Important Announcement
PubHTML5 Scheduled Server Maintenance on (GMT) Sunday, June 26th, 2:00 am - 8:00 am.
PubHTML5 site will be inoperative during the times indicated!

Home Explore (15o Μέρος) - Απομαγνητοφωνημένες Ομιλίες - Αρχιμ. π.Σάββα Αγιορείτου

(15o Μέρος) - Απομαγνητοφωνημένες Ομιλίες - Αρχιμ. π.Σάββα Αγιορείτου

Published by hristospanagia, 2019-01-18 14:08:28

Description: (15o Μέρος) - Απομαγνητοφωνημένες Ομιλίες - Αρχιμ. π.Σάββα Αγιορείτου

Ομιλίες Ορθόδοξης Κατήχησης

ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΣΕ ΗΧΗΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ, ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΣΤΕ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΘΗ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ. ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Η ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ, Η ΚΑΘΑΡΣΗ, Η ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ, Ο ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΩΣΗ. ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ, ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ Κ.Λ.Π. ΠΩΣ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΕΙΤΑΙ Η ΘΕΙΑ ΧΑΡΗ ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΠΙΤΥΓΧΑΝΕΤΑΙ Η ΚΑΘΑΡΣΗ, Ο ΦΩΤΙΣΜΟΣ, ΚΑΙ Η ΘΕΩΣΗ ΜΑΣ.

Search

Read the Text Version

εἶχε σχέση ἐδῶ σ’ αὐτή τή ζωή. Βλέπετε; Ἄν εἶχες ἀπό αὐτή τή ζωή σχετιστεῖ μέ τούς βδελυρούς δαίμονες καί μετά θάνατον ἐκεῖ θά πᾶς, πρός τά ἐκεῖ θά ἑλκύεσαι, γιατί θά τά νιώθεις αὐτά σάν συγγενή σου. «Καί ἐάν, ὅσον καιρό βρισκόταν στό σῶμα, τελοῦσε ὑπό τήν ἐπιρροή ὁρισμένων ἐξ αὐτῶν…», εἶναι αὐτό πού λέμε δαιμονική ἐπήρεια, δαιμονική ἐπιρροή. Σήμερα πάρα πολλοί ἄνθρωποι ἔχουν δαιμονική ἐπήρεια. Δέν ἔχουν δαιμονισμό ὑποστατικό. – Τί θά πεῖ ὑποστατικό; Δηλαδή νά κατοικεῖ μέσα τους τό πονηρό πνεῦμα, μέσα στό σῶμα τους, ἀλλά ἔχουν δαιμονική ἐνέργεια, δηλαδή ἡ ἐνέργεια τοῦ σατανᾶ ἐπιδρᾶ στόν νοῦ τους, στή σκέψη τους, στή λογική τους, στή φαντασία τους, στίς ψυχικές τους δυνάμεις, οἱ ὁποῖες ψυχικές τους δυνάμεις καθορίζουν καί τίς σωματικές τους λειτουργίες καί δυνάμεις. Αὐτό λέμε δαιμονική ἐπήρεια καί ἐνέργεια. Ὅσο, λοιπόν, βρισκόταν ἡ ψυχή στό σῶμα τελοῦσε ὑπό τήν ἐπιρροή ὁρισμένων πνευμάτων. Μέ αὐτά, μέ τά ὁποῖα σχετιζόταν ὅσο ἦταν ἐδῶ στή ζωή καί ἦταν ἐξαρτημένη, μέ τά ἴδια πνεύματα, ὅταν ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τό σῶμα, θά συνεχίσει νά εἶναι ἐξαρτημένη «ὅσο δυσάρεστη κι ἄν εἶναι τελικά ἡ συνάντηση μαζί τους». Θά σοῦ ποῦνε: Καλώς τονε! Μαζί δέν εἴμαστε στή γῆ; Ἔλα ἐδῶ τώρα.. πάλι μαζί θά ’μαστε. Γιατί μέ αὐτόν ἔχει συγγενέψει. Φοβερό! Κι ὅμως ἔτσι εἶναι. «Ἐδῶ ἔχουμε μία σοβαρή ὑπενθύμιση», λέει ὁ π. Σεραφείμ, «ὅτι ὁ ἄλλος κόσμος, παρότι δέν θά εἶναι παντελῶς ἄγνωστος γιά ἐμᾶς, δέν θά εἶναι, ὡστόσο, ἕνας τόπος «ἀνεμελιᾶς καί εὐτυχίας», ὅπου θά πραγματοποιήσουμε εὐχάριστες συναντήσεις μέ ἀγαπημένους μας, ἀλλά μία συνάντηση «πνευματικῆς φύσης», ἡ ὁποία θά ἐλέγξει τήν προδιάθεση τῆς ψυχῆς μας σέ αὐτήν τή ζωή, ἐάν δηλαδή κλίνει περισσότερο πρός τούς ἀγγέλους καί τούς ἁγίους μέσω μιᾶς ζωῆς ἀρετῆς καί ὑπακοῆς στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ ἤ ἐάν, μέσω τῆς ὀλιγωρίας ἤ τῆς ἀπιστίας, κλίνει περισσότερο πρός τά πεπτωκότα πνεύματα. Ὅπως ἔχει πολύ σωστά δηλώσει ὁ Ἐπίσκοπος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος, ἀκόμα καί ἡ δοκιμασία στά ἐναέρια τελώνια μπορεῖ κάλλιστα νά ἀποδειχθεῖ περισσότερο μία δοκιμασία πειρασμῶν παρά κατηγοριῶν». Δέν εἶναι ὅτι οἱ δαίμονες θά σέ κατηγοροῦνε καί θά σέ ἁρπάξουνε, ἀλλά θά πειραστεῖς περνώντας μέσα ἀπ’ αὐτά τά πνεύματα καί θά ἑλκυστεῖς ἀπό αὐτά τά πνεύματα μέ τά ὁποῖα εἶχες δουλέψει ὅσο ἤσουν ἐδῶ, στή γῆ, μέ τό σῶμα. Ἀπό τά ἴδια πνεύματα, ὅταν θά φύγει ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα καί θά τά συναντήσει στήν πορεία της πρός τόν Θεό, θά ἐπηρεαστεῖ καί πάλι, θά ἑλκυστεῖ. Ἕνας ἄνθρωπος δηλαδή, συγγνώμη, σαρκικός, πού ἔχει μάθει νά ζεῖ σαρκικά καί ἔχει τό πνεῦμα τῆς πορνείας ἀγκαλιά, τό πονηρό πνεῦμα -εἶναι πονηρό πνεῦμα ἡ πορνεία καί ἡ μοιχεία καί ὅλα αὐτά- ὅταν λοιπόν φύγει ἀπό τό σῶμα, θά συναντήσει αὐτό τό πνεῦμα. Θά τοῦ πεῖ, φιλαράκο ἔλα.. μαζί δέν εἴμαστε στή γῆ; Ἔλα καί τώρα… Δέν θά τόν ἀφήσει νά πάει πιό πάνω. Μ’ αὐτή τήν ἔννοια σοῦ λέει, τά τελώνια θά σταματήσουν τήν ψυχή. Ἡ ἴδια ἡ ψυχή δηλαδή θά πάει νά βρεῖ αὐτόν μέ τόν ὁποῖο εἶχε σχετιστεῖ ἐδῶ στή γῆ. Γι’ αὐτό λέει ὁ Ἅγιος Θεοφάνης δέν εἶναι τόσο 51

ὅτι θά σέ κατηγοροῦν οἱ δαίμονες καί αὐτοί θά σέ ἁρπάξουν, ἀλλά ἐσύ θά πειραστεῖς, γιατί θά νιώσεις ἕλξη. Ὅπως βλέπετε, ἕνας ἄνθρωπος πού ἁμαρτάνει, ἔχει ἕνα πάθος.. τσιγάρο.. ἄς ποῦμε ἕνα ἐλαφρό πάθος… δέν εἶναι ἐλαφρό. Κανένα πάθος δέν εἶναι ἐλαφρό. Προσπαθεῖ νά τό κόψει καί τό κόβει μέ τά χίλια ζόρια… καί ἄντε μετά πάει σέ μιά παρέα πού καπνίζουν ὅλοι, τί γίνεται; Ἀμέσως δέν τοῦ ἔρχεται ἡ ἐπιθυμία; Ἑλκύεται ἀπό αὐτό πάλι τό πάθος. Εἶναι τό πονηρό πνεῦμα. Μ’ αὐτό πού σχετιζόσουνα, θά ἑλκυστεῖς ἀπό αὐτό πάλι. «Ἄν καί καμιά ἀπολύτως ἀμφιβολία δέν ὑπάρχει περί τῆς ὕπαρξης μέλλουσας κρίσης», μᾶς τό ἔχει βεβαιώσει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὅτι θά ὑπάρξει κρίσις, θά δώσουμε λόγο, «τόσο τῆς Μερικῆς ἀμέσως μετά τόν θάνατο, ὅσο καί τῆς Τελικῆς στό τέλος τοῦ κόσμου, ἡ ἀπόφαση πού θά ὁρίσει ὁ Θεός θά συμφωνεῖ μέ τήν ἐσωτερική προδιάθεση τήν ὁποία ἔχει ἀναπτύξει μέσα της ἡ ψυχή ἀπέναντι σέ Ἐκείνον –στόν Χριστό δηλαδή– καί στά πνευματικά ὄντα». Δηλαδή ὁ Χριστός δέν θά σέ πάει κάπου πού δέν θά ἔχεις προδιατεθεῖ, δέν θά ἔχεις προετοιμαστεῖ. Εἶναι, ὅπως λέει ὁ λαός ἁπλά, «ὅπως στρώσεις, θά κοιμηθεῖς». – Ἔκανες συμπεθεριό μέ τόν διάβολο; Θά σοῦ πεῖ ὁ Κύριος, τί θέλεις ἐδῶ;.. δέν μπορεῖς νά εἶσαι ἐδῶ, ἀφοῦ ἔχεις κάνει συμπεθεριό… ἄντε πήγαινε ἀπό κεῖ… Αὐτό εἶναι ἡ κρίσις. Ὅ,τι ἔχεις ἐσύ ὡς προδιάθεση, αὐτό θά σοῦ δώσει καί ὁ Κύριος. Εἴδατε πού λέει κάπου ὅτι κατά τήν καρδία δίνει ὁ Θεός10. Γι’ αὐτό πρέπει νά καλλιεργήσουμε στήν ψυχή μας τήν ἀγαθή προδιάθεση καί νά θελήσουμε νά εἴμαστε μέ τόν Χριστό καί ὄχι μέ τόν πονηρό. Ἀνάλογα μέ τόν ποιόν σχετίστηκες ἐνῶ ἤσουνα μέ τό σῶμα, ὅσο ἡ ψυχή σου ἦταν ἑνωμένη μέ τό σῶμα, μ΄ αὐτόν θά σχετίζεσαι καί μετά ἀπό τήν ἔξοδο τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα καί μετά τή Δευτέρα Παρουσία. Λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, «Γιά διάστημα δύο ἡμερῶν ἡ ψυχή ἀπολαύει σχετικῆς ἐλευθερίας» μέ τό πού βγαίνει ἀπό τό σῶμα, «καί ἔχει δυνατότητα νά ἐπισκεφθεῖ τόπους πού τῆς ἦταν προσφιλεῖς στό παρελθόν», νά πάει ἐκεῖ πού ἀγαποῦσε ὅσο ζοῦσε, «ἀλλά τήν τρίτη ἡμέρα μετακινεῖται σέ ἄλλες σφαῖρες. «Ἐδῶ», σχολιάζει ὁ π. Σεραφείμ, «ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰωάννης ἁπλῶς ἐπαναλαμβάνει τή διδασκαλία πού ἡ Ἐκκλησία ἤδη γνωρίζει ἀπό τόν 4ο αἰῶνα, ὅταν ὁ ἄγγελος πού συνόδευσε τόν Ἅγιο Μακάριο Ἀλεξανδρείας στήν ἔρημο, τοῦ εἶπε, θέλοντας νά ἑρμηνεύσει τήν ἐπιμνημόσυνη δέηση τῆς Ἐκκλησίας γιά τούς νεκρούς τήν τρίτη ἡμέρα», τά λεγόμενα τριήμερα, τριήμερο μνημόσυνο, τήν τρίτη ἡμέρα πού κάνει ἡ Ἐκκλησία «μετά τόν θάνατο». Εἶπε ὁ ἄγγελος στόν Ἅγιο Μακάριο: «Ὅταν γίνεται ἡ προσφορά τῆς ἀναίμακτης θυσίας -μνημόσυνο στή θεία λειτουργία- στήν Ἐκκλησία τήν τρίτη ἡμέρα, ἡ ψυχή τοῦ κεκοιμημένου δέχεται ἀπό τόν φύλακα ἄγγελό της ἀνακούφιση γιά τή λύπη πού αἰσθάνεται λόγω τοῦ χωρισμοῦ της ἀπό τό σῶμα». Αὐτό εἶναι τώρα ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγίου ἀγγέλου στόν Ἅγιο Μακάριο. «Στό διάστημα τῶν δύο πρώτων ἡμερῶν ἐπιτρέπεται στήν ψυχή νά περιπλανηθεῖ στόν 52

κόσμο, ὁπουδήποτε ἐκείνη ἐπιθυμεῖ, μέ τή συντροφιά τῶν ἀγγέλων πού τή συνοδεύουν. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ ψυχή, ἐπειδή ἀγαπᾶ τό σῶμα, μερικές φορές περιφέρεται στό οἴκημα στό ὁποῖο τό σῶμα της εἶχε σαβανωθεῖ, περνώντας ἔτσι δύο ἡμέρες ὅπως ἕνα πουλί πού γυρεύει τή φωλιά του. Ἀλλά ἡ ἐνάρετη ψυχή πλανιέται σέ ἐκεῖνα τά μέρη στά ὁποῖα συνήθιζε νά πράττει ἀγαθά ἔργα. Τήν τρίτη ἡμέρα, Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος ἀνέστη ὁ Ἴδιος –ὁ Χριστός– τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τούς νεκρούς καλεῖ τήν ψυχή τοῦ Χριστιανοῦ νά μιμηθεῖ τήν δική Του ἀνάσταση, νά ἀνέλθει στούς Οὐρανούς ὅπου θά λατρεύει τόν Θεό ὅλων». Νομίζω νά σταματήσουμε ἐδῶ κι ἄν θέλετε νά συζητήσουμε κάτι.. γιά νά μήν κουραστοῦμε πολύ. Πήραμε νομίζω μιά πρώτη γεύση καί ἀκοῦμε τίς ἐρωτήσεις σας. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Δέν τό ὁλοκληρώσαμε αὐτό. Θά τό συνεχίσουμε αὔριο. Νά ποῦμε πρῶτα γιά τήν πρώτη ἐρώτηση. Δέν γνωρίζουμε, εἶπες, ἄν ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά φτάσει στήν ἀπάθεια καί ἐσεῖς ἐδῶ στόν κόσμο πιό δύσκολα ἀπό μᾶς τούς μοναχούς. Κάπως ἔτσι τό εἶπες.. Λοιπόν, μποροῦμε νά φτάσουμε γιατί ἔχουμε Ἁγίους καί ἀπό τούς μοναχούς καί ἀπό τούς ἐγγάμους. Ὑπάρχει ἕνα βιβλίο μάλιστα, πού δέν ἄρεσε καθόλου στούς Μεταπατερικούς Θεολόγους, πού εἶναι οἱ Ἅγιοι ἐξ ἐγγάμων. Ἔχουμε πάρα πολλούς Ἁγίους στήν Ἐκκλησία μας πού ἦταν ἔγγαμοι. Γιατί λένε, καλά ἐσεῖς εἶστε στό μοναστήρι.. δέν μποροῦμε νά σᾶς φτάσουμε… Μπορεῖτε καί νά μᾶς ξεπεράσετε, ὄχι μόνο νά μᾶς φτάσετε! Ὁ γάμος δέν εἶναι ἐμπόδιο γιά τήν ἁγιότητα. Εἶναι ἴσα-ἴσα δρόμος γιά τήν ἁγιότητα. Εἶναι δρόμος γιά τή θέωση ὁ γάμος, ὅταν βιώνεται ὀρθοδόξως καί εἶναι μέσω ἁγιασμοῦ. Αὐτό πού εἶναι ὁ σκοπός τοῦ γάμου, εἶναι καί ὁ σκοπός τοῦ μοναχισμοῦ, εἶναι καί ὁ σκοπός τῆς ἐνορίας, εἶναι καί ὁ σκοπός τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, εἶναι καί ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ποιός εἶναι; Νά γίνουμε ἕνα. Ὅλοι ἐν Χριστῷ, μέσα στόν Χριστό, νά γίνουμε ἕνα. Τί ἕνα; Ὄχι ἁπλῶς ἕνα σῶμα ἤ μιά ψυχή, ἀλλά καί ἕνα πνεῦμα, μία θέληση. Μία οὐσία εἴμαστε. Ὅλοι ἔχουμε τήν ἀνθρώπινη οὐσία. Ἀλλά μία θέληση εἴμαστε; Ὄχι, δέν εἴμαστε. Ὁ καθένας ἔχει τό δικό του. Λοιπόν… μέσα στήν Ἐκκλησία μαθαίνεις νά μή θέλεις τό δικό σου, ἀλλά νά θέλεις τό συμφέρον τοῦ ἄλλου καί νά θέλεις αὐτό πού θέλει ὁ Χριστός. Κι ἄν ὅλοι τό θέλουν αὐτό πού θέλει ὁ Χριστός, τότε θά γίνουν ἕνα, ἕνα θέλημα. Καί τότε θά γίνει ἡ πνευματική ἕνωση. Ἔτσι πετυχαίνει καί ὁ γάμος. Γιατί χωρίζουν τά ἀνδρόγυνα; Διότι δέν ἔχουν ἕνα θέλημα. Ἄλλο θέλει ὁ ἄνδρας, ἄλλο ἡ γυναίκα. Καί μετά, ἅμα ἔρθουν καί τά παιδιά, ἔχουν καί τά παιδιά τά δικά τους θέλω καί μάλιστα τό σχολεῖο καί ἡ τηλεόραση καί τό ἴντερνετ τώρα τούς βάζουνε ἕνα σωρό θέλω, ἕνα σωρό ἐπιθυμίες. Θέλω.. θέλω… θέλω… σοῦ λέει καί ἀλλοίμονο ἄν δέν τοῦ τό κάνεις αὐτό πού θέλει. Ἐνῶ εἶναι ἄρρωστο ὅλο αὐτό. Ἀντί νά μάθουμε τά παιδιά μας -πρῶτα τόν ἑαυτό μας νά μάθουμε- νά μή θέλουν, ἀλλά νά θέλουν μόνο αὐτό πού θέλει ὁ Χριστός, μαθαίνουμε 53

νά θέλουν. Ἀπό ἐκεῖ ξεκινάει ὅλη μας ἡ ἀρρώστια καί ὁ χωρισμός ἀπό τόν Χριστό. Τό θέλημα, λένε οἱ Πατέρες, εἶναι τό χάλκινο τεῖχος πού μᾶς χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Οἱ ἐπιθυμίες πού λέγαμε προηγουμένως εἶναι τά «θέλω». Ἡ ἐπιθυμία εἶναι αὐτή πού πειράζει τόν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό ὁ Χριστός μας μᾶς εἶπε, μήν καλλιεργεῖτε τίς ἐπιθυμίες, ἀλλά νά ζητᾶτε νά γίνει τό θέλημά Μου. Ὄχι τό θέλημά σας, ἀλλά τό θέλημά Μου. Νά καλλιεργήσετε τήν ὑπακοή. Καί ἡ ὑπακοή εἶναι πανάκεια. Πανάκεια τί εἶναι; Εἶναι τό φάρμακο ἐκεῖνο τό ὁποῖο θεραπεύει ὅλες τίς ἀρρώστιες θεωρητικά… ἄν ὑπάρχει τέτοιο φάρμακο.. Στά πνευματικά ὑπάρχει. Ἡ ὑπακοή. Κόβοντας δηλαδή τό θέλημά του ὁ ἄνθρωπος ἑλκύει τή Χάρη, γιατί ἡ ὑπακοή εἶναι ταπείνωση. Ἑλκύοντας τή Χάρη τελειοποιεῖσαι, θεώνεσαι καί γίνεσαι ἀπαθής, αὐτό πού εἶπες. Ὅλοι μποροῦν νά γίνουν ἀπαθεῖς, ἄν ἀκολουθήσουν τόν δρόμο τῆς ὑπακοῆς. Καί μέσα στόν γάμο… ἔχεις εὐκαιρίες ὑπακοῆς!… Θά σοῦ κόψει ἡ γυναίκα τό θέλημα… Κάθε στιγμή θά στό κόβει. Ἄν εἶσαι ἔξυπνος, θά τό κόβεις τό θέλημα καί θά λές, ναί, ὅ,τι θέλεις! Ἄν εἶσαι ἀνόητος, θά τσακώνεσαι κάθε στιγμή καί θά ζεῖς τήν κόλαση. Καταλάβατε; Ἐνῶ δηλαδή ὁ Χριστός μας μᾶς δίνει τό φάρμακο, ἐμεῖς λέμε δέν θέλω, καί μετά τό πληρώνουμε. Καί σοῦ λέει: ἀσυμφωνία χαρακτήρων. Δέν εἶναι ἀσυμφωνία χαρακτήρων, εἶναι ἐγωισμοί ἑκατέρωθεν καί ἔλλειψη πνευματικῆς ζωῆς, ἔλλειψη ὑπακοῆς. Δέν ἔχει καταλάβει οὔτε ὁ ἕνας οὔτε ἡ ἄλλη τόν τρόπο γιά νά προκόψει πνευματικά. Λένε, νά φτιάξεις τή ζωή σου. Ἔτσι τήν φτιάχνεις τή ζωή σου; Ἁπλῶς μέ τό νά παντρευτεῖς; Ὄχι. Φτιάξε τή ζωή σου. Μπορεῖς νά τή φτιάξεις μέ τήν ὑπακοή, ὅταν μάθεις νά κάνεις τό θέλημα τοῦ ἄλλου, ἐκτός ἁμαρτίας φυσικά. Ὄχι νά σοῦ πεῖ, πᾶμε νά ληστέψουμε τήν τράπεζα καί νά πᾶς! Ἐννοεῖται… Ἀλλά σέ ὅ,τι ἄλλο πού δέν εἶναι ἁμαρτία σέ συμφέρει νά κόβεις τό θέλημά σου. Καί ὄχι μόνο νά τό κόβεις ὅταν σοῦ τό λέει, καί πρίν σοῦ τό πεῖ. Πῶς; Ρωτώντας. Λές: Γυναίκα τί νά κάνουμε; Δέν εἶναι ταπεινωτικό αὐτό. Μερικοί τό θεωροῦν ταπεινωτικό.. θά πέσει ἡ μύτη τους… Αὐτό εἶναι ἐξυπνάδα. Ἡ πιό μεγάλη ἐξυπνάδα εἶναι αὐτό, γιατί ὅταν ταπεινώνεσαι καί ρωτᾶς τόν ἄλλον, τί νά κάνουμε τώρα… ἐνῶ ἡ λογική σου ἔχει νά σοῦ πεῖ πολλές ἀπαντήσεις … ἀλλά λές, ὄχι θά ρωτήσω!.. Τότε τί γίνεται; Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή ἐσύ ταπεινώνεσαι, φωτίζει τόν ἄλλον πού ρωτᾶς καί σοῦ λέει τή σωστή ἀπάντηση, πού οὔτε κἄν τήν ἔχεις φανταστεῖ πολλές φορές. Καταλάβατε; Αὐτό εἶναι τό μεγαλεῖο τοῦ γάμου! Καί τοῦ μοναχισμοῦ. Κι ἐμεῖς οἱ καλόγεροι δέν τό ἔχουμε καταλάβει… καί προσπαθεῖ καί ὁ καλόγερος καμιά φορά, ἤ πολλές φορές, νά κάνει τό θέλημά του καί μετά νά πάρει καί εὐλογία στό τέλος… ἐκ τῶν ὑστέρων… Νά ρωτήσεις. Νά χαίρεσαι νά μήν κάνεις τό θέλημά σου. Ξέρετε τί ὡραῖο πράγμα εἶναι αὐτό;! Ἐνῶ ὁ κόσμος νομίζει ὅτι χαρά εἶναι νά κάνει τό δικό του καί σοῦ λέει, νά κάνεις αὐτό πού θέλεις… πρῶτα αὐτό πού θέλεις ἐσύ νά κάνεις… νά κοιτᾶς τόν ἑαυτό σου… Ὅ,τι πιό ἄρρωστο. Ἐνῶ ἡ ὑγεία εἶναι ἀκριβῶς τό ἀντίθετο. Τί θέλει ὁ ἄλλος; Πρῶτα τί θέλει ὁ Χριστός καί μετά τί θέλει ὁ ἄλλος, πῶς θά ξεκουράσω τόν 54

ἄλλον. Τί νά κάνω τώρα γιά νά ξεκουράσω τόν ἄλλον; Μά.. τό σῶμα σου θά διαμαρτύρεται, πονᾶς… τίποτα… τά ξεχνᾶς ὅλα αὐτά. Πῶς θά ἀναπαύσω τόν ἄλλον. Ξέρετε τί μεγαλεῖο εἶναι αὐτό! Μετά ξεχνᾶς καί τήν κούρασή σου… Δέν ὑπάρχει κούραση, τίποτα… γιατί ἔρχεται ἡ Χάρις καί ἡ Χάρις εἶναι πού ξεκουράζει τόν ἄνθρωπο, δέν τόν ξεκουράζει τό κρεβάτι. Πόσοι ἄνθρωποι ξαπλώνουν καί δέν μποροῦν νά κλείσουν μάτι; Πρέπει νά πάρουν χάπια γιά νά κοιμηθοῦν.. καί ἄν. Γιατί ἡ ἀνάπαυση εἶναι ὁ Θεός. Εἴδατε πού λέει ὁ Ψαλμωδός; «Ἐμνήσθην τοῦ Θεοῦ καί εὐφράνθην»11. Εὐφράνθηκα, χάρηκα. Πότε; Ὅταν θυμήθηκα τόν Θεό. Καί τί θά πεῖ θυμήθηκα τόν Θεό; Ὄχι ἁπλῶς ἔτσι προσευχητικά, καί αὐτό φυσικά, ἀλλά προπάντων ἔκανα αὐτό πού θέλει ὁ Θεός, τήρησα τό θέλημά Του. Κάνεις μιά μικρή εὐκολία στόν ἄλλον καί βλέπεις πού χαίρεται καί ἐσύ χαίρεσαι πιό πολύ. Εἶναι ἡ χαρά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁπότε, μποροῦμε νά γίνουμε ἀπαθεῖς ὅταν ἑλκύσουμε τή Χάρη. Ἡ Χάρις εἶναι πού μᾶς κάνει ἀπαθεῖς. Εἴτε εἶσαι στό μοναστήρι εἴτε εἶσαι στόν κόσμο εἴτε εἶσαι ἔγγαμος εἴτε εἶσαι ἄγαμος εἴτε εἶσαι ἄρρωστος εἴτε εἶσαι ὑγιής, μπορεῖς νά ἑλκύσεις τή Χάρη μέσα ἀπό αὐτόν τόν δρόμο πού σᾶς εἶπα, τῆς ὑπακοῆς, τῆς ταπείνωσης καί τῆς ὑπακοῆς. Καί πάλι μπορεῖς νά γίνεις ὁ πιό δυστυχισμένος ἄνθρωπος ὅταν πάρεις τόν ἀντίθετο δρόμο, αὐτόν πού λένε οἱ ψυχολόγοι καί οἱ ψυχίατροι, νά ἔχεις ὑψηλή αὐτοεκτίμηση καί νά τήν κρατᾶς ψηλά! … μή σοῦ τήν πάρει ὁ ἄλλος… τήν ἀξιοπρέπεια, καί σοῦ θίξει τόν ἐγωισμό. Καί γίνεσαι ταλαίπωρος. Ὁ ταλαίπωρος τῶν ταλαίπωρων. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Αὐτό εἶναι μεγαλεῖο. Νά μαλώνεις θέλοντας νά μήν κάνεις τό θέλημά σου καί νά κάνεις τοῦ ἄλλου. Ἐδῶ σᾶς θέλω… Αὐτό εἶναι μεγαλεῖο, νά τσακώνεσαι γιά νά κάνεις τό θέλημα τοῦ ἄλλου. Νά μαλώνουν οἱ σύζυγοι γιά τό ποιός θά κόψει πρῶτος τό θέλημά του. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Τά ἔχουμε πεῖ αὐτά πρόσφατα σέ δύο ὁμιλίες πού κάναμε γιά τά ἐναέρια τελώνια. Θά σᾶς τά συνοψίσω λίγο.. Τό ἕνα εἶναι ὅτι ὁ Θεός δέν ἐπιτρέπει νά βλέπουμε τά πονηρά πνεύματα. Τώρα γύρω μας ὑπάρχουν πάρα πολλά πονηρά πνεύματα. Μήν τρομάζετε! Ὁ ἀέρας ὅλος εἶναι γεμάτος δαίμονες! Εἶναι τά πονηρά πνεύματα πού πέσανε ἀπ’ τόν οὐρανό. Τό λέει ὁ Χριστός «εἶδον τόν σατανᾶ ὡς ἀστραπή ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα»12 καί μαζί μέ τόν σατανᾶ ἔπεσαν καί πολλοί ἄλλοι ἄγγελοι καί ἔγιναν δαίμονες. Ὁ Θεός ἔβαλε ἕναν φραγμό. Ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα πρίν τήν πτώση μποροῦσαν νά βλέπουν τά πνεύματα, καί τούς ἀγγέλους καί τούς δαίμονες. Τά ἔβλεπαν, γιατί δέν ὑπῆρχε κίνδυνος. Ὁ κίνδυνος μπῆκε ὅταν ἁμαρτήσαμε, ὁπότε οἱ δαίμονες -ἐπειδή δώσαμε δικαιώματα στόν διάβολο- μποροῦσαν νά μποῦν μέσα μας καί νά μᾶς καταστρέψουν. Ὁπότε ὁ Θεός ἔβαλε ἕνα τεῖχος, ὅπως ἡ Πολιτεία τούς κακοποιούς τούς κλείνει στή φυλακή, τούς μαζεύει κάπου, γιά νά μήν κάνουν κακό στούς ὑπόλοιπους, ἔτσι καί ὁ Θεός ἔκλεισε τούς 55

