅσοι ἔχουμε πάει σέ δικαστήρια, μᾶς πιάνει λίγο δέος… ἰδίως τίς πρῶτες φορές πού δέν ἔχεις ξαναδεῖ ψηλά ἐκεῖ πάνω τούς δικαστές… κι ὅμως εἶναι γιά κάτι πολύ προσωρινό, πολύ σύντομο, τό ὁποῖο ἔχει ἡμερομηνία λήξης. Πόσο πιό φοβερό εἶναι αὐτό τό δικαστήριο πού στήνουν οἱ δαίμονες! Τό ὁποῖο ξέρεις, ὅτι ἄν καταδικαστεῖς, δέν θά ἔχει τέλος ἡ καταδίκη! «Δέν εἶναι δυνατόν νά ἐκφράσει κανείς μέ λόγους ἤ καί ἀκόμη νά συλλάβει στή διάνοιά του τόν φόβο ἐκεῖνον, πού κυριεύει τότε τήν ψυχή, μέχρις ὅτου ἐκδοθεῖ ἡ ἀπόφαση τοῦ Κριτηρίου καί ἐλευθερωθεῖ ἀπό αὐτούς πού τήν ἐμποδίζουν». Τί ἀγωνία θά περνάει ἡ ψυχή μέχρι νά βγεῖ ἡ τελική ἀπόφαση… καί μπορέσει νά 132

προχωρήσει. «Ἐκείνη ἀκριβῶς ἡ ὥρα εἶναι ἡ στιγμή τῆς μεγαλυτέρας δοκιμασίας τῆς ψυχῆς, ἕως ὅτου τελείωσει ἡ κρίση της καί ἀκούσει τήν ἀπόφαση ἀπό τόν Δίκαιο Κριτή. Ἄν λοιπόν, μέ τήν ἀπόφαση τοῦ Δίκαιου Κριτή, δοθεῖ στήν ψυχή ἐλευθερία, ἀμέσως τότε καταισχύνονται οἱ ἐχθροί. Οἱ φωτεινοί Ἄγγελοι τήν ἁρπάζουν ἀπό αὐτούς, καί χωρίς ἐμπόδια πλέον ὁδηγεῖται ἀπό τούς Ἀγγέλους στήν ἀνεκλάλητη ἐκείνη χαρά καί δόξα, στήν ὁποία καί τελικῶς θά ἀποκατασταθεῖ. Ἄν, ὅμως, ἔζησε ἡ ψυχή μέ ἀμέλεια καί ἔτσι βρεθεῖ ἀναξία τῆς ἐλευθερίας, τότε θά ἀκούσει ἐκείνη τήν φρικωδεστάτη φωνή, πάρετε ἀπ’ ἐδῶ αὐτόν τόν ἀσεβή, γιά νά μή δεῖ τήν δόξα Κυρίου – «ἀρθήτω ὁ ἀσεβής, ἵνα μή ἴδῃ τήν δόξαν Κυρίου»33»34, εἶναι ἀπό τόν προφήτη Ἡσαΐα. «Τότε ἀρχίζει πλέον γιά τήν ψυχή αὐτήν ἡμέρα ὀργῆς, ἡμέρα θλίψεων καί ἀτελευτήτου ὀδύνης. Παραδίδεται στό σκότος τό ἐξώτερο, κατακρημνίζεται στόν ἅδη καί καταδικάζεται στό αἰώνιο πῦρ, στό ὁποῖο καί θά παραμείνει κολαζομένη στούς ἀπεράντους αἰῶνας»35. Φοβερό πράγμα! «Τότε, σέ τί θά ὠφελήσουν τήν ψυχή ἡ πολυτέλεια καί οἱ καυχησιολογίες τοῦ κόσμου τούτου;». Ἀκοῦς ἀνθρώπους νά καυχῶνται, νά ὑπερηφανεύονται, νά ἀλαζονεύονται… Ταλαίπωροι ἄνθρωποι… ταλαίπωροι ἄνθρωποι! – Τί θά σέ ὠφελήσουν ὅλα αὐτά ἐκείνη τήν φοβερή ὥρα, πού ἄν μείνεις ἔτσι ἀμετανόητος, θά σέ ἁρπάξουν οἱ δαίμονες στήν αἰώνια κόλαση; «Ποῦ εἶναι τότε ἡ κενοδοξία καί ἡ τρυφή καί ἡ ἀπόλαυση αὐτῆς τῆς μάταιας καί ἄστατης ζωῆς;»36. – Ποῦ εἶναι τά γλέντια; Ποῦ εἶναι οἱ χοροί; Ποῦ εἶναι τά ροῦχα, τά στολίδια; Ὅλα αὐτά τά μάταια, γιά τά ὁποῖα καυχιόσουνα καί ὑπερηφανευόσουνα; «Ποῦ εἶναι τά χρήματα; Τί ὠφελεῖ ἡ σπουδαιότητα τῆς καταγωγῆς;». Ἡ τάξις; Ἐμεῖς εἴμαστε τῆς ἀνώτερης τάξης κ.λ.π. «Ποῦ εἶναι ὁ πατέρας, ἤ ἡ μητέρα, ἤ οἱ ἀδελφοί, ἤ οἱ φίλοι;», Οἱ συγγενεῖς; «Ποιός ἀπό ὅλους αὐτούς θά μπορέσει νά ἐλευθερώσει τήν δυστυχισμένη ψυχή, ἡ ὁποία φλέγεται ἀπό τό πῦρ τῆς κολάσεως καί βασανίζεται ἀπό ἀνεκδιήγητες τιμωρίες;»37. Φυσικά κανείς, γιατί ἡ ἴδια ἡ ψυχή ἐπέλεξε αὐτόν τόν τόπο μέ τά ἔργα της καί ὁ Θεός, βέβαια, δέν παρεμβαίνει καί δέν ἀφαιρεῖ καί δέν καταστρατηγεῖ τό αὐτεξούσιο. Σέβεται τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου, σέβεται τίς ἐπιλογές του καί οἱ ἴδιες οἱ ἐπιλογές εἶναι πού καταδικάζουν τόν ἄνθρωπο στήν κόλαση καί οἱ ἀντίθετες ἐπιλογές εἶναι πού τόν ὁδηγοῦν στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό, μᾶς λένε οἱ Ἅγιοι, πώς τά ἴδια τά ἔργα ὑπερασπίζονται τόν δίκαιο καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ πού ὑπάρχει σ’ αὐτά τά ἔργα. Γιατί τά καλά ἔργα δέν εἶναι καλά, ἄν δέν ἔχουν γίνει μέ τήν Χάρη. Λέει καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Μαξίμοβιτς: «Ἀπέραντη καί ἀπαρηγόρητη θά ἦταν ἡ θλίψη μας γιά τούς ἀποβιώνοντες οἰκείους μας, ἐάν ὁ Κύριος δέν μᾶς εἶχε δωρίσει 133

αἰώνια ζωή. Ἡ ζωή μας θά ἦταν ἄσκοπη, ἐάν τελείωνε μέ τόν θάνατο. Ποιό ὄφελος θά εἶχαν τότε ἡ ἀρετή καί οἱ καλές πράξεις; Σέ τέτοια περίπτωση θά ἀποδεικνύονταν σωστοί ὅσοι λένε: Ἄς φᾶμε καί ἄς πιοῦμε, γιατί αὔριο θά πεθάνουμε!»38. Ὅμως δέν εἶναι ἔτσι τά πράγματα. Ὑπάρχει ἡ ἄλλη ζωή, ὑπάρχει ὁ πνευματικός κόσμος, ὑπάρχουν οἱ Ἄγγελοι, ὑπάρχουν καί οἱ δαίμονες, ὑπάρχει ὁ Θεός. Καί ὅλα αὐτά δέν τά λέμε ὡς μία ἁπλή πίστη, ὡς μία θεωρία πού κάποιος τήν σκέφτηκε καί μᾶς τήν εἶπε, ἀλλά οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουνε ἐμπειρία αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Πάρα πολλοί ἄνθρωποι, ὅπως διαβάζουμε, εἴδανε καί τούς δαίμονες καί τούς Ἀγγέλους καί τόν Θεό καί τούς Ἁγίους καί ὅλα αὐτά τά πράγματα καί τό τί συμβαίνει, ὅταν βγαίνει ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα καί ποῦ πορεύεται. «Ὁ ἄνθρωπος», λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Μαξίμοβιτς, «δημιουργήθηκε γιά νά ζήσει αἰώνια, καί ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή του ἄνοιξε τίς πύλες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, τῆς αἰώνιας μακαριότητας γιά ὅσους ἔχουν πιστέψει σέ Αὐτόν καί ἔχουν ζήσει σύμφωνα μέ τίς ἐντολές Του. Ἡ παροῦσα ζωή εἶναι μία προετοιμασία γιά τή μελλοντική ζωή, προετοιμασία πού λήγει μέ τόν θάνατό μας». Ὁ θάνατος εἶναι ἡ λήξη τῆς προετοιμασίας, δέν εἶναι τίποτα ἄλλο ὁ θάνατος. «Ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετά δέ τοῦτο κρίσις,»39, ὅπως λέει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στήν πρός Ἑβραίους. Δηλαδή οἱ ἄνθρωποι μιά φορά πεθαίνουν καί ὕστερα ὐπάρχει ἡ κρίσις. Δέν ὑπάρχει αὑτή ἡ ἀνόητη θεωρία πού ἐπικαλοῦνται οἱ ἀνατολικές θρησκεῖες, ἡ μετεμψύχωσις, ὅτι ὁ ἄνθρωπος πολλές φορές γεννιέται καί ἀνακυκλώνεται καί πεθαίνει… Μία φορά! Ἅπαξ πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος καί μετά κρίνεται. Καί ὑπάρχει αὐτή ἡ πρώτη κρίσις, γιά τή ὁποία μιλήσαμε σήμερα, ὅταν ἡ ψυχή βγαίνει ἀπό τό σῶμα καί κρίνεται ἀπό τά τελώνια, καί ἡ τελική Κρίση κατά τήν Δευτέρα Παρουσία. «Τότε ὁ ἄνθρωπος ἐγκαταλείπει ὅλες τίς ἐγκόσμιες φροντίδες», τήν ὥρα τοῦ θανάτου, «τό σῶμα ἀποσυντίθεται, προκειμένου νά ἐγερθεῖ ἐκ νέου κατά τή γενική Ἀνάσταση»40. «Ἡ ψυχή του ὅμως», λέει ὁ π. Σεραφείμ Ρόουζ, «συνεχίζει νά ζεῖ, μή παύοντας νά ὑπάρχει οὔτε γιά μία στιγμή». Τό σῶμα διαλύεται, ἡ ψυχή ὅμως ὑπάρχει. «Μέσω πολλῶν περιστατικῶν φανέρωσης νεκρῶν μᾶς ἔχει δοθεῖ μία μερική γνώση περί τοῦ τί συμβαίνει στήν ψυχή ὅταν ἀφήνει τό σῶμα. Ὅταν ἡ ὅραση τῶν σωματικῶν ὀφθαλμῶν παύει νά λειτουργεῖ, ξεκινᾶ ἡ πνευματική ὅραση»41, ἀνοίγουν τά πνευματικά μάτια. Καί σέ κάποιους ἀνοίγουν λίγο πρίν φύγει ἡ ψυχή. Γι’ αὐτό καί βλέπουμε τίς ἀντιδράσεις τους, ἀνάλογα μέ αὐτά πού βλέπουνε, ἄν εἶναι καλά ἤ κακά. Ἄν εἶναι οἱ Ἄγγελοι κοντά τους, ἔχουν ζήσει σωστά, εἶναι ἱλαροί, εἶναι ἤρεμοι. Ἄν ὅμως εἶναι κοντά τους οἱ δαίμονες, πού εἶναι ἕτοιμοι νά τούς ἁρπάξουν, βλέπουμε νά ἔχουν ἀγωνία αὐτοί πού πρόκειται νά κοιμηθοῦν καί νά μή θέλει νά φύγει ἡ ψυχή. «Ὁ Ἐπίσκοπος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος, ὁ Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος, «σέ μήνυμά του πρός μία ἀποθνήσκουσα γυναίκα, γράφει: «Δέν θά πεθάνεις. Τό σῶμα σου θά πεθάνει, ἀλλά ἐσύ θά μεταφερθεῖς σέ ἕνα διαφορετικό κόσμο, θά εἶσαι 134