δαίμονες ἔξω ἀπό μᾶς καί δέν ἐπιτρέπει νά δοῦμε μέ τίς αἰσθήσεις μας τά πονηρά πνεύματα, μέ τά μάτια μας ἄς ποῦμε. Ποιός εἶναι αὐτός ὁ φραγμός; Ποιό εἶναι αὐτό τώρα πού ἐμποδίζει ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους νά δοῦμε τά πονηρά πνεύματα; Καί τά ἀγαθά, καί τούς ἀγγέλους. Εἶναι αὐτό πού λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, οἱ δερμάτινοι χιτῶνες. Τό λέει καί ἡ Ἁγία Γραφή, ὅτι ὁ Θεός ἔδωσε «δερμάτινους χιτῶνες»13 στόν ἄνθρωπο μετά τήν πτώση. Τί εἶναι αὐτοί οἱ δερμάτινοι χιτῶνες; Εἶναι δύο πράγματα, λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Τό ἕνα εἶναι ἡ παχύτητα τῆς σάρκας. Τό σῶμα μας μετά τήν πτώση ἄλλαξε. Ἔπαψε νά εἶναι αἰθέριο, λεπτό. Ἔγινε παχύ σῶμα. Ἡ παχύτητα τῆς σάρκας ἀφενός καί ἀφετέρου ἡ θνητότητα. Αὐτό σημαίνει οἱ δερμάτινοι χιτῶνες. Δηλαδή γίναμε θνητοί. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἀθάνατος δυνάμει. Δυνάμει τί θά πεῖ; Θά μποροῦσε νά γίνει ἀθάνατος, ἄν ἔκανε ὑπακοή ἐνεργεία. Δυνάμει καί ἐνεργεία. Δυνάμει εἶναι ἡ δυνατότητα. Ἐνεργεία εἶναι ὅταν πραγματοποιεῖς αὐτή τή δυνατότητα. Παίρνεις ἄς ποῦμε μία σύνδεση στό ἴντερνετ, ἔχεις δυνάμει ἴντερνετ. Ἀλλά ἄν δέν τήν ἐνεργοποιήσεις τή σύνδεση, δέν τήν ἔχεις. Ἔχεις τή δυνατότητα, ἀλλά δέν τήν ἔχεις ἀξιοποιήσει. Βαφτιζόμαστε, εἴμαστε δυνάμει τέκνα Θεοῦ, παίρνουμε τή δυνατότητα νά γίνουμε παιδιά τοῦ Θεοῦ. Δέν τό ἐνεργοποιεῖς ὅμως γιατί δέν κάνεις σωστή ζωή. Εἶναι σάν νά μήν τό ἔχεις, σάν νά μή βαφτίστηκες. Πλάστηκε ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα μέ τή δυνατότητα τῆς ἀθανασίας, ἀλλά δέν τήν ἐνεργοποίησαν. Τούς εἶχε πεῖ ὁ Θεός, τούς εἶχε προειδοποιήσει «ἄν φᾶτε ἀπό τόν καρπό αὐτό τοῦ συγκεκριμένου δέντρου θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»14, θά πεθάνετε. Πηγαίνει ὁ διάβολος τώρα μέσα στόν ὄφη καί μιλάει στήν Εὔα. Ἡ Εὔα ραθυμοῦσα πιάνει κουβέντα, ἐνῶ δέν ἔπρεπε, καί χάφτει τό ψέμα πού τῆς εἶπε ὁ διάβολος. Ὁ διάβολος τί ἔκανε; Οὐσιαστικά συκοφάντησε τόν Θεό, διέβαλλε τόν Θεό. Ἔξ οὗ καί διαβολή. Διαβολή εἶναι συκοφαντία. Εἶπε στήν Εὔα ὅτι ὁ Θεός εἶναι ζηλιάρης, εἶναι φθονερός, δέν θέλει νά τοῦ πάρετε τή θέση… γι’ αὐτό σᾶς εἶπε νά μή φᾶτε ἀπό αὐτό τό δέντρο.. Κοιτάξτε πανουργία! Ἐάν φᾶτε, θά ἀνοίξουν τά μάτια σας, θά γίνετε σάν κι Αὐτόν, θά γίνετε θεοί. Καί ἡ Εὔα τά ξέχασε ὅλα… τό ὅτι εἶχε ζήσει μέ τόν Θεό καί ὅλα αὐτά… καί ἔχαψε τό ψέμα τοῦ διαβόλου. Ὅπως καί σήμερα τό ἴδιο ψέμα λέει ὁ διάβολος: ἀφῆστε τί λέει ὁ Θεός, ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ὀρθοδοξία κ.λ.π. ἐγώ τί θά σᾶς πῶ! Πάρτε τήν ἐπιστήμη ν’ ἀνοίξουν τά μάτια σας καί ἀφῆστε τήν πίστη καί τήν θρησκεία. Ἀφῆστε τόν Θεό… μέ τήν ἐπιστήμη… καί ἡ ἐπιστήμη θά σᾶς τά λύσει ὅλα τά προβλήματα. Τό ἴδιο ψέμα! Καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος χάνει τήν κοινωνία του μέ τόν Θεό. Βάζει λοιπόν ὁ Θεός αὐτόν τόν φραγμό, αὐτή τήν παχύτητα στή σάρκα, ἡ ὁποία προσέξτε, κι αὐτή θά καταργηθεῖ. Οἱ δερμάτινοι χιτῶνες θά καταργηθοῦν κι αὐτοί, καί θά ξαναγυρίσει τό σῶμα μας σ’ αὐτή τή λεπτότητα πού εἶχε πρίν τήν πτώση καί θά μποροῦμε πάλι νά βλέπουμε τόν πνευματικό κόσμο. Κι αὐτό γίνεται ἀμέσως μετά τόν θάνατο, πού ἀνοίγουν τά πνευματικά μάτια ἀλλά κατεξοχήν μέ τό σῶμα θά γίνει ὅταν ἀναστηθεῖ τό σῶμα, ἄφθαρτο πλέον, στή Δευτέρα Παρουσία. Καί μάλιστα θά πᾶμε στήν κατάσταση πού θά ἔφτανε ὁ Ἀδάμ ἐάν ἔκανε ὑπακοή. Βεβαίως οἱ ἀγαθοί, 56

ὄχι οἱ κακοί. Οἱ κακοί θά πάρουν κι αὐτοί ἄφθαρτο σῶμα ἀλλά εἰς κόλασιν αἰώνιον καί ὄχι εἰς ζωήν αἰώνιον. Ὁπότε ὁ Θεός μᾶς προφύλαξε, μᾶς ἔβαλε αὐτό τό στόπ. Τώρα τί γίνεται; Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος μέ δικούς του τρόπους καί μέσα, δαιμονικά οὐσιαστικά, δικά του ἀλλά συμβουλευμένα ἀπό τόν διάβολο, νά ἀνοίξει τά μάτια καί νά ἀρχίσει, ὅπως εἴπατε, νά βλέπει τά πονηρά πνεύματα. Αὐτό γίνεται μέ τούς μάγους, μέ τίς πνευματιστικές συγκεντρώσεις. Μέ τό ζόρι δηλαδή, ἐκβιάζει ὁ ἄνθρωπος τόν Θεό καί ὁ Θεός τό παραχωρεῖ. Θέλεις νά δεῖς τούς δαίμονες; Θά τούς δεῖς… Θά δεῖς τή γλύκα… Πάει ὁ μάγος, κάνει αὐτόν τόν κύκλο τόν μαγικό, βγάζει τά ροῦχα του κ.λ.π. εἶναι μιά διαδικασία ὁλόκληρη. Μέσα στό σκοτάδι ἐπικαλεῖται τό πονηρό πνεῦμα καί τοῦ ἐμφανίζεται! Καί βλέπει τούς δαίμονες. Ξέρετε τί ζημιά παθαίνει ὁ ἄνθρωπος πού βλέπει τούς δαίμονες; Φοβερή ζημιά! Τί ζημιά παθαίνουν οἱ μάγοι.. Φοβερή ζημιά.. καί τί ταλαιπωρία. Δέν συμφέρει στόν ἄνθρωπο νά βλέπει τά πονηρά πνεύματα. Πάντα κακό παθαίνεις ὅταν βλέπεις τά πονηρά πνεύματα. Αὐτό γίνεται καί ἔτσι κάποιοι ἄνθρωποι βλέπουν τά πονηρά πνεύματα. Ὑπάρχουν καί κάποιοι ἄλλοι πού πάλι βλέπουν ἀλλά γιά κάποιους ἄλλους λόγους… ὁ Θεός ξέρει. Δέν μποροῦμε νά τά ποῦμε ὅλα. Ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος ἄς ποῦμε, ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις, πού ὁ ἄνθρωπος, ἄν δέν βαφτιστεῖ σωστά, μπορεῖ ἀπό τό μέρος πού δέν πῆγε τό ἁγιασμένο νερό τῆς κολυμβήθρας, νά μπαίνει καί νά βγαίνει πονηρό πνεῦμα καί νά βλέπει τό παιδί πονηρά πνεύματα. Συμβαίνει κι αὐτό. Καί ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὅτι πρέπει νά ξαναβαφτιστεῖ τό παιδί κανονικά. Γι’ αὐτό λέω καί στούς γονεῖς πού βαφτίζουν, νά λένε στούς παπάδες νά τό βαφτίζουν κανονικά τό παιδί. Ὄχι νά παίρνουν τήν κανάτα καί νά χύνουν ἀπό πάνω νερό. Δέν εἶναι σωστό αὐτό. Μερικοί βάζουνε μιά κανάτα νερό στήν κολυμβήθρα καί βάζουν τό παιδί μέσα..τίποτα.. βρέχεται λίγο ἡ φτέρνα τοῦ παιδιοῦ. Δέν εἶναι βάφτιση αὐτό. Βάφτιση σημαίνει νά μπεῖ ὁλόκληρο τό παιδί μέσα, νά μή μείνει τίποτε ἔξω ἀπό τό νερό. Θά πεῖς, θά πνιγεῖ. Δέν πνίγεται! Ἔχει καί ὁ ἄνθρωπος τά ἀντανακλαστικά του. Λίγο θά τοῦ κλείσει τή μυτούλα καί τό στόμα μέ τό χέρι τό ἀριστερό, μέ τό δεξί θά τό κρατάει καί θά τό βάλει μέσα. Αὐτό εἶναι τό βάφτισμα. Καί ἔχει σημασία. Γι’ αὐτό ἔχουμε μεγάλες κολυμβῆθρες. Ἀλλιῶς θά παίρναμε ἕνα πιάτο, ἕνα αὐτό… θά τό ραντίζαμε, ὅπως κάνουν οἱ Παπικοί. Δέν εἶναι βάφτισμα αὐτό. Καί ἡ λέξη τό λέει. Βαφτίζω θά πεῖ ἐμβαπτίζω, τό βουτάω ὅλο μέσα, νά μή μείνει κομμάτι δηλαδή πού νά μή μπεῖ μέσα στό νερό. Ἀλλά κυρίως βλέπουν δαίμονες αὐτοί πού εἶναι μπερδεμένοι, τό ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος, καί μέ τή λέξη «μπερδεμένοι» ὁ Ἅγιος Πορφύριος ἐννοοῦσε τούς πολύ ἐγωιστές. Αὐτοί ἔχουν τέτοιες, ἄς τό ποῦμε.. ἐπιπλοκές, περιπλοκές, συμπλοκές μέ πονηρά πνεύματα. Ἐπειδή ἔχουν δώσει πολλά δικαιώματα, ἀφήνει ὁ Θεός καί ἔχουν τέτοιες δαιμονικές ἐμπειρίες. 57

Καί αὐτό πού εἶπες, ὅτι γνωρίζεις καλύτερα, δέν γνωρίζεις καλύτερα. Δέν προσθέτει τίποτα στή γνώση νά δεῖς ἕναν δαίμονα. Νομίζεις θά τόν καταλάβεις; Δέν θά τόν καταλάβεις. Πότε καταλαβαίνεις ἕναν δαίμονα, νά μπεῖς λίγο στήν οὐσία του; Ὅταν τόν γνωρίσεις πνευματικά. Ἡ πνευματική γνώση, ἡ πνευματική ὅραση. Πού σημαίνει τί; Νά ἔχεις πνευματική γνώση. Νά ἔχεις δηλαδή ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, ὁπότε θά ἔχεις καί τό ἀντίθετο. Ὅπως ἕνας πού ξέρει ποιό εἶναι τό καλό κρασί, ἔχει γευτεῖ τό καλό κρασί, πολύ εὔκολα καταλαβαίνει τό δευτέρας ποιότητος καί πολύ εὔκολα καταλαβαίνει τό ξίδι. Ἐνῶ ἕνας πού δέν ἔχει σχέση, εἶναι ἄσχετος τελείως, δέν ἔχει ποτέ γευτεῖ τί εἶναι Χάρις ἄς ποῦμε, τά μπερδεύει τά πράγματα καί λέει πνευματική ἐμπειρία κι αὐτή, πνευματική καί ἡ ἄλλη.. πνεῦμα τό ἕνα, πνεῦμα καί τό ἄλλο. Πνεῦμα εἶναι… Πνευματικές ἐκδηλώσεις κάνει καί ὁ κόσμος… καί χορεύουν οἱ δαίμονες, τά πονηρά πνεύματα! Πνευματικός ἄνθρωπος… καί ἔχει ἕνα πλῆθος δαιμόνων πίσω του ἄς ποῦμε πού τόν ἀκολουθοῦνε. Ὅλοι αὐτοί οἱ πνευματικοί ἄνθρωποι, καλλιτέχνες μεγάλοι, ἔχουν καταντήσει σήμερα… στόν δαιμονισμό, στήν εἰδωλολατρία, οἱ πιό πολλοί ἀπό αὐτούς.. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Ἔχουμε καί τέτοιες περιπτώσεις, ἀλλά εἶναι σπανιότατες. Ἀναφέρουν κάποιες τέτοιες περιπτώσεις γιά μεγάλους Ἁγίους πού ἔκαναν προσευχή καί ἔβγαλαν κάποιους ἀπό τήν κόλαση. Δέν εἶναι ὅμως ἡ τελική κόλαση. Προσέξτε, εἶναι μιά πρόγευση τῆς κόλασης. Γιατί ἡ κόλαση ἀκόμα δέν ἔχει δεχτεῖ κανέναν οὔτε ὁ Παράδεισος, μέ τήν ἔννοια τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμα, ἐπειδή δέν ἔχει γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία, δέν ἔχουν κατασταλάξει πλήρως τά πράγματα. Γι’ αὐτό καί ἔχει μεγάλη δύναμη ἡ προσευχή τῶν ζώντων, ἡμῶν δηλαδή, πού εἴμαστε ἐδῶ, γιά τούς κεκοιμημένους. Ἔχει μεγάλη δύναμη, γι’ αὐτό κάνουμε καί τά μνημόσυνα, τά τριήμερα, τά ἐννιάμερα, τά τεσσαρακονθήμερα, τά τρίμηνα, τά ἐξάμηνα καί ὅλα αὐτά. Γι’ αὐτό ἔχουν νόημα καί οἱ ἐλεημοσύνες πού κάνουμε καί τά κομποσκοίνια πού κάνουμε καί τά τρισάγια καί τά σαρανταλείτουργα. Ὅλα αὐτά πρέπει νά τά κάνουμε, εἶναι μεγάλη βοήθεια. Ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος, κι ἄν δέν τούς πάρεις νά τούς βγάλεις ἀπ’ τήν κόλαση, τούς δίνεις μιά πορτοκαλάδα. Εἶναι μιά ἀναψυχή κι αὐτό. Καί μοῦ ἔλεγε ἕνας ἅγιος, σύγχρονος ἄνθρωπος, εἶχε ἐμπειρία τῆς κόλασης καί εἶδε λέει τόν Ἄρειο. Φαντάζεστε νά δεῖ τόν Ἄρειο! Τόν μεγάλο αὐτόν.. καί λέει, πώ, πώ, ἦταν σέ ἄθλια κατάσταση ὁ ἄνθρωπος, νά κάνουμε, λέει, προσευχή καί γιά τόν Ἄρειο, νά τοῦ δώσουμε ἔτσι μιά ἀναψυχή. Τόν λυπήθηκε. Βλέπετε πῶς εἶναι ὁ Ἅγιος; Ἐμεῖς θά λέγαμε, ὤ… ὁ παλιοαιρετικός, ἄς ποῦμε, καλά νά πάθει… Δέν εἶναι ἔτσι. Κι αὐτός ἄνθρωπος εἶναι… Τραγικός ἄνθρωπος! Ὁ χριστιανός συμπονάει τούς πάντες καί σοῦ λέει νά κάνουμε προσευχή γιά τόν Ἄρειο. Φοβερό δέν εἶναι; Εἴμαστε τελικά πολύ-πολύ κοντά οἱ ἄνθρωποι μέ τούς κεκοιμημένους μας. Καί ὅλοι εἴμαστε κοντά.. Γιά σκέψου θά πᾶς στήν ἄλλη ζωή καί θά εἶσαι μέ τόν Μέγα Βασίλειο -ὁ Θεός νά δώσει- μέ τήν Παναγία! Δέν εἶναι μακριά μας αὐτά. Οὔτε καί εἶναι πολύ μακριά μας ὁ θάνατος. Μπορεῖ νά εἶναι καί αὔριο, πολύ γρήγορα. Γι’ αὐτό πρέπει νά εἴμαστε ἕτοιμοι κάθε στιγμή. Αὐτή ἡ ζωή εἶναι, ὅπως τό διαβάσαμε, 58

περίοδος προετοιμασίας καί ἔχει ἡμερομηνία λήξης. Ἀλλά ξεχνιόμαστε καί νομίζουμε ὅτι θά μείνουμε αἰώνια ἐδῶ πέρα. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Νά μή βασιστοῦμε σ’ αὐτό. Ἐντάξει, οἱ Ἅγιοι ἔχουν μεγάλη δύναμη στήν προσευχή τους, ἀλλά νά κάνουμε κι ἐμεῖς ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπό μᾶς. Θά ζητήσουμε βέβαια νά μᾶς κάνουν καί τά μνημόσυνά μας καί τά σαρανταλείτουργά μας καί πολύ καλά κάνουν κάποιοι καί λένε ὅτι θά ἀφήσω τήν περιουσία μου, ὄχι στόν τάδε χαραμοφάη, ἄς εἶναι καί πρώτου βαθμοῦ συγγενής, θά τά ἀφήσω στόν ἄνθρωπο πού θά μοῦ κάνει κι ἕνα σαρανταλείτουργο. Καλά κάνουν. Θά σκεφτοῦν καί τήν ψυχή του. Ὁ ἄλλος θά τά φάει, θά καταστραφεῖ καί ὁ ἴδιος καί αὐτός πού τά δίνει δέν θά ἔχει καί αὐτός ὁ καημένος καμιά ὠφέλεια. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Ὅπως ὁ Χριστός τήν Ἐκκλησία, ὄχι ἁπλῶς ὡς ἑαυτόν, προσέξτε! Πῶς ἀγάπησε ὁ Χριστός τήν Ἐκκλησία; Ὑπέρ ἑαυτόν! Πάνω ἀπό τόν ἑαυτό Του! Εἶναι μεγαλεῖο αὐτό. Καί λέει ὁ Χριστός, ὅπως Ἐγώ ἀγάπησα ἐσᾶς, ἔτσι θέλω κι ἐσεῖς νά ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ἄντρας – γυναίκα καί μεταξύ μας κ.λ.π. Πῶς μᾶς ἀγάπησε ὁ Χριστός; Ἄχρι θανάτου. Ἄχρι θά πεῖ μέχρι. «Μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ»15 καί ἔτσι θέλει νά ἀγαπιόμαστε κι ἐμεῖς, νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά σταυρωθοῦμε γιά τόν ἀδελφό μας. Ἄρα, νά ἀγαπᾶμε τόν ἄλλον πάνω ἀπό τόν ἑαυτό μας. Ἀφοῦ εἶσαι διατεθειμένος νά πεθάνεις γιά τόν ἄλλον, σημαίνει ὅτι εἶσαι ἕτοιμος νά ὑπερβεῖς τόν ἑαυτό σου καί τήν ὕπαρξή σου καί νά τή δώσεις στόν ἄλλον. Ἔτσι θέλει νά ἀγαπιόμαστε καί ἔτσι θέλει καί ὁ ἄνδρας νά ἀγαπάει τή γυναίκα, πού σημαίνει -αὐτό εἶναι πολύ ἀνώτερο καί ἀπό τήν ὑπακοή- ὅτι θά τῆς κάνει καί ὑπακοή. Ὅταν ἀγαπᾶς τόν ἄλλον, εἶναι αὐτονόητο ὅτι θά τοῦ κάνεις καί τό χατίρι. Δέν θά σοῦ πεῖ ἡ γυναίκα σου πᾶμε μιά βόλτα κι ἐσύ θά πεῖς ἄσε με τώρα, εἶμαι κουρασμένος.. Θά πεῖς, θά τό κάνω. Ἀφοῦ τό ζητᾶς καί τό θέλεις, θά τό κάνω. Κι ἄς εἶσαι κουρασμένος, δέν τό σκέφτεσαι αὐτό, γιατί ἡ ἀγάπη ξεχνάει τήν κούραση καί ὑπερβαίνει τή φιλαυτία. Ὁπότε ἡ ὑπακοή εἶναι ἀμφίδρομη. Ὁ Ἀπόστολος λέει, ἡ γυναίκα νά κάνει ὑπακοή στόν ἄνδρα, ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὁ ἄνδρας θά εἶναι ὁ δερβέναγας καί θά δίνει διαταγές καί θά κραδαίνει τό Εὐαγγέλιο καί θά λέει, κοίταξε ἐδῶ, θά πρέπει νά κάνεις ὑπακοή… Ἡ ἀγάπη ἔχει μέσα καί τήν ὑπακοή. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Θά πάρεις καί τά παιδιά μαζί. Ὅλοι μαζί. Ξέρετε ἅμα λειτουργήσει σωστά ὁ γάμος, μετά μπαίνουν καί τά παιδιά μέσα σ’ αὐτό τό κλίμα τῆς ὑπακοῆς καί γίνεται ἕνας Παράδεισος. Ἀλλά τό πρόβλημα εἶναι ὅτι εἴμαστε ἀτελεῖς. Πολλές φορές βιαζόμαστε στίς ἐπιλογές μας, ἤ καί ἐμεῖς δέν ξέρουμε καλά-καλά τί μᾶς γίνεται, δέν ἔχουμε μετανοήσει. Ἔχουμε πολλά τέτοια ζευγάρια πού ξεκίνησαν ὡς εἰδωλολάτρες, ὡς κοσμικοί, κατ’ ὄνομα χριστιανοί, κάποιος στήν πορεία ἄλλαξε, μετά μπορεῖ νά ἄλλαξε καί ὁ ἄλλος, μέ διαφορά ταχύτητας, φάσης, προθυμίας κ.λ.π. ὁ ἕνας τραβάει 59

τόν ἄλλον… Τά παιδιά τώρα ποῦ θά πᾶνε;.. Στό πιό εὔκολο, στό πιό βολικό, ἐκεῖ πού μᾶς τρέφουν τά πάθη μας! Καί γίνεται αὐτή ἡ ἀκαταστασία. Εὐχῆς ἔργο θά ἦταν αὐτοί οἱ γονεῖς πού εἶναι χριστιανοί, συνειδητοποιημένοι, νά φτιάξουν παιδιά πού νά βγάλουν τέτοιες οἰκογένειες, πού νά ξεκινήσουν ἀπό μωρά, ἀπό μικρά παιδιά νά ζοῦνε τό πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ. Πάλι ὁ διάβολος πολεμάει, ἀλλά θά εἶναι πολύ πιό εὔκολα καί πολύ πιό χαρούμενα τά πράγματα. Νά σᾶς πῶ ἕνα.. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει ὅτι τά παιδιά πρέπει νά παντρεύονται μικρά καί ἀπό 16 χρονῶν ἀκόμα. Σκεφτεῖτε δυό τέτοια παιδιά, πού ἀγαπᾶνε τόν Χριστό, ἀπό 16 ἐτῶν καί ξεκινᾶνε τήν οἰκογένειά τους, πόσο πιό εὔκολα τά παιδιά τους θά μποῦνε μέσα σ’ αὐτό τό πνεῦμα. Οὔτε τηλεόραση οὔτε ἴντερνετ οὔτε κινητά τίποτε… Ἁγία Γραφή, μελέτη, Ἅγιοι Πατέρες, μετάνοιες, κομποσκοίνια.. Θά πεῖς εἶναι δυνατόν; Εἶναι. Γίνεται, ἀλλά προϋποθέτει διάφορα πράγματα. Νά ἐφαρμόσεις ὅλα αὐτά πού λέει ὁ Ἅγιος Πορφύριος γιά τή σύλληψη. Ἡ ἀγωγή τοῦ παιδιοῦ ξεκινάει ἀπ’ τή σύλληψη. Ὅταν ἡ σύλληψη γίνει μέσα σέ μιά ἅγια ἀτμόσφαιρα -θά βγάλουμε πρῶτα ὁ Θεός ἕνα βιβλιαράκι πού τά λέμε αὐτά μέσα ἐκεῖ- πού λέει πρέπει οἱ γονεῖς νά θυμιάσουν, νά προσευχηθοῦν, μετά νά συνέλθουν κ.λ.π. Νά ὑπάρχει μιά ἅγια ἀτμόσφαιρα καί ὄχι μιά σαρκική καί φιλήδονη ἄς ποῦμε ἀτμόσφαιρα. Μετά αὐτό μεταγγίζεται στό παιδάκι πού θά προέλθει ἀπό μιά τέτοια σχέση. Ὅταν ἡ γυναίκα εἶναι ἔγκυος καί ζεῖ κατά Θεόν, ἁγιάζεται κάθε μέρα, μελετᾶ τήν Ἁγία Γραφή, δυνατά ὅπως λέει ὁ Ἅγιος, νά ἀκούει καί τό ἔμβρυο, μελετᾶ καί ὁ πατέρας δίπλα στή μητέρα, ἀκούει τό παιδί καί τή φωνή τοῦ πατέρα, θυμιάζουνε, ἐκκλησιάζονται, κοινωνοῦνε.. τό παιδάκι μέχρι νά βγεῖ, ἐννιά μῆνες, ἔχει ἁγιαστεῖ ἤδη. Ἀπό τήν κοιλιά τῆς μάνας του εἶναι ἅγιο καί τό χαίρεσαι κι ἐσύ τότε. Βλέπετε, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, λέει, σκίρτησε στήν κοιλιά τῆς μητέρας του16 ἕξι μηνῶν ἔμβρυο. Τί θά πεῖ σκίρτησε; Ἔτσι τυχαῖα τοῦ ἦρθε νά κλωτσήσει ἐκείνη τήν ὥρα; Ὄχι! Αἰσθάνθηκε τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ πού ἤτανε στήν κοιλιά τῆς Θεοτόκου. Καί πῶς τήν αἰσθάνθηκε; Ἐπειδή οἱ γονεῖς του ἦταν ἅγιοι. Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας καί ἡ Ἁγία Ἐλισάβετ εἶχαν μεταγγίσει τήν ἁγιότητα στόν Τίμιο Πρόδρομο καί εἶχε πνευματικά αἰσθητήρια ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἀπ’ τήν κοιλιά τῆς μάνας του. Καί αἰσθάνθηκε τόν Χριστό.. Εἶχε προφητικό χάρισμα ἀπό ἔμβρυο! Μεγαλεῖο… Ἀπό ἔμβρυο Προφήτης! Ἔβλεπε μέ τά σωματικά μάτια; Ὄχι! Πῶς εἶδε τόν Χριστό στήν κοιλιά τῆς Παναγίας; Τόν εἶδε μέ τά μάτια τά προφητικά, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτό εἶναι τό μεγαλεῖο. Δηλαδή, ἄν οἱ γονεῖς εἶναι ἅγιοι, ἡ ρίζα, μεταγγίζεται αὐτό τό πράγμα. Καί ἀπό γενιά σέ γενιά αὐτό αὐξάνεται καί αὐτή εἶναι ἡ ἐλπίδα τοῦ κόσμου, νά δημιουργηθεῖ μιά γενιά ἁγίων. Ἄν δεῖτε τήν πορεία τοῦ Χριστοῦ, πῶς προῆλθε ὁ Χριστός; Ἀπό γενιά σέ γενιά, τό οἰκονόμησε ἔτσι ὁ Θεός, καί ἔγινε ἕνας ἐξαγνισμός, μιά κάθαρση στούς προγόνους τοῦ Χριστοῦ καί φτάνουμε στό ἁγιότερο ζευγάρι πού ὑπῆρξε ποτέ στή γῆ, τόν Ἅγιο Ἰωακείμ καί τήν Ἁγία Ἄννα. Τό ἁγιότερο ζευγάρι ἀπό τό ὁποῖο προέρχεται ἡ Θεοτόκος. Δέν εἶναι τυχαῖο… Ἡ Παναγία λέμε.. Πῶς βρέθηκε ἡ Παναγία; Τυχαῖα; Ὄχι. Ἔγινε μιά προεργασία αἰώνων, μέ συνεργασία τῶν ἀνθρώπων, τῶν προγόνων τοῦ Χριστοῦ, καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 60

Καταλάβατε; Δέν εἶναι τυχαῖο δηλαδή ἕνας ἅγιος. Εἶναι προεργασία ἀνθρώπων καί Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτό εἶναι καί τό καθῆκον τῶν γονέων, νά παράγουν Ἁγίους. Εἶναι πολύ σπουδαῖο πράγμα ὁ γάμος. Εἶναι τό θεμέλιο τῆς ζωῆς καί τοῦ κόσμου, στήν παροῦσα κατάσταση, γιατί εἴπαμε μετά θάνατον θά καταργηθεῖ καί ὁ γάμος. Μερικοί ἔχουν φτάσει στό ἄλλο ἄκρο καί ἔχουν ἀπολυτοποιήσει τόν γάμο. Εἶναι ἄλλη παγίδα κι αὐτή καί σοῦ λέει: πάνω ἀπ’ ὅλα οἰκογένεια… τό παιδί πρέπει νά παντρευτεῖ… Καί ἐγώ ἀπό μικρός αὐτό ἄκουγα, σκοπός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά κάνει οἰκογένεια… Ποῦ τό γράφει αὐτό; Τό λέει πουθενά; Πουθενά δέν τό λέει στήν Ἁγία Γραφή. Σκοπός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ θέωση, δέν λέει νά κάνει οἰκογένεια. Ἀλλά ἔχει ἀπολυτοποιηθεῖ ὁ γάμος ὡς κάτι πού δέν ὑπάρχει ἀνώτερό του. Ἐνῶ ὑπάρχει καί εἶναι ἡ παρθενία. Εἶναι αὐτό πού ὑπῆρχε πρίν ἀπό τόν γάμο ἀκόμα. Πρίν ἀπό τόν γάμο τί βασίλευε στόν Παράδεισο; Ἡ παρθενία. Ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα ἦταν παρθένοι καί αὐτό θά ξαναρθεῖ. Μετά τήν Δευτέρα Παρουσία πάλι ἡ παρθενία θά βασιλεύει, θά καταργηθεῖ ὁ γάμος. Γι’ αὐτό δέν πρέπει νά ἀπολυτοποιεῖται ὁ γάμος. Εἶναι ἕνα σχῆμα, σᾶς εἶπα, πρός κατάργηση, ὅπως καί ἡ κοιλία καί τά βρώματα – τά φαγητά. Θά καταργηθοῦν αὐτά. Τό ἔχει ὁ Θεός γιά τήν παροῦσα κατάσταση τῆς πτώσης. Δέν πρέπει νά πιέζουμε τά παιδιά ὁπωσδήποτε νά παντρευτοῦν, λές καί εἶναι ἐπιτυχία ὁ γάμος. Ἐπιτυχία δέν εἶναι νά κάνεις γάμο. Ἐπιτυχία εἶναι νά κάνεις ἕναν ἐν Χριστῷ γάμο καί νά ἔχεις μία ἐν Χριστῷ οἰκογενειακή ζωή. Τότε ναί, εἶναι ἐπιτυχία. Ἀλλιῶς, μπορεῖ νά εἶναι καί κόλαση καί νά σέ ὁδηγήσει σέ κόλαση αὐτός ὁ γάμος πού δέν εἶναι ἐν Χριστῷ. Σήμερα, ἄς ποῦμε, ἔτσι ὅπως ἔχει γίνει ὁ γάμος σέ πολλές περιπτώσεις δέν εἶναι παρά μιά διαδικασία κολαστική, γιατί ὑπό τήν κάλυψη τοῦ γάμου γίνονται ὅλες οἱ διαστροφές, οἱ σαρκικές διαστροφές. Καί ἔχει καταντήσει νά εἶναι ἕνας νομιμοφανής σοδομισμός, νά τό ποῦμε ἔτσι. Ξέρετε τί θά πεῖ ἡ λέξη σοδομισμός. Σόδομα καί Γόμορρα. Καί φυσικά αὐτό σέ καμιά περίπτωση δέν τό θέλει ὁ Θεός. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Τί λέει τό Εὐαγγέλιο; Θά εἴμαστε «ὅπως οἱ ἄγγελοι στόν οὐρανό»17. Οἱ ἄγγελοι ἔχουν φύλο; Δέν ἔχουν φύλο. Θά καταργηθοῦν αὐτά. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Ἔχει συνείδηση, αὐτοσυνειδησία. Καί μνήμη. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Ἀφοῦ δέν θά ἔχει αἰσθήσεις. Πῶς μποροῦμε νά τό ποῦμε νά τό καταλάβουμε; Θά ἔχει τήν μνήμη, θά ἔχει τήν ἐπιθυμία αὐτή νά γευτεῖ πάλι, ἀλλά δέν θά μπορεῖ νά τό γευτεῖ ἀφοῦ δέν θά ἔχει σῶμα καί αἰσθήσεις, ὅλα αὐτά, μέ τή λειτουργία αὐτή πού ἔχουμε τώρα. Τώρα τό σῶμα δίνει μιά παρηγοριά στήν ψυχή, λίγο ὁ ἄνθρωπος ξεχνιέται ἄς ποῦμε. Ἐνῶ ἔχει τύψεις, βάσανα.. τρώει ἕνα καλό φαγητό καί λίγο ξεχνιέται, παρηγοριέται… ξαπλώνει λίγο, κοιμᾶται… πάει στήν θάλασσα. Ἐκεῖ δέν θά ἔχεις τίποτα ἀπό αὐτά. Θά εἶσαι μόνο μέ τίς ἐπιθυμίες σου καί μέ τίς μνῆμες σου, 61