ζωντανή, θά ἔχεις μνήμη τοῦ ἑαυτοῦ σου καί θά ἀναγνωρίζεις ὅλο τόν κόσμο πού σέ περιβάλλει. Μετά τόν θάνατο, ἠ ψυχή δέν εἶναι λιγότερο ἀλλά περισσότερο ζωντανή καί ἐνσυνείδητη ἀπ’ ὅ,τι πρίν τόν θάνατο. Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων διδάσκει: «Ἀφοῦ ἡ ζωή τῆς ψυχῆς ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει μετά τόν θάνατο, αὐτό σημαίνει ὅτι ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει ἕνα ἀγαθό τό ὁποῖο δέν χάνεται μέ τόν θάνατο, ἀλλά αὐξάνεται. Ἡ ψυχή δέν συγκρατεῖται ἀπό κανένα ἐμπόδιο πού θέτει ὁ θάνατος, ἀντιθέτως, εἶναι πιό ἐνεργή». Γι’ αὐτό ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος καί τώρα εἶμαι μαζί σας καί ὅταν κοιμηθῶ, θά εἶναι ἀκόμα καλύτερα, θά σᾶς βοηθάω ἀκόμα περισσότερο. Ἡ ψυχή μετά θάνατον εἶναι πιό ἐνεργή, «ἀφοῦ εἶναι ἐνεργή ἐντός τοῦ δικοῦ της χώρου, μήν ἔχοντας καμιά σύνδεση μέ τό σῶμα, ἀπό τό ὁποῖο πιό πολύ ἐπιβαρύνεται παρά ἐπωφελεῖται»»42. Μπορεῖ νά κινεῖται πολύ πιό ἄνετα, ἐφόσον φυσικά ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀγαθός, ἔχει κοιμηθεῖ ἐν μετανοίᾳ, ἔχει εὐαρεστήσει στόν Θεό καί ἑπομένως δέν ἔχει πιαστεῖ ἀπό τούς φοβερούς αὐτούς ἄρχοντες τοῦ ἀέρος. «Ὁ ἀββάς Δωρόθεος», ἄς ποῦμε κι αὐτό καί ἄς κλείσουμε, «ἀπό τή Γάζα, μοναχός, Πατέρας τοῦ 6ου αἰῶνα, συνοψίζει τή διδασκαλία τῶν πρώτων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας σχετικά μέ αὐτό τό θέμα: «Ὅπως λένε οἱ Πατέρες, οἱ ψυχές τῶν νεκρῶν θυμοῦνται τά πάντα, ὅσα συνέβησαν ἐδῶ, λόγια, ἔργα καί λογισμούς, καί δέν μποροῦν τίποτα ἀπ’ αὐτά νά ξεχάσουν τότε. Μ’ ἐκεῖνο δέ πού λέει στόν ψαλμό: «Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀπολοῦνται πάντες οἱ διαλογισμοί αὐτοῦ43: κατά δέ τήν ἠμέρα ἐκείνη τοῦ θανάτου θά χαθοῦν καί θά διαλυθοῦν ὅλα τά σχέδιά του», ἐννοεῖ τούς διαλογισμούς τοῦ ἀνθρώπου σέ τούτη τή ζωή». Αὐτοί θά χαθοῦν. Βλέπετε, οἱ ἄνθρωποι σχεδιάζουν καί προγραμματίζουν καί κάνουν πενταετή, δεκαετή προγράμματα καί προϋπολογισμούς καί ἔρχεται μιά στιγμή ὁ θάνατος, καί ποῦ πᾶνε ὅλα αὐτά τά σχέδια; Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀπολοῦνται… χάνονται ὅλοι οἰ διαλογισμοί αὐτοί «γιά σπίτια, γιά τόπους, γιά γονεῖς, γιά τά παιδιά καί γενικά γιά κάθε δοσοληψία. Αὐτά χάνονται, ὅταν χωρίσει ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα… Ὅσα δέ ἔπραξε σύμφωνα μέ τήν ἀρετή ἤ ἀκολουθώντας ἕνα πάθος, αὐτά θυμᾶται καί τίποτα ἀπό αὐτά δέν ξεχνάει». Εἶναι φοβερό πράγμα, ἀδελφοί μου, ἡ μνήμη. Ἡ μνήμη, ἡ ὁποία θά ὑπάρχει. «Τίποτα, ὅπως εἶπα, ἀπ’ ὅσα ἔπραξε σέ τοῦτον τόν κόσμο δέν ξεχνᾶ ἡ ψυχή. Ἀντίθετα ὅλα τά θυμᾶται, μετά τόν χωρισμό της ἀπό τό σῶμα, πιό καθαρά καί πιό ἔντονα, ἐπειδή εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπό τό γήινο σῶμα»44 καί θά πρέπει νά φροντίσουμε, ὥστε ἡ μνήμη μας νά εἶναι ἀγαθή καί ὄχι κολαστική. Βλέπετε, ἕνας πού ἔχει διαπράξει ἕνα ἔγκλημα, βασανίζεται ἀπό τή μνήμη αὐτή τοῦ ἐγκλήματος, ἀπό τίς λεγόμενες τύψεις τῆς συνειδήσεως. Σκεφτεῖτε αὐτό νά γίνει στήν αἰωνιότητα… τί φοβερό πράγμα εἶναι αὐτό! Νά φύγει ὁ ἄνθρωπος ἀτακτοποίητος… μέσα στήν ψυχή του νά ἔχει τέτοιες μνῆμες! Αὐτή ἡ ἴδια ἡ μνήμη εἶναι ἡ κόλασή του. Ἄς εὐχαριστήσουμε τόν Θεό καί τούς Ἁγίους πού μᾶς δίνουν αὐτές τίς πνευματικές γνώσεις καί, κατά τό κοινῶς λεγόμενο, ἄς ἀνασκουμποθοῦμε γιά νά μήν πέσουμε 135

στίς ἐπαπειλούμενες κολάσεις, τίς ὁποῖες ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεός ὄχι γιά μᾶς, ἀλλά γιά τούς δαίμονες. Ἀλλά, δυστυχῶς, αὐτοί εἶναι μοχθηροί καί μισάνθρωποι καί θέλουν νά πάρουν καί μᾶς καί δέν πρέπει φυσικά νά δώσουμε χαρά σ’ αὐτούς, ἀλλά νά δώσουμε χαρά στόν Κύριό μας. Αὐτά ἤθελα νά πῶ σήμερα στήν ἀγάπη σας. Ἄν θέλετε κάτι νά συζητήσουμε πάνω σ’ αὐτά, μποροῦμε. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Ἐρ. : … ἄν εἶναι ἔτσι τά πράγματα, ποιός θά σωθεῖ πάτερ;……. Ἀπ. : Σ’ αὐτούς πού θέλουν νά πάρουν τό ἔλεος, τό ἔλεος θά ἐνεργήσει. Αὐτοί πού δέν θέλουν νά πάρουν τό ἔλεος, αὐτοί θά κολαστοῦν. Γι’ αὐτό τελικά τό πᾶν κεῖται στή δική μας θέληση. Τό ἔλεος μᾶς προσφέρεται. Πῶς; Μέ μιά ὁρισμένη διαδικασία, ὄχι ὅπως θέλει ὁ καθένας. «Ἐγώ πάω σ’ ἕνα ξωκλήσι, ὅποτε μπορέσω, μοῦ ἀρέσει.. τή βρίσκω… στήν ἐκκλησία δέν πάω.. μέ τούς παπάδες δέν τά πάω καλά… ἄλλο παπάδες, ἄλλο ἐκκλησία καί ἄλλο Χριστός…». Ὄχι, δέν εἶναι καθόλου ἄλλο, εἶναι ἀκριβῶς τό ἴδιο. Ἄν δέν πᾶς στήν ἐκκλησία καί δέν ἔχεις σχέση μέ τούς παπάδες, δηλαδή μέ τά μυστήρια καί μέ τήν ὅλη ζωή τῆς Ἐκκλησίας, δέν μπορεῖς νά σωθεῖς, ὅπως νομίζεις ἐσύ. Γιατί; Γιατί δέν μπορεῖς νά πάρεις τή Χάρη. Ἡ Χάρις εἶναι πού θά μᾶς σώσει, ὅπως τό εἴπατε, τό ἔλεος (αὐτό εἶναι τό ἔλεος ἡ Χάρις). Τό ἔλεος, ὅμως, πρέπει νά τό πάρεις ταπεινούμενος, ἀκολουθώντας τήν διαδικασία τοῦ Κυρίου, ὄχι τή δική σου κατά τό δοκοῦν. Ὅπως καί στήν τράπεζα, γιά νά πάρεις τά χρήματά σου, δέν θά πᾶς, ὅπως ἐσύ νομίζεις, ἀλλά ὅπως λέει ἡ τράπεζα. Θά δείξεις τό βιβλιάριό σου, τήν ταυτότητά σου, θά ἀποδείξεις ὅτι εἶσαι αὐτός κ.λ.π. καί θά τά πάρεις. Ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία μας, παίρνουμε τό ἔλεος μ’ αὐτή τή διαδικασία πού λέει ὁ Κύριος. Τώρα, ἕνας πού δέν κάνει τήν διαδικασία, δέν φταίει ὁ Θεός σ’ αὐτό. Φταίει ὁ ἄνθρωπος, πού δέν ἀκολουθεῖ τή διαδικασία. Δέν κάνει δηλαδή ὑπακοή, δέν ἔχει ταπείνωση. Αὐτό εἶναι τό μέγιστο ἁμάρτημα τῆς αὐτονόμησης. Αὐτό εἶναι τό ἁμάρτημα τῶν Πρωτοπλάστων, θέλησαν νά πάρουν τή Χάρη τῆς θέωσης χωρίς τή διαδικασία πού εἶπε ὁ Θεός. Μέ τόν τρόπο πού εἶπαν αὐτοί, πού σκέφτηκαν αὐτοί, πού τούς ὑπέβαλε ὁ διάβολος καί σοῦ λέει, θά γίνουμε θεοί… ἄς λέει ὁ Θεός γιά ὑπακοές καί τέτοια… ἐμεῖς θά πᾶμε μέ ἄλλον δρόμο, μέ ἄλλον τρόπο καί θά τήν πάρουμε τή θέωση. Δέν τήν πῆραν, ἀπέτυχαν! Δέν ἔφταιγε ὁ Θεός, ἐμεῖς φταίγαμε. Εἶναι τό ἁμάρτημα αὐτό τῆς αὐτονόμησης. Καί σήμερα οἱ ἄνθρωποι θέλουν νά ζοῦνε αὐτόνομα, ὄχι ὅπως λέει ὁ Θεός, καί φυσικά γι’ αὐτό δέν παίρνουν καί τήν Χάρη. Ἡ ὁποία, εἴδατε πῶς λειτουργεῖ ἡ Χάρις; Τά ἔργα τοῦ ἀνθρώπου ἑλκύουν τήν Χάρη καί ἡ Χάρις εἶναι πού ὑπερασπίζεται τόν ἄνθρωπο κατά τήν ἔξοδο. Ἄν δέν ἔχεις τή Χάρη, ποιός θά σέ ὑπερασπιστεῖ; Οἱ Ἄγγελοι, οἱ καημένοι, θά θέλουν νά μᾶς βοηθήσουν ἀλλά δέν θά μποροῦν, γιατί οἱ δαίμονες θά ἔχουν τά δικαιώματά τους. Ἀφοῦ τά ἔργα πού θά φορᾶμε θά εἶναι συγγενικά μέ τά ἔργα τῶν δαιμόνων καί θά 136