τίς τύψεις ἤ τά καλά πού ἔκανες. Θά ἔχεις τήν αἴσθηση, ἄν ἔκανες καλά, αὐτῆς τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ. Ἀπό τό ἄλλο, ἀπό τά κακά θά ἔχεις τίς τύψεις, θά ἔχεις τόν ἔλεγχο τῆς συνειδήσεως. Γιατί νά τό κάνω ἐγώ τό κακό αὐτό; Δέν θά ἔχεις παρηγοριές σωματικές, γιατί δέν θά ὑπάρχουν οἱ σωματικές αἰσθήσεις. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Ἐδῶ τώρα τό ξεχνᾶμε! Τρῶς ἕνα καλό φαγητό, αὔριο τό θυμᾶσαι; Δηλαδή θυμᾶσαι τήν εὐχαρίστηση; Τίποτα δέν θυμᾶσαι. Ἁπλῶς ὅτι ἦταν ἕνα ὡραῖο φαγητό. Ἐντάξει. Καί τί ἔγινε; Μετά ἀπό δέκα μέρες κι αὐτό τό ξεχνᾶς, δέν μένει κάτι δηλαδή. Εἶναι μάταιο. Ἀκόμα -συγγνώμη- κι αὐτή ἡ σαρκική πράξη, ἄς ποῦμε, καί οἱ ἴδιοι τό λένε, δέν εἶναι τίποτα αὐτό τό πράγμα. Αὐτό εἶναι;, σοῦ λέει ὁ ἄλλος, πού μᾶς τό ἐξογκώνουν καί μᾶς τό παρουσιάζουν σάν νά εἶναι κάτι τό τρομερό καί φοβερό.. τίποτα σοῦ λέει δέν εἶναι αὐτό. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Τό θέμα εἶναι πώς δέν μένει τίποτα. Καί πῶς τό καταλαβαίνουμε πώς δέν μένει τίποτα; Γιατί ὁ ἄνθρωπος πού τό κάνει αὐτό, μετά ἀπό λίγο θέλει νά τό ξανακάνει. Ἄν ἔμενε αὐτή ἡ εὐχαρίστηση, δέν θά χρειαζόταν νά τό ξανακάνει. Καί ὄχι μόνο θέλει νά τό ξανακάνει, πρόσεξε! Ὅταν τό κάνεις καί πολλές φορές, τό βαριέσαι καί μετά θέλεις νά κάνεις κάτι ἄλλο γιά ποικιλία καί πᾶς ἀπό διαστροφή σέ διαστροφή. Αὐτό γίνεται. Γι’ αὐτό δέν πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά κολλήσει σ’ αὐτές τίς ἡδονές. Αὐτό γίνεται τώρα στόν κόσμο, ἔχει κολλήσει στήν ἡδονή στό σῶμα καί κυνηγάει ὁ ἄνθρωπος τίς ἡδονές τοῦ σώματος. Αὐτό εἶναι τό παρά φύσιν. Ἡ ἡδονή, λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἀρχικά ἦταν στόν νοῦ, δέν ἦταν στό σῶμα. Ἦταν ἡδονή πνευματική πού εἶχε ὁ ἄνθρωπος κοινωνώντας μέ τόν Θεό. Αὐτή εἶναι ἡ πραγματική ἡδονή, τήν ὁποία ἡδονή δέν ξεχνᾶς. Αὐτή τήν ἡδονή δέν ξεχνᾶς. Αὐτή διατηρεῖται. Ἕνας ἄς ποῦμε πού μιά φορά εἶδε τόν Θεό, εἶχε μιά ἐμπειρία θεώσεως.. μπορεῖ νά ἔχεις – νά δώσει ὁ Θεός νά ἔχεις! Αὐτό δέν ξεχνιέται ποτέ. Τό τί αἰσθάνθηκες, πόσο ὡραῖα ἤσουνα τότε, δέν τό ξεχνᾶς ποτέ. Εἶναι ἡ ἡδονή τοῦ νοῦ, αὐτή δέν ξεχνιέται. Ἡ ἡδονή τοῦ σώματος ξεχνιέται. Λοιπόν, καί τί ἔγινε μέ τήν πτώση; Ἡ ἡδονή ἔφυγε ἀπό τόν νοῦ καί πῆγε στό σῶμα καί ἄρχισε ὁ ἄνθρωπος νά κυνηγάει τήν ἡδονή πού ἔρχεται μέσω τῶν αἰσθήσεων, μέσω τοῦ ἐρεθισμοῦ τῶν αἰσθήσεων, τί θά δῶ, τί θά ἀκούσω – μουσική, τί θά γευτῶ – ἡ γλώσσα, ὁ οὐρανίσκος, τί θά πιάσω… πῆγε στίς αἰσθήσεις. Ἡ ἀποκατάσταση τώρα τοῦ ἀνθρώπου ποιά εἶναι; Νά ξαναγυρίσει ἡ ἡδονή στόν νοῦ. Γι’ αὐτό ὁ ἄνθρωπος θά πρέπει νά ἀγωνιστεῖ. Μέ τήν ἐγκράτεια ὁ ἔγγαμος, ἄς ποῦμε. Εἶσαι ἔγγαμος… ἐντάξει. Τί θά πεῖ εἶσαι ἔγγαμος; Θά πρέπει νά γίνεις δοῦλος στό σῶμα; Στή σάρκα; Νά μή σκέφτεσαι τίποτα ἄλλο, μόνο αὐτό; Νά γίνεις ἕνα ζῶο, ἕνας χοῖρος πού θά κυλιέσαι συνέχεια στίς σαρκικές ἡδονές; Ὄχι, θά βάλεις ὅρια. Σοῦ λέει: Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο δέν θά κάνεις, γιατί εἶναι μέρες νηστείας, Σαρακοστές, μεγάλες γιορτές… ἔχει ἕνα σωρό περιορισμούς. Ποιός; Ἡ Ἐκκλησία. 62

Γιατί; Γιά νά σέ μάθει νά πάρεις τήν ἡδονή ἀπό τή σάρκα καί νά τήν πᾶς στόν νοῦ, νά μήν κυνηγᾶς τή σαρκική ἡδονή. Ὁ μοναχός, πού δέν ἔχει σαρκικές σχέσεις, θά κάτσει στήν τράπεζα. Δέν θά σκέφτεσαι τό φαγητό, θά ἀκοῦς τόν ἀναγνώστη πού διαβάζει. Νά εἶναι ὁ νοῦς σου ἐκεῖ. Ὄχι ἄν εἶναι νόστιμο ἤ ὄχι, ἄν ὁ μάγειρας τό ἔκαψε τό φαγητό ἤ δέν τό ἔκαψε. Αὐτός εἶναι ὁ ἀγώνας καί τῶν μέν καί τῶν δέ. Καί τότε πετυχαίνει ὁ γάμος, ὅταν καταφέρει ὁ ἔγγαμος νά ἀπαγκιστρώσει τήν ἡδονή ἀπό τό σῶμα καί νά τήν πάει στόν νοῦ καί νά φτάσουν νά μήν ἔχουν ἀνάγκη σαρκικῆς σχέσης, νά ζοῦνε σάν ἀδέλφια καί νά ἔχουν τή χαρά τους στόν Θεό καί ὄχι στή σάρκα. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Βέβαια, γιατί ὁ ἄνθρωπος μέ τήν νοερά προσευχή ἀρχίζει νά γευέται τίς ἡδονές τοῦ νοῦ, πού εἶναι πνευματικές ἡδονές, εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ πού ἀρχίζει καί τήν αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος στήν καρδιά του καί εἶναι αὐτή ἡ ἡδονή ἡ ὁποία δέν μολύνει τόν ἄνθρωπο, ἴσα-ἴσα τόν ἁγιάζει. Αὐτές τίς ἡδονές πρέπει νά κυνηγᾶμε, τίς πνευματικές ἡδονές. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Ναί, καί ὁ Ἅγιος Παΐσιος τό λέει αὐτό, γιατί μετά θά εἶναι Παράδεισος. Ἀλλά θά ὑπάρχει αὐτή ἡ μνήμη τῶν ἀγαθῶν πράξεων. Ὅλα αὐτά θά ὑπάρχουν στόν ἄνθρωπο, οἱ καλές πράξεις πού ἔκανε καί ὅλα αὐτά. Λέει ὁ Ἅγιος Παΐσιος, θά εἶναι σάν ἕνα δωμάτιο, ὅπως εἴμαστε καλή ὥρα τώρα ἐδῶ ἄς ποῦμε, μέσα στό φῶς, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, θά χαιρόμαστε, θά ἔχουμε κοινωνία μεταξύ μας, μέ τόν Χριστό, μέ τούς ἁγίους, ἐνῶ οἱ κολασμένοι εἶναι αὐτοί πού θά εἶναι ἀπ’ ἔξω. Ἐμεῖς δέν θά τούς βλέπουμε αὐτούς, γιατί μετά δέν θά εἶναι Παράδεισος νά βλέπεις τήν Κόλαση, τί τραβᾶνε αὐτοί ἐκεῖ. Ἐνῶ αὐτοί θά βλέπουν τά φῶτα καί θά καίγονται, θά αὐξάνει ἡ λύπη τους. Εἶναι τό τί στερηθήκαμε λόγω τῆς ἀνοησίας μας. Ἀλλά καί οἱ ἴδιοι θά ζοῦνε μία μεγάλη ἀπομόνωση καί κόλαση. Αὐτό πού εἶπε πάλι ὁ Ἅγιος Μακάριος ρωτώντας τό κρανίο ἐκεῖνο πού βρῆκε στήν ἔρημο καί τοῦ εἶπε ὅτι εἴμαστε δεμένοι πλάτη μέ πλάτη. Εἶναι αὐτή ἡ ἀκοινωνησία γιά τήν ὁποία μιλήσαμε, αὐτή ἡ ἀποξένωση. Δέν βλέπει ὁ ἕνας τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου. Ἀκοινωνησία… Τώρα μοῦ ἔρχεται νά πῶ κάτι… ἐντάξει μποροῦμε νά τό ποῦμε… Βλέπετε καί στίς διεστραμμένες σχέσεις, στό ἀνδρόγυνο ἄς ποῦμε, δέν βλέπει ὁ ἕνας τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου. Ὅταν ὑπάρχει σχέση θά πρέπει ὁ ἕνας νά βλέπει τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου, ἀλλιῶς εἶναι διαστροφική σχέση. Τά ζῶα δέν βλέπουνε. Τά ζῶα βλέπετε πάει τό ἕνα πίσω ἀπό τό ἄλλο. Δέν εἶναι αὐτό σωστό. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά βλέπει ὁ ἕνας τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου, νά μή χάνεται ἡ κοινωνία. Ποτέ δέν πρέπει νά χάνεται ἡ κοινωνία. 63

Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Μπορεῖ νά εἶναι καί τῆς φαντασίας του. Ἡ φαντασία, ὅταν ὁ ἄλλος ἔχει ἐπιθυμία νά δεῖ κάποιον, ἔχει τή δυνατότητα νά πλάθει τήν μορφή του καί νά νομίζει ὅτι βλέπει ὄντως αὐτόν πού βλέπει. Μπορεῖ νά εἶναι πλάσματα τῆς φαντασίας του ἤ μπορεῖ νά εἶναι καί ἀπό τόν πονηρό ἤ μπορεῖ νά εἶναι καί αὐτό πού λέει ὁ π. Σεραφείμ, μιά προετοιμασία. Παραχωρεῖ ὁ Θεός… Ἀλλά ἐκεῖνο πού γνωρίζουμε εἶναι ὅτι οἱ ψυχές δέν μετακινοῦνται. Εἶναι ἐκεῖ πού εἶναι. Ποῦ εἶναι; Ἐκεῖ πού θέλει ὁ Θεός νά εἶναι μέχρι νά γίνει ἡ τελική Κρίση. Στόν τόπο πού ἔχει ὁρίσει ὁ Θεός, δέν μετακινοῦνται. Ἐκτός ἐάν θελήσει ὁ Θεός νά τίς μετακινήσει. Καί οἱ Ἅγιοι ἀκόμα πῶς βοηθοῦν; Ἐπειδή εἶναι μέσα στό Φῶς τοῦ Θεοῦ, καταλάμπονται ἀπό τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός διά τῆς Χάριτός Του τούς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Μιχάλης τώρα ἄς ποῦμε παρακαλεῖ τόν Ἅγιο Παντελεήμονα νά τόν βοηθήσει. Ὁ Ἅγιος Παντελεήμονας δέεται καί ἡ προσευχή τοῦ Ἁγιου Παντελεήμονος ἀκουμπάει τόν Μιχάλη. Αὐτό γίνεται. Ἔτσι μᾶς βοηθοῦν οἱ Ἅγιοι. Δέν εἶναι πανταχοῦ παρόντες. Οὔτε οἱ Ἄγγελοι οὔτε οἱ Ἅγιοι. Πανταχοῦ παρών εἶναι μόνο ὁ Θεός μέ τή Χάρη Του, μέ τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί αὐτή ἡ Χάρις εἶναι πού πληροφορεῖ καί τούς Ἁγίους καί οἱ προσευχές μας φθάνουν μέσω τῶν ἁγίων ἀγγέλων στόν Θεό καί ἑνώνονται μέ τίς προσευχές τῶν Ἁγίων. Λέει στήν Ἀποκάλυψη πού οἱ ἀγγελοι ἔχουν τίς φιάλες μέ τίς προσευχές τῶν ἁγίων μπροστά στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά τελευταῖα, λέει, οἱ Ἅγιοι ἔχουν ἀνεργία… δέν τούς ἐπικαλούμαστε. Τούς ἔχουμε ξεχάσει, ἐνῶ ἔχουν τεράστιες δυνατότητες οἱ Ἅγιοι. Νά τούς ἐπικαλούμαστε τούς Ἁγίους πάρα πολύ. Γιατί εἶναι ἄνθρωποι κι αὐτοί σάν κι ἐμᾶς καί μᾶς καταλαβαίνουν πολύ καλά καί εἶναι πρόθυμοι νά μᾶς βοηθήσουν. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Ὄχι, πτωτική ὄχι. Ἀνοδική θά ἔχει. Ἕνας πού πεθαίνει ἐν μετανοίᾳ, δηλαδή εἶναι σέ κατάσταση ἁγιασμοῦ, συνεχίζεται ἡ ἄνοδος καί μετά. Αὐτό τό ἄνοιγμα συνεχίζεται στήν αἰωνιότητα. Ὅταν ὅμως εἶναι κακός, σταματάει ἡ κακία του. Ὁπότε ὁ θάνατος εἶναι καλός καί γιά τούς καλούς καί γιά τούς κακούς. Γιά τούς καλούς γιατί τούς ἀνοίγει τόν δρόμο γιά τήν ἁγιότητα ἀκόμα περισσότερο καί πλέον δέν φοβοῦνται μήπως πέσουν. Ἐνῶ ὅσο εἴμαστε ἐδῶ, πάντα ἔχεις αὐτό τόν φόβο. Λές μήν ἀμελήσω, μήν, μήν… καί πρέπει νά τόν ἔχουμε. Χωρίς ἄγχος, νά ἔχουμε ἕναν καλό φόβο μή χάσουμε τήν ψυχή μας. Ὁ κακός πάλι ὠφελεῖται μέ τόν θάνατο γιατί παύει νά ἁμαρτάνει. Δέν συνεχίζεται ἡ πτωτική του πορεία. Ὅπου πῆγε, πῆγε. Μέχρι ἐκεῖ, δέν πάει πιό κάτω. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Ἐφόσον δέν ἦταν ἐν μετανοίᾳ, δέν μπορεῖ νά βελτιωθεῖ. Γιατί δέν μπορεῖ; Γιατί δέν θέλει ὁ ἴδιος. Ἐφόσον στή ζωή αὐτή δέν θέλησε, μετά θάνατον οὐκ ἔστι μετάνοια, τό λένε σαφῶς οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Δέν μπορεῖ νά ἀλλάξει. Μετά θάνατον παγιώνεται, σταθεροποιεῖται. 64

Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Ἐφόσον εἴμαστε ἐν μετανοίᾳ, ὁ Θεός θά βοηθήσει καί θά τά ξεπεράσουμε. Σιγά-σιγά, προϊόντος τοῦ χρόνου θά ἁγιαστοῦμε, θά ἐξελιχθοῦμε ἀνοδικά καί θά τά ἀποβάλλουμε. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Ἡ μετάνοια εἶναι τό πρῶτο ἄκτιστο φῶς πού βλέπει ὁ ἄνθρωπος. Βλέπω πολλές φορές, καί πολύ χαίρομαι, τή μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου μετά τή συγχωρητική εὐχή. Πάρα πολλές φορές τό ἔχω δεῖ αὐτό, ἰδίως στούς ἀνθρώπους πού πρώτη φορά ἐξομολογοῦνται. Τοῦ λές, ἔχεις ἐξομολογηθεῖ ποτέ σου; Λέει, μικρό παιδί.. καί ἔρχεται τώρα 35-40 χρονῶν καί τόν βλέπεις εἶναι μέσα στίς μαῦρες του πού λέμε. Ἀγέλαστος, σκοτεινός… λές ἄντε βρέ παιδί μου, θά σέ βοηθήσω καί ἐγώ… ἄντε σιγά-σιγά… τόν βοηθᾶς κι ἐσύ καί ἀφοῦ τοῦ διαβάσεις τήν εὐχή καί μετά σοῦ σπάει ἔνα χαμόγελο! Καί λές, βρέ παιδί μου, ἔτσι! Ἄνοιξε ὁ οὐρανός! Αὐτό εἶναι. Αὐτό εἶναι μεταμόρφωση. Αὐτό εἶναι ἀπάθεια. Αὐτό εἶναι ἄκτιστο φῶς. Τό πρῶτο ἄκτιστο φῶς. Νά τί κάνει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Ἄντε νά τό κάνει ἕνας ψυχίατρος αὐτό… Κανένας δέν μπορεῖ νά τό κάνει, ἕνας ψυχολόγος… δέν μπορεῖ. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Μπορεῖ νά εἶναι καί ἀπάτες, τό πρῶτο πού πρέπει νά ξέρετε. Μερικοί πού βλέπουν κάθε μέρα τήν Παναγία καί τόν Χριστό καί… Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Οἱ πραγματικές ἐμφανίσεις εἶναι πάλι ὅπως θέλει ὁ Θεός. Μπορεῖ ὁ Θεός νά παραχωρεῖ. Μπορεῖ νά εἶναι καί ἄγγελος πού νά παίρνει τή μορφή τοῦ ἁγίου. Μπορεῖ κι αὐτό. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Μπορεῖ νά εἶναι ἄγγελος μέ τή μορφή τοῦ ἁγίου. Μπορεῖ νά εἶναι καί ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Οἱ Πατέρες μᾶς λένε εἶναι θεολογούμενο τό θέμα. Ἀλλά ὁπωσδήποτε αὐτό τό καημένο δέν φταίει τίποτε, ἔτσι; Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Ἄνθρωπος εἶναι βέβαια. Ἔχει ψυχή καί σῶμα. Ἀπό τή στιγμή πού γίνεται ἡ σύλληψη καί ἑνώνονται τά δύο κύτταρα, ἔρχεται καί ἡ ψυχή, ὑπάρχει καί ἡ ψυχή. Γι’ αὐτό εἶναι φόνος ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς συλλήψεως, ὅταν ἀποβληθεῖ καί ὄχι ἀπ’ τήν τρίτη ἑβδομάδα, 14η μέρα κ.λ.π. ἤ ὅταν σχηματιστεῖ. Ὄχι. Αὐτά εἶναι αἱρετικά πράγματα. Ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς συλλήψεως ἐμψυχοῦται τό ἀνθρώπινο ἔμβρυο καί ὁπωσδήποτε κι ἐμεῖς ἐλπίζουμε ὅτι κι αὐτά πᾶνε στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ. 65

Καί αὐτά ὅλα τά ὁράματα, πού εἶδε καί ὁ Ἅγιος Παΐσιος καί ἄκουσε τά ἔμβρυα αὐτά πού κλαίγανε, αὐτά -πῶς νά τό ποῦμε- εἶναι καί γιά τή δική μας τήν παιδαγωγία, γιά νά μήν προχωρᾶνε οἱ ἄνθρωποι καί γίνονται φονεῖς. Γιατί ἄν σκεφτεῖς ὅτι φτάνουν κάπου 1.000.000 λένε κάποιοι, ἄλλοι λένε 300.000 στήν Ἑλλάδα μόνο… ἄρα, ἔχει μείνει κανένας καί καμία πού νά μήν εἶναι φονιάς καί φόνισσα; Πολύ λίγοι.. ἅμα σκεφτεῖς αὐτά τά τρομερά νούμερα! Φοβερό! Καί πόσα γίνονται πού δέν τά καταλαβαίνουν.. Ἰδίως τώρα πού παίρνουν τό «χάπι τῆς ἑπόμενης μέρας», πού εἶναι ἐκτρωτικό ἤ τά σπιράλ, πού εἶναι ἐκτρωτικά ὅλα αὐτά, δέν εἶναι ἁπλῶς παρεμπόδιση. Πού κι αὐτό εἶναι μεγίστη ἁμαρτία, ἡ παρεμπόδιση τῆς σύλληψης. Ἀλλά ἡ ἔκτρωση εἶναι ἀκόμα περισσότερο, μεγαλύτερη ἁμαρτία. Καί τό ἀκόμα φρικτότερο καί φοβερότερο, πού καί μόνο νά τό σκεφτεῖ κανείς ἀνατριχιάζει, εἶναι ὅτι παίρνουν αὐτά τά ἔμβρυα, τίς σάρκες τους, καί τά κάνουν καλλυντικά. Φοβερό! Ὑπάρχουν βιομηχανίες στήν Ἰταλία πού κάνουν αὐτή τή δουλειά. Ἤ ἄλλο, τώρα τό ἄκουσα αὐτό, τά βάζουνε, λέει, γιά νά νοστιμίζουνε τίς τροφές, σάν πρόσθετα… Φοβερά πράγματα δηλαδή! Εἴμαστε κανίβαλοι. Κανίβαλοι… Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Ὅσο εἴμαστε στή γῆ ἐξαγνίζουμε καί τό σῶμα. Αὐτή τήν ἔννοια ἔχει καί ἡ ἄσκηση. Ἡ ἄσκηση εἶναι ψυχοσωματική. Κάνουμε μετάνοιες, κάνουμε νηστεία… Ἡ νηστεία καθαρίζει καί τό σῶμα καί τήν ψυχή. Ἡ μέν κακοπάθεια, λέει ὁ Ἅγιος Μάξιμος, ἀφαιρεῖ τίς σωματικές ἁμαρτίες, ἡ δέ ταπείνωση τίς ψυχικές. Καποπάθεια καί ταπείνωση ἀφαιροῦν ὅλα τά πάθη, λέει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Εἶναι πάρα πολύ ὡραῖος ὁ Ἅγιος Μάξιμος γιατί συνοψίζει σέ μιά πρόταση τά πάντα. Καποπάθεια καί ταπείνωση. Ἡ μέν κακοπάθεια ἀφαιρεῖ λέει τά σωματικά ἁμαρτήματα καί πάθη, ἡ δέ ταπείνωση τά ψυχικά. Ἄρα, ὠφελεῖ ἡ κακοπάθεια τό σῶμα. Θυμᾶμαι ἕναν γέροντα στό Ἅγιο Ὄρος ἦταν σχεδόν κλωστή, πετσί καί κόκκαλο καί εἶδε κάποτε ἕναν χοντρό πού εἶχε ἔρθει στό κελί μας στήν Κερασιά, καί λέει, «πώ, πώ, πῶς ἀντέχει αὐτά τά πάθη πού ἔχει πάνω του;». Μόνο πού τόν εἶδε ἔτσι χοντρό, σοῦ λέει τί πάθη θά κουβαλάει αὐτός… Χωρίς νά τόν ρωτήσει. Λέει κάπου ἕνα πολύ ὡραῖο ὁ Ἅγιος Σιλουανός: ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἀγαπᾶ νά κατοικεῖ σέ ἀσκητικά σώματα. Σέ λιπόσαρκα σώματα ἀγαπᾶ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ νά κατοικεῖ, γιατί αὐτό τό σῶμα ἔχει λιγότερες ὀρέξεις καί ἐπιθυμίες, σαρκικότητα ἄς ποῦμε. Καί πάλι λένε οἱ Ἅγιοι, ὅσο πιό πολύ τρῶς, τόσο πιό πολλούς λογισμούς ἔχεις. Γιά ἀκοῦστε το αὐτό ἔ! Δηλαδή, τό πολύ φαγητό παράγει πολλές ἀναθυμιάσεις, οἱ ὁποῖες θολώνουν τόν νοῦ. Λέει ὁ ἄλλος, τί σημασία ἔχει τό σῶμα; Νά πού ἔχει σημασία, τεράστια σημασία! Καί ἡ δίαιτα βεβαίως… γιά τήν πνευματική ζωή.. γι’ αὐτό λέγανε κάποιοι Ἅγιοι μέ τό ζύγι νά τρῶς τό ψωμί σου καί νά πίνεις τό νερό σου. Νά τά ζυγίζεις! Γιατί; Γιατί μέ λίγο παραπάνω ἀρχίζουν φουντώνουν οἱ λογισμοί μετά.. Καί μετά τή γαστέρα πᾶς στά ὑπό τή γαστέρα, στά πάθη -καταλαβαίνετε- τῶν ὑπογαστρίων. Γι’ αὐτό σήμερα καί οἱ νέοι δέν μποροῦν νά συμμαζέψουν τά σαρκικά πάθη. Γιατί ὑπάρχει ἡ ὑπερκατανάλωση τῆς τροφῆς. Τρῶνε πάρα πολύ ἰσχυρές τροφές.. ἀπό αὐτά τά 66

χάμπουργκερ μέ τίς πολλές θερμίδες καί τά πολλά λίπη ξεσηκώνεται ἡ σάρκα καί ἔχουν ἕνα σωρό λογισμούς καί μετά λένε, δέν μπορῶ νά ἀντισταθῶ… Βέβαια, ποῦ νά ἀντισταθεῖς! καί ὄχι μόνο τό φαγητό.. καί αὐτά πού βλέπει.. καί αὐτά πού ἀκούει.. Ὅταν ἄς ποῦμε δώσεις τό κτίριο μέ ἐκρηκτικά καί μετά ἀρχίζεις νά παίζεις μέ τούς διακόπτες.. κάποια στιγμή θά τά τινάξεις ὅλα στόν ἀέρα… Δέν θά μείνει τίποτα. Γι’ αὐτό, βλέπετε, ἡ Ἐκκλησία μας φιλανθρώπως φερόμενη, γιά νά μᾶς βοηθήσει, μᾶς ἔχει βάλει τίς περιόδους τῆς νηστείας, τίς περιόδους τῆς ἐγκράτειας. Γιά νά μᾶς βοηθήσει. Τήν κακοπάθεια. Λέει ἄς ποῦμε, Τετάρτη, Παρασκευή θά κάνεις ἀλάδωτο ὅλο τόν χρόνο καί ὅποιος δέν κάνει ἀλάδωτο ἀφορίζεται. Τό ξέρετε αὐτό; Ὅτι ὑπάρχει τέτοιος Κανόνας; Ὑπάρχει τέτοιος Κανόνας. Ἤ ὅποιος δέν κάνει τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἀλάδωτο, ἀφορίζεται, ἄν εἶναι λαϊκός. Ἄν εἶναι κληρικός, καθαιρεῖται. Τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Δηλαδή τίς πέντε ἡμέρες ἀλάδωτο καί τίς δύο ἡμέρες λαδερό, Σάββατο-Κυριακή. Ἐκτός φυσικά ἐάν ἔχεις λόγο ὑγείας καί πάρεις εὐλογία ἀπό τόν Πνευματικό νά μήν νηστέψεις. Ἐντάξει τότε. Σοῦ κάνει οἰκονομία καί εἶσαι ἐντάξει, εἶσαι κατοχυρωμένος ἀπέναντι στόν Θεό. Ἄν ὅμως δέν ἔχεις λόγους ὑγείας, ὀφείλεις νά νηστέψεις. Καί τί ἄκουσα τελευταῖα καί μοῦ ἔκανε τρομερή ἐντύπωση! Ἐπιστημονικά ἀποτελέσματα τώρα μιᾶς ἔρευνας τί δείχνουνε; Ὅτι οἱ ἄνθρωποι πού δύο φορές τήν ἑβδομάδα τρῶνε πολύ λίγες θερμίδες, αὐτό πού κάνουμε ἐμεῖς δηλαδή Τετάρτη – Παρασκευή, αὐτοί λέει δέν παθαίνουν ἐκφυλιστικές νόσους τοῦ ἐγκεφάλου, τό λεγόμενο Ἀλτσχάιμερ, τήν ἀμνησία καί ὅλα αὐτά. Γιατί; Γιατί λέει μέ τό ζόρι πού τρώει ὁ ὀργανισμός αὐτές τίς δυό μέρες 500 θερμίδες, ἐνῶ κανονικά γιά νά χορτάσεις θέλεις τουλάχιστον 1500, μέ αὐτό τό ζόρι παράγεται μία πρωτεΐνη, ἡ ὁποία προφυλάσσει τόν ἐγκέφαλο ἀπό τόν ἐκφυλισμό. Ἀκοῦτε;.. Καί ὁ ἄνθρωπος ἔχει καθαρό μυαλό. Δέν λένε ὅτι ἡ νηστεία καθαρίζει τό μυαλό; Νά, αὐτό εἶναι! Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Ὄχι, ἄσχετος ἦταν, ὄχι ὀρθόδοξος. Ἐρ. : ……………………. Ἀπ. : Κάποιος μεγάλος γιατρός ἔλεγε πώς, ἄν οἱ ἄνθρωποι τηροῦσαν τίς νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τά λέει ἡ Ἐκκλησία, θά κλείνανε τά μισά νοσοκομεῖα! Δηλαδή θά εἴχαμε τεράστια ὠφέλεια! Βέβαια.. Οἱ πιό πολλές ἀσθένειες εἶναι ἀπό τό πολύ φαγητό σήμερα. Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης https://hristospanagia3.blogspot.gr/ 1 Ἀποκ. 22, 11. 2 Α΄Θεσ. 4, 13. 3 Ἑβρ. 9, 27. 4 Α΄Κορ. 15, 42. 5 Ἰακ. 1, 14. 67

6 Ἰωάν. 21, 7. 7 Κολ. 3, 10. 8 Πρβλ. Β΄Κορ. 11, 14. 9 Β΄Κορ. 12, 4. 10 Πρβλ. Ψαλμ. 19, 5. 11 Ψαλμ. 76, 4. 12 Λουκ. 10, 18. 13 Πρβλ. Γεν. 3, 21. 14 Γεν. 2, 17. 15 Φιλιπ. 2, 8. 16 Λουκ. 1, 41. 17 Ματθ. 22, 30. 68

Ἡ Θεία Ἐπισκίαση στήν Κοίμηση τῶν Δικαίων Εἴμαστε, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, στήν ζ΄ ὑπόθεση τοῦ Εὐεργετινοῦ τοῦ πρώτου τόμου, ἡ ὁποία ἔχει τίτλο: «Ὅτι πολλάκις αἱ τῶν ἐναρέτων ψυχαί ἐν τῷ θανάτῳ θείᾳ τινί ἐπισκιάσει παρακαλούμεναι, οὕτω τοῦ σώματος διαζεύγνυνται»1. Πολλές φορές οἱ ψυχές τῶν ἐναρέτων ἀνθρώπων παρακαλούμεναι-ἐνθαρρυνόμεναι, κατά τήν ὥρα τοῦ θανάτου, ἀπό κάποια θεία ἐπισκίαση, ἔτσι ἀποχωρίζονται ἀπό τό σῶμα. Ὁ Θεός δηλαδή γλυκαίνει τό πικρό τοῦ θανάτου, τό ὁποῖο γνωρίζει ὅτι εἶναι πολύ ὀδυνηρό γιά ὅλους μας, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος δέν πλάστηκε γιά νά πεθάνει, ἀλλά πλάστηκε γιά νά ζήσει αἰώνια σέ κοινωνία μέ τόν Θεό, σέ αἰωνία μακαριότητα. Γλυκαίνει αὐτό τό πικρό ποτήρι τοῦ θανάτου μέ ὡραιότατους τρόπους, θεϊκούς τρόπους ὅπως θά δοῦμε. Πρῶτο περιστατικό ἀπό τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Διάλογο. Ἔχει ἀρκετά περιστατικά ὁ Ἅγιος Γρηγόριος καί διαβάζουμε τό πρῶτο: «Εἰς τήν πόλιν τῆς Νουρσίας ζοῦσε κάποτε ἕνας Πρεσβύτερος». Ἡ Νουρσία εἶναι μιά μικρή πόλη στήν Κεντρική Ἰταλία. «Αὐτός ὁ Πρεσβύτερος ἐποίμαινε μέ μέγιστο φόβο Θεοῦ τήν Ἐκκλησία». Εἶχε δηλαδή πολλή εὐλάβεια, πολύ μεγάλη συναίσθηση τοῦ ρόλου του, τῆς ἀποστολῆς του. «Αὐτός λοιπόν ὁ Πρεσβύτερος ἀπό τότε πού χειροτονήθηκε ἀγαποῦσε τήν πρεσβυτέρα του ὡς ἀδελφήή ή τήν ἐφοβεῖτο ὅμως ὡς ἐχθρό καί δι’ αὐτό οὐδέποτε τήν ἄφησε νά τόν ἐγγίση ἀλλ΄ ἀπέκοψε τελείως ἐξ αὐτῆς καί αὐτήν ἀκόμα τήν σχέση τῆς συζυγικῆς ἐπικοινωνίας»2. Προφανῶς καί μέ τή δική της συγκατάθεση, γιατί δέν ἐπιτρέπεται νά τό κάνει κάποιος μονομερῶς μέσα στό ζευγάρι αὐτό τό πράγμα. Κι ἐκείνη ἦταν ἑπομένως ἐνάρετη καί σώφρων καί ἤθελε νά προχωρήσουν πνευματικά καί ὁ ἴδιος γιά λόγους πνευματικούς, γιά νά ἀρέσει στόν Θεό, ἑκούσια, χωρίς νά εἶναι ὑποχρεωτικό αὐτό, ἄφησε τήν συζυγική σχέση καί εἶχε τήν πρεσβυτέρα του ὡς ἀδελφή. «Οἱ ἅγιοι ἄνδρες», λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος, «μαζί μέ ὅλα τά ἄλλα καλά πού ἔχουν καί στολίζουν τήν ψυχή τους, ἔχουν κι αὐτό τό γνώρισμα, ὅτι δηλαδή ἀπέχουν ὄχι μόνο ἀπ’ αὐτά πού δέν ἁρμόζουν, ἀλλά ἀποκόπτουν ἀπό τίς συνήθειές τους πολλές φορές καί αὐτά πού ἁρμόζουν»3 καί αὐτά δηλαδή πού ἐπιτρέπονται καί τά νόμιμα καί κάνουν περισσότερα ἀπ’ ὅσα ὁρίζει ὁ νόμος, ὁ χριστιανικός νόμος. Γιατί δέν εἶναι παράνομη ἡ συζυγική σχέση μέσα στόν γάμο, ὅμως αὐτός ὁ εὐλογημένος ἄνθρωπος τό ὑπερέβη αὐτό γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ. «Ὁ εὐλογημένος λοιπόν αὐτός Πρεσβύτερος φοβούμενος μήν ὑποπέσει δι’ αὐτῆς», ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς σχέσης, «σέ ὁποιοδήποτε πταῖσμα» καί παρασυρθεῖ σέ κάποια ἁμαρτία, «δέν ἄφηνε νά ἐξυπηρετηθεῖ ἀπό τήν πρεσβυτέρα του οὔτε καί σ’ αὐτές τίς στοιχειώδεις ἀνάγκες τῆς ζωῆς του»4. Ἀπό τή στιγμή πού ἀποφάσισε καί κατά κάποιο τρόπο ἔδωσε ὑπόσχεση στόν Θεό νά κρατήσει ἁγνή καί παρθενική τήν ζωή καί τό σῶμα του, πῆρε ὅλα τά μέτρα γιά νά μήν παρασυρθεῖ μαζί της σέ κάποια σχέση. 69

«Μέ τέτοια προσοχή καί ἐπαγρύπνηση πέρασε τή ζωή του». Δέν τήν ἄφηνε οὔτε καί στίς στοιχειώδεις ἀνάγκες νά τόν ἐξυπηρετεῖ, τά ἔκανε ὅλα μόνος του. «Καί ἔφθασε σέ βαθύ γῆρας ή τεσσαράκοντα ἔτη μετά τήν χειροτονία του κατελήφθη ἀπό ὑψηλό πυρετό καί ἔφθασε στά τελευταῖα του. Ὅταν εἶδε ἡ σύζυγός του ὅτι ὅλα πλέον τά μέλη του νεκρώθηκαν καί πλησίασε πλέον στόν θάνατο, πλησιάσασα στήν μύτη αὐτοῦ προσπαθοῦσε μέ τήν ἀκοή της νά ἀντιληφθεῖ ἐάν ἀνέπνεε. Μόλις ὁ ἑτοιμοθάνατος Πρεσβύτερος ἀντελήφθη τήν ἐπαφή της, ἄν καί ἐλαχίστη πλέον πνοή τοῦ ἀπέμενε, συγκέντρωσε ὅλη τήν ἐναπομένουσα δύναμη καί θερμαινόμενος μᾶλλον ἀπό τήν φλόγα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού φλόγιζε τήν καρδιά του, λέγει στήν πρεσβυτέρα του: – Γυναίκα, φύγε ἀπό κοντά μου γιατί τό πῦρ ζεῖ ἀκόμα μέσα μου ή πάρε λοιπόν τό ἄχυρο»5. Τό πῦρ εἶναι ὁ ἴδιος, τό ἄχυρο ἡ γυναίκα καί μπορεῖ νά ἀνάψει φωτιά. Δέν ἐμπιστευόταν τόν ἑαυτό του παρόλα τά χρόνια καί τήν προχωρημένη του ἡλικία. «Φοβισμένη δέ ὑποχώρησε ἡ πρεσβυτέρα. Ὁ δέ Πρεσβύτερος αἰσθανθείς αἰφνιδίως αὔξηση τῆς σωματικῆς του δυνάμεως, ἄρχισε νά κραυγάζει μέ μεγάλη χαρά: – Καλῶς ὡρίσατε οἱ κύριοί μου! Καλῶς ἤλθατε οἱ κύριοί μου! Πῶς καταδεχθήκατε νά ἔλθετε πρός τόν ἀνάξιο δοῦλο σας; Ἔρχομαι… εὐχαριστῶ… εὐχαριστῶ… Ὅσοι λοιπόν ἐκ τῶν γνωστῶν του παρευρίσκοντο, τόν ρωτοῦσαν μέ περιέργεια, ἐφ’ ὅσον τόν ἤκουον νά ἐπαναλαμβάνει τίς ἴδιες λέξεις: – Τί σοῦ συμβαίνει; Τότε τούς ἀπαντοῦσε ἐκπλησσόμενος πῶς κι ἐκεῖνοι δέν ἀντιλαμβάνονται τά γινόμενα. – Δέν βλέπετε τούς ἁγίους Ἀποστόλους πού ἔχουν ἔλθει ἐδῶ; Δέν βλέπετε τούς κορυφαίους, τόν μακάριο Πέτρο καί τόν μακάριο Παῦλο;»6. Εἶχε ἀξιωθεῖ νά δεῖ τούς ἁγίους Ἀποστόλους, ὡς ἕνα ἀντιμίσθιο -θά λέγαμε- στήν ὅλη του προσοχή, προσεκτική ζωή, στά τόσα χρόνια τῆς ἄσκησης καί τῆς εὐάρεστης ζωῆς πού ἔκανε. «Αἰφνιδίως δέ, ὡς νά ἀπευθύνεται πρός τούς κορυφαίους, τόν Πέτρο καί τόν Παῦλο, ἔλεγε: – Νά, ἀμέσως… ἔρχομαι… Μέ τίς λέξεις δέ αὐτές παρέδωσε καί τήν ψυχή του. Πράγματι, λοιπόν, ὁ εὐσεβής αὐτός ἄνθρωπος εἶδε τούς Ἀποστόλους καί ὀρθῶς τούς ἐβεβαίωσε ὅτι τούς ἀκολουθεῖ»7. Κάπου λέει ὁ Χριστός μας ὅτι «ὅποιος ἀφήσει πατέρα ἤ μητέρα ἤ γυναίκα ἤ τέκνα ἤ ἀγρούς ἕνεκεν ἐμοῦ καί τοῦ εὐαγγελίου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καί ζωήν αἰώνιον κληρονομήσει»8. Ἔτσι βλέπουμε ἐδῶ σ’ αὐτόν τόν πρεσβύτερο αὐτό πού λέει ὁ Κύριος, πού μακαρίζει αὐτόν πού ἄφησε τή γυναίκα του, δηλαδή ἄφησε τή συζυγική σχέση καί προχώρησε, παρότι ἔγγαμος, σέ μία ζωή αὐστηρῆς ἐγκράτειας. «Ἀπό αὐτό λοιπόν τό περιστατικό γίνεται ὁλοφάνερο ὅτι ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ προσφέρει κάτι στούς δικαίους κατά τήν ὥρα τοῦ θανάτου». Πῆρε ὠς καρπό, ὡς ἀντιμίσθιο ὅπως εἴπαμε, αὐτή τήν μεγάλη παρηγορία, εἶδε τούς ἁγίους κορυφαίους καί τούς ὑπολοίπους Ἀποστόλους κατά τήν ὥρα τοῦ θανάτου. «Φαίνεται ὅτι ὅταν οἱ δίκαιοι προσεγγίσουν πρός τήν στιγμή τοῦ θανάτου, βλέπουν, κατ’ οἰκονομία Θεοῦ, ὀπτασίες μερικῶν ἁγίων, γιά νά μή δειλιάσουν κατά τήν ὥρα τοῦ θανάτου πού ἀπεφασίσθη δι’ αὐτούς». Γιατί κάποια στιγμή γιά ὅλους μας θά ἔρθει αὐτή ἡ ὥρα τοῦ 70

θανάτου. Καί βλέπετε πῶς ὁ Κύριος παρηγορεῖ τούς ἀνθρώπους Του! Στέλνει κάποιους ἁγίους, ἡ θέα τῶν ὁποίων γεμίζει μέ γλυκύτητα, μέ παρηγοριά, μέ χαρά τούς ἑτοιμοθάνατους. «Ἀπεναντίας, μέ τό νά φανερώνεται σ’ αὐτούς, στά βάθη τῆς ψυχῆς τους, μέ ποιούς ἁγίους ἄνδρες θά συναγάλλονται ἐντός ὀλίγου, ἀπελευθερώνονται εὐκόλως, χωρίς πόνο καί κόπο ἀπό τόν δεσμό τῆς σαρκός»9. Ἐνῶ εἶναι φοβερό τό μυστήριο τοῦ θανάτου καί αὐτή ἡ διάζευξη ψυχῆς καί σώματος, ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, γλυκαίνεται πάρα πολύ μέ τήν θέα τῶν ἁγίων ἀνδρῶν, πού παραχωρεῖ ὁ Κύριος στούς δικαίους καί εὔκολα τότε χωρίζεται ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα. Γιατί; Λαχταράει πλέον νά πάει μ’ αὐτούς τούς ἁγίους πού βλέπει καί νά ζήσει τή δική τους μακαριότητα. Ὁ κόσμος δηλαδή ὁ πνευματικός ἕλκει τούς δικαίους καί χαρούμενοι βγαίνουν ἀπό τό σῶμα. Ἐνῶ ἀντίθετα, βλέπετε, στούς ἀνθρώπους πού εἶναι μακράν τοῦ Θεοῦ, δέν θέλει νά βγεῖ ἡ ψυχή τους. Τό λέει καί ὁ λαός, δέν θέλει νά βγεῖ ἡ ψυχή του… γιατί ἀκριβῶς βλέπουνε ἀπαίσια θεάματα, βλέπουν τούς δαίμονες, οἱ ὁποῖοι τούς περιμένουν καί δέν θέλουν νά πᾶνε ἐκεῖ. «Τό ἴδιο πράγμα, ὅπως ἔμαθα, συνέβη καί στόν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως Ρεάτης». Δεύτερο περιστατικό ἀπό τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Διάλογο. Ἡ Ρεάτη εἶναι ἀρχαία πόλη τῆς Ἰταλίας, 40 μίλια βορειοανατολικά τῆς Ρώμης. Αὐτό τό περιστατικό ἔγινε στόν Πρόβο, τόν Ἐπίσκοπο τῆς Ρεάτης. «Ὅταν λοιπόν ὁ Πρόβος ἔφτασε στίς τελευταῖες στιγμές τῆς ζωῆς του, κατελήφθη ἀπό βαρυτάτη νόσο. Ὁ πατέρας τότε τοῦ Πρόβου, ὁ Μάξιμος, ἔστειλε καί κάλεσε γιατρούς ἀπό τά γειτονικά μέρη, γιά νά βοηθήσουν σέ ὅ,τι μποροῦσαν τόν ἄρρωστο. Ἦλθαν λοιπόν πράγματι πολλοί γιατροί. Μόλις ὅμως εἶδαν τόν σφιγμό τοῦ ἀσθενοῦς καί τόν ἠκροάσθησαν, ἐβεβαίωσαν τούς παρισταμένους ὅτι πλησιάζει ὁ θάνατος. Ἐν τῷ μεταξύ πέρασε ἡ ὥρα καί ἔφθασε ἡ στιγμή τοῦ γεύματος. Ὁ ἀσθενής Ἐπίσκοπος τότε, ἐνδιαφερόμενος περισσότερο γιά τήν ἀνάπαυση τῶν παρευρισκομένων παρά γιά τή δική του παρακάλεσε καί τούς γιατρούς νά ἀνέβουν μέ τόν γέροντα πατέρα του στό ἀνώγειο τοῦ Ἐπισκοπείου γιά νά φάγουν ὀλίγο φαγητό. Πράγματι, ὅλοι ἀνέβηκαν γιά νά γευματίσουν καί ἄφησαν κοντά στόν ἄρρωστο ἕνα σεμνό παιδί γιά νά τοῦ κάνει συντροφιά. Αὐτό μάλιστα τό παιδί βρίσκεται στή ζωή μέχρι σήμερα»10, λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος. «Καθώς λοιπόν τό παιδί ἐστέκετο κοντά στό κρεβάτι τοῦ ἀρρώστου, ἔξαφνα εἶδε μερικούς ἄνδρες νά εἰσέρχονται στό δωμάτιό του, ἐνδεδυμένους λευκά φορέματα. Τόσο δέ λαμπρό ἦταν τό φῶς τοῦ προσώπου τους ὥστε νικοῦσε κι αὐτή τήν λαμπρότητα τῶν ἐνδυμάτων τους». Πιό πολύ καί ἀπό τά ἐνδύματα ἄστραφτε τό πρόσωπό τους. «Ἀπό τήν ἀπροσδόκητη θέα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καί προπαντός ἀπό τήν ἐξαστράπτουσα ἀκτινοβολία τους, ἐξεπλάγη τό παιδί καί ἄρχισε περίφοβο νά κραυγάζει, ποιοί εἶναι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι. Ἀπό τήν κραυγή αὐτή τοῦ παιδιοῦ ταράχθηκε ὁ Ἐπίσκοπος Πρόβος καί στράφηκε πρός τούς εἰσερχομένους». Προφανῶς δέν τούς εἶχε δεῖ. «Μόλις τούς εἶδε, ἀμέσως τούς ἀνεγνώρισε. Γεμάτος δέ ἀπό χαρά καί εὐφροσύνη συμβούλευσε τό παιδί πού ἀπό τόν φόβο του φώναζε: Μή φοβᾶσαι παιδί μου, μή φοβᾶσαι, διότι ἦλθαν νά μέ 71

ἐπισκεφθοῦν οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἰουβενάλιος καί Ἐλευθέριος»11. Νά κι ἐδῶ θεία ἐπίσκεψη. «Ὡστόσο τό παιδί ζαλισμένο ἀπό τήν ἐξαστράπτουσα ἀκτινοβολία τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, βγῆκε τρέχοντας ἀπό τό δωμάτιο τοῦ ἀσθενοῦς καί πῆγε ἐκεῖ πού βρίσκονταν ὁ πατέρας τοῦ Ἐπισκόπου καί οἱ γιατροί καί τούς διηγήθηκε ὅσα εἶχε δεῖ. Ἀμέσως τότε ἐκεῖνοι κατῆλθαν στό δωμάτιο τοῦ ἀσθενοῦς καί βρῆκαν τόν Ἐπίσκοπο πλέον νεκρό. Εἶναι δηλαδή φανερό, ὅτι οἱ προσελθόντες Ἅγιοι Μάρτυρες, τῶν ὁποίων τήν ἐξαστράπτουσα ἀκτινοβολία δέν μποροῦσε νά ἀντικρύσει τό παιδί, πῆραν μαζί τους τήν ψυχή τοῦ Ἐπισκόπου»12. Τί ὡραῖα καί τί τιμητική συνοδία! Πόση τιμή ἀξιώνονται οἱ δίκαιοι, οἱ ἄνθρωποι πού ἔζησαν εὐάρεστο βίο! Ἡ ὀδυνηρότερη στιγμή τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ στιγμή τοῦ θανάτου, πού χωρίζεται ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα -αὐτός εἶναι ὁ θάνατος- καί διασπᾶται αὐτή ἡ συμφυΐα. «Ὤ, ποία ὥρα τότε…», ἀκοῦμε καί στά τροπάρια. Ὅμως αὐτή ἡ ὥρα γίνεται πάρα πολύ γλυκιά, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀγωνιστεῖ πνευματικά σ’ ὅλη του τή ζωή, ἐξαιτίας τῶν θείων παρηγοριῶν πού χαρίζει ὁ Κύριος. Τρίτο περιστατικό. «Εἶναι ἀνάγκη νά γίνει γνωστό καί τοῦτο», λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, «πολλές φορές, ὅταν οἱ ψυχές τῶν ἐκλεκτῶν ἀνθρώπων ἐξέρχονται ἀπό τό σῶμα ἀκούγεται στούς οὐρανούς ὕμνος. Αὐτό συμβαίνει ἀπό τήν φιλάνθρωπο πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀκούσουν οἱ ψυχές τόν ὕμνο κατά τήν διάρκεια τῆς ἐπιθανατίου ἀγωνίας καί νά μήν αἰσθάνονται τόν χωρισμό τους ἀπό τό σῶμα. Τό περιστατικό, τό ὁποῖο ἀμέσως τώρα πρόκειται νά ἀφηγηθῶ», λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, «ἐνθυμοῦμαι ὅτι τό ἔχω διηγηθεῖ καί στίς ὁμιλίες μου ἐπί τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Κάποτε λοιπόν στή στοά, πού φθάνει μέχρι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος, ζοῦσε κάποιος δυστυχής πού λεγόταν Σέρβουλος. Αὐτός, τόν ὁποῖο κι ἐσύ νομίζω γνωρίζεις», λέει στόν συνομιλητή του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ἦτο παράλυτος καί ζητοῦσε ἐλεημοσύνη στόν δρόμο. Ὁ Σέρβουλος λοιπόν, ἄν καί πάμπτωχος ἀπό ὑλικά ἀγαθά τοῦ παρόντος βίου, ἐντούτοις ἦταν πάρα πολύ πλούσιος σέ ἀρετές. Τό σῶμα του τό εἶχε παραλύσει πολυχρόνια ἀρρώστια. Ἀπ’ ὅσα δέ γνωρίζουμε περί αὐτοῦ παρέμενε σ’ ὅλη του τή ζωή παράλυτος καί δέν μπόρεσε ποτέ νά σταθεῖ ὄρθιος στά πόδια του ἤ νά ἀνακαθίσει λίγο στό κρεβάτι του ἤ ἔστω νά κινήσει γιά λίγο τό χέρι του ἤ τό πόδι του. Τόν δυστυχισμένο αὐτόν παράλυτο ἐπεριποιοῦντο ἡ μητέρα του καί ὁ ἀδελφός του. Ἐάν δέ εἰσέπραττε κάτι ἀπό τήν ἐλεημοσύνη τῶν χριστιανῶν, τό ἔδιδε πάλι ἐλεημοσύνη μέ τά χέρια τῆς μητέρας του καί τοῦ ἀδελφοῦ του. Ὁ Σέρβουλος δέν γνώριζε καθόλου γράμματα, ἐντούτοις ὅμως εἶχε ἀγοράσει τά βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί ὁσάκις τόν ἐπεσκέπτοντο γιά νά τοῦ κρατήσουν συντροφιά διάφοροι εὐλαβεῖς ἄνθρωποι, τούς παρακαλοῦσε μέ ἐπιμονή νά διαβάζουν ἐνώπιόν του ἀπό τήν Ἁγία Γραφή». Τί πιό ὡραῖο! Ἀντί νά λένε ἄλλα κι ἄλλα, τούς ἔβαζε νά διαβάζουν 72

ἀπό τήν Ἁγία Γραφή. «Μέ τόν τρόπο αὐτό κατόρθωσε, ἄν καί δέν ἤξερε καθόλου γράμματα, νά μάθει ἀπ’ ἔξω τήν Ἁγία Γραφή καί νά τή χρησιμοποιεῖ γιά ψυχική του ὠφέλεια». Πόση ἀγάπη εἶχε στόν Κύριο! «Μέ ψυχική δέ εὐχαρίστηση καί γενναιότητα ὑπέμεινε τόν πόνο καί τήν δοκιμασία ὑμνώντας καί δοξολογώντας νύχτα καί μέρα τόν Θεό»13. Πόσο γλυκαίνει καί ἡ ζωή καί τά βάσανα τῆς παρούσης ζωῆς καί οἱ ταλαιπωρίες καί οἱ δυσκολίες, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀναπόφευκτες, γιατί εἴμαστε μέσα στήν κατάσταση τῆς φθορᾶς, μέσα στήν κατάσταση τοῦ κλαυθμῶνος, τῆς κοιλάδας τοῦ κλαυθμῶνος, καί εἶναι ἑπόμενο νά ἔχουμε πολλές δυσκολίες. Ἀλλά γλυκαίνουν πάρα πολύ κι αὐτές οἱ δυσκολίες μέ τή μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί προπάντων μέ τήν δοξολογία καί τήν εὐχαριστία στόν Θεό, μέ τήν προσευχή, αὐτό πού ἔκανε καί ὁ μακάριος αὐτός Σέρβουλος. «Ὅταν ἔφτασε ὁ καιρός νά ἀνταμειφθεῖ ἀπό τόν Θεό γιά τήν μεγάλη του αὐτή ὑπομονή..». Ὁ κόσμος θεωρεῖ τούς ἀναπήρους καί τούς κατακοίτους δυστυχισμένους, ἐνῶ εἶναι πανευτυχεῖς, ὅταν ζοῦνε μ’ αὐτή τήν ὑπομονή καί τήν δοξολογία στόν Θεό. Πολλές φορές ὁ Θεός ἀκινητοποιεῖ κάποιους ἀνθρώπους, τούς ἀφήνει νά εἶναι στό κρεβάτι γιά χρόνια, γιά νά τούς βοηθήσει νά μάθουν νά προσεύχονται ἐκτενέστερα καί γιά ὅλο τόν κόσμο. Καί μπορεῖ νά γίνουν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἀπό τό κρεβάτι τοῦ πόνου πολύ μεγάλοι εὐεργέτες τῆς ἀνθρωπότητας μέ τήν προσευχή τους. Ὅταν, λοιπόν, ἦρθε ἡ ὥρα νά πάρει τόν μισθό τῆς ὑπομονῆς του, γιατί δέν γόγγυσε, δέν γκρίνιαξε, δέν τά ἔβαλε μέ τόν Θεό γιά τήν κατάστασή του, «ἀπερχόμενος ἀπό τά πρόσκαιρα στά αἰώνια σταμάτησε κατ’ ἀρχήν ὁ πόνος τῶν μελῶν του». Θεραπεύτηκε σχεδόν θά λέγαμε καί ἔφυγε ὁ πόνος. «Μόλις δέ ἀντιλήφθηκε ὅτι τόν ἔχει πλησιάσει ὁ θάνατος, παρακάλεσε τούς ἀνθρώπους ἐκείνους πού δέχθηκε νά φιλοξενήσει νά σηκωθοῦν ἀπό τά καθίσματά τους καί νά ψάλλουν μαζί του πρός τόν Θεό, ἐν ἀναμονῇ τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς του». Περίμενε τήν ἔξοδό του καί λέει, ἐλάτε νά ψάλλουμε, νά δοξάσουμε τόν Θεό. «Ἔξαφνα δέ, καθώς ὁ μελλοθάνατος συνέψαλλε μαζί τους, τούς σταμάτησε ἀπό τήν ψαλμωδία καί μέ φωνή γεμάτη φόβο εἶπε πρός αὐτούς: Σιωπᾶτε! Δέν ἀκοῦτε πῶς ἀντηχοῦν ἀπό τόν οὐρανό ὕμνοι;.. Ἔχοντας λοιπόν στραμμένη τήν προσοχή του ὁ ψυχορραγών σέ ἐκείνους τούς ὕμνους, τούς ὁποίους ζωηρῶς καί μεθ’ ἡδονῆς ἀπελάμβαναν τά ὦτα τῆς καρδίας του, ἡ ψυχή του ἀπελευθερώθηκε ἐκ τοῦ σώματος. Μετά τήν ἔξοδο τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, ὁ τόπος γέμισε τόση εὐωδία, τήν ὁποία ὅλοι οἱ παριστάμενοι αἰσθάνθηκαν. Ἀπό αὐτό ἔγινε φανερό ὅτι τήν ψυχή πού ἐκδήμησε, τήν ὑποδέχθηκαν στόν οὐρανό ἐκεῖνοι πού προηγουμένως ἔψαλλαν. Σ’ αὐτό τό συγκινητικό γεγονός παρευρέθη καί ἕνας δικός μας μοναχός, ὁ ὁποῖος ζεῖ ἀκόμη καί μέ δάκρυα, ὁσάκις ἐρωτᾶται, λέγει: μέχρι νά ἐνταφιαστεῖ τό σῶμα τοῦ εὐλογημένου ἐκείνου ἀνθρώπου δέν ἔφυγε καθόλου ἀπό τή μύτη μας ἡ γλυκύτητα τῆς εὐωδίας ἐκείνης»14. 73

Πράγματι, ἕνα ἀνάλογο περιστατικό, θά σᾶς ἐξομολογηθῶ, τό ἔχω ζήσει κι ἐγώ προσωπικά μέ τήν κοίμηση τοῦ πατρός Παρθενίου στό Ἅγιο Ὄρος. Ἦταν ἕνας ἱερομόναχος πολύ εὐλαβής, πάρα πολύ εὐλαβής -καί ὁ Ἅγιος Παΐσιος τό ἔλεγε ὅτι ἦταν πολύ εὐλαβής λειτουργός- ὁ ὁποῖος εἶχε ἕνα ἀτύχημα, μέ δύο ζῶα ἔφυγε στόν γκρεμό. Παρέσυρε τό πίσω ζῶο τό μπροστά καί ἔφυγαν ὅλοι στόν γκρεμό. Ὁ ἄνθρωπος δέν πέθανε ἀμέσως, ἀλλά μετά ἀπό λίγη ὥρα. Τόν βρήκαμε κάτω στόν γκρεμό καί σιγά-σιγά τόν ἀνεβάζαμε μ’ ἕνα φορεῖο. Κάποια στιγμή ἀνακάθισε πάνω στό φορεῖο καί ἀκούστηκαν πράγματι ψαλμωδίες. Καί μετά ἔφυγε, ξεψύχησε. Ἑπομένως, ἦταν ἄνθρωπος πράγματι τοῦ Θεοῦ καί ἀπό ἄλλα γεγονότα βεβαιώθηκε αὐτό καί βλέπουμε πῶς ὁ Θεός τόν παρηγόρησε γιά νά ἔχει ἔτσι καί μία εὔκολη ἔξοδο ἡ ψυχή. Ἄλλο περιστατικό. «Στήν Ρώμη κατοικοῦσε κάποτε μία Μοναχή, πού ὀνομαζόταν Ρεδέμπτα. Κοντά της παρέμεναν καί δύο μαθήτριαι ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία λεγόταν Ῥωμίλλα. Καί οἱ τρεῖς Μοναχές διέμεναν στήν ἴδια οἰκία, πτωχότατες ἀπό ὑλικά ἀγαθά, πλουσιότατες ὅμως σέ εὐσέβεια καί ἀρετή. Ἡ Ῥωμίλλα «ὑπερέβαλλε τήν συμμαθήτριά της στήν ἄσκηση καί τό ἔργο τῆς ἀρετῆς· διακρινόταν γιά τήν ἀξιοθαύμαστη ὑπομονή της καί τήν ἄκρα ὑπακοή της. Κρατοῦσε μετά προσοχῆς τό στόμα της κλειστό καί παρέμενε σιωπηλή ἀσκουμένη στήν σιωπή καί ἐπέμενε καρτερικῶς στήν προσευχή. Εἶναι ὅμως γεγονός, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, κρίνοντες ἀπό τά φαινόμενα, θεωροῦν μερικούς ἀνθρώπους τελείους, ἐντούτοις ὅμως αὐτοί ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Δημιουργοῦ ἔχουν κάποια ἀτέλεια. Ἄς λάβουμε ὡς παράδειγμα τίς σφραγίδες. Συμβαίνει, δηλαδή, μερικές σφραγίδες νά μήν έχουν σκαλισθεῖ καλῶς ἀπό τόν τεχνίτη καί ἐντούτοις, ἀπό τούς μή γνωρίζοντας τά πράγματα, θεωροῦνται τέλειες. Ἀλλ’ ὁ τεχνίτης ὅμως, ὅσους ἐπαίνους καί ἐάν ἀκούει γιά τό κατασκεύασμά του, δέν παύει νά χρησιμοποιεῖ τήν λίμα, νά τήν κτυπᾶ μέ τήν σφῦρα γιά νά κάνει τήν σφαγίδα ὡραιότερη καί τελειότερη. Κάτι ἀνάλογο συνέβη καί ἀπό τόν Δημιουργό τῶν ὅλων στήν Ῥωμίλλα. Περιέπεσε δηλαδή σέ μία σωματική νόσο, τήν ὁποια οἱ γιατροί τήν ὀνομάζουν παράλυση, ἐκ τῆς ὁποίας κατέστη ἀκίνητη καί παρέμενε κατάκοιτη ἐπί πολλά ἔτη. Ἐντούτοις ὅμως οἱ μάστιγες τῆς νόσου δέν μπόρεσαν νά κάμψουν τήν εὐσέβειά της καί νά σύρουν τόν λογισμό της σέ ἀνυπομονησία, ἀπεναντίας πρόσθεσαν σέ αὐτή πνευματική δύναμη. Ὅσο περισσότερο ἀδυνάτιζε λόγω τῆς ἀσθένειας, στά σωματικά ἔργα καί τήν σωματική ἄσκηση, τόσο σπουδαιότερη γινόταν στήν εὐσέβεια καί στήν προσευχή τήν ἀδιάλειπη»15. Προσευχόταν ἀδιαλείπτως. Ὁ Κύριος πολλές φορές παραχωρεῖ μιά ἀσθένεια γιά νά τελειοποιήσει τόν ἄνθρωπο. Μπορεῖ νά φαίνεται στούς ἀνθρώπους πολύ καλός ἕνας ἄνθρωπος, ἀλλά ὁ Θεός πού βλέπει ὅλα τά κρυπτά τοῦ ἀνθρώπου γνωρίζει τί χρειάζεται στόν καθένα. Γι’ αὐτό δέν πρέπει νά λέμε: γιατί αὐτός, τόσο καλός ἄνθρωπος ἀρρώστησε;… Ὑπάρχει καί ἡ ἄλλη περίπτωση βέβαια, νά μήν ἔχει κάποιος ἀτέλειες ἀλλά νά δίνει ὁ Θεός τίς ἀσθένειες γιά χάρη τῶν ἄλλων, δηλαδή γιά νά γίνουν παραδείγματα καί 74