λένε οἱ δαίμονες, καί θά ἔχουν δίκαιο, νά, ὀρίστε αὐτός εἶναι δικός μας.. τά δικά μας ἔργα ἔχει κάνει, εἶναι συγγενής μας! Ἑπομένως, θά σωθοῦν αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἔχουν ταπείνωση, ἔχουν μετάνοια καί ζητοῦν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ μέ τόν τρόπο ὅμως πού λέει ὁ Θεός, ὄχι ὅπως νομίζουν αὐτοί. Ἀλλίμονο ἄν δέν σωθεῖ κανείς! Θά σωθοῦν… αὐτοί, ξαναλέω, πού ἔχουνε μετάνοια. Καί μετάνοια σημαίνει ἀκριβῶς αὐτό, νά πάρω τόν νοῦ μας ἀπό δικές μου σκέψεις καί ἰδέες καί θεωρίες καί νά τόν βάλω ἐκεῖ πού λέει ὁ Θεός. Πῶς λέει ὁ Θεός νά σκέφτομαι; Πῶς λέει ὁ Θεός νά προσεύχομαι; Πῶς λέει ὁ Θεός νά ζῶ; Ἔτσι κάνω, ἔτσι ἐνεργῶ. Γι’ αὐτό λέει ὁ Ἀπόστολος «ἡμεῖς δέ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν»45. Δέν ἔχουμε δικό μας νοῦ, δική μας σκέψη, ἐγώ νομίζω ὅτι… Ὅλο αὐτό ἀκοῦς! Πᾶς νά μιλήσεις γιά τόν Θεό καί σοῦ λέει ὁ ἄλλος, ἐγώ νομίζω… ἐγώ νομίζω… Μά, ποῦ εἶναι ἡ ταπείνωση; Ποῦ εἶναι ἡ ὑπακοή; Ἀκριβῶς αὐτό τό «ἐγώ νομίζω» μᾶς τρώει, αὐτή ἡ αὐτονόμηση. Βάζουμε τή δική μας γνώμη ἰσόκυρη καί πάνω ἀπό αὐτό πού λέει ὁ Θεός… καί θέλουμε καί νά σωθοῦμε! Ἐρ. : ………….………. Ἀπ. : Μακροθυμία μέ τή γενικότερη ἔννοια τῆς ὑπομονῆς. Ἕνας, ἄς ποῦμε, πού θά μπεῖ στήν προσπάθεια νά μετανοήσει, θά πρέπει νά ἔχει ὑπομονή, νά μακροθυμήσει σ’ αὐτό τό ἔργο, νά μήν τόν πιάσει μιά βιασύνη, μιά ἀνυπομονησία καί πεῖ, ἄντε νά τελειώνουμε… ἔχω τά πάθη, νά τελειώνουμε, νά ἡσυχάσουμε… Ὄχι, μπορεῖ νά παλεύεις χρόνια, δεκάδες χρόνια. Νά μακροθυμήσεις, νά κάνεις ὑπομονή τήν ἀδυναμία σου καί ἔτσι θά φύγει ἡ ἀμέλεια. Ἀλλιῶς, ἄν πεῖς, δέν γίνεται τίποτα, ἀμέσως μετά πέφτεις στήν ἀμέλεια. Ὅταν δέν μακροθυμήσεις, δηλαδή δέν ἔχεις τήν διάθεση νά παλέψεις χρόνια μέ ὑπομονή, ἀμέσως μετά θά πέσεις στήν ἀμέλεια. Γι’ αὐτό λέει ὁ Ἅγιος συνδέονται. Πάρα πολύ συνδέονται. Μακροθυμία μ’ αὐτή τήν ἔννοια, ὄχι ἁπλῶς νά μή θυμώνω μέ τόν ἄλλον πού μέ πειράζει. Εἶναι κι αὐτό, φυσικά. Ἀλλά, εὐρύτερα, νά μήν θυμώνω μέ τόν ἑαυτό μου, νά μή βιάζομαι ν΄ ἀλλάξω… Ὅποτε θέλει ὁ Θεός, θά μοῦ τά πάρει τά πάθη. Μερικοί τούς πιάνει ἄγχος, τώρα.. δέν γίνεται τίποτα.. τά παρατᾶνε.. μέ σπασμωδικές κινήσεις.. καί μετά νέκρα. Τίποτα… τά ἀφήνουν ὅλα. Αὐτό λέει ὁ Ἅγιος νά προσέξεις. Νά εἶσαι ἀποφασισμένος μέχρι τέλους τῆς ζωῆς σου ν’ ἀγωνίζεσαι. Μπορεῖ μέχρι τέλος νά μή στό πάρει ὁ Θεός τό συγκεκριμένο πάθος. Δέν ἔχει σημασία, ἐγώ θά ἀγωνίζομαι. Καί ἐφόσον θά μέ βρεῖ ὁ Θεός μακρόθυμο, ὑπομονετικό, θά μέ σώσει. Γιατί ὁ Θεός αὐτό θέλει, τόν ἀγῶνα. Δέν θέλει τό ἀποτέλεσμα, τό ἀποτέλεσμα ξέρει ὅτι εἶναι δικό του, τό ἄν θά φύγει τό πάθος ἤ ὄχι. Ἀλλά θέλει νά βλέπει σέ μᾶς τή θέληση νά διώξουμε τό πάθος καί τήν προσπάθεια, τόν ἀγῶνα. Ἐρ. : ………….………. Ἀπ. : Ἡ μνήμη εἶναι μία λειτουργία, θυμόμαστε αὐτά πού κάνουμε, ἡ μνήμη τῆς ψυχῆς. Ἡ ψυχή δέν ἔχει ἐγκέφαλο οὔτε καρδιά. Αὐτά εἶναι τοῦ σώματος. Ἡ μνήμη τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἤ θά τήν κολάζει ἤ θά τήν ἀναπαύει στήν ἄλλη ζωή. Καταλάβατε; 137

Ἴσως θέλεις νά πεῖς τό μνημονικό σύστημα πού ἔχουμε, τό ὁποῖο εἶναι τό καρδιακό καί τό ἐγκεφαλικό. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τρία μνημονικά συστήματα. Τό ἕνα εἶναι τό κυτταρικό σύστημα, DNA, πού μεταβιβάζονται πληροφορίες ἀπό γενιά σέ γενιά, ἡ κυτταρική μνήμη ἡ λεγόμενη. Ὑπάρχει ἡ ἐγκεφαλική μνήμη, ἡ λειτουργία τοῦ ἐγκεφάλου, πού ἐκεῖ ἀποθηκεύονται μέσω τῶν νευρωνικῶν κυκλωμάτων οἱ ἐμπειρίες πού ἔρχονται ἀπό τό περιβάλλον, ἀπό τίς αἰσθήσεις καί ἔχουμε καί τήν καρδιακή μνήμη, τήν ὁποία τήν ἀγνοεῖ ἡ ἐπιστήμη. Δέν τό ξέρει αὐτό τό σύστημα ἡ ἐπιστήμη, πού εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη μνήμη τοῦ Θεοῦ, ἡ καρδιακή προσευχή. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος καλλιεργήσει σωστά τήν καρδιακή μνήμη, αὐτό δέν τόν ἐμποδίζει νά κάνει καθημερινά καί τίς ἐγκεφαλικές του λειτουργίες καί νά λύνει καί τίς καθημερινές του ὑποθέσεις, τά προβλήματα τά καθημερινά μέ τόν ἐγκέφαλο, ἀλλά συσσωρεύει μέσα του ἀγαθή μνήμη, καί γιά τήν αἰώνια ζωή, ἐπικαλούμενος τόν Κύριο. Αὐτή ἡ καρδιακή μνήμη, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή εἶναι πού ἑλκύει τή Χάρη καί ἡ ζωή μέ τή Χάρη εἶναι ὁ Παράδεισος. Αὐτός εἶναι ὁ Παράδεισος. Γι’ αὐτό λένε οἱ Ἅγιοι, ὅταν κανείς ἔχει τήν ἀδιάλειπτη προσευχή καί ζεῖ φυσικά καί σωστά, ζεῖ τόν Παράδεισο ἀπό τώρα, ἀπ’ αὐτή τή ζωή, μέσω τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ. Βλέπετε, πόσο σημαντικό πράγμα εἶναι ἡ μνήμη! Καί αὐτή ἡ μνήμη βέβαια θά συνεχιστεῖ καί στήν αἰωνιότητα. Αὐτή ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, πού καλλιεργεῖ ὁ πιστός ἐδῶ, ἐφόσον τήν ἔχει ἐδῶ, θά τήν ἔχει καί μετά θάνατον καί αὐτό θά εἶναι καί αὐξανόμενο, ἐπεκτεινόμενο, ἡ μνήμη καί ὁ πόθος καί ἡ ἀγάπη γιά τόν Θεό, ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ καί ἡ μακαριότητα στήν ὁποία θά μετέχει. Γιατί ὅσο κανείς ἀγαπάει τόν Θεό, τόσο καί μετέχει στήν μακαριότητα τοῦ Θεοῦ. Ἐρ. : Στήν παραβολή τῶν δέκα παρθένων βλέπουμε πώς σώθηκαν οἱ πέντε. Σέ κάποιο ἄλλη σημεῖο ὁ Χριστός λέει ὅτι θά εἶναι δύο στό χωράφι, ὁ ἕνας θά σωθεῖ, ὁ ἄλλος δέν θά σωθεῖ καί κάτι παρόμοια περιστατικά. Τό 50% εἶναι τό ποσοστό…; Ἀπ. : Ὄχι. Αὐτό τό ἐξηγεῖ ὁ π. Ἀθανάσιος ὁ Μυτιληναῖος. Εἶπε πέντε καί πέντε, ἔτσι; Δέν εἶναι γιά νά δείξει ὅτι οἱ μισοί θά σωθοῦνε καί οἱ μισοί δέν θά σωθοῦνε. Δέν εἶναι θέμα μαθηματικοῦ ποσοστοῦ. Δέν θέλει νά πεῖ αὐτό. Ὅλα ὅσα λέγονται σέ μιά παραβολή, πρέπει νά τό ξέρετε αὐτό καί προσέξτε το, δέν πρέπει νά ψάξουμε νά βροῦμε καί κάτι ἀντίστοιχο νά τό ἑρμηνεύσουμε. Εἶναι καί κάποια τά ὁποῖα εἶναι τό ἔνδυμα, τό περίβλημα τῆς ἱστορίας. Κάθε παραβολή ἔχει νά μᾶς πεῖ ἕνα μήνυμα. Ἡ παραβολή τῶν δέκα παρθένων λέχθηκε γιά νά μᾶς πεῖ τό μήνυμα τῆς ἐγρήγορσης, νά μᾶς διδάξει ὁ Θεός ὅτι πρέπει νά εἴμαστε μέ ἀναμμένες τίς λαμπάδες μας. Δέν δίδαξε αὐτή τήν παραβολή γιά νά μᾶς πεῖ ὅτι θά σωθεῖ τό 50%. Εἶναι σχηματικό αὐτό τό πέντε καί πέντε. Ἔτσι ἤθελε ὁ Κύριος καί τό εἶπε. Δέν θά μείνουμε σ’ αὐτό. Τό κύριο μήνυμα τῆς παραβολῆς εἶναι ἡ ἐγρήγορση. Ἡ πνευματική ἐγρήγορση πού πρέπει νά ἔχουμε, νά εἴμαστε νήφοντες, νά ἔχουμε λάδι στήν λαμπάδα μας. Τό λάδι εἶναι οἱ καλές πράξεις, τά καλά ἔργα γενικότερα, καί κατεξοχήν τά ἔργα τῆς ἀγάπης, τῆς φιλανθρωπίας. Καί οἱ μέν καί οἱ δέ εἶχαν παρθενία. Μεγάλη ἀρετή ἡ παρθενία, ἀλλά δέν σώθηκαν λόγω τῆς παρθενίας! Ἔπρεπε μαζί μέ τήν παρθενία νά ὑπάρχει καί τό ἔλαιον, ἡ ἀγάπη, αὐτό θέλει νά μᾶς πεῖ ἡ παραβολή. Μήν ψάχνουμε νά βροῦμε σέ 138