πρότυπα ὑπομονῆς στούς ἄλλους. Ὅπως συνέβη μέ τόν Ἰώβ, πού ἀρρώστησε μέ φοβερή νόσο ἐνῶ ἦταν ἄμεμπτος, δίκαιος, γιά νά γίνει πρότυπο ὑπομονῆς σέ μᾶς. Καί ὑπάρχει καί ἡ περίπτωση νά ζητήσει ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος νά πάρει ἀπό κάποιον ἄλλον τήν ἀσθένεια, ὅπως ἔγινε μέ τόν Ἅγιο Παΐσιο πού ζήτησε νά πάρει τόν καρκίνο -πού εἶχε στό τέλος- ἀπό μία μητέρα γιά νά βοηθηθοῦν ἡ μητέρα καί τά παιδιά της. «Μία νύκτα» ἡ Ῥωμίλλα λοιπόν, «κάλεσε πλησίον της τήν Γερόντισσα καί διδάσκαλό της Ρεδέμπτα, καθώς καί τήν συμμαθήτριά της. Κατά τά μεσάνυκτα λοιπόν, ἐνῶ στέκονταν ὄρθιες κοντά στήν κλίνη της, εἶδαν θέαμα καταπληκτικό καί θαυμάσιο. Ἐντελῶς ξαφνικά κατέβηκε φῶς ἀπό τόν οὐρανό καί γέμισε μέ τήν λάμψη του ὅλο τόν χῶρο τοῦ κελλιοῦ. Τόσο δέ ἐκτυφλωτική ὑπῆρξε ἡ λάμψη ἐκείνη, ὥστε οἱ καρδιές τῶν παρισταμένων, δηλαδή τῆς Γερόντισσας καί τῆς ἀδελφῆς, νά δοκιμάσουν μεγάλο φόβο καί νά παγώσουν τά μέλη τους, καθώς μετά ταῦτα διηγήθηκαν. Ἐνῶ, λοιπόν, στέκονταν κατάπληκτοι, ἄρχισε νά ἀκούγεται συγχρόνως μεγάλος ἦχος», πολύς θόρυβος «σάν νά εἰσήρχετο στό κελλίον πλῆθος πολύ καί νά τρίζουν οἱ πόρτες ἀπό τόν συνωστισμό τῶν εἰσερχομένων. Ἡ Γερόντισσα καί ἡ συμμαθήτριά της ἀπό τόν ὑπερβολικό φόβο πού δοκίμασαν καί τήν ἐκτυφλωτική λάμψη τοῦ φωτός, δέν μποροῦσαν νά δοῦν κανένα, διότι ἀπό τόν φόβο ἔκλειναν οἱ ὀφθαλμοί τους καί ἀπό τήν ἐκτυφλωτική λάμψη τοῦ φωτός θαμπώνονταν. Τό δέ ἐκτυφλωτικό ἐκεῖνο φῶς συνόδευε μία περίεργος καί ἀξιοθαύμαστη εὐωδία, ὥστε οἱ ψυχές τους, ἄν καί φοβήθηκαν ἀπό τήν λάμψη, ἐντούτοις ἀπό τήν ὄσφρηση τῆς εὐωδίας εὐχαριστοῦντο. Βλέπουσα ἡ Ρωμίλλα, ὅτι ἡ Γερόντισσα καί ἡ ἀδελφή δέν μποροῦσαν νά ὑποφέρουν τήν ἐκτυφλωτική λαμπρότητα τοῦ περίεργου ἐκείνου φωτός καί ὅτι ἡ Γερόντισσά της στεκόταν φοβισμένη καί τρέμουσα, τήν παρηγοροῦσε μέ γλυκιά φωνή: – Μή φοβᾶσαι, μητέρα, τῆς ἔλεγε· δέν πεθαίνω τώρα. Ἐνόσω δέ ἡ Ῥωμίλλα ἐπανελάμβανε συνεχῶς αὐτά τά παρηγορητικά λόγια, τό περίεργο ἐκεῖνο φῶς, πού ἐστάλη ἐκεῖ, ὑπεχώρησε σιγά-σιγά, ἀλλά ἡ ἄρρητη ἐκείνη εὐωδία παρέμεινε. Ἐν τῷ μεταξύ πέρασε ἡ δευτέρα καί ἡ τρίτη ἡμέρα, καί ἡ ὀσμή τῆς μυστηριώδους εὐωδίας, πού εἶχε γεμίσει τό κελλί, παρέμενε μέ τήν ἴδια ἔνταση. Κατά δέ τήν τετάρτη νύκτα, φώναξε κοντά της τήν Γερόντισσά της καί τήν παρεκάλεσε νά τῆς δώσει, διά τῆς Θείας Μεταλήψεως, τό Δεσποτικό Σῶμα, ὡς συνοδοιπόρο γιά τό ταξίδι τῆς αἰωνιότητας, τό ὁποῖο βεβαίως καί ἔλαβε. Ἔξαφνα δέ στήν πλατεία, ἐμπρός στίς θύρες τοῦ κελλίου, παρουσιάσθηκαν δύο χοροί καί ἄρχισαν νά ψάλλουν. Καθώς δέ διηγεῖτο ἀργότερα ἡ Γερόντισσά της, ἀλλά καί ἡ συμμαθήτριά της, διέκριναν, ἐκ τῆς ψαλμωδίας τῶν ἀσμάτων, ὅτι ἔψαλλαν καί ἄνδρες καί γυναῖκες κατ’ ἀντιφωνία, δηλαδή πότε ἡ ὁμάδα τῶν ἀνδρῶν καί πότε ἡ ὁμάδα τῶν γυναικῶν. 75

Κατά τό διάστημα δέ πού ἀκουγόταν ἡ κατανυκτική καί ὑπερκόσμιος αὐτή ψαλμωδία ἔξω ἀπό τό κελλί, ἡ ἁγία ἐκείνη ψυχή τῆς Ῥωμίλλα ἐλευθερώθηκε ἀπό τά δεσμά τοῦ σώματος. Ἐνόσω δέ ἀνερχόταν ἡ μακαρία της ψυχή πρός τόν οὐρανό, ἐπί τοσοῦτο ἀνήρχοντο καί οἱ χοροί τῶν ψαλλόντων», τήν συνόδευαν δηλαδή, «ὥστε ἡ ψαλμωδία νά ἀκούγεται ἀπό ψηλά πλέον, ἕως ὅτου ἀπεμακρύνθησαν τελείως καί ἔσβησαν καί οἱ φωνές καί ἡ εὐωδία»16. Βλέπουμε μιά καταπληκτική ἐκδήλωση τῆς θείας Χάριτος. Ὁ Θεός εἶναι Φῶς, εἶναι καί εὐωδία καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιο εἶναι εὐωδία ἄρρητη. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι πού αἰσθανόντουσαν οἱ τρεῖς αὐτές ἅγιες ψυχές γιά μέρες. Καί βλέπουμε πῶς παρηγορήθηκε ἡ ψυχή της κατά τήν ἔξοδό της. Τί ὡραία συνοδία εἶχε αὐτή ἡ ψυχή καί ὅταν ἔβγαινε ἀπ’ τό σῶμα καί στή συνέχεια, ὅπως πορευόταν πρός τόν οὐρανό! «Πολλές φορές, ἐπίσης», ἄλλο περιστατικό τώρα λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, «γιά παρηγοριά καί ἐνθάρρυνση τῆς ἐξερχόμενης ἐκ τοῦ σώματος ψυχῆς, παρουσιάζεται καί ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχηγός τῆς ζωῆς καί ἀνταποδότης τῶν πράξεων, πού ἐπιτελέσαμε κατά τήν ἐπίγειά μας ζωή», ὁ ἴδιος ὁ Χριστός δηλαδή. «Αὐτό καί ἄλλοτε τό ἔχω ἐνθυμηθεῖ, ὅταν διηγούμην τήν περίπτωση τῆς θείας μου τῆς Ταρσίλας. Αὐτή λοιπόν ζοῦσε μέ δύο ἀγαπητούς ἀδελφούς της, πλήν προσηύχετο ἀδιαλείπτως καί περνοῦσε τόν καιρό της ἀπομονωμένη. Ἀνελθοῦσα δέ εἰς τό ὕψος τῆς ἐγκρατείας μεγάλωνε καταπληκτικῶς κατά τήν ἁγιωσύνη. Μία νύκτα λοιπόν παρουσιάσθηκε σ’ αὐτήν, δι’ ὀπτασίας, ὁ προπάππος μου ὁ Φήλιξ, ὁ ἄλλοτε Πατριάρχης στήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, καί ἀφοῦ τῆς ὑπέδειξε ἕναν τόπο αἰωνίου λαμπρότητος, τῆς λέγει μέ πατρική στοργή: – Ἔλα σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ὁλόφωτη διαμονή, σέ περιμένω. Μετά ἀπό λίγο ἡ Ταρσίλα κατελήφθη ἀπό πυρετό καί πλησίαζε πλέον πρός τόν θάνατο. Κατά τήν ἐπικρατοῦσα δέ συνήθεια, ὅταν ἀσθενοῦν βαρέως εὐγενεῖς ἄνδρες καί γυναῖκες, νά ἔρχονται πολλοί στό σπίτι τοῦ μελλοθανάτου γιά νά παρηγοροῦν τούς συγγενεῖς, συνέβη νά παρευρίσκονται πολλοί, ἄνδρες καί γυναῖκες, γύρω ἀπό τό κρεβάτι τῆς Ταρσίλας κατά τίς τελευταῖες στιγμές της. Ἔξαφνα ἡ ἡμιθανής Ταρσίλα σήκωσε τό βλέμμα της ψηλά καί βλέπει νά ἔρχεται πρός αὐτήν ὁ Ἰησοῦς· ἡ ψυχή της τότε κατελήφθη ἀπό ἀνεκλάλητη χαρά καί, μέ δύναμη ἀνεξήγητη ἀπό τήν ἐπιθανάτια ἀγωνία της, ἄρχισε νά κραυγάζει πρός τούς ἐπισκέπτες της· – Πηγαίνετε, τώρα πηγαίνετε, ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς! Καθώς δέ ἡ Ταρσίλα πρόσεχε σ’ Αὐτόν πού ἔβλεπε, τόν Ἰησοῦ, ἐξῆλθε ἡ ἁγία ψυχή της ἀπό τό σῶμα. Συγχρόνως μία ἀξιοθαύμαστη ἰσχυρή εὐωδία σκορπίσθηκε ὁλόγυρα, τήν ὁποία ὅλοι ἀντελήφθησαν καί ἡ ὁποία ἔδειξε ὁλοφάνερα στούς ἐπισκέπτες, ὅτι εἶχε προσέλθει ἡ πηγή πάσης ἀρρήτου εὐωδίας, ὁ Ἀρχηγός τῆς πίστεως Ἰησοῦς»17. Ὅπου Χριστός ἐκεῖ καί εὐωδία. Γι’ αὐτό βλέπουμε καί τά ἅγια λείψανα νά εὐωδιάζουν, γιατί ἔχουν τόν Χριστό, ἔχουν τήν Χάρη τοῦ Χριστοῦ, τήν Χάρη τῆς Τριαδικῆς Θεότητος. 76

«Ὅταν δέ, κατά τήν ἐπικρατοῦσα συνήθεια νά πλύνουν τούς νεκρούς, τήν γύμνωσαν γιά νά τήν λούσουν, εἶδαν ὅτι τό δέρμα στά γόνατα καί στούς ἀγκῶνες εἶχε σκληρύνει, ὅπως τό δέρμα τῆς καμήλου, ἀπό τήν ἐντατική προσευχή καί τίς γονυκλισίες. Τοιουτοτρόπως τό νεκρό σῶμα ἀποκάλυψε σέ ὅλους τά λαμπρά ἔργα πού ἔπραττε τό πνεῦμα, ὅταν ἡ Ταρσίλα ζοῦσε»18. Βλέπουμε πῶς ὑπάρχουν Ἅγιοι πού κρύβουν ἐπιμελῶς τά ἔργα τους τά πνευματικά καί οἱ πέριξ δέν τούς ἀντιλαμβάνονται, ἀλλά ὁ Θεός ὅταν θέλει καί ὅπως θέλει τούς ἀποκαλύπτει γιά διδασκαλία ὅλων ἡμῶν πού ζοῦμε μέ ἀμέλεια καί ραθυμία. «Ἐξίσου θαυμαστό εἶναι καί αὐτό, πού μοῦ διηγήθηκε ἕνας εὐλαβής ἄνθρωπος, ὁ Πρόβος, γιά τήν ἀδελφή του Μοῦσα», ἔτσι λεγόταν. «Ἡ Μοῦσα, μικρά καί ἀθώα κόρη, εἶδε μία νύκτα, δι’ ὀπτασίας, τήν Θεοτόκο καί ἀειπάρθενο Μαρία, νά ὑποδεικνύει σ’ αὐτήν συνομήλικά της κορίτσια, τά ὁποῖα ἤθελε νά πλησιάσει ἡ Μοῦσα, ἀλλά δέν τολμοῦσε. Ἠρωτήθη δέ ἀπό τήν Θεοτόκο, ἐάν θέλει νά εἶναι μαζί μέ τίς παρθένες ἐκεῖνες καί νά καταταγεῖ στή συνοδεία της. Ὅταν δέ ἡ Μοῦσα ἀπήντησε ὅτι αὐτό τό ἐπιθυμοῦσε σφοδρῶς, ἡ Θεοτόκος ἔδωσε σ’ αὐτήν ἐντολή στό ἑξῆς νά μή πράττει τίποτε παιδικό ἤ ἄκαιρο, ἀλλά καί ἀπό γέλια καί ἀπό παιγνίδια νά ἐγκρατεύεται, καί νά γνωρίζει καλά, ὅτι μετά τριάντα ἡμέρες, μαζί μέ τίς κόρες ἐκεῖνες, τίς ὁποῖες εἶδε, θά ἔλθει στή συνοδεία της. Πράγματι, ἀπ’ τήν ἡμέρα ἐκείνη ἡ νέα μετέβαλλε ὅλες τίς συνήθειές της, καί συμπεριεφέρετο μέ φρόνηση. Οἱ γονεῖς τῆς νέας, ὅταν εἶδαν τόσο ξαφνικά ὅτι ἡ κόρη τους ἄλλαξε τελείως, τήν ρωτοῦσαν μέ ἀπορία, ποιά ἦταν ἡ αἰτία τῆς μεταβολῆς αὐτῆς». Ἕνα μικρό κοριτσάκι νά πάψει νά παίζει καί νά γελάει πολύ… νά εἶναι σοβαρή, νά προσεύχεται… «Ἡ νέα τότε ἀνέφερε στούς γονεῖς της τί τήν διέταξε ἡ Θεοτόκος κατά τήν νυκτερινή ὀπτασία, καί φανέρωσε σ’ αὐτούς τήν ἡμέρα, πού πρόκειται νά ἀπέλθει, γιά νά καταταχθεῖ στή συνοδεία τῶν παρθένων, πού τήν ἀκολουθοῦν», στή συνοδεία τῆς Θεοτόκου. «Κατά τήν εἰκοστή πέμπτη λοιπόν ἡμέρα κατελήφθηκε ἀπό πυρετό. Κατά δέ τήν τριακοστή, ὅταν πλησίαζε ἡ ὥρα τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς ἀπό τοῦ σώματος, ἡ νέα εἶδε πάλι τήν Θεοτόκο νά ἔρχεται πρός αὐτή, συνοδευομένη ἀπό τά κορίτσια, πού εἶχε δεῖ τήν πρώτη φορά, καί νά τήν προσκαλεῖ κοντά της. Ἡ μικρή κόρη μέ κόκκινο ἀπό σεβασμό τό πρόσωπο καί μέ ἤρεμη φωνή ἀπεκρίθη: – Ἰδού, Κυρία, ἔρχομαι· ἰδού, Κυρία, ἔρχομαι! Μέ αὐτές δέ τίς λέξεις παρέδωσε τό πνεῦμα της· ἔτσι ἡ ἁγνή ψυχή ἐξῆλθε ἀπό τό παρθενικό σῶμα καί κατατάχθηκε στόν χορό τῶν Παρθένων»19. Βλέπουμε πόσα ὡραῖα πράγματα ἔχουμε μέσα στή ζωή τῶν ἁγίων μας. Γιατί ὁ θάνατος δέν εἶναι κάτι κακό. Κι αὐτά πού λένε μερικοί, ὅτι νωρίς ἔφυγε καί πρόωρα κ.λ.π. εἶναι ἀπαράδεκτα πράγματα. Ὁ Θεός δέν κάνει τίποτε πρόωρο καί τίποτε ἄκαιρο. Ὁ Θεός μᾶς παίρνει ὅλους στήν καλύτερή μας ὥρα καί ἔκρινε γιά αὐτό τό παιδάκι ὅτι αὐτή εἶναι ἡ ὥρα του. Καί βλέπετε πῶς τό προετοίμαζε ἡ Ὑπεραγία 77

Θεοτόκος καί χαρούμενη κι αὐτή εἶδε τόν πνευματικό κόσμο, ἑλκύστηκε ἀπ’ αὐτόν καί πῆγε μέ χαρά στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «Ἀκόμη θά σοῦ διηγηθῶ καί αὐτό πού συνέβη στόν εὐλαβέστατο πατέρα Στέφανο. Αὐτός ἦταν στό ἔπακρο ἀκτήμων καί ἀνεξίκακος καί ἀσχολεῖτο συνεχῶς μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἕνα μόνο περιστατικό ἀπό τή ζωή του θά διηγηθῶ, γιά νά ἐννοήσεις ἀπό αὐτό καί τίς ὑπολοίπες ἀρετές του»20. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος ζοῦσε στούς πρώτους αἰῶνες, ὅταν καί ἡ Δύση καί ἡ Ρώμη ἦταν Ὀρθόδοξη καί βλέπουμε πῶς οἱ χριστιανοί ἀσκοῦσαν τήν νοερά, τήν ἀδιάλειπτη προσευχή. Αὐτή ἡ προσευχή μαζί μέ τίς ἄλλες ἀρετές εἶναι πηγή ἁγιασμοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Αὐτός ὁ μακάριος λοιπόν Στέφανος προσηύχετο ἀδιάλειπτα. «Κάποτε λοιπόν θέριζε σιτάρι, τό ὁποῖο εἶχε σπείρει καί τό μετέφερε στό ἀλώνι, γιά νά τό ἀλωνίσει. Ἐκτός ἀπό τό σιτάρι αὐτό δέν εἶχε τίποτε ἄλλο γιά νά διατραφεῖ ὁλόκληρο τό ἔτος αὐτός καί οἱ μαθητές του. Κάποιος ὅμως κακός ἄνθρωπος, ὄργανο τοῦ διαβόλου, ἔβαλε φωτιά στό ἀλώνι καί ἔκαψε τό σιτάρι τοῦ πατρός Στεφάνου», ὁπότε θά ἔμεναν χωρίς ψωμί ὅλοι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι γιά ἕναν χρόνο. «Κάποιος περαστικός, πού ἔτυχε νά δεῖ τό γεγονός, φανέρωσε τοῦτο στόν δοῦλο τοῦ Θεοῦ προσθέσας· ἀλλοίμονο, πάτερ Στέφανε, τί ἦταν αὐτό τό κακό, πού σοῦ συνέβη! Ὁ Στέφανος ὅμως, μέ ἤρεμο πρόσωπο καί ἀτάραχο βλέμμα, ἀπάντησε σ’ αὐτόν: Ἀδελφέ μου, ἀλλοίμονο στόν ἐμπρηστή γιά τήν ἁμαρτία πού διέπραξε καί ζημίωσε τήν ψυχή του· γιατί σέ μένα τί συνέβη; Ἀπό αὐτό λοιπόν τό περιστατικό μπορεῖς νά ἀντιληφθεῖς σέ ποιό ὕψος δυνάμεως καί σέ ποιό βαθμό ἀδιαφορίας πρός τά ὑλικά εἶχε φθάσει ὁ λογισμός καί ἡ σκέψις του, ὥστε ἔχασε ὅ,τι εἶχε καί δέν εἶχε γιά τή διατροφή ἑνός ὁλοκλήρου ἔτους, καί ἐντούτοις παρέμεινε τόσο ἀδιάφορος καί ἀτάραχος καί πόνεσε μᾶλλον γιά τήν ψυχική ζημία, πού ὑπέστη ὁ ἐμπρηστής, παρά γιά τήν ὑλική ζημία πού ἔπαθε ὁ ἴδιος. Ὅταν λοιπόν ὁ Στέφανος ἔφθασε στίς τελευταῖες στιγμές τῆς ζωῆς του καί ἐπρόκειτο νά πεθάνει, συγκεντρώθηκαν κοντά του πολλοί, γιά νά παρασταθοῦν ψυχικῶς στήν εὐλογημένη καί ἁγία ψυχή τοῦ Στεφάνου, πού ἐντός ὀλίγου θά ἐξήρχετο ἀπό τό σῶμα. Περιεκύκλωσαν λοιπόν τήν κλίνη του καί παρακολουθοῦσαν μετά προσοχῆς τίς τελευταῖες στιγμές τοῦ ὁσίου. Ἄλλοι μέν ἀπ’ αὐτούς, μετά τόν θάνατο τοῦ ὁσίου, διηγοῦντο ὅτι εἶδαν νά εἰσέρχονται Ἄγγελοι, χωρίς νά μπορέσουν νά ποῦν τίποτε, ἄλλοι πάλι δέν εἶδαν τίποτε, κατελήφθησαν ὅμως ἀπό ἰσχυρό φόβο. Πάντως, καί αὐτοί πού εἶδαν τούς Ἀγγέλους, καί αὐτοί πού δέν εἶδαν τίποτε, τόσο πολύ φοβήθηκαν, ὥστε ἔφυγαν ἀπό τό δωμάτιο τοῦ ἀποθνήσκοντος καί κανείς δέν μπόρεσε νά παραμείνει ἐκεῖ κατά τήν ὥρα πού ἐξήρχετο ἡ ἁγία ἐκείνη ψυχή. Ἀπεκαλύφθη δέ ὁλοφάνερα ποιοί ὑποδέχθηκαν τήν ἐξερχομένη ἁγία ψυχή, ὥστε κανείς ἀπό τούς θνητούς νά μή μπορέσει νά παρακολουθήσει τήν λαμπρή καί ἔνδοξο ἔξοδό της. 78

Ἐκτός ὅμως ἀπό αὐτά, πρέπει νά γνωρίζεις καί τοῦτο, ὅτι ἡ ἀξία τῆς ψυχῆς δέν φαίνεται πάντοτε κατά τήν ἔξοδό της ή φανερώνεται ὅμως ἀσφαλῶς μετά τόν θάνατο. Αὐτό τό βλέπουμε στήν περίπτωση τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι ὑπέμειναν τήν πολλή ὠμότητα τῶν ἀπίστων. Καθημερινά δέ, μετά τόν μαρτυρικό τους θάνατο δοξάζονται καί λαμπρύνονται μέ τά θαύματα τῶν νεκρῶν ὀστέων αὐτῶν»21. Βλέπουμε δηλαδή, λέει ὁ Ἅγιος, ὅτι πολλοί ἅγιοι ἄνθρωποι ἔχουν οἰκτρό τέλος. Φαινομενικά εἶναι μία πλήρης ἀποτυχία ἡ ζωή τους ὅλη καί ὁ θάνατός τους ἐπίσης εἶναι πανάθλιος. Ἀλλά τό ποιοί εἶναι πραγματικά, φαίνεται μετά τόν θάνατό τους, ὅπου καί τά ὀστᾶ τους, τά λείψανά τους, θαυματουργοῦν καί τούς δοξάζει ὁ Θεός. «Ἄλλοτε πάλι συμβαίνει τό ἀντίθετο, καί ὁ Παντοδύναμος Θεός ἐπιστηρίζει μέ μερικές ἀποκαλύψεις τίς ψυχές ἐκείνων πού δειλιάζουν πρό τῆς τελευτῆς τους, γιά νά μή φοβηθοῦν ὅταν θά ἔλθει ἡ στιγμή τοῦ θανάτου. Θά ἀναφέρω μία περίπτωση. Κάποτε παρέμενε μαζί μου στό Μοναστήρι ἕνας ἀδελφός ὀνόματι Ἀντώνιος. Αὐτός λοιπόν, μέ καθημερινό πένθος καί ἀκαταπαύστα δάκρυα, ἠγωνίζετο νά ἐπιτύχει τήν ἀνεκλάλητη χαρά, πού ὑπάρχει στήν ἐπουράνια πατρίδα, γι’ αὐτό δέ καί μελετοῦσε μέ πολύ πόθο καί ἐπιμονή τά ἱερά λόγια. Μέ τή μελέτη αὐτή δέν ἐπιζητοῦσε νά πλουτισθεῖ μέ γνώσεις, ἀλλά μέ κατανυκτικά δάκρυα. Μελετοῦσε δηλαδή γιά νά ἀνανήψει ὁ λογισμός του, νά ἐγκαταλείψει τά ἐπίγεια καί νά μεταρσιωθεῖ μέ τήν μυστική θεωρία στήν ἐπουράνιο πατρίδα. Σ’ αὐτόν λοιπόν τόν λαμπρό ἀγωνιστή κατά μία νυκτερινή ὀπτασία ἔλέχθη: Ἑτοιμάσου, γιατί ὁ Κύριος διέταξε νά φύγεις ἀπό αὐτόν τόν κόσμο. Ὅταν δέ ὁ Μοναχός Ἀντώνιος ἀπήντησε, ὅτι δέν εἶναι ἕτοιμος γιά τό ταξίδι αὐτό, ἄκουσε ἀμέσως τήν μυστηριώδη φωνή νά τοῦ λέει: Ἐάν ἰσχυρίζεσαι, ὅτι δέν εἶσαι ἕτοιμος, ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν σου, μάθε ὅτι συνεχωρήθησαν ὅλες οἱ ἁμαρτίες σου. Μόλις ἄκουσε αὐτά ὁ Μοναχός Ἀντώνιος, περιέπεσε σέ μεγάλο φόβο καί δειλία. Καί μία ἄλλη νύκτα πληροφορήθηκε τό ἴδιο πράγμα μέ τούς ἴδιους λόγους. Μετά πέντε ἡμέρες κατελήφθηκε ἀπό πυρετό καί ἐνῶ ὅλοι οἱ ἀδελφοί ἔκλαιγαν, διότι θά ἀπεχωρίζοντο τέτοιον ἔκλεκτό καί καλό ἀδελφό καί προσηύχοντο, ἡ ψυχή τοῦ Ἀντωνίου ἀνεχώρησε μέ ἀγαλλίαση πρός τόν Κύριο»22. Πῶς ὁ Κύριος προετοιμάζει καί τούς δειλούς γιά τόν θάνατο! «Στό ἴδιο Μοναστήρι ζοῦσε καί ἕνας ἄλλος ἀδελφός, πού λεγόταν Μέρουλος. Ὁ Μέρουλος περνοῦσε τίς ἡμέρες τῆς ἐπιγείου ἐξορίας μέ ἀφθονώτατα δάκρυα καί ἐλεημοσύνη. Ἡ προσευχή ποτέ δέν ἔλειπε ἀπό τό στόμα του, ἐκτός ἀπό τίς ὧρες τοῦ ὕπνου καί τοῦ φαγητοῦ. Σ’ αὐτόν λοιπόν φανερώθηκε, κατά μία νυκτερινή ὀπτασία, ὅτι στέφανος ἀπό λευκά ἄνθη κατήρχετο ἀπό τόν οὐρανό στό κεφάλι του. Μετά τήν ἀποκαλυπτική αὐτή ὀπτασία ἀσθένησε ὁ Μέρουλος καί, ἐντός ὀλίγου, μέ ψυχική χαρά καί χωρίς καμία ἀγωνία ἐξεδήμησε ἀπό τά ἐπίγεια πρός τά 79

ἐπουράνια»23. Βλέπουμε κι ἐδῶ πῶς ὁ Κύριος προετοίμασε τήν ψυχή αὐτή τοῦ δικαίου. «Ἀφοῦ πέρασαν δεκατέσσερα ἔτη ἀπό τοῦ θανάτου τοῦ Μέρουλου ὁ σημερινός Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Πέτρος θέλησε νά σκάψει τόν τάφο πλησίον τοῦ μνήματος τοῦ Μέρουλου. Ὅπως δέ διηγεῖται ὁ ἴδιος, καθώς εἰργάζετο στό μέρος ἐκεῖνο, ἐξῆλθεν ἀπό τόν τάφο τοῦ Μέρουλου μία εὐωδία τόσο ἰσχυρή καί βαθιά, σάν νά εἶχαν μαζευτεῖ ἐκεῖ τά πιό εὐωδιαστά καί μυρίπνοα ἄνθη. Ἀπό αὐτό τό γεγονός γίνεται ὁλοφάνερο, ὅτι ἡ ὀπτασία, πού εἶδε ὁ Μέρουλος, πρίν πεθάνει, ἦταν ἀληθινή»24. Ἦταν πράγματι ἀπό τόν Θεό καί δέν ἦταν μία ἀπάτη τοῦ διαβόλου αὐτό τό στεφάνι μέ τά λευκά ἄνθη πού κατέβαινε ἀπό τόν οὐρανό στό κεφάλι του. «Στόν βίο τοῦ Ἁγίου Σάββα. Ζοῦσε κάποτε ἕνας Γέρων ἀσκητής, πού κατήγετο ἀπό τήν Βηθανία καί ὀνομάζετο Ἄνθιμος. Αὐτός ἀσκήτευε σ’ ἕνα κελλί, πού ἔκτισε, πέρα ἀπό τόν χείμαρρο, πρός ἀνατολάς, ἀπέναντι ἀπό τόν Πύργο, πού εἶχε ἱδρύσει ὁ μακάριος Σάββας». Ὁ χείμαρρος προφανῶς εἶναι ὁ χείμαρρος τῶν κέδρων πού ξεκινάει ἀπό τά Ἱεροσόλυμα καί φτάνει μέχρι τήν Νεκρά Θάλασσα καί περνάει μπροστά καί ἀπό τό σπήλαιο πού ἀσκήτεψε ὁ Ἅγιος Σάββας καί τό Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Σάββα. «Σ’ αὐτό τό κελλί πέρασε τριάντα ὁλόκληρα χρόνια», αὐτός ὁ Γέροντας ἀσκητής πού ὀνομαζόταν Ἄνθιμος. «Μετά, κατά τά τελευταῖα του ἀρρώστησε καί ἔπεσε ὁ γέρων στό κρεβάτι τοῦ πόνου. Ὅταν τόν εἶδε σ’ αὐτή τήν κατάσταση ὁ θαυμάσιος Σάββας, ἐξαντλημένο ἀπό τήν νόσο καί τά βαθιά γηρατειά, διέταξε νά μεταφέρουν τόν Γέροντα Ἄνθιμο σ’ ἕνα ἀπό τά κελλιά τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά μποροῦν οἱ ἀδελφοί νά τόν ἐπισκέπτονται καί νά τόν ἐξυπηρετοῦν χωρίς πολύ κόπο. Καί ὁ μέν Ἅγιος Σάββας αὐτά διέτασσε. Ὁ Γέρων Ἄνθιμος ὅμως δέν συνμφωνοῦσε μέ τήν πρόταση αὐτή τοῦ Σάββα καί τῆς συνοδείας του. Ἰδού δέ τί τούς ἀπάντησε: – Ἔχω στηρίξει τό θάρρος μου στόν Θεό καί ἐπιθυμῶ νά πεθάνω στό μέρος ἐκεῖνο, πού ἀπό τήν ἀρχή κατώκησα γιά ἄσκηση. Μετά τήν ἀπάντηση αὐτή τοῦ Ἀνθίμου, σηκώθηκε κάποτε τήν νύκτα ὁ Σάββας, γιά τήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου. Νόμισε δέ ὅτι ἄκουσε ὑμνωδία σάν νά ἔψαλλαν πολλοί. Ἐπειδή λοιπόν σχημάτισε τή γνώμη, ὅτι ἀνεπέμποντο οἱ καθιερωμένοι κατά τόν ὄρθρο πρωινοί ὕμνοι, ἀποροῦσε καί συλλογιζόταν, πῶς ἄρχισαν νά ψάλλουν τόν ὄρθρο, χωρίς νά πάρουν προηγουμένως τήν εὐλογία του»25. Ἄκουγε μέσα στήν νύχτα ψαλμωδίες καί νόμιζε ὅτι ἄρχισαν οἱ ἀδελφοί τήν ἀκολουθία. Ἀλλά ἀποροῦσε γιατί δέν εἶχαν πάρει τήν εὐλογία του. «Ἀμέσως τρέχει στόν Ναό, ἀλλά κατάπληκτος βρίσκει κλεισμένες τίς πόρτες τοῦ Ναοῦ καί γι’ αὐτό ἐπιστρέφει στό κελλί του. Ἀλλά καί πάλι ἀκούει τίς προηγούμενες φωνές νά ψάλλουν μέ ἀπερίγραπτη γλυκύτητα. Διέκρινε δέ καθαρά καί τό ψαλλόμενο ἄσμα», τό τί ἔψαλλαν, «τό ὁποῖο ἦταν: «διελεύσομαι ἐν τόπῳ σκηνῆς θαυμαστῆς ἕως τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως καί ἐξομολογήσεως ἤχου ἑορτάζοντος»26. 80