κάθε λεπτομέρεια τῆς παραβολῆς καί ἕνα κρυμμένο νόημα. Ὄχι! Θά βρίσκουμε τό κεντρικό νόημα. Νά μήν βρίσκουμε ἀντιστοιχίες γιά ὅλα. Ἐρ. : ………….………. Ἀπ. : Καί ἐκεῖ πάλι τί θέλει νά πεῖ; Ὅτι δέν θά σέ σώσει νά εἶσαι δίπλα σ’ ἕναν Ἅγιο. Καί ὁ Ἰούδας ἦταν δίπλα στόν πιό Ἅγιο, στόν Ἁγιότατο, στόν Κύριο! Δέν σώθηκε. Μ΄ αὐτή τήν ἔννοια. Μπορεῖ νά εἶστε συγγενεῖς, νά εἶστε καί δίπλα-δίπλα, ὁ ἕνας ἁρπάζεται, ὁ ἄλλος μένει. Ὄχι πάλι ὅτι οἱ μισοί θά μείνουνε καί οἱ μισοί θά σωθοῦνε. Ἄν θέλετε μαθηματικά, τό εἶπε ὁ Κύριος. Σέ ἄλλη περίπτωση, ὄχι μέ παραβολή. Ὅταν Τόν ρώτησαν «εἰ ὀλίγοι οἱ σῳζόμενοι;»46, εἶπε «ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διά τῆς στενῆς πύλης»47. Δέν εἶπε ἄν εἶναι πολλοί ἤ λίγοι. Τόν ρώτησαν οἱ Ἀπόστολοι ἄν εἶναι πολλοί ἤ λίγοι καί λέει νά ἀγωνίζεσθε νά μπεῖτε διά τῆς στενῆς πύλης. Μετά, ὅμως, τούς εἶπε ἄν εἶναι λίγοι ἤ πολλοί. Τί εἶπε; Ὅτι «πλατεῖα ἡ πύλη καί εὐρύχωρος ἡ ὁδός ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν ἀπώλειαν, καί πολλοί αὐτοί πού τήν ἀκολουθοῦν»48 καί «στενή ἡ πύλη καί τεθλιμμένη ἡ ὁδός ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν ζωήν, καί ὀλίγοι εἰσίν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν!»49. Λίγοι εἶναι πού βρίσκουν τήν πύλη… Γιά σκεφτεῖτε νά ψάχνεις νά βρεῖς τήν πύλη, νά εἶναι πολύ στενή… Λίγοι, λέει, τήν βρίσκουν. Ἄρα εἶναι λίγοι, δέν εἶναι πολλοί. Ἔτσι πρέπει κι ἐμεῖς ν’ ἀγωνιστοῦμε νά εἴμαστε μ’ αὐτούς τούς λίγους. Γιά νά σᾶς δώσω πάλι ἀπό τούς Ἁγίους μας ἕνα δεδομένο, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔζησε -γνωρίζετε- τόν 5ο αἰῶνα, τήν ἐποχή τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία μέ μεγαλοπρέπεια… οἱ ἄνθρωποι εἶχαν μιά εὐσέβεια, μιά ἀγωνιστικότητα. Μάλιστα, λέει ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος «περισσότερη ἄσκηση κάνουν στόν κόσμο παρά στά μοναστήρια». Ξέρετε τί λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος; Στήν Κωνσταντινούπολη, λέει, πού εἶχε χιλιάδες προφανῶς, ζήτημα νά σωθοῦνε 100! Γιά ἐκείνους τούς ἀνθρώπους, ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, στήν Κωνσταντινούπολη!.. ὁ Μέγας Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔλεγε ζήτημα νά σωθοῦνε 100… Ἑπομένως, δέν εἶναι ἁπλά, πρέπει νά ἀγωνιστοῦμε, νά τά πάρουμε στά σοβαρά καί νά μήν θεωροῦμε ἀκρότητα καί φανατισμό τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν. Γιατί ἔτσι ἔχει περάσει σήμερα τό μήνυμα, εἶσαι φανατικός λένε… Ἐμένα μοῦ τό ἔχουν πεῖ πολλές φορές ὅτι «εἶσαι φανατικός καί ἀκραῖος»… ἐπειδή λέω αὐτά πού λέει ὁ Χριστός, οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ! Ἀλλά φανατικός δέν σημαίνει αὐτό. Φανατικός εἶναι κάποιος, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει κάτι πού εἶναι δική του πεποίθηση καί μάλιστα μέ πάθος καί μέ ἄνομα μέσα. Νομίζω δέν κάνω αὐτό τό πράγμα. Οὔτε δικά μου λέω οὔτε μέ ἄνομα μέσα προσπαθῶ νά σᾶς τά πῶ. Τά λέω ξεκάθαρα, ὅπως τά λέει ὁ Χριστός καί ὅπως μᾶς τά λένε οἱ Ἅγιοι. Αὐτό δέν εἶναι φανατισμός οὔτε ἀκρότητα. Εἶναι ἁπλά ἡ ἀλήθεια. 139

Ἕνας, ὅμως, σήμερα πού θέλει νά εἶναι σωστός, ὀνομάζεται φανατικός καί ἀκραῖος. Γιατί; Γιατί δέν ἀκολουθεῖ αὐτό τό δόγμα τῆς μετανεωτερικότητας. Ξέρετε, ἡ ἐποχή μας ἔτσι χαρακτηρίζεται, ὡς ἐποχή τῆς μετανεωτερικότητας. Εἶναι ἡ φιλοσοφία τῆς ἐποχῆς. Ἡ ὁποία τί λέει; Ὅτι ὅλα εἶναι σχετικά, τίποτα δέν εἶναι ἀπόλυτο. Ἄρα, ἅμα εἶσαι ἀπόλυτος, εἶσαι ἐκτός φιλοσοφίας, ἐκτός ἐποχῆς, εἶσαι ντεμοντέ, εἶσαι ἀποβλητέος… γιατί στήν ἐποχή μας ὅλα εἶναι σχετικά. Καί ἡ πίστη στόν Χριστό εἶναι σχετική… Γιατί, σοῦ λέει, οἱ ἄλλοι τί εἶναι; Πού πιστεύουν στόν Μωάμεθ; Δέν εἶναι κι αὐτοί ἐντάξει; Στόν ἴδιο Θεό δέν πιστεύετε; Ὄχι, δέν πιστεύουμε στόν ἴδιο Θεό! Μά εἶσαι ἀπόλυτος… Εἶμαι ἀπόλυτος, γιατί ἔτσι εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἀπόλυτη. Ὑπάρχουν οἱ ἀπόλυτες ἀλήθειες. Ὅπως καί ὁ Χριστός εἶναι ἀπόλυτος καί σοῦ λέει «θέλω νά Μέ ἀγαπᾶς ἐξ ὅλης ψυχῆς, τῆς καρδίας καί τῆς διανοίας50». Δέν θέλω νά Μέ ἀγαπήσεις κατά ἕνα μέρος καί κατά ἕνα ἄλλο μέρος ν’ ἀγαπᾶς τόν κόσμο. Ὄχι! Δέν τό θέλω αὐτό! Ἄν ἀγαπᾶς καί λίγο τόν κόσμο, εἶσαι κοσμικός, δέν εἶσαι δικός Μου. Ὁ Χριστός εἶναι ἀπόλυτος. Ἀλλά αὐτό ἀντιτίθεται στή φιλοσοφία τῆς ἐποχῆς, στό ρεῦμα τῆς ἐποχῆς. Γι’ αὐτό σήμερα δέν ἔχει πέραση ὁ σωστός χριστιανός. Μέχρι καί τόν Ἅγιο Παΐσιο καί ὅλους τούς σύγχρονους Ἁγίους τούς γκρεμίζουν κάποιοι, καί τούς κατηγοροῦν. Καί τούς Ἁγίους Πατέρες. Καί σέ λίγο θά ἀρχίσουν νά κατηγοροῦν καί τούς Ἁγίους Ἀποστόλους! Καί ὄχι οἱ ἄσχετοι, ἀλλά ἄνθρωποι πού ἐμφανίζονται ὅτι εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία! Καί θεολόγοι καί ἱερεῖς καί ἀρχιερεῖς! Γιατί ἀκριβῶς, ἄν ζεῖς σωστά, αὐτό εἶναι ἔλεγχος γιά τούς ἀμελεῖς καί ράθυμους, καί εἶσαι βαρύς καί βλεπόμενος51, ὅπως λέει ἡ Γραφή καί σοῦ κολλᾶνε τή ρετσινιά ὅτι εἶσαι φανατικός καί ἀκραῖος κ.λ.π. Λοιπόν, ἔτσι πρέπει νά εἴμαστε, ἄν θέλουνε νά μᾶς λένε ἔτσι, ἀλλά μέ τήν ἔννοια πού λέει ὁ Χριστός, ἄν θέλουμε νά σωθοῦμε. Κι ἄς μᾶς ἀποκαλοῦν, ὅπως νομίζουν αὐτοί. Ἐμεῖς θά προσπαθοῦμε ἁπλά νά εἴμαστε ὅπως θέλει ὁ Χριστός, χριστιανοί. Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης https://hristospanagia3.blogspot.gr/ 1 Εὐεργετινός, ἐκδ. Συναξαριστής, 2001 (στό ἑξῆς: Εὐεργετινός). 2 Εὐεργετινός. 3 Ὅ.π. 4 Ὅ.π. 5 Ἐφεσ. 2, 2. 6 Εὐεργετινός. 7 Β΄Πέτρ. 2, 19. 8 Ὅ.π. 9 Ἐφεσ. 6, 13. 10 Εὐεργετινός. 11 Ὅ.π. 12 Ὅ.π. 13 Ὅ.π. 14 Ὅ.π. 140