Ἀφοῦ ἀντελήφθηκε καλά ἀπό ποιό μέρος προήρχοντο οἱ θαυμαστοί αὐτοί ὕμνοι, ἀμέσως ξυπνάει καί διατάσσει τόν μοναχό, πού εἶχε ὡς ὑπηρεσία νά κτυπᾶ τό τάλαντο, νά συγκαλέσει μέ τά ρυθμικά κτυπήματα τούς μοναχούς, ὅπως ἦταν συνήθεια. Ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν ὅλοι οἱ μοναχοί, ἀμέσως παίρνει μαζί του ὁ μακάριος Σάββας μερικούς καί ἔρχεται στό κελλί τοῦ Γέροντος Ἀνθίμου μέ θυμιάματα καί λαμπάδες. Οἱ ἀκουόμενοι ὕμνοι προήρχοντο ἀπό τό κελλί τοῦ Γέροντος. Ὅταν εἰσῆλθον στό κελλί, δέν βρίσκουν κανέναν ἄλλο, ἐκτός μονάχα ἀπό τόν Γέροντα, ὁ ὁποῖος ἤδη εἶχε τελειωθεῖ ἐν Κυρίῳ. Τότε τόν ἐναγκαλίζονται καί τόν ἀσπάζονται μέ εὐλάβεια καί ἀφοῦ ἐπετέλεσαν τήν κανονική ἀκολουθία εἰς ἀποθανόντα Μοναχό, ἐνεταφίασαν μέ συγκίνηση τό ἱερό σῶμα τοῦ Γέροντος Ἀνθίμου»27. Ἄλλη μία περίπτωση ἀγγελικῶν ὕμνων πού ἀκουγόντουσαν κατά τήν ἔξοδο εὐλαβοῦς ἁγίου ἀνθρώπου. «Στόν βίο τοῦ Ἁγίου Δανιήλ τοῦ Στυλίτου. Γιά τόν Ὅσιο Δανιήλ τόν Στυλίτη λέγεται, ὅτι τρεῖς ἡμέρες πρό τοῦ θανάτου του, κατά τά μεσάνυκτα, συγκεντρώθησαν στό κελλί του γιά νά τόν προϋπαντήσουν ὅλοι οἱ ἀπ’ αἰῶνος Ἅγιοι, οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Μάρτυρες καί ὅλοι οἱ λοιποί Ἅγιοι». Τί μεγάλη τιμή! «Ἀκόμη δέ μαζί μέ αὐτούς συμπαρευρέθησαν καί μερικές οὐράνιες δυνάμεις. Αὐτό λοιπόν τό Ἅγιο πλῆθος τῶν προσδραμόντων ἠσπάζοντο μέ ἀγάπη καί ἐκτίμηση τόν Μέγα καί τόν παρεκίνουν νά ἐπιτελέσει τήν Θεία Μυσταγωγία, τήν ὁποία καί πράγματι ἐθεάθει ὅτι ἐπετέλεσε μεταλαβών καί ὁ ἴδιος τῶν ἀχράντων Μυστηρίων, μεταδώσας δέ αὐτά καί σέ ὅσους ἔπρεπε. Ἐνῶ δέ ἀνέπνεε τίς τελευταῖες στιγμές τῆς ζωῆς του καί ἦλθαν πολλοί πλησίον του νά τόν συντροφεύσουν, ἕνας δαιμονισμένος προχωροῦσε πρός τόν στύλο. Αὐτός λοιπόν φώναζε δυνατά περί τῆς ἐπισκέψεως τῶν Ἁγίων πρός τόν Ὅσιο καί μάλιστα ὀνόμαζε καί τόν κάθε Ἅγιο, ἐκ τῶν ἐπισκεπτῶν, ξεχωριστά μέ τό ὄνομά του. Ἀκόμη δέ ἀνέφερε, ὅτι καί Ἄγγέλοι ἐπισκέφθησαν τόν Ὅσιο. Μετά ἀπό αὐτά ὁ δαιμονισμένος πρόσθεσε, ὅτι τήν τρίτη ὥρα τῆς ἴδιας ἡμέρας ὁ μέν Δανιήλ θά ἀπέλθει πρός τόν Κύριο, τό δέ ἀκάθαρτο πνεῦμα θά ἐκδιωχθεῖ μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί θά φύγει ἀπό μέσα του, μετά τήν πολυχρόνια κατοίκησή του σ’ αὐτόν. Πράγματι δέ, συνέβησαν καί τά δύο στόν ὁρισμένο χρόνο, ὅπως ἀνέφερε ὁ δαιμονισμένος»28. Ὁ διάβολος λέει ψέματα, ἀλλά καμιά φορά λέει καί ἀλήθειες, γιατί ἔτσι θέλει ὁ Θεός. Ἐδῶ λέει ἀλήθεια, πράγματι κατά τήν τρίτη ὥρα τῆς ἡμέρας, δηλαδή γύρω στίς ἐννιά τό πρωί θά ἔφευγε τό ἀκάθαρτο πνεῦμα, θά θεραπευόταν ὁ δαιμονισμένος καί ἐπίσης ὁ Ἅγιος Δανιήλ θά ἀπερχόταν πρός τόν Κύριο. Ἔτσι ἔγιναν καί τά δύο. Κατά παραχώρηση τοῦ Θεοῦ τά ἀποκάλυψε ὁ δαιμονισμένος. Βλέπουμε κι ἐδῶ πάλι τίς θεῖες, τίς οὐράνιες παρηγοριές, πού ἀπολαμβάνουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ κατά τήν ἔξοδό τους. Καί τό τελευταῖο ἀπό τό Γεροντικό. «Οἱ πατέρες ἔλεγαν γιά τόν ἀββά Σισώη τά ἑξῆς γιά τίς τελευταῖες στιγμές τῆς ζωῆς του. Ὅταν ἐπρόκειτο νά πέθανει ὁ ἀββάς Σισώης 81

καί οἱ πατέρες ἐκάθηντο κοντά στό κρεβάτι του, ἔλαμψε ξαφνικά τό πρόσωπό του πάρα πολύ καί λέγει πρός αὐτούς χαρούμενος: Ἰδού, ἦλθεν ὁ ἀββάς Ἀντώνιος», ὁ θεμελιωτής τοῦ μοναχισμοῦ, τήν ὥρα πού ἔβγαινε ἡ ψυχή τοῦ ἀββά Σισώη. «Μετά ἀπό λίγες στιγμές μέ λαμπρό πάλι πρόσωπο εἶπε: Νά, τώρα ἦλθεν ὁ χορός τῶν Προφητῶν», οἱ ἅγιοι-δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «καί τό πρόσωπό του ἔλαμψε περισσότερο. Μετά ἀπό λίγες στιγμές μέ λαμπρό πάλι πρόσωπο εἶπε: Νά τώρα προσῆλθε ὁ χορός τῶν Ἀποστόλων καί ἐφαίνετο σάν νά συνομιλοῦσε μέ μερικούς ἀοράτους ἐπισκέπτες»29. Βλέπετε πόσο διαφορετικά εἶναι τά πράγματα… Στή γῆ οἱ Ἅγιοι δέν τιμῶνται, περιφρονοῦνται κατά κανόνα ἀπό τούς ἀνθρώπους ὅσο ζοῦν. Ἀλλά τιμῶνται ἀπό τόν Θεό καί ἀπό τούς Ἁγίους καί ἀπό τούς πολύ μεγάλους Ἁγίους, ὅπως εἶναι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος… Οἱ παριστάμενοι γέροντες τόν παρεκάλεσαν καί τοῦ ἔλεγαν: – Πάτερ, μέ ποιόν μιλεῖς;». Τόν ἔβλεπαν πού συνομιλοῦσε μέ κάποιους. «Ἐκεῖνος ἀπάντησε: – Τώρα ἦλθαν νά μέ παραλάβουν οἱ Ἄγγελοι καί παρακαλῶ νά μέ ἀφήσουν λίγο νά μετανοήσω»30. Βλέπετε πόσο ταπεινός ἦταν! Παρόλο πού εἶδε τούς ἁγίους Προφῆτες, τούς ἁγίους Ἀποστόλους, τόν Μέγα Ἀντώνιο, δέν εἶπε, ποιός εἶμαι ἐγώ! Ἀλλά θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἀνάξιο γιά τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί προσπαθοῦσε νά κερδίσει λίγο χρόνο γιά νά μετανοήσει, ὅπως ἔλεγε. «Οἰ πατέρες τοῦ ἀπαντοῦν: – Πάτερ, σύ δέν ἔχεις ἀνάγκη νά μετανόησες. Μέ βαθιά ταπείνωση τούς λέγει πάλι ὁ Ὅσιος Σισώης: – Σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι πραγματικά δέν γνωρίζω, ἐάν ἔβαλα ἀρχή μετανοίας»31. Αὐτό εἶναι τό ὀρθόδοξο πνεῦμα καί φρόνημα. Ἀκόμα δέν ἔχουμε βάλει ἀρχή μετανοίας. «Ἐν τῷ μεταξύ ὅλοι γνώριζαν, ὅτι ἦταν τέλειος. Ξαφνικά τό πρόσωπό του ἄστραψε ὅπως ὁ ἥλιος καί ὅλοι φοβήθηκαν. Πρός τούς καταπλήκτους Γέροντας ὁ ἀββάς Σισώης λέει: – Βλέπετε; Ἦλθεν ὁ Κύριος καί λέγει, φέρετέ μου τό σκεῦος τῆς ἐρήμου»32. Τό σκεῦος τῆς ἐρήμου εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος Σισώης. Πόσο ἁπλά τό λέει… ἀλλά καί πῶς λάμπει τό πρόσωπό του, γιατί ἀντανακλᾶ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ. «Ἀμέσως δέ μέ τούς λόγους αὐτούς παρέδωσε τό πνεῦμα του. Τή στιγμή δέ τῆς ἐξόδου τῆς μακαρίας ψυχῆς του ἐφάνηκε ὡς μία ἀστραπή καί τό κελλί γέμισε ἀπό εὐωδία»33. Πάλι τό ἄκτιστο Φῶς τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἄρρητη εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Νά πῶς κοιμῶνται οἱ Ἅγιοι καί νά ἡ ἀπόδειξη τοῦ ὅτι ὄντως ὑπάρχει Θεός καί ὄντως ὑπάρχει ἡ ἀνταμοιβή τῶν δικαίων, καί σ’ αὐτή τή ζωή καί φυσικά αὐτό δέν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρά ἕνα μικρό μικρό δεῖγμα, ἕνα προανάκρουσμα τῆς χαρᾶς καί τῆς μακαριότητος πού ἀπολαμβάνουν οἱ Ἅγιοι στόν Παράδεισο ἐν ἀναμονῇ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί φυσικά ἀκόμα περισσότερο ὅταν θά γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, ὁπότε θά πάρουν τή θέση τους μέσα στή βασιλεία καί θά προχωροῦν ἀπό ἔκπληξη σέ ἔκπληξη, ἀπό δόξα σέ μεγαλύτερη δόξα μέσα στόν ἄπειρο Θεό. 82

Αὐτά ἤθελα νά πῶ σήμερα στήν ἀγάπη σας. Νομίζω εἶναι πάρα πολύ παρηγορητικά καί θριαμβευτικά, θά ἔλεγα, τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἡ ὁποία τόσο πολύ ὑψώθηκε ἀπό τόν Χριστό μας καί τόσο πολύ ὠφελήθηκε ἀπό τή Σταυρική Του θυσία καί τήν Ἀνάστασή Του, ὥστε νά μπορεῖ πλέον ὁ ἄνθρωπος νά φεύγει τόσο χαρούμενα. Ἐνῶ ὁ θάνατος ἦταν τό φοβερότερο πράγμα γιά τούς πρό Χριστοῦ ἀνθρώπους, τό ὀδυνηρότερο, τό ἀπαισιότερο, τώρα γίνεται κι αὐτό μία γλυκυτάτη ἀναχώρηση καί ἴσως τό ὡραιότερο περιστατικό τῆς ζωῆς, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται νά ζήσει ἐν μετανοίᾳ. Ἄς εὐχαριστήσουμε καί ἄς δοξάσουμε τόν Θεό καί ἄς εὐχόμαστε κι ἐμεῖς λίγο νά γευτοῦμε κατά τήν ὥρα τῆς ἐξόδου μας ἀπό αὐτή τήν οὐράνια καί θεία παρηγοριά. Ὅπως θέλει ὁ Κύριος… Πάντως, μᾶς λένε οἱ Ἅγιοι, εἶναι πολύ καλό νά ἑτοιμαζόμαστε γιά τό τέλος μας, νά προσευχόμαστε γιά τήν ἔξοδό μας νά εἶναι εἰρηνική, νά εἶναι ἐν μετανοίᾳ καί νά ἔχει τή θεία παρηγοριά καί, ἄν θέλει ὁ Θεός, νά μᾶς προετοιμάσει κατάλληλα, νά μᾶς ἀποκαλύψει πότε θά εἶναι αὐτή ἡ στιγμή, γιά νά μή μᾶς ἔρθει αἰφνίδια καί ξαφνικά καί βρεθοῦμε ἀνέτοιμοι. Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης https://hristospanagia3.blogspot.gr/ 1 Εὐεργετινός, ἐκδ. Συναξαριστής, 2001 (στό ἑξῆς: Εὐεργετινός). 2 Ὅ.π. 3 Ὅ.π. 4 Ὅ.π. 5 Ὅ.π. 6 Ὅ.π. 7 Ὅ.π. 8 Μάρκ. 10, 29-30. 9 Εὐεργετινός. 10 Ὅ.π. 11 Ὅ.π. 12 Ὅ.π. 13 Ὅ.π. 14 Ὅ.π. 15 Ὅ.π. 16 Ὅ.π. 17 Ὅ.π. 18 Ὅ.π. 19 Ὅ.π. 20 Ὅ.π. 21 Ὅ.π. 22 Ὅ.π. 23 Ὅ.π. 24 Ὅ.π. 25 Ὅ.π. 26 Ψαλμ. 41, 5. 27 Ὅ.π. 28 Ὅ.π. 29 Ὅ.π. 30 Ὅ.π. 31 Ὅ.π. 32 Ὅ.π. 33 Ὅ.π. 83

Ἐπιθανάτιες ἐμπειρίες Συνεχίζουμε, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν η΄ ὑπόθεση τοῦ Εὐεργετινοῦ, ἡ ὁποία ἔχει τόν ἑξῆς τίτλο: «Περί ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀποθνήσκουν καί ἐπανέρχονται πάλι στή ζωή», γι’ αὐτούς πού πεθαίνουν καί γυρίζουν πίσω. «Αὐτό συμβαίνει κατά θεία οἰκονομία. Καί ὅτι πολλές φορές οἱ ἁμαρτωλοί, ἐνῶ ἀκόμη ἀναπνέουν, βλέποντας αὐτά τά ὁποῖα συμβαίνουν εἰς τόν ἅδη, τά βασανιστήρια τοῦ ἅδου καί τούς δαίμονες, τρέμουν, καί ὑπό τό κράτος αὐτοῦ τοῦ τρόμου ἀποχωρίζονται οἱ ψυχές τους ἀπό τό σῶμα»1. Μέ ἕναν λόγο θά μᾶς μιλήσει τό κεφάλαιο αὐτό γιά τίς λεγόμενες ἐπιθανάτιες ἐμπειρίες, δηλαδή τίς περιπτώσεις ἐκεῖνες πού ὁ ἄνθρωπος ξαναγυρίζει πίσω. Ἔχουμε πολλές τέτοιες περιπτώσεις σύγχρονες καί παλαιότερες, ὅπως θά δοῦμε ἐδῶ. Ἐπίσης, πῶς ἀντιλαμβάνονται τίς τελευταῖες στιγμές τῆς ζωῆς τους οἱ ἄνθρωποι τήν πραγματικότητα τοῦ πνευματικοῦ κόσμου, πῶς φαίνεται. Γιατί πέφτει τό καταπέτασμα κατά κάποιο τρόπο πού μᾶς χωρίζει ἀπό τόν πνευματικό κόσμο. Ἀκόμα, πῶς φαίνονται οἱ δαίμονες ἤ πῶς φαίνονται καί οἱ ἄγγελοι καί πῶς φεύγει μιά ψυχή ἁμαρτωλοῦ καί μιά ψυχή δικαίου. Ἀπ’ ὅ,τι καταλαβαίνουμε, ἐδῶ μᾶλλον θά μᾶς πεῖ γιά τίς ψυχές τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἀλλά ἔχουμε καί μαρτυρίες ἀπό ἀνθρώπους ἁγίους οἱ ὁποῖοι στίς τελευταῖες ὧρες τῆς ζωῆς τους βλέπουνε Ἁγίους, βλέπουνε τούς Ἀποστόλους, βλέπουνε τόν ἴδιο τόν Κύριο πού παίρνει τήν ψυχή τους καί πηγαίνουν στήν μακαριότητα. «Τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου. Ἐρώτησις Πέτρου: – Πῶς θά ἐξηγήσουμε τό φαινόμενο πού συμβαίνει σέ πολλούς, κατά τό ὁποῖο αὐτοί ἁρπάζονται ἀπό τό σῶμα (ἄν καί αὐτό φαίνεται πλάνη) καί θεωρούμενοι πρός στιγμήν νεκροί, ἐφόσον καθίστανται ἄψυχοι, πάλι ξαναγυρίζουν στήν ζωή;»2 «Ἀπάντησις Γρηγορίου», τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου. Πῶς μποροῦμε νά ἐξηγήσουμε αὐτό τό φαινόμενο; «Αὐτό τό φαινόμενο, Πέτρε, ἐάν τό ἐννοήσει κανείς καλά, δέν εἶναι πλάνη, ἀλλά θεϊκή νουθεσία πρός τόν ἄνθρωπο». Εἶναι μιά θεϊκή συμβουλή, καθοδήγηση, παιδαγωγία, διδασκαλία. «Γιατί αὐτό τό φαινόμενο», τό νά πάει δηλαδή κανείς στόν ἄλλο κόσμο καί νά γυρίσει, ὅπως τό λέμε ἁπλά, «τό πραγματοποιεῖ ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, κατ’ οἰκονομία, καί τό προσφέρει ὡς τήν μεγαλύτερη δωρεά ἐλέους, ὥστε πολλοί, μετά τήν ἔξοδο τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, νά ἐπανέρχονται πάλι στό νεκρωθέν σῶμα, γιά νά δοῦν μόνοι τους, μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς τους, τά βασανιστήρια τοῦ Ἅδη, τά ὁποῖα δέν πίστευαν ὅσες φορές τά ἄκουγαν ἀπό τούς ἄλλους, καί ἔτσι νά φοβηθοῦν»3. Παραχωρεῖ ὁ Θεός δηλαδή νά δοῦν ἰδίοις ὄμμασι, μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς, αὐτό πού ἄκουγαν ἀπό τούς ἄλλους καί δέν πίστευαν. Πόσοι ἄνθρωποι σήμερα δέν λένε: ἐδῶ εἶναι ἡ κόλαση ἐδῶ καί ὁ παράδεισος.. ὅ,τι φᾶμε καί ὅ,τι πιοῦμε. Ἔτσι εἶναι; Ὁ Θεός λοιπόν μᾶς ἔχει δώσει μαθήματα ὅτι δέν εἶναι καθόλου ἔτσι. Ἤ ἄλλοι λένε: γύρισε κανείς ἀπ΄ τόν ἄλλο κόσμο νά μᾶς πεῖ ἄν ὑπάρχει τίποτα; Γύρισε, ὁρίστε! Πολλές φορές ὁ Θεός ἔχει δώσει τέτοια θαύματα, τέτοιες θαυμαστές ἁρπαγές, μεταβάσεις καί ἐπιστροφές ἀπό 84

τόν ἄλλο κόσμο στούς ἀνθρώπους, σέ μᾶς ὅλους, ὡς ἀποδείξεις ὅτι ὑπάρχει ὄντως ὁ πνευματικός κόσμος καί ὑπάρχει καί ὁ παράδεισος, ὑπάρχει καί ἡ κόλαση. Ὑπάρχει, δηλαδή, ὁ χῶρος, ὅπου πηγαίνουν οἱ ψυχές καί ζοῦνε τήν μακαριότητα καί ζοῦνε τήν ἐλπίδα τῆς μελλούσης πλήρους μετοχῆς στήν μακαριότητα τοῦ Θεοῦ καί αὐτό λέγεται παράδεισος. Ὑπάρχει καί ὁ χῶρος τοῦ Ἅδη ὅπου ἐκεῖ οἱ ψυχές, μέχρι τήν Δευτέρα Παρουσία, προγεύονται τήν κόλαση, γιατί ἀκριβῶς δέν ἔζησαν ἐν μετανοίᾳ καί «προβλέπουν», δηλαδή βλέπουν ἀπό πρίν αὐτά πού θά ἀκολουθήσουν μετά. «Κάποτε ζοῦσε ἕνας Μοναχός, ὀνομαζόμενος Πέτρος. Αὐτός ὁ Μοναχός ὑποτάχθηκε σ’ ἕναν Γέροντα Ἀσκητή, τόν Ἐββασά, πού ἀσκήτευε σ’ ἕνα ἐρημικό καί δασώδη τόπο. Ὁ Γέρων Ἐββασά διηγήθηκε στόν ὑποτακτικό του Πέτρο, ὅτι πρίν νά ἐγκατασταθεῖ σ’ αὐτόν τόν ἐρημικό τόπο, ἀσθένησε καί πέθανε. Ἀμέσως, ὅμως, ἡ ψυχή του ἐπέστρεψε καί πάλι στό σῶμα καί, ἀφοῦ συνῆλθε, διαβεβαίωνε, ὅτι εἶδε μέ τά μάτια του τά βασανιστήρια τοῦ Ἅδου καί τούς ἀμέτρητους φλογισμένους τόπους, καί ὅτι ἀκόμη εἶδε κρεμασμένους σ’ ἐκείνη τήν φλόγα καί ἀρκετούς ἀπό τούς ἀρχοντες αὐτοῦ τοῦ κόσμου»4. Αὐτούς τούς ἐπιφανεῖς, πού ὁ κόσμος δοξάζει, τούς εἶδε ἐκεῖ κρεμασμένους καί βασανιζόμενους. Γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀπροσωπόληπτος, δέν χαρίζεται, ἐπειδή εἶσαι ἄρχοντας καί ἔχεις μεγάλη ἐξουσία ἐδῶ στή γῆ ὅτι θά περάσεις στόν παράδεισο… Δέν μᾶς κρίνουν τά ἀξιώματα ἤ τά πλούτη μας, ἀλλά τά ἔργα μας. Δηλαδή, ἄν εἴμαστε δίκαιοι, ἄν εἴμαστε τηρητές τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, περνᾶμε στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἄν καταφρονήσαμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί ζούσαμε ἀμετανόητοι, τότε φυσικά δέν μποροῦμε νά ἔχουμε μέρος μέ τόν Χριστό στή βασιλεία του. «Καθώς δέ καί ὁ ἴδιος ὁδηγήθηκε», ὁ γέροντας αὐτός, «γιά νά ριφθεῖ στόν τόπο ἐκεῖνο τῆς βασάνου καί τῆς φλογός, ξαφνικά παρουσιάσθηκε ἕνας ἀστραφτερός Ἄγγελος καί ἐμπόδισε νά τόν ρίψουν σ’ ἐκείνη τήν φωτιά, καί τοῦ εἶπε ὁ Ἅγγελος· Πήγαινε καί ἔχε τόν νοῦ σου. Ἀπ’ ἐδῶ καί ἐμπρός πρέπει νά ζήσεις μέ μεγάλη προσοχή»5. Τοῦ ἔκανε δηλαδή μιά μεταγωγή ὁ Θεός αὐτοῦ τοῦ γέροντος Ἐββασά καί τοῦ ἔδειξε τόν Ἅδη, τοῦ ἔδειξε τά βασανιστήρια πού ὑποφέρουν οἱ ἄνθρωποι πού εἶναι μακράν τοῦ Θεοῦ, πού πέθαναν ἀμετανόητοι, καί μετά τόν γύρισε πίσω καί τοῦ λέει, νά προσέχεις πολύ, νά μήν πᾶς σ’ αὐτό τόν τόπο. Βλέπετε; Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ δέν ἔχει ὅρια! Μᾶς δείχνει τήν κόλαση, μᾶς μιλάει γιά τήν κόλαση ὁ Χριστός μας, γιά νά μήν πᾶμε στήν κόλαση! «Μετά τούς λόγους αὐτούς», τοῦ Ἀγγέλου πρός τόν γέροντα αὐτόν, «ἄρχισαν νά ξαναζεσταίνονται τά παγωμένα μέλη τοῦ νεκρωθέντος σώματος καί ἀφοῦ ξύπνησε τελείως ἀπό τόν ὕπνο τοῦ αἰωνίου θανάτου, διηγήθηκε στούς παρισταμένους ὅλα ὅσα συνέβησαν σ’ αὐτόν»6. Προσέξτε, λέει «αἰώνιος θάνατος». Γιατί ὑπάρχουν ὄντως δύο θάνατοι. Ὑπάρχει ὁ πρῶτος θάνατος, ὁ βιολογικός θάνατος, ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι κακός, εἶναι καλός. Γιά τούς μέν καλούς εἶναι καλός ὁ θάνατος ὁ βιολογικός, γιατί σταματᾶνε πλέον οἱ ἀγωνίες, οἱ κόποι, οἱ μόχθοι, ὅλα αὐτά πού ἔχουμε ἐδῶ στή γῆ καί πρέπει συνεχῶς νά εἴμαστε σέ 85

ἐπιφυλακή, γιά νά μήν ἁμαρτήσουμε καί ὁ κόπος καί ὁ μόχθος γιά νά τηρήσουμε τίς ἐντολές. Σταματᾶνε ὅλα αὐτά καί ὁ ἄνθρωπος πλέον περνάει στήν κατάσταση αὐτή τῆς πρόγευσης τῆς μακαριότητας, περνάει στόν παράδεισο. Αὐτό πού εἶπε καί ὁ Κύριος στόν ληστή «σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσω»7. Γιά τούς κακούς πάλι ὁ βιολογικός θάνατος εἶναι καλός διότι σταματᾶνε τά κακά τους ἔργα ἐξαιτίας τοῦ θανάτου. Δέν μποροῦνε καί μετά τόν θάνατο νά συνεχίσουν νά εἶναι κακοί. Ὅ,τι κάνανε, κάνανε. Ὁπότε ἡ κόλαση σταματάει κι αὐτή ἐκεῖ. Γιατί ὑπάρχουν βαθμίδες κόλασης ἀνάλογα μέ τό πόσο βαριά κανείς ἁμαρτάνει. Ἑπομένως, καί γιά τούς μέν καί γιά τούς δέ ὁ πρῶτος θάνατος εἶναι καλός. Ὁ δεύτερος θάνατος, γιά τόν ὁποῖο μιλάει στήν Ἀποκάλυψη, εἶναι ὁ αἰώνιος θάνατος καί αὐτός εἶναι ὁ φοβερός θάνατος, τόν ὁποῖο πρέπει ὅλοι νά φοβόμαστε, πού εἶναι ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τόν Θεό, ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Αὐτός εἶναι ὁ αἰώνιος ἀθάνατος θάνατος. Γι’ αὐτό λέει ἐδῶ τό κείμενο ξύπνησε ἀπό τόν ὕπνο τοῦ αἰωνίου θανάτου, γιατί ἄν δέν ξυπνοῦσε, ἄν ὁ Θεός δέν τόν ἐπανέφερε, θά ἔμενε αἰώνια χωρισμένος ἀπό τόν Θεό, ἀφοῦ τά ἔργα του ἦταν ἄξια κολάσεως, τόν ὁδηγοῦσαν στήν κόλαση. Ἀλλά ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ τόν ἐπανέφερε. Ἀφοῦ λοιπόν γύρισε πίσω, διηγήθηκε στούς παρισταμένους ὅλα ὅσα τοῦ συνέβησαν καί «ἐπιδόθηκε σέ τόσο αὐστηρές νηστεῖες καί ἀγρυπνίες, ἐνθυμούμενος πάντοτε τά βάσανα πού εἶδε στόν Ἅδη καί φοβούμενος ἀπό αὐτά, ὥστε καί ἐάν ἀκόμη δέν τό ἔλεγε μέ τήν γλώσσα του, τό διεκήρυσσε μέ τή ζωή του ἐν γένει»8. Ἄρχισε νά ζεῖ μέ φόβο Θεοῦ. Θά πεῖτε: – Ὁ Θεός γιατί δέν τό κάνει σέ ὅλους μας αὐτό; Νά μᾶς πηγαίνει μιά βολτίτσα στόν Ἅδη καί νά μᾶς γυρνάει..; Γιατί καί πάλι δέν θά μετανοήσουμε! Τό κάνει σ’ αὐτούς πού ἔχουνε δεκτικότητα καί βλέπει ὁ Θεός ὅτι θά βοηθηθοῦν. Καί τό κάνει σέ μερικούς, γιά νά πάρουμε ὅλοι τό μήνυμα. Ἐφόσον ἔγινε σ’ αὐτόν, αὐτό εἶναι ἀπόδειξη ὅτι ὑπάρχει ἡ κόλαση. Δέν εἶναι ἀπαραίτητο νά τό κάνει ὁ Θεός σέ ὅλους. Εἶδε αὐτός ὁ ἄνθρωπος τίς παιδαγωγικές τιμωρίες, αὐτά πού ὑποφέρει ὁ ἄνθρωπος ὄντας μακράν τοῦ Θεοῦ καί αὐτό τό ἀνακοίνωσε καί στούς ὑπόλοιπους. Ὁ Θεός ἑπομένως, μέσω αὐτοῦ, διδάσκει ὅλη τήν Ἐκκλησία. Γι’ αὐτό, ὅταν συμβαίνει κάτι σέ κάποιον, πού εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας, αὐτό εἶναι μία διδαχή γιά ὅλους. «Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο χάρις εἰς τήν ἀξιοθαύμαστον πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιά νά μή καταδικασθεῖ στόν αἰώνιο θάνατο τῆς κολάσεως, συνέβη σ’ αὐτόν ὁ προσωρινός θάνατος. Ἐπειδή ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου κατέχεται πάντοτε ἀπό βαριά σκληρότητα, ἴσως κάποτε μπορέσει νά τήν ἐπιστρέψει πρός μετάνοια ἡ πρός αὐτήν ἐπίδειξη τῶν βασάνων τῆς αἰωνίου κολάσεως»9. Γι’ αὐτό βλέπετε στήν Ἐκκλησία μας ἔχουμε καί τήν εἰκόνα τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ὅπου ἐκεῖ ἐπιδεικνύονται καί τά βάσανα τῆς αἰωνίου κολάσεως. Αὐτό δέν εἶναι φαντασία τοῦ ζωγράφου. Εἶναι πράγματα πού ἔχουμε δεῖ. 86

– Τά εἶδα; Τά εἶδες; Ὄχι, θά μοῦ πεῖτε. Τά εἶδαν οἱ ἄλλοι ὅμως, ὅπως αὐτός ἐδῶ ὁ Γέροντας. Τά μαρτυρήσαν καί ἔτσι ὁ ἁγιογράφος τά ἀναπαριστᾶ. Καί γίνεται πλέον μιά διδασκαλία γιά ὅλους μέσω τῶν ἁγίων εἰκόνων. Καί τά κάνει αὐτά ἡ Ἐκκλησία μας γιά νά μήν πᾶμε σ’ αὐτά τά βάσανα. Αὐτά τά βάσανα δέν εἶναι ἕνα ἀποτέλεσμα τῆς κακίας τοῦ Θεοῦ, μή γένοιτο! Ὁ Θεός δέν εἶναι κακός, ὁ Θεός εἶναι καλός, καλός πάνω ἀπό ὅλους τούς καλούς, εἶναι πανάγαθος, ὑπέραγαθος, ὑπέρ πᾶσαν καλοσύνην. Δέν μποροῦμε νά καταλάβουμε πόσο καλός εἶναι ὁ Θεός, πόσο οἰκτίρμων καί ἐλεήμων, μακρόθυμος καί πολυέλεος. Αὐτά τά βάσανα εἶναι τά ἀποτελέσματα τῶν ἁμαρτιῶν μας καί οὐσιαστικά εἶναι τά ἀποτελέσματα τῶν ἐπιλογῶν μας. Εἶναι βάσανα, τά ὁποῖα ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τά ἐπισωρεύσαμε στόν ἑαυτό μας. Οὐσιαστικά ὁ ἄνθρωπος αὐτοτοποθετεῖται στήν κόλαση. Ἀπό μόνος του δηλαδή βάζει τόν ἑαυτό του στήν κόλαση, δέν τόν βάζει ὁ Θεός. Ὁ Θεός εἶναι φωτιά, εἶναι «πῦρ καταναλίσκον»10, εἶναι φῶς γλυκύτατο. Γι’ αὐτούς πού Τόν ἀγαποῦν εἶναι φῶς. Γι’ αὐτούς πού Τόν ἐχθρεύονται, καί ἡ ἐχθρότητα ἀποδεικνύεται μέ τό ὅτι δέν τηροῦν τίς ἐντολές Του, Τόν καταφρονοῦν, εἶναι πῦρ, εἶναι φωτιά. Καί ἐνῶ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι μία, αὐτοί τήν εἰσπράττουν ὡς φωτιά καί αὐτός εἶναι ὁ βασανισμός. Ὅπως ὅταν κανείς δέν ἔχει ἀγάπη, καί γιά ἕναν ἄνθρωπο ἐδῶ στή γῆ. Ὅταν βλέπει αὐτόν τόν ἄνθρωπο πού μισεῖ, ταράζεται ὁλόκληρος, βασανίζεται οὐσιαστικά, ταλαιπωρεῖται. Ἔτσι καί μετά θάνατον, αὐτοί πού δέν ἀγάπησαν τόν Χριστό, ἐπειδή θά Τόν δοῦν -ὅλοι θά Τόν δοῦν τόν Χριστό, θά δοῦνε τήν δόξα τοῦ Θεοῦ ὅλοι, καί οἱ καλοί καί οἱ κακοί- θά βασανίζονται ἀπό τή θέα αὐτή, γιατί δέν θά ἔχουν ἀγαπήσει Αὐτόν, τόν Χριστό. «Ἄλλοτε πάλι ἡ ἐπίδειξη αὐτή τῶν βασάνων τῆς αἰωνίου κολάσεως γίνεται πρός περισσοτέρα κατάκριση μερικῶν ἀμελῶν καί ἀδιαφόρων, οἱ ὁποῖοι καί μετά τήν τρομακτική αὐτή ὅραση, ἐπανερχόμενοι καί πάλι στή ζωή παραμένουν ἐξίσου, ὅπως καί προηγουμένως, ἀδιόρθωτοι, ὁπότε δέν ἀπομένει πλέον σ’ αὐτούς καμία δικαιολογία». Εἶναι φοβερό! Θά πεῖς: – Ὑπάρχουν τέτοιοι ἄνθρωποι πού εἶδαν τήν κόλαση καί δέν μετανόησαν; Ὑπάρχουν! Δυστυχῶς, ὑπάρχουν. – Γιατί δέν μετανοοῦν; Πολύ ἁπλά, γιατί δέν θέλουν! Γι’ αὐτό λένε οἱ Ἅγιοι «ἡ σωτηρία μας κεῖται στό θέλειν». Θέλουμε; Θά σωθοῦμε. Δέν θέλουμε; Δέν θά σωθοῦμε. Ὁ Θεός κάνει τά πάντα γιά νά σωθοῦμε, μᾶς δείχνει ἀκόμα καί τήν κόλαση. Κι ὅμως… κάποιοι οὔτε μ’ αὐτό συγκινοῦνται. «Τοῦ αὐτοῦ Ἁγίου», τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου δηλαδή, «πρός τόν αὐτοῦ Διάκονο Πέτρο». Ἕνα ὑποκεφάλαιο τῆς ὀγδόης ὑποθέσεως στήν ὁποία βρισκόμαστε. Ἔχει τίτλο: «Πολλές φορές οἱ ψυχές, ὅταν βρίσκονται ἀκόμη στό σῶμα, βλέπουν μερικά ἀπό τά βασανιστήρια τῆς κολάσεως ἀπό τά ἀκάθαρτα πνεύματα, ἄλλες μέν γιά τήν δική τους οἰκοδομή, ἄλλες δέ γιά οἰκοδομή ἐκείνων πού τίς ἀκοῦνε»11, πού 87

εἶναι παρόντες δηλαδή στίς συγκλονιστικές τελευταῖες ὧρες καί βλέπουν πῶς κανείς ξεψυχάει καί ἀκοῦνε τί λέει. «Ζοῦσε κάποτε, ἕνας νέος ὀνομαζόμενος Θεόδωρος. Αὐτός ἦταν πάρα πολύ ἀκατάστατος καί ἀκολούθησε τόν ἀδελφό του, πού ἦταν Μοναχός, στό Μοναστήρι ἀπό ἀνάγκη καί ὄχι ἀπό προσωπική του κλίση καί θέληση. Ἐάν κανείς τοῦ ἔλεγε κανένα καλό λόγο γιά τήν σωτηρία του, αὐτός, ἐπειδή ἦταν πάρα πολύ ἀπείθαρχος, ὄχι μόνο δέν ἦταν διατεθειμένος νά ἐκτελέσει τήν συμβουλή, ἀλλ’ οὔτε κἄν νά τήν ἀκούσει. Πολύ περισσότερο δέν ἐδέχετο ποτέ νά γίνει Μοναχός»12. Γιατί πῆγε στό Μοναστήρι; Λέει ἐδῶ ἀπό ἀνάγκη. Ἴσως ἐπειδή δέν εἶχε εὔκολο τό φαγητό του, τήν πόρεψή του, τήν διατροφή του. Σοῦ λέει, τί πιό καλό;… θά πάω κοντά στόν ἀδελφό μου νά μοῦ δίνει ἕνα πιάτο φαγητό. Ἀλλά δέν ἤθελε νά γίνει Μοναχός οὔτε πίστευε πραγματικά στόν Θεό. «Συνέβη λοιπόν ὁ νέος αὐτός νά προσβληθεῖ καί αὐτός στόν μηρό ἀπό θανατηφόρο ἀσθένεια – ἶσως νά ἦταν ἡ λεγόμενη βουβωνική πανώλη-», πανούκλα, «καί νά φθάσει στό τέλος τῆς ζωῆς του. Κοντά του συγκεντρώθηκαν ὅλοι οἱ ἀδελφοί τοῦ Μοναστηριοῦ· καθώς δέ τόν ἔβλεπαν νά τελειώνει σιγά-σιγά (τό σώμα του πλέον εἶχε παγώσει καί εἶχε ἐναπομείνει στό στῆθος του μονάχα λίγη θερμότητα ζωῆς»13, εἶχαν ἀρχίσει νά παγώνουν τά ἄκρα δηλαδή, δέν πήγαινε αἷμα καί γινόταν μόνο ἡ κεντρική κυκλοφορία στήν καρδιά καί γύρω ἀπό τήν καρδιά. Νά σημειώσουμε ἐδῶ ἐν παρενθέσει, ὅτι ἡ καρδιά εἶναι τό τελευταῖο ὄργανο ἀπό τό ὁποῖο φεύγει ἡ ψυχή. Ἡ ἕδρα τῆς ψυχῆς εἶναι στήν καρδιά καί ὄχι στόν ἐγκέφαλο. Γι’ αὐτό δέν εἶναι σωστό, ὅταν νεκρώνεται ὁ ἐγκέφαλος, νά θεωροῦμε τόν ἄνθρωπο νεκρό. Δέν εἶναι νεκρός. Λένε «ἐγκεφαλικά νεκρός». Εἶναι λάθος ὁ ὅρος. Μπορεῖ ὁ ἐγκέφαλος νά εἶναι νεκρός, ἀλλά ἐφόσον ἡ καρδιά χτυπάει ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζωντανός. Ἡ ψυχή του εἶναι ἀκόμα μέσα στήν καρδιά του, γι’ αὐτό καί δέν ἐπιτρέπεται νά δίνουμε ὄργανα. Εἶναι ἀπαράδεκτη ἡ δωρεά ὀργάνων, γιατί ἀκριβῶς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζωντανός καί τοῦ παίρνουν τά ὄργανα, ἐνῶ χτυπάει ἡ καρδιά. Γιατί, ἄν τά πάρουν, ὅταν σταματήσει ἡ καρδιά, εἶναι ἄχρηστα τά ὄργανα. Καί οἱ γιατροί βρῆκαν αὐτό τό «τρίκ» καί ὀνομάζουν νεκρό αὐτόν πού ἔχει νεκρωθεῖ ὁ ἐγκέφαλος, ἀλλά ἡ καρδιά ἀκόμα ζεῖ. Εἶναι φόνος, δηλαδή, ἡ δωρεά ὀργάνων. Δέν ἐπιτρέπεται, ὅσο κι ἄν παρουσιάζεται ὅτι εἶναι φιλανθρωπία. Δέν ἔχουμε δικαίωμα νά ἀφαιροῦμε τή ζωή κάποιου, γιά νά δώσουμε παράταση ζωῆς σέ κάποιον ἄλλον. Ἔτσι κι ἐδῶ, βλέπουμε αὐτή τήν περίπτωση, τά μέλη εἶναι παγωμένα ἀλλά ἡ καρδιά χτυπάει, εἶναι ἀκόμα ζεστός στήν καρδιά καί τά γύρω μέρη αὐτῆς. «Ἄρχισαν νά προσεύχονται μέ ἐπιμονή χάριν αὐτοῦ καί νά παρακαλοῦν τόν φιλάνθρωπο Θεό νά τόν εὐσπλαγχνισθεῖ κατά τήν ὥρα τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα»14, παρόλο πού αὐτός ἦταν ἀμελής, ἦταν ἀπείθαρχος, δέν ἤθελε νά γίνει μοναχός, τούς δημιουργοῦσε ἄσχημες καταστάσεις στό μοναστήρι. Οἱ πατέρες ἀπό φιλανθρωπία, ἀπό ἀγάπη πραγματική, ἀνιδιοτελή, προσηύχοντο γι’ αὐτόν. 88

«Ἄξαφνα, ἐνῶ οἱ ἀδελφοί προσηύχοντο, ὁ Θεόδωρος ἄρχισε νά κραυγάζει μέ μεγάλη φωνή καί νά διακόπτει τίς προσευχές τῶν Μοναχῶν καί νά λέει· φύγετε ἀπό κοντά μου, ἀπομακρυνθεῖτε, γιατί ἐγώ παραδόθηκα πλέον στόν δράκοντα νά μέ κατασπαράξει. Αὐτός ὁ δράκοντας δέν μπορεῖ νά μέ φάει τελείως, ἐξαιτίας τῆς παρουσίας σας. Ἤδη ὁλόκληρο τό κεφάλι μου βρίσκεται μέσα στό στόμα του». Ἔβλεπε, δηλαδή, τόν διάβολο πού πήγαινε νά τόν καταπιεῖ, ἀλλά δέν μποροῦσε, γιατί τόν ἐμπόδιζαν οἱ προσευχές τῶν παρισταμένων, τῶν μοναχῶν. Καί τούς λέει, φύγετε, ἦρθε ὁ δράκοντας καί θέλει νά μ’ ἁρπάξει. «Δῶστε λοιπόν τόπο στήν ὀργή αὐτή γιά νά μή μέ βασανίζει περισσότερο καί αὐτό πού ἔχει νά κάνει, νά τό κάνει μία ὥρα νωρίτερα», νά παραδοθῶ δηλαδή στήν κόλαση. «Ἀφοῦ εἶναι ἀποφασισμένο νά μέ φάει αὐτός ὁ δράκοντας, πρός τί νά ὑπομένω καί τό μαρτύριο τῆς ἀργοπορίας; Μόλις ἄκουσαν τά λόγια αὐτά, κατατρόμαξαν οἱ ἀδελφοί καί τοῦ εἶπαν: – Σφράγισε, ἀδελφέ, τόν ἑαυτό σου μέ τό σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ». Κάνε τόν Σταυρό σου, γιά νά φύγει ὁ δράκοντας. «Ὁ Θεόδωρος μέ σπαρακτική κραυγή ἀπάντησε: – Θέλω νά σφραγισθῶ μέ τό σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἀλλά δέν μπορῶ, διότι ὁ σίελος τοῦ δράκοντος αὐτοῦ μοῦ βαραίνει τό χέρι»15. Δέν τόν ἄφηνε ὁ διάβολος νά κάνει τόν Σταυρό του. Βλέπετε; Δέν εἶναι ἁπλό πράγμα ἡ μετάνοια, ἡ διόρθωση, ἡ πίστις. Ὅταν κανείς ἔχει ζήσει μιά ζωή παρέα μέ τόν δράκοντα, μέ τόν διάβολο, μετά ὁ διάβολος ἀποκτάει δικαιώματα. Εἶναι ἀνοησία αὐτό πού λένε στά νέα παιδιά, ζῆσε τή ζωή σου κι ὅταν γεράσεις θά ἐξομολογηθεῖς, θά πᾶς στήν ἐκκλησία, θά μετανοήσεις καί θά πᾶς στόν παράδεισο… Δυστυχῶς, αὐτό τό πνεῦμα ἔχει κυριαρχήσει σήμερα σέ πάρα πολλούς, καί στούς λεγόμενους χριστιανούς, καί προσπαθοῦν νά ζήσουν καί τήν κοσμική χαρά καί ἀπόλαυση καί νά μή χάσουν καί τόν παράδεισο. Ἀλλά δέν γίνεται ἔτσι. Γιατί, ὅσο κανείς ζεῖ κοσμικά, γίνεται ὑποχείριο τοῦ δράκοντος, τοῦ διαβόλου καί ὁ διάβολος μετά δέν θά τόν ἀφήσει νά διορθωθεῖ καί νά μετανοήσει. Ἐδῶ βλέπετε; Δέν τόν ἀφήνει κἄν νά κάνει τόν σταυρό του! «Μετά τήν ἀπάντηση αὐτή ὁ μέν Θεόδωρος περιέπεσε σέ λήθαργο, οἱ δέ Μοναχοί γονάτισαν στό ἔδαφος καί ἄρχισαν μέ θερμά δάκρυα νά προσεύχονται ἐντονότερα γιά τή λύτρωση τοῦ Θεόδωρου ἀπό τόν φοβερό δράκοντα. Ἀφοῦ πέρασε ἕνα διάστημα ἐπιμόνου προσευχῆς καί δεήσεως τῶν ἀδελφῶν, ἔξαφνα ὁ ἄρρωστος Θεόδωρος τινάχθηκε ἐπάνω καί ἀνέκραξε μέ ὅλη τήν δύναμη τῶν πνευμόνων του», φώναξε, «- Ἀδελφοί μου, εὐχαριστήσατε τόν Θεό, γιατί ὁ δράκων πού μέ εἶχε ἁρπάξει γιά νά μέ κατασπαράξει, ἔφυγε μέ τίς προσευχές σας καί καθόλου δέν μπόρεσε νά σταθεῖ ἐδῶ. Τώρα λοιπόν, σᾶς παρακαλῶ, μέ θερμότητα προσευχηθεῖτε νά μέ συγχωρήσει ὁ Θεός γιά τίς ἁμαρτίες μου. Κατόπιν αὐτοῦ τοῦ φοβεροῦ πού μοῦ συνέβη, εἶμαι ἕτοιμος νά μετανοήσω καί νά ἐγκαταλείψω τελείως τήν κοσμική ζωή»16. 89

– Βλέπετε τί κάνει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Δείχνει αὐτό τό ὅραμα, πού εἶναι πραγματικότητα δέν εἶναι φαντασία, γιά νά διορθωθεῖ καί αὐτός πού εἶναι ὁ ἀμελής, ὁ ἀπείθαρχος, ὁ κοσμικῶς βιῶν καί νά ὠφεληθοῦν καί οἱ ἀδελφοί, οἱ μοναχοί. «Πράγματι, ἀφοῦ συνῆλθε καί ἀνέκτησε τίς δυνάμεις του, ἐπέστρεψε μέ ὅλη του τήν καρδιά πρός τόν Θεό καί ἄλλαξε τελείως γνώμη, γιατί ἐνουθετήθηκε ἀποτελεσματικά μέ τή σωφρονιστική μάστιγα πού τοῦ ἔστειλε ὁ Θεός. Καί ἀφοῦ εὐαρέστησε γιά ἀρκετό χρόνο τόν Θεό ἐξῆλθε ἡ ψυχή του ἀπό τό σῶμα»17 καί σώθηκε ὁ ἄνθρωπος. «Καί ὁ μέν Θεόδωρος εἶδε τήν μετά θάνατον τιμωρία, πρός ὠφέλειά του· ἄλλοι ὅμως, ὅπως ἀνέφερα προηγουμένως, βλέπουν τίς μετά θάνατον τιμωρίες ἀπό τά πονηρά πνεύματα, ἐνῶ ἀκόμη ἀναπνέουν, καί τίς διηγοῦνται χάριν τῆς δικῆς μας πνευματικῆς οἰκοδομῆς, γι’ αὐτό καί ἐκπνέουν ἀμέσως μετά τήν διήγηση τῶν φοβερῶν πού εἶδαν. Πρός ἀπόδειξη αὐτοῦ θά διηγηθῶ μία ἱστορία. Κάποτε ζοῦσε ἔνας ἄνθρωπος, πού λεγόταν Χρυσαώριος, ἀπό τούς πολύ σπουδαίους αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὅσο ὅμως πολλαπλασιάζονταν τά πλούτη του, τόσο πλούτιζε καί στά πάθη· φούσκωνε ἀπό ὑπερηφάνεια, ὑπετάσσετο χωρίς ἀντίσταση στά πάθη τῆς σάρκας, ἀγωνιζόταν νά ἐπισώρευσει πολλά πλούτη, καί καταφλογιζόταν ἀπό τό πάθος τῆς φιλαργυρίας. Ὅταν ὅμως ηὐδόκησε ὁ Κύριος νά θέσει τέρμα στά τόσα κακά αὐτοῦ, ἐπέτρεψε νά περιπέσει ὁ Χρυσαώριος σέ θανατηφόρο ἀσθένεια»18. Ὁ Θεός πολλές φορές αὐτούς τούς ἀνθρώπους, τούς ἀφήνει νά ζοῦν, καί μάλιστα πολλά χρόνια, νά μήν ἔχουν ἀσθένειες, νά τούς πηγαίνουν ὅλα καλά κοσμικά… νά ἔχουν πλούτη, νά παντρεύονται τά παιδιά τους, νά προοδεύουν κ.λ.π. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶναι στή χειρότερη κατάσταση πού μπορεῖ νά βρεθεῖ ἕνας ἄνθρωπος, γιατί ἔχουν ἐγκαταλειφθεῖ ἀπό τόν Θεό. Ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν πειρασμούς καί θλίψεις, εἶναι οἱ ἄνθρωποι πού φροντίζονται ἀπό τόν Θεό. Εἶναι τό ἀμπέλι πού κλαδεύεται ἀπό τόν ἀμπελουργό. Οἱ θλίψεις εἶναι τό κλάδεμα γιά νά φέρουν καρπό. Ἕνας ἄνθρωπος λοιπόν, πού τοῦ πηγαίνουν ὅλα «καλά», κοσμικά καλά, καί εἶναι μακράν τοῦ Θεοῦ, εἶναι γιά κλάματα. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος πού ζεῖ κατά Θεόν, ἀγωνίζεται, μετανοεῖ καί ἔχει πειρασμούς, αὐτός εἶναι στή σωστή πορεία. Σημαίνει ὅτι ὁ Θεός τόν παραδέχεται καί γι’ αὐτό τόν μαστιγεῖ, «μαστιγοῖ πάντα υἱόν ὅν παραδέχεται ή ὅν ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει»19. Αὐτός λοιπόν ὁ καημένος ὁ Χρυσαώριος ζοῦσε κοσμικά, αὐξανόταν τά πλούτη του, αὐξανόταν καί τά πάθη του καί κάποια στιγμή ὁ Θεός ἔθεσε ἕνα τέρμα. Θέτει ἕνα τέρμα στήν κακία. Τοῦ στέλνει ,λοιπόν, μιά θανατηφόρο ἀσθένεια. «Ὅταν δέ ἦλθε στήν τελευταία στιγμή τῆς ζωῆς του, καί ἐνῶ εἶχε τά μάτια του ὀρθάνοικτα, εἶδε νά παραστέκουν ἔμπροσθέν του πνεύματα φοβερά καί σκοτεινόμορφα καί νά τόν μεταφέρουν στίς πύλες τοῦ Ἅδου. Ἄρχισε λοιπόν νά τρέμει καί νά κιτρινίζει καί νά περιλούεται μέ ἱδρώτα. Κραύγαζε δέ μέ ἀπόγνωση καί, κατατρομαγμένος, ζητοῦσε προθεσμία γιά νά μετανοήσει». Δηλαδή ἀναβολή… δῶστε μου λίγο χρόνο. «Φώναζε δέ μέ κραυγές ἔντονες καί ταραγμένος, τόν υἱό του Μάξιμο, τόν ὁποῖο ἐγώ γνώρισα ἀργότερα ὡς Μοναχό, ὅταν κι ἐγώ ἤμουν Μοναχός, καί τοῦ ἔλεγε: «Μάξιμέ μου, 90

τρέξε! Ποτέ δέν σοῦ ἔκανα κακό, σῶσε με μέ τήν δύναμη τῆς πίστεώς σου»20. Τώρα θυμήθηκε τήν πίστη! «Τότε ὁ Μάξιμος ταραγμένος καί κλαίοντας ἀμέσως ἦλθε κοντά του. Μαζί δέ μέ αὐτόν καί ὅλοι ὅσοι παρέμεναν στήν οἰκία τοῦ Χρυσαωρίου. Ὡστόσο κανείς ἀπό αὐτούς δέν μποροῦσε νά δεῖ τά πονηρά πνεύματα πού ἐξεβίαζαν τόν Χρυσαώριο. Τήν παρουσία τους, ὅμως, συμπέραιναν ἀπό ὅσα ἔλεγε ὁ πάσχων, ἀπό τήν ὠχρότητά του», ἀπό τήν κιτρινίλα πού εἶχεκαί «ἀπό τόν τρόμο πού εἶχε, γιατί ἀπό τήν σκοτεινή μορφή τῶν ἐνοχλούντων πονηρῶν πνευμάτων καί τόν φόβο τους στριφογύριζε ἐδῶ καί ἐκεῖ στό κρεβάτι του». Εἶχε φοβερή ἀγωνία. «Καί ἄλλοτε στρέφοντας πρός τά ἀριστερά, ἔβλεπε μπροστά του ἐκείνους τούς ὁποίους δέν μποροῦσε οὔτε νά ἀντικρύσει. Ἄλλοτε στρεφόταν πρός τόν τοῖχο, ἀλλά καί ἐκεῖ τούς ἔβλεπε νά στέκονται μπροστά του. Ἀφοῦ λοιπόν ἀπελπίσθηκε ὅτι ἦταν δυνατόν νά γλυτώσει ἀπό αὐτούς, ἄρχισε νά κραυγάζει· τουλάχιστον δῶστε μου διορία ὡς τό πρωί· μία διορία ὡς τό πρωί! Καί μ’ αὐτές τίς κραυγές ἐξῆλθε ἡ ψυχή του ἀπό τό σῶμα»21. Πέθανε σέ μία φοβερή ἀγωνία. Ἔχουμε πολλές τέτοιες περιπτώσεις, ἀδελφοί μου. Καί ἀνθρώπους ἐπιφανεῖς κατά κόσμον, καί μεγάλους κατά κόσμον, οἱ ὁποῖοι πέθαναν μέσα σέ φοβερή ἀγωνία. Ὅπως, ἄς ποῦμε, αὐτός ὁ φοβερός καί αἱμοσταγής Στάλιν, ὁ ὁποῖος ἔκανε μεγάλη ζημιά στήν Ἐκκλησία. Νόμιζε, δηλαδή, ὅτι θά ἔκανε ζημιά, ἀλλά οὐσιαστικά ἀνέδειξε πλῆθος μαρτύρων ἡ Ρωσία καί ἡ Ἐκκλησία στά χρόνια τοῦ Στάλιν. Αὐτός, λοιπόν, εἶχε ἕνα φοβερό καί ἀποτρόπαιο τέλος, πού τό διηγεῖται ἡ ἴδια ἡ κόρη του. Φοβερότατο τέλος! Πού δείχνει ἀκριβῶς τήν κακία, τή μοχθηρία τῶν δαιμόνων, γιατί ὁ ἄνθρωπος ὅταν ζεῖ μέ τούς δαίμονες, μέ τά μαῦρα ἀφεντικά, τότε γίνεται μαύρη ἡ ζωή του καί ἔχει μαῦρο – κατάμαυρο τέλος, ἀθλιότατο τέλος. «Ἀπ’ αὐτά γίνεται φανερό ὅτι ὅλα αὐτά τά εἶδε ὁ Χρυσαώριος ὄχι γιά τόν ἑαυτό του, ἀλλά γιά μᾶς, γιά νά τά μάθουμε, νά φοβηθοῦμε καί νά διορθωθοῦμε. Γιατί σέ τί ὠφέλησε τόν Χρυσαώριο ἡ πρό τοῦ θανάτου θέα τῶν πονηρῶν πνευμάτων καί ἡ προθεσμία πού ζήτησε καί δέν ἔλαβε;»22. Δέν τόν ὠφέλησε σέ τίποτε. Ἀλλά ὠφέλησε τούς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἄκουγαν αὐτά πού ἔλεγε. «Παρόμοιο περιστατικό διηγήθηκε σέ μένα καί ὁ πρεσβύτερος τῆς ἀδελφότητός μας, ὁ Ἀθανάσιος. Στό Ἰκόνιο, ἀπ’ ὅπου καί αὐτός κατάγεται, ὑπῆρχε ἕνα Μοναστήρι, τῶν Γαλατῶν, ὅπως ὀνομαζόταν. Σ’ αὐτό μόναζε κάποιος Μοναχός, ὁ ὁποῖος θεωρεῖτο ἀπό ὅλους ὅτι βρισκόταν σέ ψηλά μέτρα ἀρετῆς καί σεμνότητος. Ὅπως ὅμως ἔδειξε τό τέλος του, ἡ ζωή του βρισκόταν πολύ μακριά ἀπό τήν φαινομενική ἀρετή πού παρουσίαζε. Ἐνῶ δηλαδή στό φανερό ἔδειχνε ὅτι νηστεύει μαζί μέ τούς ἀδελφούς, κρυφά ἀπό αὐτούς ἔτρωγε. Ὁ Μοναχός αὐτός κάποτε ἀρρώστησε καί ἔφθασε στά τελευταῖα του»23. Βλέπετε; Μπορεῖ κανείς νά κρυφτεῖ ἀπό ἀνθρώπους, νά ὑποκριθεῖ, νά φαίνεται ἐνάρετος, ἀλλά τελικά ἀποκαλύπτεται, ἔστω καί τήν τελευταία στιγμή. 91

«Μία ἡμέρα διαισθανόμενος ὅτι πλησιάζει τό τέλος του, φώναξε κοντά του ὄλους τούς ἀδελφούς τοῦ Μοναστηριοῦ. Οἱ ἀδελφοί συγκεντρώθηκαν μέ μεγάλη προθυμία, περιμένοντας νά ἀκούσουν ἀπό ἕναν τέτοιο ἐνάρετο ἀσκητή, ὅπως τόν νόμιζαν, κάτι τό μεγάλο καί ἀξιοθαύμαστο, τώρα πού πέθαινε. Τότε ἐκεῖνος πενθώντας καί τρέμοντας ἀπό τόν φόβο του εἶπε: – Ἐπιστεύετε ὅτι ἐγώ νήστευα μαζί σας, ἐνῶ κρυφά ἀπό σᾶς ἔτρωγα. Καί νά τώρα, παρεδόθην στόν φοβερό δράκοντα, γιά νά μέ φάει. Αὐτός δέ ὁ φοβερός δράκοντας ἔδεσε μέ τήν οὐρά του τά πόδια μου καί τά γόνατά μου, τήν δέ κεφαλή μου τήν ἔχει βάλει μέσα στό στόμα του, ἐνῶ μέ πιπιλίζει καί ξεριζώνει ἀπό μέσα τήν ψυχή μου. Ἀφοῦ δέ εἶπε αὐτά ἀμέσως πέθανε, χωρίς νά τοῦ ἐπιτραπεῖ νά ζήσει λίγο, ὥστε νά μπορέσει, διά τῆς μετανοίας, νά ἐλευθερωθεῖ ἀπό ἐκεῖνον τόν δράκοντα. Καί ἀπό τό περιστατικό αὐτό γίνεται ὁλοφάνερο, ὅτι εἶδε αὐτό τό φρικτό ὅραμα πρός ψυχική μόνο ὠφέλεια αὐτῶν πού ἄκουσαν, ἐφόσον ὁ ἴδιος, ἄν καί φανέρωσε τόν ἐχθρό στόν ὁποῖο παρεδόθη, ἐντούτοις δέν μπόρεσε νά τόν ἀποφύγει». Βλέπουμε, λοιπόν, πάλι, πόσο δύσκολο εἶναι κανείς νά μετανοήσει πραγματικά, ὅταν μιά ζωή ἔχει ζήσει ἄνομα, παρανομώντας, καταπατώντας τόν νόμο τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό εἶναι κατεπείγουσα ἀνάγκη, ἀδελφοί μου, ἡ μετάνοια ἐδῶ καί τώρα. Ὁ διάβολος μᾶς ἐξαπατᾶ μέ τήν ἀναβολή καί μᾶς λέει «ἔχεις καιρό, ἔχεις καιρό… λίγο πιό μετά θά τό διορθώσεις αὐτό τό κακό». Ὄχι, ἐφόσον ξέρω ὅτι εἶναι κακό, θά τό διορθώσω τώρα, θά τό σταματήσω τώρα. Δέν θά παίζω μέ τήν ἁμαρτία καί μέ τή φωτιά. «Στή διηγήση τῶν περιόδων τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Θωμᾶ». Ὁ Μέγας Ἀπόστολος Θωμᾶς πωλήθηκε ἀπό τόν Κύριο στόν ἔμπορο Ἀμβάνη, ὡς δοῦλος πάρα πολύ ἱκανός στήν τέχνη τοῦ οἰκοδόμου. Μαζί δέ μέ τόν ἔμπορο Ἀμβάνη ἔφθασε στή χώρα τῶν Ἰνδιῶν. Ἐκεῖ τόν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ Βασιλιά τῆς χώρας. Ὁ Βασιλεύς τόν ρώτησε, μέ ἐνδιαφέρον, γιά τήν τέχνη του καί ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς τόν διαβεβαίωσε, ὅτι εἶναι ἀπό τούς ἄριστους οἰκοδόμους», εἶναι πολύ καλός χτίστης, «καί τοῦ ἐξέθεσε ἀρκετά γιά αὐτή τήν τέχνη του. Πράγματι ἀπό τά ὅσα εἶπε περί τέχνης, θεωρήθηκε ἀπό αὐτούς πού ἄκουγαν ὡς ἀξιόλογος ἀρχιτέκτονας, γι’ αὐτό καί ὁ Βασιλεύς τοῦ ἐμπιστεύεται ἄφθονα χρήματα, γιά νά τοῦ κτίσει λαμπρά παλάτια σέ κάποιον τόπο τῆς ἐξουσίας του. Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς, μόλις ἔλαβε τά χρήματα τοῦ Βασιλέως, ἔτσι ὅπως ἦσαν ἄφθονα, τά μοίρασε ὅλα στούς πτωχούς καί σέ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη. Μετά ἀπό λίγο χρόνο ὁ Βασιλεύς ἔστειλε ἀντιπροσώπους στό μέρος, ὅπου ὅρισε νά κτισθοῦν τά παλάτια, γιά νά δοῦν τήν οἰκοδομή. Κατάπληκτος, ὅμως, ἔμαθε ἀπό τούς ἀντιπροσώπους του, ὅταν ἐπέστρεψαν, ὅτι ὁ Θωμᾶς οὔτε τά θεμέλια δέν εἶχε βάλει στήν οἰκοδομή, καί ὅτι ὅλα τά χρήματα, πού τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Βασιλιάς, τά διεμοίρασε στούς πτωχούς. Ἄναψε τότε ἀπό τόν θυμό του ὁ Βασιλιάς καί διέταξε νά δέσουν ἀμέσως ὀπισθάγκωνα τόν Ἀπόστολο καί νά τόν ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του. Μόλις ἡ διαταγή τοῦ Βασιλιά ἐξετελέσθη γρηγορότερα καί ἀπό τόν λόγο καί ἐμφανίσθηκε ἐνώπιόν του ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς, τοῦ λέγει μέ ἀσυγκράτητο θυμό: – 92