15 Ὅ.π. 16 Ὅ.π. 17 Ὅ.π. 18 Ὅ.π. 19 Ὅ.π. 20 Ὅ.π. 21 Ὅ.π. 22 Ὅ.π. 23 Ὅ.π. 24 Ὅ.π. 25 Ὅ.π. 26 Ὅ.π. 27 Ὅ.π. 28 Ὅ.π. 29 Ὅ.π. 30 Ὅ.π. 31 Ὅ.π. 32 Ὅ.π. 33 Ἡσ. 26, 10. 34 Εὐεργετινός. 35 Ὅ.π. 36 Ὅ.π. 37 Ὅ.π. 38 Ἡ ψυχή μετά τόν θάνατο, Ρόουζ Σεραφείμ Ἱερομόναχος, ἐκδ. ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ, 2014, (στό ἑξῆς: Ἡ ψυχή μετά τόν θάνατο). 39 Ἑβρ. 9, 27. 40 Ἡ ψυχή μετά τόν θάνατο. 41 Ὅ.π. 42 Ὅ.π. 43 Ψαλμ. 145, 4. 44 Ἡ ψυχή μετά τόν θάνατο. 45 Α΄Κορ. 2, 16. 46 Λουκ. 13, 23. 47 Λουκ. 13, 24. 48 Ματθ. 7, 13. 49 Ματθ. 7, 14. 50 Μάρκ. 12, 30. 51 Σοφ.Σολ 2, 14. 141

Ἡ Κατάταξη τῶν Ψυχῶν μετά τήν Κοίμηση τῶν Ἀνθρώπων Μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, συνεχίζουμε ἀπό τόν πρῶτο τόμο τοῦ Εὐεργετινοῦ τήν ἐνδέκατη ὑπόθεση πού ἔχει τόν ἑξῆς τίτλο: «Ὅτι μετά τῶν ὁμοίων οἱ ὅμοιοι κατατάττονται μετά θάνατον»1. Δηλαδή, ὅτι μετά θάνατον οἱ ψυχές κατατάσσονται στό ἴδιο μέρος μέ τίς ψυχές ἐκείνων πού ἔζησαν μέ ὅμοιο τρόπο ἐπάνω στήν γῆ. Εἶναι κείμενα, θά λέγαμε, ἀποκαλυπτικά. Γιατί πάντοτε ἔχουμε μιά περιέργεια, γιά τό τί γίνεται μετά θάνατον. Καί ὄντως γνωρίζουμε τί γίνεται ἀπό τίς ἀποκαλύψεις τῶν Ἁγίων. «Τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου: Τό ἰερό εὐαγγέλιο λέει γιά τούς ἐκλεκτούς «Εἰς τόν οἶκον τοῦ Πατρός μου μοναί πολλαί εἰσί»2, τό λέει ὁ Κύριος αὐτό. Δηλαδή στόν οἶκο τοῦ Πατρός Μου ὑπάρχουν πολλές μονές, διαμονές. «Ἐάν λοιπόν οἱ δίκαιοι σ’ ἐκείνη τήν αἰωνία μακαριότητα ἀπελάμβαναν κατά τόν ἴδιο τρόπο τά ἀγαθά αὐτῆς, τότε θά γινόταν λόγος ὅτι ὑπάρχει μία μόνο μονή καί ὄχι πολλές». Ἀλλά ἐπειδή, ἀκριβῶς, δέν ἀπολαμβάνουν ὅλοι κατά τόν ἴδιο τρόπο τήν μακαριότητα τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό ὑπάρχουν πολλές μονές. «Ὑπάρχουν ὅμως πολλές, στίς ὁποῖες θά διαμοιρασθοῦν κατά τήν ἀξία τους οἱ ἐκλεκτοί, γιά νά εὐφραίνονται καί νά ἀγάλλονται αἰωνίως ἀπό κοινοῦ»3. Κάθε μονή, κάθε διαμονή, θά «κατοικεῖται» ἀπό τούς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν κατά παρόμοιο τρόπο ἐδῶ στή γῆ, ὁπότε θά ἀπολαμβάνουν κι ἐκεῖ μαζί. Ὅπως κι ἐδῶ ἦταν μαζί κατά τόν τρόπο ζωῆς, ἔτσι κι ἐκεῖ κατά τήν τάξη τους. Θά πρέπει νά ξέρουμε ὅτι τό μέτρο τῆς ἀπόλαυσης εἶναι κατά τό μέτρο τῆς ἐδῶ μετανοίας καί καθαρότητος καί ἀγάπης πού εἶχαν στόν Θεό. «Τό γεγονός δέ ὅτι ὅλοι οἱ ἐκλεκτοί, πού διαμοιράζονται στίς διάφορες μονές, λαμβάνουν καί ἀπό ἕνα δηνάριο…»4. Θυμόμαστε τήν παραβολή τοῦ Κυρίου μέ τούς ἐργάτες τῆς ἐνδεκάτης ὥρας, οἱ ὁποῖοι παίρνουν κι αὐτοί ἕνα δηνάριο, ὅπως οἱ ἐργάτες τῆς πρώτης ὥρας. Καί παραπονιοῦνται οἱ ἐργάτες τῆς πρώτης ὥρας, γιατί ἔδωσες καί σέ μᾶς ἕνα δηνάριο; Καί ὁ Κύριος τούς εἶπε, μά αὐτή τήν συμφωνία κάναμε, νά σᾶς δώσω ἕνα δηνάριο. Ἐσεῖς, τώρα, γιατί ἐξανίστασθε, ἐπειδή δίνω τό ἴδιο καί σ’ αὐτούς πού ἦρθαν τήν ἐνδεκάτη ὥρα; Ἐγώ εἶμαι ὁ Κύριος. Δέν μπορῶ νά διαχειριστῶ ὅπως θέλω τούς ἐργάτες μου καί νά τούς δώσω τήν ἀμοιβή πού θέλω; Ὅλοι, λοιπόν, πῆραν ἀπό ἕνα δηνάριο. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι ἡ μακαριότης εἶναι μία, ἡ μετοχή στήν ἄκτιστη θεία δόξα. Σ’ αὐτή θά μετέχουν ὅλοι ὅσοι πᾶνε στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά στό ποσό πού θά λαμβάνουν, στό μέτρο 142

πού θά μετέχουν, αὐτό εἶναι πού διαφέρει. Διαφέρουν κατά τό μέτρο, κατά τήν χωρητικότητα. Ἄλλη χωρητικότητα ἔχουν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ὁ Τίμιος Πρόδρομος, οἱ μεγάλοι Ἅγιοι καί ἄλλη χωρητικότητα ἔχει ἕνας ἁπλός μετανοημένος δίκαιος. Ὅλοι, ὅμως, θά μετέχουν σ’ αὐτή τήν ἄκτιστη θεία δόξα. Ἕνας ἔχει μία δαχτυλήθρα, ὁ Θεός θά τοῦ γεμίσει αὐτή τήν δαχτυλήθρα μέ τή Χάρη Του. Ἄλλος ἔχει ἕνα ἀγγεῖο σάν δοχεῖο, θά τό γεμίσει ὁ Θεός. Ἄλλος ἔχει ἕναν ὄγκο σάν ὑπερωκεάνιο, ἕνα τάνκερ, κι αὐτό θά τό γεμίσει ὁ Θεός. Ἀνάλογα μέ τό ἄνοιγμα πού ἔκανε ἐδῶ στή γῆ, τήν ἀγάπη πού ἔδειξε ἐδῶ στή γῆ, αὐτό θά τό βρεῖ καί στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό ἄνοιγμα, πού ἀρχίζει ἀπό ἐδῶ, συνεχίζεται στήν αἰωνιότητα. Καί ὅσο κανείς θά εἶναι στή βασιλεία τόσο θά μετέχει αἰωνίως σ’ αὐτή τήν μακαριότητα καί θά ἀνοίγεται συνεχῶς πρός τόν Θεό, πού εἶναι ἄπειρος. Αὐτή ἡ μακαριότητα, αὐτό τό ἄνοιγμα καί αὐτή ἡ πορεία πρός τόν ἄπειρο Θεό, αὐτή ἡ μέθεξη τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ δέν θά ἔχει τέλος. Γι’ αὐτό δέν εἶναι σωστό αὐτό πού λένε κάποιοι, μήπως βαριόμαστε στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅλο τά ἴδια καί τά ἴδια θά εἶναι;… Ὄχι, βέβαια, γιατί ἀκριβῶς θά μετέχουμε σέ κάτι πού δέν τελειώνει, στό ἄπειρο καί θά πέφτουμε ἀπό ἔκπληξη σέ ἔκπληξη. Ὅλοι οἱ ἐκλεκτοί λοιπόν θά μοιράζονται στίς διάφορες μονές κατά τήν τάξη καί κατά τόν τρόπο πού ἔζησαν ἐδῶ στή γῆ, ἀλλά ὅλοι λαμβάνουν ἀπό ἕνα δηνάριο. Μετέχουν ὅλοι, λοιπόν, στήν ἴδια μακαριότητα καί ὅλοι θά αἰσθάνονται πλήρεις, δέν θά ὑπάρχει κάποια ἔλλειψη, νά νιώθει κανείς ὅτι κάτι τοῦ λείπει. Ὅσο ἀγγεῖο προσφέρεις στόν Θεό, ὁ Θεός θά σοῦ τό γεμίσει μέ τή Χάρη Του. «Διαφέρει τό μέτρο τῆς ἀνταπόδοσης πρός ἕνα ἕκαστο τῶν ἐκλεκτῶν, πού εἶναι ἀνάλογο πρός τά διάφορα ἔργα τῆς ἀρετῆς τά ὁποῖα ἐξετέλεσαν»5. Ἀνάλογα μέ τό πόσο ἐργάστηκαν, θά ἀπολαύσουν. Γι’ αὐτό ἡ Ἁγία Εύφημία εἶχε πεῖ στόν Ἅγιο Παΐσιο, ἄν ἤξερα ἐδῶ στή γῆ τί μέ περιμένει, θά ἤθελα κι ἄλλα μαρτύρια νά περάσω, γιατί ὅσο περισσότερο κανείς ὑποφέρει γιά τόν Χριστό ἐργαζόμενος τίς ἐντολές καί ὑπομένοντας τά μαρτύρια, τούς διωγμούς, γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ, τόσο περισσότερο ἀπολαμβάνει στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «Ὅσο γιά τούς ἁμαρτωλούς, ὁ Κύριος, ἀναφερόμενος στήν ἡμέρα τῆς κρίσεώς τους, εἶπε· «Τότε θά εἴπω εἰς τούς θεριστές· μαζεύσατε πρῶτον τά ζιζάνια καί δέσατε σέ δεμάτια, διά νά τά κατακαύσετε»6»7. Τώρα, σ’ αὐτή τή ζωή -θυμάστε τήν παραβολή τῶν ζιζανίων- συναυξάνονται τά ζιζάνια μέ τόν καλό σπόρο, τόν καλό χόρτο. Δηλαδή, βλέπουμε στή γῆ μας νά ὑπάρχουνε ἀναμεμιγμένοι οἱ καλοί μέ τούς κακούς, τά πρόβατα μέ τά ἐρίφια, οἱ ἄνθρωποι τοῦ καλοῦ μέ τούς ἀνθρώπους τοῦ σκότους, καί συναντᾶς συνεχῶς στή ζωή σου, ὅπου κι ἄν πᾶς, καί καλούς καί κακούς. Δέν εἶναι διαφορετικό τό θέλημα 143

τοῦ Θεοῦ μέ αὐτό. Αὐτό ἀκριβῶς θέλει ὁ Θεός, σ’ αὐτή τή ζωή νά ὑπάρχει αὐτή ἡ ἀνάμειξη, καί ὁ ξεχωρισμός καί ἡ καῦσις τῶν ἁμαρτανόντων ἀμετανοήτως, ἡ τιμωρία, νά τό ποῦμε πιό σωστά ἡ αὐτοτιμωρία, γιατί ὁ Θεός δέν τιμωρεῖ, μόνοι τους τιμωροῦνται οἱ ἄδικοι, ἤδη ἡ ἁμαρτία ἔχει μέσα της τήν τιμωρία καί τόν θάνατο, αὐτό ἀρχίζει ἀπό τήν παροῦσα ζωή, ἀλλά ἔχει ἐπιφυλαχθεῖ γιά νά ὁλοκληρωθεῖ καί νά βιωθεῖ μετά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Τότε θά γίνει αὐτό τό δέσιμο τῶν ζιζανίων σέ δεμάτια καί ἡ καῦσις, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος στήν παραβολή. «Οἱ θεριστές λοιπόν, δηλαδή οἱ Ἄγγελοι, δένουν μαζί τούς ἁμαρτωλούς πού διέπραξαν τίς ἴδιες ἁμαρτίες, γιά νά κολάζονται ἀπό κοινοῦ, ὥστε οἱ ὑπερήφανοι νά βασανίζονται μαζί μέ τούς ὑπερηφάνους, οἱ πόρνοι μαζί μέ τούς πόρνους, οἱ φιλάργυροι μαζί μέ τούς φιλάργυρους, οἱ ψεῦστες μαζί μέ τούς ψεῦστες, οἱ φθονεροί μαζί μέ τούς φθονερούς, οἱ ἄπιστοι μαζί μέ τούς ἄπιστους». Δηλαδή, βλέπουμε κάτι ἀνάλογο μέ τούς δίκαιους. Ὅπως αὐτοί πᾶνε ὅλοι κατά τήν τάξη τους καί κατά τόν τρόπο πού ἔζησαν μαζί μέ τούς ὁμοίους τους, ἔτσι καί οἱ ἁμαρτωλοί πᾶνε οἱ ὅμοιοι μέ τούς ὅμοιους, οἱ ἄπιστοι μαζί μέ τούς ἄπιστους, οἱ φθονεροί μαζί μέ τούς φθονερούς, οἱ ψεῦστες μαζί μέ τούς ψεῦστες. «Ὅλοι αὐτοί, ἑνωμένοι μεταξύ τους, κατά τό εἶδος τῆς ἁμαρτίας, θά κατακαοῦν στούς τόπους τῶν διαφόρων βασάνων, στούς ὁποίους θά ριφθοῦν ἀπό τούς Ἀγγέλους»8. Εἶναι φοβερό, ἀδελφοί μου, ὅλο αὐτό, ἀλλά αὐτή εἶναι ἡ πραγματικότητα. Καί λέγει τώρα ὁ Πέτρος, ὁ μαθητής τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. «Τοῦτο ζητῶ νά μάθω ἀπό ἐσένα πῶς κατά τά τελευταῖα αὐτά ἔτη φανερώνονται τόσα πολλά περί ψυχῶν, τά ὁποῖα προηγουμένως διέφευγαν τήν προσοχή; Μήπως συμβαίνει αὐτό γιά νά δοῦμε τόν μέλλοντα κόσμο, παρουσιαζόμενο σέ μᾶς μέ φανερές ἀποκαλύψεις;»9. Γιατί τώρα τελευταῖα Γέροντα, λέει στόν Ἅγιο Γρηγόριο, μαθαίνουμε πολλά γιά τίς ψυχές; Μήπως ἔτσι ὁ Θεός θέλει νά μᾶς προετοιμάσει μέ φανερές ἀποκαλύψεις, γιατί πλησιάζει τό τέλος τοῦ κόσμου; Πρέπει νά ξέρουμε τό ἑξῆς, ὅτι ὁ Κύριος καί ἡ ἐνανθρώπιση σέ σχέση μέ τήν ἀρχή τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου καί τό τέλος, δέν ἔχει γίνει στήν ἀρχή ἀλλά πρός τό τέλος. Δηλαδή τά ἔσχατα καί τό τέλος τοῦ κόσμου εἶναι πολύ κοντά μέ τήν ἐνανθρώπιση, ἔτσι μᾶς λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες. Ἡ ἐνανθρώπιση καί ἡ σωτήριος οἰκονομία ἔγινε στό τέλος τῆς ἱστορίας, ἐκεῖ πού πλησιάζει τό τέλος τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου, λίγο πρίν ἔλθει ὁ Κύριος. Βλέπουμε, καί στίς μέρες μας κατεξοχήν, νά ἐπαληθεύεται ἡ Ἀποκάλυψη καί νά ἔχει αὐξηθεῖ πάρα πολύ 144

ἡ ἀποστασία, ἡ ὁποία εἶναι ἕνα σημάδι τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Ἀντιχρίστου. Θά ἔρθει ἡ ἀποστασία, μετά θά ἔρθει ὁ Ἀντίχριστος καί μετά ἀμέσως ἔχουμε τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Ἄρα εἴμαστε, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται, πολύ κοντά σ’ ὅλα αὐτά. Λέει λοιπόν ὁ Πέτρος, γιατί μαθαίνουμε τόσα πολλά τώρα γιά τίς ψυχές σέ σχέση μέ τούς παλαιούς ἀνθρώπους, τούς πρό Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι δέν ἤξεραν, ἦταν μέσα στό σκοτάδι; Μήπως θέλει ὁ Θεός νά μᾶς προετοιμάσει ἐνόψει τῆς Δευτέρας Του Παρουσίας; Καί λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος: «Ἔτσι εἶναι, ὅπως ἀκριβῶς εἶπες. Ὅσο πλησιάζει τό τέλος τοῦ παρόντος Κόσμου, τόσο καί ἡ παρουσία τοῦ μέλλοντος φανερώνεται σιγά-σιγά μέ ὁλοφάνερα σημεῖα. Ἐπειδή δηλαδή, στήν παροῦσα ζωή, δέν μποροῦμε νά διακρίνουμε ὁ ἕνας τούς διαλογισμούς τοῦ ἄλλου, ἐνῶ στήν μέλλουσα ζωή θά βλέπουμε ὅλα ὅσα ἔχουμε στήν καρδιά μας νά εἶναι καί στίς καρδίες τῶν ἄλλων, γι’ αὐτό ὁ προσωρινός αὐτός κόσμος μοιάζει μέ νύκτα, ἐνῶ ὁ μελλοντικός μοιάζει μέ ἡμέρα»10. Τώρα δέν μπορεῖ ὁ ἕνας νά καταλάβει τί ἔχει στή σκέψη του ὁ ἄλλος. Ἀλλά τότε, θά εἶναι φανερό σέ ὅλους τό τί ἔχει ὁ καθένας μέσα του. Γιατί τώρα εἴμαστε σέ μιά περιοχή, θά λέγαμε, σκοτεινή καί σέ μιά ἐποχή σκοτεινή, στήν ἐποχή τοῦ παρόντος αἰῶνος. Ὁ μέλλων αἰών εἶναι ἡ ἡμέρα, ὁ παρών εἶναι ἡ νύκτα. «Ὅπως, λοιπόν, ὅταν τελειώνει ἡ νύκτα ἀρχίζει νά σιγοφέγγει ἡ ἡμέρα, προτοῦ δέ ἀκόμη καλά-καλά νά ἀνατείλει ὁ ἥλιος, τό σκοτάδι ἀναμιγνύεται κατά κάποιον τρόπο μέ τό φῶς», ἔχουμε τήν αὐγή, «ἕως ὅτου νά ὑποχωρήσει μέν τελείως τό σκοτάδι τῆς νυκτός καί νά ἐπικρατήσει ὁλοκληρωτικά τό φῶς τῆς ἐπερχομένης ἡμέρας», ἔχουμε μία ἀνάμιξη μέχρι νά ἐπικρατήσει τελικά τό φῶς τῆς ἡμέρας πού ἔρχεται, «ἔτσι ἀκριβῶς συμβαίνει ἐδῶ. Τό τέλος τοῦ παρόντος κόσμου ἀναμιγνύεται μέ τήν ἀνατολή τοῦ μέλλοντος, ὁπότε μερικά σκοτεινά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου διακρίνονται, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναμίξεώς τους μέ τά πνευματικά, γιά αὐτό ἀκριβῶς τόν λόγο καί κατανοοῦμε πολλά ἀπό ἐκεῖνο τόν κόσμο»11. Ἐπειδή δηλαδή, τοῦ λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος τοῦ Πέτρου, πλησιάζουμε στά ἔσχατα, στήν ἡμέρα τήν μεγάλη τοῦ Κυρίου τήν ἐπιφανή, τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας, γι’ αὐτό καί ἀρχίζει νά ξεκαθαρίζει καί τό πράγμα αὐτό περί τῶν ψυχῶν, περί τῆς μελλούσης καταστάσεως πού θά ζήσουμε κ.λ.π. Ἀρχίζει λοιπόν νά ἀχνοφέγγει καί κατανοοῦμε περισσότερα σέ σχέση μέ τούς πιό παλαιούς ἀνθρώπους σχετικά μέ τόν μέλλοντα αἰῶνα. «Πάντως, ὅμως, δέν τά γνωρίζουμε ἀμέσως ὅλα καί καθαρά, ἀλλ’ ἀμυδρῶς τά διακρίνουμε, ὡσάν ὁ νοῦς μας νά φωτίζεται κατά κάποιον τρόπο, ὅπως ἀκριβῶς διακρίνουμε τά διάφορα ἀντικείμενα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, λίγο πρό τῆς 145

ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου» τῆς δικαιοσύνης, ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ἀρχίζει νά φαίνεται καί καθαρότερα ὁ πνευματικός κόσμος. Ἀπό ὅλα αὐτά πού διαβάζουμε καταλαβαίνουμε, ὅτι ἡ ψυχή ἀπό τή στιγμή πού φεύγει ἀπό τό σῶμα, πού χωρίζεται ἀπό τό σῶμα, δέν ἔρχεται σέ μία κατάσταση νάρκης, σ’ ἕναν ὕπνο, ἀλλά ἀντίθετα εἶναι ἐνεργός καί ἀπολαμβάνει ἀνάλογα μέ τόν τρόπο πού ἔζησε ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ στή γῆ. Ἄν ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἐν μετανοίᾳ καί ἐν ἐργασία τῶν ἀρετῶν ἀπολαμβάνει μέ τούς ὁμοίους του τούς κόπους του τούς πνευματικούς, μετέχει στήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἄν ἔζησε ἀμετανόητα καί εἶχε φιλία μέ τό σκότος, μέ τόν διάβολο, καταδικάζεται κι αὐτός μέ τούς ὁμοίους του, πού δούλεψαν στούς ἴδιους δαίμονες, στήν αἰώνια κόλαση. Ἑπομένως, δέν ὑπάρχει μία νάρκη τῆς ψυχῆς καί πολύ περισσότερο μία ἐξαφάνιση τῆς ψυχῆς. Λένε μερικοί, θά πεθάνουμε καί τελειώνουν ὅλα… Δέν τελειώνουν καθόλου ὅλα! Τίποτα δέν τελειώνει. Ὅπως εἶσαι ἐδῶ, θά εἶσαι καί μετά καί μάλιστα θά εἶσαι πιό ἐνεργός γιατί δέν θά ἔχεις τό σῶμα, γιατί τό σῶμα λειτουργεῖ καί κάπως σάν ἕνα ἐμπόδιο. Αὐτοί πού ἔχουν γυρίσει πίσω, οἱ λεγόμενες ἐπιθανάτιες ἐμπειρίες, μᾶς μαρτυροῦν ὅτι ἡ ψυχή στενοχωρεῖται μέσα στό σῶμα. Καί αὐτοί πού ἔζησαν τέτοιες καταστάσεις, μᾶς λένε ὅτι δέν θέλουν νά ξαναμποῦν μέσα στό σῶμα. Βγῆκαν καί δέν θέλουν νά ξαναμποῦν, γιατί ἐκεῖ μέσα στενοχωρεῖται ἡ ψυχή. Ἑπομένως, αὐτό τό βλέπουμε καί στούς ἁγίους Πατέρες, ἡ ψυχή εἶναι ἐνεργός καί μάλιστα περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι εἶναι τώρα. «Ὁ μεγάλος Πατέρας τοῦ 5ου αἰῶνα Ἅγιος Ἰωάννης Κασσιανός», γράφει ὁ π. Σεραφείμ Ρόουζ στό βιβλίο του «Ἡ ψυχή μετά τόν θάνατο» σχολιάζοντας ἕνα κείμενο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Μαξίμοβιτς, πού ἦταν ὁ Γέροντάς του, «παραθέτει μέ ἀρκετή σαφήνεια», μᾶς περιγράφει μέ ξεκάθαρη γλώσσα καί παρουσίαση, «τήν ἐνεργή κατάσταση τῆς ψυχῆς μετά τόν θάνατο τοῦ σώματος, σέ ἀπάντηση τῶν αἱρετικῶν, τῶν πρώτων χρόνων, οἱ ὁποῖοι πίστευαν ὅτι ἡ ψυχή δέν ἔχει συνείδηση μετά τόν θάνατο». Λέει ὁ Ἅγιος Κασσιανός: «Οἱ ψυχές μετά τόν χωρισμό τους ἀπό τοῦτο τό σῶμα ἐξακολουθοῦν νά ζοῦν καί νά διατηροῦν τήν αὐτοσυνειδησία τους». Θά ξέρεις, δηλαδή, ὅτι ἐγώ εἶμαι ἐγώ, αὐτός πού ἤμουνα καί πρίν μέ τό σῶμα εἶμαι καί τώρα, θά ἔχεις αὐτοσυνειδησία, «ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τήν εὐαγγελική παραβολή γιά τόν πλούσιο καί τόν Λάζαρο»12. Εἶμαι ἐγώ ὁ Γιῶργος, ὁ τάδε… καί αὐτό πού ἔζησα τό ἔχω μαζί μου, ὅλες αὐτές τίς μνῆμες καί μάλιστα τίς μνῆμες τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Ὄχι αὐτά τά καθημερινά, τά τετριμμένα, ἀλλά ὅ,τι ἀγαθό ἐργάστηκες μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, θά τό θυμᾶσαι καί ὅ,τι κακό ἐργάστηκες μέ τή συνεργασία τῶν δαιμόνων καί αὐτό θά τό θυμᾶσαι, σέ ποιά παθη δούλεψες. 146

Αὐτή ἡ μνήμη εἶναι ἀκριβῶς, ἡ ὁποία θά λειτουργήσει εἴτε κολαστικά εἴτε ὡς μία μακαριότητα. Οἱ ψυχές μετά τόν χωρισμό τους ἀπό τό σῶμα ἐξακολουθοῦν νά ζοῦν, καί ἀποδεικνύεται ἀπό τήν εὐαγγελική παραβολή γιά τόν πλούσιο καί τόν Λάζαρο, καί «διατηροῦν ὄχι μόνο τήν αὐτοσυνειδησία τους», ξέρουν δηλαδή ποιά εἶναι καθεμιά, «ἀλλά καί τήν προδιάθεσή τους, δηλαδή ἐλπίδα καί φόβο, χαρά καί λύπη»13. Πῶς ἦταν σ’ αὐτή τή ζωή ἐδῶ; Ζοῦσαν μέ χαρά; Ζοῦσαν μέ φόβο; Ζοῦσαν μέ λύπη; Ζοῦσαν μέ ἐλπίδα; Ποιά προδιάθεση εἶχαν σ’ αὐτή τή ζωή, μ’ αὐτή θά ἐξακολουθήσουν νά ζοῦν καί μετά τήν ἔξοδο ἀπό τό σῶμα. Πόσο σημαντικό εἶναι αὐτό! Ἄν ζεῖς ἐδῶ μέ κατάθλιψη δηλαδή, καί μετά θάνατον πάλι μέ κατάθλιψη θά εἶσαι. Φοβερό δέν εἶναι; Εἶναι, αὐτό πού λέει καί ὁ λαός, ὅπως ἔστρωσες θά κοιμηθεῖς. Ἑτοίμασες τήν ἄλλη ζωή μέ τόν τρόπο πού ἔζησες ἐδῶ. «Καί ἤδη ἀρχίζουν νά προγεύονται σέ κάποιο βαθμό», ἀφοῦ βγοῦν ἀπό τό σῶμα οἱ ψυχές,«αὐτό πού περιμένουν νά αἰσθανθοῦν κατά τήν Τελική Κρίση»14. Δηλαδή, ἀμέσως μόλις βγεῖ ἀπό τό σῶμα ἡ ψυχή προγεύεται τό τί θά ἐπακολουθήσει μετά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ μας καί τήν Κρίση. «Γίνονται», λέει ὁ Ἅγιος Κασσιανός, «ἀκόμα περισσότερο ζωντανές -οἱ ψυχές- καί προσηλώνονται μέ ἀκόμα περισσότερο ζῆλο στή δοξολογία τοῦ Θεοῦ», ὅταν φυσικά κι ἐδῶ στή γῆ δοξολογοῦσαν τόν Θεό. «Ἡ ψυχή εἶναι τό πιό πολύτιμο κομμάτι τοῦ ἀνθρώπου, τελεῖ, σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο Παῦλο, κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ – «εἰκών καί δόξα Θεοῦ ὑπάρχων· κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν»15. Εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, λοιπόν, κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ. «Καί ἐμπεριέχοντας τήν ὅλη δύναμη τῆς λογικῆς, εὐαισθητοποιεῖ μέσω τῆς παρουσίας της ἀκόμα καί τήν ἄλαλη καί ἀσύνειδη ὕλη τῆς σάρκας»16. Ἡ σάρκα εἶναι ἄλαλη καί ἀσύνειδη, ἀλλά μέ τήν ψυχή καί ἡ σάρκα ἀποκτάει ζωή. Ὅταν φεύγει ἡ ψυχή, βλέπουμε τήν σάρκα νά διαλύεται, νά ἀποσυντίθεται. «Ἔτσι, λοιπόν, ἐάν ἔπρεπε νά ἐξαγάγουμε κάποιο λογικό συμπέρασμα ἐπί τῇ βάσει τῆς μαρτυρίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὅσον ἀφορᾶ τή φύση τῆς ψυχῆς, στό μέτρο τῆς ἀνθρώπινης κατανόησής μας, δέ θά ἦταν ἄραγε ἔστω ἀνοησία, γιά νά μήν πῶ ἀκραία ἠλιθιότητα, νά ὑποπτευόμαστε ἀκόμα καί στό ἐλάχιστο ὅτι θά χάσει τήν αὐτοσυνειδησία της ἀφοῦ ἀποβάλει αὐτήν τή σαρκική παχύτητα μέ τήν ὁποία εἶναι ἐνδεδυμένη στήν παροῦσα ζωή;»17. Αὐτά ὅλα τά λέει ὁ Ἅγιος Κασσιανός. 147

– Ἡ ψυχή πού εἶναι κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ μετά τήν ἔξοδό της ἀπό τό σῶμα, στό ὁποῖο δίνει ζωή, χάνει τό κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση; Εἶναι ποτέ δυνατόν; Χάνει τήν αὐτοσυνειδησία της; Ὄχι, βέβαια. «Ἕπεται, συνεπῶς, ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ φύση τῆς λογικῆς ἀπαιτεῖ, ὅτι τό πνεῦμα, ἀφοῦ ἀπελευθερωθεῖ ἀπό αὐτή τή σαρκική τραχύτητα ἐξαιτίας τῆς ὁποίας εἶναι ἐξασθενημένο στήν παροῦσα ζωή, θά πρέπει νά φέρει τίς διανοητικές του δυνάμεις σέ μία καλύτερη κατάσταση καί νά τίς ἀποκαταστήσει, ὥστε νά γίνουν πιό καθαρές καί ἐκλεπτυσμένες. Δέν θά πρέπει, ὅμως, νά τίς ἀποστερηθεῖ»18. Τό πνεῦμα, ἡ ψυχή, μέ ὅλες τίς δυνάμεις της, τόν νοῦ, τή λογική, ὅλες τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς, βγαίνοντας ἀπό τό σῶμα καί ἐλευθερούμενη ἡ ψυχή ἀπό αὐτή τή σαρκική τραχύτητα, ἀπό τό σῶμα, τότε ἀκόμα περισσότερο ἐκλεπτύνει καί φέρνει σέ καλύτερη κατάσταση τίς δυνάμεις της. Γίνεται ἀκόμα πιό ἐνεργή ἡ ψυχή βγαίνοντας ἀπό τό σῶμα καί ὄχι μόνο δέν χάνει τήν αὐτοσυνειδησία της ἀλλά ἀκόμα περισσότερο κρατύνεται ἐλευθερούμενη ἀπό τό σῶμα. «Οἱ σημερινές «μεταθανάτιες» ἐμπειρίες ἔχουν ὁδηγήσει τούς ἀνθρώπους», λέει ὁ π. Σεραφείμ, «σέ μία σκανδαλώδη ἐπίγνωση ὅσον ἀφορᾶ τήν αὐτοσυνειδησία τῆς ψυχῆς ἐκτός τοῦ σώματος». Πράγματι, ὅλοι αὐτοί πού ἔχουν πάει καί ἔχουν ἐρθεῖ πίσω ἀπό τήν ἄλλη ζωή, ὅπως λέμε ἔτσι ἁπλά, ἀκριβῶς αὐτό μαρτυροῦν, ὅτι ὑπάρχει αὐτοσυνειδησία τῆς ψυχῆς, ὅτι ξέρουνε ποιοί εἶναι, μέ τό πού βγήκανε ἀπό τό σῶμα, δέν χάνουν τήν αὐτοσυνειδησία τους. Ἔχουν ἐπίγνωση τοῦ ποιοί εἶναι βρισκόμενοι ἐκτός τοῦ σώματος καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά ἡ ψυχή ἔχει «καί τήν ὀξύτερη καί ταχύτερη ἀπόδοση τῶν διανοητικῶν της λειτουργιῶν», γιατί ἀκριβῶς ἔχει βγεῖ ἀπό τό σῶμα. «Ὅμως αὐτή ἡ ἐπίγνωση δέν ἀρκεῖ ἀπό μόνη της ὥστε νά προφυλάξει τόν ἄνθρωπο πού βρίσκεται σέ μία τέτοια κατάσταση ἀπό τίς πλάνες πού προκαλοῦν οἱ ὀπτασίες τοῦ «ἐξωσωματικοῦ» κόσμου. Εἶναι ἀπαραίτητο ὁ ἄνθρωπος νά κατέχει τήν πλήρη χριστιανική διδασκαλία σχετικά μέ τό θέμα αὐτό»19, γιά νά μήν πέσει σέ πλάνη. – Ποιές εἶναι οἱ πλάνες; Εἶναι οἱ δαιμονικές πλάνες. Καί αὐτοί πού βγαίνουν ἀπό τό σῶμα τους γιά λίγο καί ἐπιστρέφουν πάλι, πολλές φορές μᾶς λένε γιά ὡραῖα λιβάδια, γιά τούνελ πού περνᾶνε, τά ὁποῖα ὅλα αὐτά εἶναι καταστάσεις, εἴτε δικές τους ἀπό τή φύση τους, εἴτε δαιμονικές. Δέν εἶναι ἀπό τόν Θεό. Ἐκεῖνο πού εἶναι ἀπό τόν Θεό εἶναι οἱ ἀποκαλύψεις πού μᾶς περιγράφουν οἱ Ἅγιοι, πού βλέπουν Ἀγγέλους, βλέπουν Ἁγίους… Αὐτά εἶναι τά ἀληθινά, τά πραγματικά. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι πλάνες. Γι’ αὐτό λέει ἐδῶ ὁ π. Σεραφείμ, ἔχουν αὐτοσυνειδησία, 148

καταλαβαίνουν ὅτι οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς γίνονται πιό ἐκλεπτυσμένες καί ὀξύτερες μέ τό πού βγαίνει ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα, ἀλλά αὐτό δέν προφυλάσσει τήν ψυχή ἀπό τούς δαίμονες, τίς ἀπάτες πού τούς κάνουν οἱ δαίμονες βγαίνοντας ἀπό τό σῶμα. Γι’ αὐτό καί βλέπετε, ὅλοι αὐτοί μιλᾶνε γιά ὡραῖα πράγματα. Δηλαδή, ὅλοι αὐτοί πού θά βγοῦνε θά πᾶνε στόν παράδεισο… Δέν εἶναι ἔτσι, εἶναι δαιμονική πλάνη αὐτό. Πρέπει κανείς νά ἔχει σωστή γνώση τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἁγίων Πατέρων, γιά νά μήν πέσει σέ τέτοια πλάνες, τίς ὁποῖες μᾶς παρουσιάζουν καί διηγοῦνται αὐτοί οἱ ἄνθρωποι μέ τίς ἐπιθανάτιες ἤ μεταθανάτιες ἐμπειρίες. Ξαναγυρίζουμε τώρα στόν Εὐεργετινό. «Στόν βίο τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου: Ὅταν κοιμήθηκε ὁ ὅσιος πατήρ ἡμῶν Εὐθύμιος καί τό ἀθλητικό καί πολυβασανισμένο σῶμα του κατετέθηκε μέ τούς ἁρμόζοντας ὕμνους στόν πλουσιοστολισμένο τάφο, τότε ὁ γνήσιος καί πραγματικά μεγάλος μαθητής τοῦ μεγάλου Πατρός, Δομετιανός, ὁ ὁποῖος καί τήν ζωή τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου μέ μεγάλη ἀκρίβεια εἶχε μιμηθεῖ καί ὑπηρέτησε τόν Ἅγιο περισσότερα ἀπό πενήντα χρόνια, δέν ἔφυγε ἀπό τόν τάφο, ἄλλα παρέμεινε πλησίον τοῦ μνήματος ἐπί ἕξι ἡμέρες, νομίζοντας ὅτι δέν θά μποροῦσε νά ζήσει πλέον, μετά τόν θάνατο τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου, οὔτε καί νά βλέπει ἀκόμη καί τό φῶς χωρίς ἐκεῖνον». Τόσο πολύ τόν ἀγαποῦσε. Γιά πενήντα χρόνια τόν ὑπηρετοῦσε καί τόν ἀντέγραφε. «Ὅταν ὅμως πέρασε πλέον καί ἡ ἕβδομη μέρα παρουσιάζεται στόν Δομετιανό ὁ Εὐθύμιος, κατά τήν νύκτα, μέ φαιδρό –χαρούμενο– πρόσωπο καί τοῦ λέει: – Ἔλα, νά ἀπολαύσεις τήν δόξα, πού ἔχει ἑτοιμασθεῖ γιά σένα. Διότι ὁ Θεός μᾶς χάρισε τό προνόμιο νά ζοῦμε μαζί καί ἐδῶ σέ τοῦτο τόν τόπο. Ἀμέσως ὁ Δομετιανός τρέχει καί φανερώνει ὅλα αὐτά στήν σύναξη τῶν ἀδελφῶν. Καί ἔτσι, χαρούμενος καί αὐτός, καί μέ τήν ἐλπίδα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ἐγκαταλείπει τόν βίο»20. Βλέπουμε πόση εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ! Προετοιμάζει τόν Ἅγιο Δομετιανό μέ τό ὅραμα αὐτό τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου καί φεύγει κι αὐτός, γιά νά πάει στόν ἴδιο τόπο πού ἦταν ἡ ψυχή τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου καί νά ζήσουν μαζί. Ὅπως ἦταν μαζί σ’ αὐτή τή ζωή, ἔτσι καί στήν αἰωνιότητα. Νά εἶναι πάντα μαζί. Οἱ Ἅγιοι λοιπόν, βλέπετε, κατατάσσονται μαζί τούς ὁμοίους τους. Ἄν δεῖτε καί τίς ἁγιογραφίες πού ἔχουμε, τῆς Δευτέρας Παρουσίας κ.λ.π. ὑπάρχουν ὁμάδες. Οἱ ἱεράρχες εἶναι ὅλοι μαζί, οἱ ἀσκηταί εἶναι ὅλοι μαζί, οἱ παρθένοι εἶναι ὅλοι μαζί, οἱ μάρτυρες εἶναι ὅλοι μαζί. Ὑπάρχει αὐτή ἡ κατάταξη τῶν Ἁγίων μέ τούς ὁμοίους τους. «Τοῦ ἀββά Ἰσαάκ τοῦ Σύρου: Ὁ Σωτήρ ἡμῶν πολλές μονές τοῦ Πατρός ὀνομάζει τά μέτρα τῆς διανοίας ἐκεῖνων οἱ ὁποῖοι διαμένουν σέ ἐκείνη τήν χώρα». Τά μέτρα τῆς διανοίας, τό πόσο ἀγάπησαν τόν Θεό, προσηλώθηκαν 149

στόν Θεό, ἑνώθηκαν μέ τόν Θεό. Ὁ Ἅγιος ἔχει μία μονή – διαμονή ἀνάλογη μέ τό πόσο δόθηκε στόν Θεό. «Ἐννοῶ ὡς μέτρα διανοίας τόν διαφορετικό τρόπο, κατά τόν ὁποῖο ἡ διάνοια ἑκάστου ἐκ τῶν σωζομένων ἐντρυφᾶ καί ἀπολαμβάνει τήν μακαριότητα τοῦ Παραδείσου»21. Ὑπάρχει μία μέθεξη τῆς μακαριότητας διαφορετική στόν κάθε δίκαιο, στόν κάθε Ἅγιο, σέ σχέση μέ τό πόσο ἐμβάθυνε, ὅσο ἦταν σ’ αὐτή τή ζωή, στό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνο ἐγκεφαλικά, διανοητικά, ἀλλά καί καρδιακά, βιωματικά. Πόσο καθάρισε τήν καρδιά του καί δέχτηκε τήν γνώση τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὁ Θεός δέν γνωρίζεται μέ τόν ἐγκέφαλο ἀλλά μέ τήν καρδιά. Στό μέτρο πού κανείς καθαρίσει τήν καρδιά του, γνωρίζει τόν Θεό. Γι’ αὐτό ἡ ὁδός τῆς θεογνωσίας δέν εἶναι ὁ στοχασμός, ὅπως ἔλεγε ὁ αἱρετικός Βαρλαάμ πού ἦρθε ἀπό τή Δύση, οὔτε ἡ φιλοσοφία οὔτε τό νά μελετᾶ κανείς τούς φιλοσόφους τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, τόν Ἀριστοτέλη, τόν Πλάτωνα, καί νά λειτουργήσει μέ βάση τίς διδασκαλίες τους. Ἀλλά ἡ ὁδός τῆς θεογνωσίας εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδίας. Γι’ αὐτό καί εἶπε ὁ Κύριος «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται»22. Αὐτοί πού καθάρισαν τήν καρδιά τους, θά δοῦνε τόν Θεό. Ἑπομένως, δέν εἶναι προνόμιο τῶν μορφωμένων, τῶν φιλοσοφούντων, αὐτῶν πού γνώρισαν τήν ἀρχαία σοφία κ.λ.π. ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, εἶναι προνόμιο ἐκείνων πού ἐργάστηκαν, ἀνεξάρητα τῆς μορφώσεως πού εἶχαν, στήν καρδιά τους καί τήν καθάρισαν ἀπό τά πάθη. Κι ἕνας ἀγράμματος μπορεῖ νά προχωρήσει πάρα πολύ βαθιά στή μέθεξη τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό λέει ἐδῶ ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ, κατά τό μέτρο τῆς διανοίας των καί θά ἀπολαύσουν, δηλαδή τό πόσο ἐργάστηκαν καί μπῆκαν μέσα στό μυστήριο τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ. Ὁ διαφορετικός τρόπος μέτρου τῆς διανοίας εἶναι ὁ διαφορετικός τρόπος κατά τόν ὁποῖο ἡ διάνοια ἑκάστου ἐκ τῶν σωζομένων ἐντρυφᾶ καί ἀπολαμβάνει τήν μακαριότητα τοῦ Παραδείσου. «Γιατί ὁ Κύριος δέν χαρακτήρισε ὡς μονές διαφορετικούς τόπους, ἀλλά τίς τάξεις τῶν χαρισμάτων ἐκάλεσε μονές». Κατά τό ποία χαρίσματα ἐργάστηκαν καί ἀπέκτησαν ἐδῶ, κατά τά χαρίσματα αὐτά θά καταταχθοῦν οἱ Ἅγιοι. Οἱ διάφορες μονές εἶναι οἱ διάφορες τάξεις τῶν χαρισμάτων. «Ὅπως δηλαδή καθένας ἀπό μᾶς ἀπολαμβάνει τόν αἰσθητό ἥλιο ἀνάλογα μέ τήν δύναμη τῆς ὁράσεώς του, χωρίς ὁ ἕνας αὐτός ἥλιος νά διαμοιράζεται σέ πολλές λάμψεις, ἀλλα γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους ἔχει τήν ἴδια λαμπρότητα, τό ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τούς δικαίους στήν μέλλουσα ζωή. Ὅλοι δηλαδή οἱ δίκαιοι διαμένουν σέ μία περιοχή, καθένας ὅμως ἀπό αὐτούς θά σύρει πρός τόν ἑαυτό του καί θά ἀπολαμβάνει τήν λαμπρότητα καί εὐφροσύνη τοῦ νοητοῦ Ἡλίου, ἀνάλογα μέ τό μέτρο τῆς δικῆς του καθαρότητος». Πόσο καθαρά θά εἶναι τά μάτια τῆς ψυχῆς, τόσο θά μετέχει περισσότερο, θά καταλαβαίνει, θά 150


Like this book? You can publish your book online for free in a few minutes!
Create your own flipbook