Μοῦ ἔκτισες τό παλάτι; – Ναί, ἀπάντησε μέ ἠρεμία ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς, καί μάλιστα πάρα πολύ ὡραῖο. – Ἐμπρός, λοιπόν, εἶπε αὐστηρά ὁ Βασιλιάς· πᾶμε, νά τό δῶ. – Δέν εἶναι δυνατόν, Βασιλεῦ, σ’ αὐτήν ἐδῶ τή ζωή νά δεῖς τό ἀνάκτορο, πού σοῦ ἑτοιμάζω· μετά τήν ἀναχώρησή σου ὅμως ἀπό τόν κόσμο αὐτόν, θά τό δεῖς, καί θά τό ἀπολαύσεις μέ μεγάλη χαρά καί ἀγαλλίαση, ἀπάντησε ὁ Ἀπόστολος. Τά λόγια αὐτά τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ ὁ Βασιλεύς Γουνδαφόρος (αὐτό ἦταν τό ὄνομά του) τά θεώρησε σάν ἐμπαιγμό καί δέν πίστευσε ὅτι εἶναι ἀληθινά. Ἐν τῷ μεταξύ πληροφορήθηκε, ὅτι ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς ἦταν πτωχός καί δέν εἶχε τίποτε, γιά νά τοῦ κατασχέσει· ἀφοῦ λοιπόν ἔχασε τίς ἐλπίδες του, ὅτι θά μπορέσει νά τοῦ ἐπιστρέψει τά χρήματα, σκέφθηκε, ὑπό τό κράτος τῆς ὀργῆς, ὅτι μόνο ὁ θάνατος τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ θά ἱκανοποιοῦσε τόν θυμό του. Γι’ αὐτό διέταξε νά τόν γδάρουν ζωντανό καί ὑστέρα νά τόν ρίψουν στό πῦρ γιά νά καεῖ. Ἀλλ’ Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος πραγματοποιεῖ τά πάντα μέ τήν παντοδυναμία Του», ὁ Θεός, «καί τά ἐναρμονίζει πρός τό θεῖο Αὐτοῦ θέλημα, προφθάνει ἐπικαίρως καί μεταβάλλει τόν ρυθμό τῶν γεγονότων μέ ἕνα θανατηφόρο ἀτυχήμα τοῦ Γάδ, ό ὁποῖος ἦταν ἀδελφός τοῦ βασιλέως Γουνδαφόρου. Καί ἰδού πῶς συνέβη. Ὁ Γάδ αὐτός λυπήθηκε περισσότερο ἀπό τόν ἀδελφό του τόν Βασιλέα ἀπό τήν ἀποτυχία τῆς ἀνοικοδομήσεως τῶν παλατίων καί ὀργισμένος περισσότερο αὐτός ἐναντίον τοῦ Ἀποστόλου, ὁ ὁποῖος δῆθεν τούς ἐνέπαιξε, ἐξεβίαζε τόν Βασιλέα νά τιμωρήσει τόν Θωμᾶ, ἐν τῷ μεταξύ ὅμως πέθανε»24. Εἶχε ὀργιστεῖ καί συνδαύλιζε τόν θυμό τοῦ βασιλέως ἐναντίον τοῦ Ἀποστόλου. Ὅμως ἐπεμβαίνει ὁ Θεός καί πεθαίνει. «Ὁ θάνατος ὅμως τοῦ Γάδ ἔγινε αἰτία νά ματαιωθεῖ ὁ θάνατος τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ. Ἀπό τό μέγεθος τῆς ἐκ τοῦ θανάτου τοῦ Γάδ συμφορᾶς λησμόνησαν τόν κατάδικο, καί ἠσχολοῦντο μέ τήν ἐκφορά τοῦ νεκροῦ Γάδ». Ξέχασαν ὅτι πρέπει νά φονεύσουν τόν Ἀπόστολο Θωμᾶ. «Ἀλλά τί καταπληκτικό θαῦμα θαυματουργεῖ καί ἐδῶ ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος δέν ἐπιθυμεῖ τόν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἕως ὅτου νά ἐπιστρέψει ἀπό τήν ἁμαρτία του καί νά ζήσει τή ζωή τῆς ἀρετῆς! Μόλις πέθανε ὁ Γάδ, παρέλαβαν τήν ψυχή του Ἄγγελοι καί ἔδειχναν σ’ αὐτή τίς αἰωνίους καί ἄφθαρτες διαμονές, πού ὑπάρχουν στόν ἄλλο κόσμο, γιά ὅσους σώζονται ἀπό τήν ἁμαρτία». Ἔκαναν στόν Γάδ δηλαδή μιά ξενάγηση καί τοῦ ἔδειχναν τόν παράδεισο, τίς κατοικίες τοῦ παραδείσου. Αὐτό πού λέει ὁ Κύριος «ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναί πολλαί εἰσιν»25, ὑπάρχουν πολλές διαμονές. «Ἡ ψυχή τότε τοῦ Γάδ κυριεύθηκε ἀπό τήν ὡραιότητα, τό μέγεθος καί τήν ἐξαιρετική λαμπρότητα μιᾶς τέτοιας οὐράνιας ἔπαυλης, πού ξεχώριζε ἀπό ὅλες τίς ἄλλες, καί ἄρχισε ἐπιμόνως νά παρακαλεῖ τούς ὁδηγούς Ἀγγέλους νά τήν ἀφήσουν νά κατοικήσει σ’ ἕνα ἀπό τά μικρότερα δωμάτιά της». Ἀνάμεσα στίς ὡραῖες κατοικίες εἶδε μία ὡραιότατη καί εἶπε, ἀφῆστε με ἐδῶ νά μείνω. «Οἱ συνοδοί, ὅμως, Ἄγγελοι δέν συγκατένευαν σ’ αὐτή τήν παράκληση, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἡ ἔπαυλις αὐτή ἀνήκει 93

στόν ἀδελφό του Γουνδαφόρο, καί ὅτι τήν ἔκτισε γιά χάρη του κάποιος ξενομερίτης πού ὀνομαζόταν Θωμᾶς. Μόλις πληροφορήθηκε αὐτό ὁ Γάδ, ἄρχισε μέ μεγαλύτερη θερμότητα νά ἱκετεύει τούς συνοδούς Ἀγγέλους νά τοῦ ἐπιτρέψουν νά ξαναγυρίσει στόν κόσμο, γιά νά ἀγοράσει τήν λαμπρά αὐτή ἔπαυλη ἀπό τόν ἀδελφό του. Τί ἔγινε λοιπόν μετά ταῦτα; Ἐκεῖνος, μέ τό νεῦμα μόνο τοῦ Ὁποίου κινοῦνται τά πάντα», ὁ Θεός δηλαδή, «εὐδόκησε νά ἐπιστρέψει καί πάλι ἡ ψυχή τοῦ Γάδ στό νεκρό σῶμα, γιά νά λυτρωθεῖ καί ὁ Ἀπόστολος ἀπό τόν θάνατο, ἀλλά καί πολλές ψυχές νά σωθοῦν μέ τό θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ νεκροῦ Γάδ»26. Βλέπετε πῶς λειτουργεῖ ὁ Θεός! – Τί ἔκανε ὁ Ἀπόστολος; Ἕκανε ἕνα τέχνασμα καί ὁ Βασιλέας ἔκανε μιά ἀκούσια φιλανθρωπία! Κι ὅμως αὐτό πῶς λειτουργεῖ ἱεραποστολικά, ὥστε πάρα πολλοί ἄνθρωποι νά σωθοῦν. Βλέπετε, ὅταν τηροῦμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί ὅταν βοηθᾶμε καί τούς ἄλλους νά τίς τηρήσουν, τότε κάνουμε ἀληθινή ἱεραποστολή. «Ἐνῶ λοιπόν σαβάνωναν τόν νεκρό Γάδ ἄξαφνα βλέπουν, αὐτοί πού εἶχαν τήν φροντίδα τοῦ ἐνταφιασμοῦ, ὅτι τό ἄψυχο σῶμα ἄρχισε σιγά-σιγά νά ζωογονεῖται. Ἀμέσως, κατάπληκτοι, ἔτρεξαν καί ἀνέφεραν στόν Βασιλέα Γουνδαφόρο αὐτό τό πρωτάκουστο γεγονός. Κατάπληκτος ὁ Βασιλέας ἔτρεξε δρομαίως κοντά στόν νεκρό ἀδελφό του. Καί ὤ τοῦ θαύματος! Αὐτός πού μέχρι ἐκείνη τή στιγμή ἦταν νεκρός, ὁ Γάδ, σάν νά ξυπνοῦσε ἀπό ὕπνο, ἀνοίγει τά σφραγισμένα ἀπό τόν θάνατο, χείλη του καί ἄρχισε ἐπιμόνως νά παρακαλεῖ τόν ἀδελφό του, λέγοντας: – Ἄν μέ ἀγαπᾶς, ἀδελφέ μου, ἔχω τήν ἀξίωση ἀπό σένα, νά μοῦ πουλήσεις τό ὡραῖο παλάτι, πού σοῦ ἔκτισε στόν οὐρανό ὁ Χριστιανός Θωμᾶς»27. Δέν εἶπε τίποτα ἄλλο! «Ἀφοῦ ἄκουσε μέ προσοχή τούς λόγους αὐτούς ὁ Βασιλέας ἀντιλήφθηκε καλῶς τήν σημασία τους καί ἀναγνώρισε ὅτι ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς ἦταν πράγματι Ἀπόστολος τοῦ Θεοῦ καί ὅτι ὁ Θεός, τόν Ὁποῖο κήρυττε ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς, ἦταν πράγματι ἀληθινός καί φιλάνθρωπος», ὁ ἀληθινός Θεός. «Ἀμέσως ή ψυχή του φωτίσθηκε ἀπό τήν λαμπρότητα τῆς πίστεως καί ἀπάντησε στόν ἀδελφό του: – Ἀδελφέ μου, δέν μπορῶ νά σοῦ πουλήσω ἐκεῖνο τό κτῆμα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόκτησις δέν ἐπιτυγχάνεται τόσο εὔκολα». Τόσα λεφτά εἶχε δώσει! «Ἀπεναντίας· θεωρῶ εὐκολότερο νά ἔλθω νά τό παραλάβω, νά συστήσω δέ σέ σένα τόν τεχνίτη του, ὁ ὁποῖος κατά Θεία Πρόνοια ζεῖ ἀκόμη, καί ἐκεῖνος θά ἀνοικοδομήσει πρός χάριν σου παρόμοιο ἀνάκτορο»28. Τόν στέλνει στόν μάστορα. «Ἀμέσως δέ διέταξε νά παρουσιάσουν ἐνώπιόν του τόν Θωμᾶ, τόν ὁποῖο ἐν τῷ μεταξύ ἀπελευθέρωσε ἀπό τή φυλακή καί τά δεσμά. Στήν ἐμφάνιση τοῦ Ἀποστόλου καί οἱ δύο ἀδελφοί ἔπεσαν στά πόδια του καί τόν παρακαλοῦσαν νά συγχωρήσει σ’ αὐτούς τό ἀνόμημα, πού διέπραξαν σέ βάρος του, ἐν ἀγνοίᾳ τους ὅμως, καί νά κηρύξει στήν χώρα τους τόν ὑπ’ αὐτῶν ἀγνοούμενο Θεό καί τά προστάγματά Του, γιά νά ζήσουν τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς τους συμφώνως πρός τό θέλημά Του, 94

καί ἔτσι νά ἐπιτύχουν τά αἰώνια καί ἀόρατα ἀγαθά, τῶν ὁποίων βεβαίως τίς εἰκόνες καί τούς τύπους ἀξιώθηκε νά προΐδει ὁ Γάδ. Μέ κατάπληξη ἄκουσε ὅλα αὐτά ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς καί θαύμασε τό βάθος τῆς Θείας Πρόνοιας· ἀμέσως δέ εὐχαρίστησε πρεπόντως τόν Θεό καί τούς κατήχησε. Ἐν συνεχείᾳ τούς βάπτισε ὅλους στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐβάπτισε δέ καί ἄλλα ἀναρίθμητα πλήθη Ἰνδῶν, οἱ ὁποῖοι πίστευσαν στόν Θεό ἀπό τό θαῦμα τό ὁποῖο ἔγινε»29. Βλέπετε, πόσο θαυμαστά ἐνεργεῖ ὁ Θεός, ὅταν κάνουμε τό θέλημά Του! «Στό Γεροντικό. Κάποτε ἕνας Γέροντας Ἀσκητής ἔφυγε ἀπό τήν ἔρημο καί πῆγε σέ μία πόλη, γιά νά πουλήσει τά ἐργόχειρά του»30. Ἔτσι ἔκαναν οἱ ἀσκητές. Ἔφτιαχναν καλάθια, ζεμπίλια κ.λ.π. καί πήγαιναν στήν πόλη, τά πουλοῦσαν, καί ἔπαιρναν κάποια χρήματα, μέ τά ὁποῖα ἀγόραζαν συνήθως παξιμάδι, ξηρό ἄρτο, πού κρατοῦσε πολύ καιρό καί γύριζαν στό κελλί τους. Ἔτσι ζοῦσαν, μέ ἁπλό ψωμί καί νερό καί κάνοντας τό ἐργόχειρό τους. «Κατά σύμπτωση», ὁ ἀσκητής αὐτός, «κάθισε στήν πόρτα ἑνός πλουσίου, ὁ ὁποῖος ψυχορραγοῦσε. Ἐκεῖ πού καθόταν, κοίταξε μέ προσοχή καί βλέπει μερικούς μαύρους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦσαν φόβο μέ τήν θέα τους, γιατί ἦταν ἐπάνω σέ μαῦρα ἄλογα καί κρατοῦσαν στά χέρια τους φλογισμένα τύμπανα. Αὐτοί λοιπόν οἱ μαῦροι ἄνθρωποι ἔφθασαν μέ τά μαῦρα ἄλογά τους ἔξω ἀπό τήν πόρτα τῆς οἰκίας τοῦ πλουσίου. Ἄφησαν ἐκεῖ τά ἄλογά τους καί οἱ ἴδιοι μπῆκαν στό σπίτι. Μόλις τούς εἶδε ὁ ἄρρωστος καί ψυχορραγῶν πλούσιος, ἄρχισε νά κραυγάζει ἀπεγνωσμένα, Κύριε, ἐλέησέ με καί βοήθησέ με. Τότε λέγουν σέ αὐτόν ἐκεῖνοι: Τώρα, πού βασίλευσε ὁ ἥλιος, θυμήθηκες τόν Θεό; Γιατί, ὅταν ἔλαμπε ἡ ἡμέρα, δέν Τόν ἀνεζήτησες; Τώρα πλέον δέν ὑπάρχει γιά σένα οὔτε ἐλπίδα σωτηρίας, οὔτε παρηγοριά. Καί ἀμέσως ἀπέσπασαν βιαίως τήν ψυχή του καί ἀνεχώρησαν»31. Φοβερό πράγμα! Ἐπαναλαμβάνω καί πάλι, πόσο δύσκολο πράγμα εἶναι ἡ μετάνοια. Δέν εἶναι ἁπλό, δέν εἶναι μιά κουβέντα, ἐλέησέ με Κύριε… Πρέπει ὅλος ὁ ἄνθρωπος νά ἀλλάξει, νά ἀποφασίσει νά κάνει τό καλό καί νά μισήσει τό κακό καί αὐτό εἶναι ἔργο ζωῆς. Ἡ πιό ὀδυνηρή ὥρα καί ἡ πιό φοβερή καί ἡ πιό κρίσιμη εἶναι ἡ τελευταία μας ὥρα καί γι’ αὐτή τήν ὥρα πρέπει νά προετοιμαζόμαστε ὅλη μας τή ζωή. Ὅπως ἕνας ἀθλητής, πού θά τρέξει στούς Ὀλυμπιακούς, κάνει προετοιμασία γιά μῆνες ἤ καί γιά χρόνια, μέχρι νά πάρει τό βραβεῖο στούς ἀγῶνες, ἔτσι καί ὁ χριστιανός ὅλη του τή ζωή ἀγωνίζεται γιά νά πάρει στό τέλος τό βραβεῖο, τήν τελευταία ἐκείνη ὥρα νά μήν κυριευθεῖ ἀπό τά πάθη, ἀλλά νά εἶναι μέ ἀγάπη στόν Θεό καί στόν πλησίον. Εἶναι φοβερό νά ἀκοῦς ἀνθρώπους ψυχορραγοῦντες καί νά βρίζουν τόν Χριστό, νά βρίζουν τήν Θεία Κοινωνία, νά βρίζουν τούς ἱερεῖς. Φοβερό πράγμα… Τί εἶναι αὐτό, ἄν δέν εἶναι πρόγευση τῆς κόλασης; «Τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ. Ἀδελφοί μου, μεγάλος εἶναι ὁ φόβος κατά τήν ὥρα τοῦ θανάτου, διότι κατά τή στιγμή τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα παρουσιάζονται ἐνώπιον αὐτῆς ὅλα τά ἔργα πού διέπραξε κατά τήν ἡμέρα καί τήν νύκτα, καί τά καλά 95

καί τά πονηρά, ἐνῶ, συγχρόνως, οἱ Ἄγγελοι βιάζονται γιά νά ἐκβάλουν τήν ψυχή ἀπό τό σῶμα». Βιάζονται οἱ δαίμονες νά κολάσουν τόν ἄνθρωπο. «Ἡ ψυχή λοιπόν τοῦ ἁμαρτωλοῦ βλέπουσα τά πονηρά ἔργα της δειλιάζει νά ἐξέλθει»32. Τρέμει… σοῦ λέει, ποῦ θά πάω τώρα;…θά μ’ ἁρπάξουν.. «Ἐκβιαζομένη ὅμως ἀπό τούς Ἀγγέλους καί τρέμουσα γιά τά πονηρά ἔργα της λέγει καί παρακαλεῖ φοβισμένη: ἀφῆστε με μία ὥρα ἀκόμη καί κατόπιν νά βγῶ». Τώρα θυμήθηκε τήν μετάνοια… «Τήν ἀπάντηση ὅμως στήν ψυχή δίδουν ὅλα μαζί τά ἔργα, ὅσα ἔκανε καί τῆς λέγουν: Ἐσύ μᾶς ἔκανες.. μαζί σου λοιπόν πρέπει νά παρουσιασθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Τρέμουσα τότε καί ὀδυρομένη χωρίζεται ἀπό τό σῶμα καί φεύγει, γιά νά παρουσιασθεῖ ἐνώπιον τοῦ ἀθανάτου κριτηρίου τῆς θείας Δικαιοσύνης»33. Βλέπετε; Οἱ συνοδοί μας εἶναι τά ἔργα μας. Ἄν τά ἔργα σου εἶναι καλά, θά ἔχεις μιά ἐλπίδα, μιά παρρησία. Ἄν εἶναι κακά, θά ντρέπεσαι, θά φοβᾶσαι νά φύγεις. «Στό Γεροντικό. Ἕνας Γέροντας Ἀσκητής διηγήθηκε τά ἑξῆς: Ἕνας ἀδελφός ἐπιθυμοῦσε νά ἀναχωρήσει ἀπό τόν κόσμο γιά νά γίνει μοναχός. Ἐμποδιζόταν, ὅμως, ἀπό τή μητέρα του», ὡς συνήθως… Ποῦ θά πᾶς παιδάκι μου;.. ποῦ θά μᾶς ἀφήσεις;... Οἱ γονεῖς δέν θέλουν συνήθως τά παιδιά τους νά γίνουν μοναχοί, τό ὁποῖο εἶναι βέβαια καί ἀντιχριστιανικό. – Γιατί τί ποιό καλό νά ἔχεις τό παιδί σου ἀφιερωμένο στόν Θεό, νά προσεύχεται γιά σένα; Ἀλλά καί ἀντίθετο μέ τά ἀνθρώπινα δικαιώματα… σήμερα πού μιλᾶμε γιά ἀνθρώπινα δικαιώματα! – Γιατί δεσμεύεις τήν ἐλευθερία τοῦ παιδιοῦ σου; Ὅπως ἐσύ ἐλεύθερα ἤθελες καί ἔκανες γάμο καί παντρεύτηκες, αὐτό θέλει νά ἀφιερωθεῖ στόν Θεό. Γιατί τό ἐμποδίζεις καί δέν σέβεσαι τήν ἐλευθερία του; «Ὁ ἀδελφός παρά ταῦτα», πού τόν ἐμπόδιζε ἡ μητέρα του, «δέν παραιτεῖτο ἀπό τόν σκοπό του λέγοντας πρός τήν μητέρα του· θέλω νά σώσω τήν ψυχή μου. Ἀφοῦ λοιπόν ἡ μητέρα τοῦ ἀδελφοῦ παρά τίς προσπάθειές της δέν μπόρεσε νά τόν μεταπείσει καί νά τόν κράτησει κοντά της, τοῦ ἐπέτρεψε νά ἀναχωρήσει. Ὁ ἀδελφός, πράγματι, ἀναχώρησε ἀπό τόν κόσμο καί ἔγινε μοναχός· ὡστόσο ὅμως πέρασε τή ζωή του μέ ἀμέλεια. Ἐν τῷ μεταξύ πέθανε καί ἡ μητέρα του. Μετά ἀπό ἀρκετό χρόνο ὁ ἀδελφός ἀσθένησε ἀπό βαριά ἀρρώστια καί ἔφθασε στόν θάνατο. Κατά τήν ἀρρώστια του αὐτή περιέπεσε σέ λιποθυμία», λιποθύμησε, «ὁπότε ἡ ψυχή του ἐξῆλθε τοῦ σώματος καί ἀνηρπάγη γιά νά κριθεῖ. Ἐκεῖ δέ», στήν κρίση, τήν μερική κρίση, τήν πρώτη κρίση πού περνάει ἡ ψυχή, ὅταν βγαίνει ἀπό τό σῶμα, «μεταξύ τῶν κολαζομένων βρῆκε καί τήν μητέρα του»34. Τήν συνάντησε στόν Ἅδη. Προφανῶς καί ἡ ψυχή του πῆγε στόν Ἅδη καί τήν βρῆκε νά κολάζεται. «Ἐκείνη, μόλις τόν εἶδε, εἶπε μέ κατάπληξη, παιδί μου, καί σύ καταδικάστηκες σ’ αὐτόν ἐδῶ τόν τόπο τῶν κολασμένων; Ποῦ εἶναι τά λόγια, πού μοῦ ἔλεγες, ὅτι θέλω 96

νά σώσω τήν ψυχή μου;». Καλά ἐγώ.. ἤμουνα στόν κόσμο, ἔζησα ὅπως ἔζησα… μοῦ ἄξιζε πού ἦρθα ἐδῶ. Ἐσύ πού ἄφησες καί τόν κόσμο; «Ἐκεῖνος τότε, καταντροπιασμένος γιά ὅσα ἄκουσε, στεκόταν περίλυπος, χωρίς νά μπορεῖ νά ἀπολογηθεῖ τίποτε πρός τήν μητέρα του. Κατόπιν ἄκουσε μία φωνή, ἡ ὁποία ἔλεγε «πάρτε τον αὐτόν ἀπό ἐδῶ». Ἀμέσως τότε συνῆλθε ἀπό τήν ἔκσταση καί τήν λιποθυμία καί διηγοῦνταν μέ φόβο, στούς εὑρισκομένους πλησίον του ὅλα ὅσα εἶδε καί ἄκουσε καί δοξολογοῦσε τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος μέ κάθε τρόπο ἐπιζητεῖ τήν σωτηρία τῶν ἁμαρτωλῶν. Ὅταν λοιπόν ἔγινε καλά ἀπό τήν ἀρρώστια, ἀφοῦ κλείσθηκε στό κελλί του, κάθισε μόνος του φροντίζοντας ἄγρυπνα γιά τήν σωτηρία του, μετανοώντας καί κλαίοντας γιά ὅσα διέπραξε προηγουμένως ἀπό ἀμέλεια καί ραθυμία»35. Ἦρθε στόν ἑαυτό του μέ ἀφορμή αὐτό τό ὅραμα. «Τόσο δέ βαθιά ἦταν ἡ κατάνυξή του καί τόσο ἄφθονα τά δάκρυά του, ὥστε πολλοί ἀπό ἐκείνους πού τόν ἔβλεπαν, τόν λυποῦνταν καί τόν παρακαλοῦσαν νά μετριάσει λίγο τόν κόπο καί τήν ἄσκησή του, μή τυχόν ἀπό τούς θρήνους του πάθει καμία βλάβη ἡ ὑγεία του. Ἐκεῖνος, ὅμως, δέν ἐννοοῦσε νά παρηγορηθεῖ, ἀπαντώντας στίς συμβουλές: ἄν τόν ὀνειδισμό τῆς μητέρας μου δέν μπόρεσα νά ὑποφέρω, πῶς θά βαστάσω τήν ντροπή, κατά τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων καί ὁλοκλήρου τῆς Κτίσεως;». Τότε θά εἶναι τό δημόσιο ρεζίλεμα, τό παγκόσμιο. «Ἄς προσέξουμε καί ἐμεῖς, ἀδελφοί, καί ἄς ἀγωνισθοῦμε, γιά νά ζήσουμε συμφώνως μέ τήν ὑπόσχεση πού δώσαμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ»36. Καί οἱ Μοναχοί νά ζήσουν σύμφωνα μέ τίς μοναχικές ὑποσχέσεις, ἀλλά καί ὅλοι οἱ χριστιανοί δώσαμε ὑποσχέσεις ὅτι θά ἀποταχθοῦμε τόν σατανᾶ καί θά συνταχθοῦμε μέ τόν Χριστό. Αὐτές οἱ ὑποσχέσεις, δυστυχῶς, δέν τηροῦνται καί αὐτό ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν κόλαση. Ἄς προσέξουμε λοιπόν, λέει ἐδῶ ὁ Εὐεργετινός, καί ἄς ἀγωνισθοῦμε, γιά νά ζήσουμε σύμφωνα μέ τήν ὑπόσχεση πού δώσαμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, «ἀλλά καί μέ τήν ἐκτίμηση πού τρέφουν σέ μᾶς οἱ κατά σάρκα συγγενεῖς μας καί οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, τούς ὁποίους ἐγκατελείψαμε γιά τόν πόθο τῆς τελειότητος καί γιά νά εὐαρεστήσουμε στόν Θεό»37. Καί ἕνας Μοναχός ἐγκαταλείπει τούς δικούς του, γιά νά ἀφιερωθεῖ στόν Θεό καί νά σώσει τήν ψυχή του, ἀλλά καί ἕνας χριστιανός πού ζεῖ πράγματι τόν Χριστό ἐγκαταλείπει τούς συγγενεῖς του, ὅταν αὐτοί ζοῦνε κοσμικά. Δέν μπορεῖ νά συζεῖ, νά ἔχει τόν ἴδιο τρόπο ζωῆς καί νά συναναστρέφεται μαζί τους, ἄν θέλει νά ζήσει κατά Θεόν. Κι αὐτό βέβαια κάποιους τούς στενοχωρεῖ. Καί ὁ χριστιανός ἀνθρωπίνως, εἴτε γίνει Μοναχός εἴτε ὄχι, στενοχωρεῖ κάποιους ἀνθρώπους συγγενεῖς του, οἱ ὁποῖοι δέν συμφωνοῦν μέ τίς ἐπιλογές του. 97

– Ἀλλά δέν εἶναι τραγικό καί ὁ ἴδιος μετά νά μήν σωθεῖ; Νά ἔχει αὐτή τήν διπλή στενοχώρια, ἀπ’ τή μιά στενοχώρησε τούς δικούς του καί ἀπό τήν ἄλλη στενοχώρησε τόν Θεό. Γι’ αὐτό λέει ἐδῶ ὁ Εὐεργετινός, ἄς προσέξουμε καί νά ἀγωνισθοῦμε νά ζήσουμε σύμφωνα μέ τίς ὑποσχέσεις πού δώσαμε στόν Θεό, ἀλλά καί νά ἀνταποκριθοῦμε στίς προσδοκίες τῶν ἀνθρώπων πού μᾶς ἐκτιμοῦν βλέποντάς μας νά θέλουμε νά ζήσουμε κατά Θεόν καί ἔτσι νά εὐαρεστήσουμε στόν Θεό. «Ἐάν δέ ζήσουμε, κατ’ ἄλλον τρόπο, μέ ἀμέλεια καί ραθυμία (πράγμα πού εὔχομαι νά μή μᾶς συμβεῖ), πῶς τότε θά ὑποφέρουμε, ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ Κριτηρίου, τήν ντροπή, ὄχι μόνο ἐνώπιον τῆς ἄνω καί κάτω Κτίσεως, ἀλλά καί ἐνώπιον ἐκείνων, πού εἴχαμε συγγενεῖς ἐπάνω στή γῆ καί τῶν ἄλλων γνωστῶν, ἀπό τούς ὁποίους φύγαμε, γιά νά πλησιάσουμε τόν Θεό; Τότε ἀλλοίμονο σέ μᾶς! Ἄν δέ καί μέ αὐτούς μαζί κολασθοῦμε, μαζί μέ ὅλες τίς ἄλλες συμφορές καί τιμωρίες τῆς Κολάσεως θά ἔχουμε καί αὐτούς κατηγόρους, θά μᾶς εἰρωνεύονται καί αὐτοί, γιατί, ὅπως εἶπε καί ἕνας Ἅγιος, ἄν καί χάσαμε τίς ἀπολαύσεις τῆς κοσμικῆς ζωῆς, ἐντούτοις οὔτε καί Μοναχοί κατορθώσαμε νά γίνουμε, γιά τό ὁποῖο φύγαμε ἀπό τόν κόσμο»38. Εἶναι γνωστή ἡ ρύση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅταν συνάντησε κάποιον Συγκλητικό ὁ ὁποῖος εἶχε γίνει Μοναχός, ὁ ὁποῖος ὅμως δέν εἶχε κάνει πλήρη ἀποταγή, εἶχε κρατήσει κάποια χρήματα, κρυφά, γιά τά γεράματά του.. εἶχε κάποιους λογισμούς… Δέν τά παρέδωσε ὅλα, ὅπως πρέπει σ’ ἕναν ὑποψήφιο Μοναχό, νά παραδώσει ὅλη του τήν περιουσία στό Μοναστήρι, στόν ἡγούμενο. Ὁπότε τοῦ εἶπε τό ἑξῆς περίφημο: «Καί τόν Συγκλητικόν ἀπώλεσας καί Μοναχός δέν ἔγινες». Ἔχασες καί τό ἀξίωμα τοῦ Συγκλητικοῦ καί τίς ἀπολαβές πού ἔχει αὐτό τό ἀξίωμα καί Μοναχός δέν ἀξιώθηκες νά γίνεις. Ἀλλίμονο, κι ἐμεῖς νά μήν ἀκούσουμε ποτέ ὅτι χάσαμε καί τήν κοσμική ζωή καί δέν μπορέσαμε νά σωθοῦμε, ὄντες χριστιανοί κατ’ ὄνομα καί ὄχι πραγματικά. Δυστυχῶς καί σήμερα ἔχει ἐπικρατήσει σέ πολλούς ἡ εὐσεβοφάνεια. Φαίνονται εὐσεβεῖς, ἐνῶ δέν εἶναι εὐσεβεῖς καί ὑπάρχει αὐτή ἡ διπλή ζωή, ἡ ὑποκριτική ζωή. Εἶναι οἱ χριστιανοί τῆς Κυριακῆς… μπορεῖ νά πηγαίνουν στήν ἐκκλησία ἀλλά πέραν τούτου οὐδέν… ἤ καί κάτι ἀκόμα, μπορεῖ καμιά φορά νά ἐξομολογοῦνται ἤ καί νά κοινωνοῦν, ἀλλά ἡ ζωή τους δέν εἶναι χριστιανική ζωή. Εἶναι ζωή κοσμική. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι βεβαίως δέν θά ἀπολαύσουν τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἄν δέν μετανοήσουν. Καί κάποιες «χαρές» τῆς κοσμικῆς ζωῆς δέν ἀπολαμβάνουν καί τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέν θά ἀπολαύσουν. Ὁ Χριστός μᾶς θέλει 100% δικούς Του, μᾶς θέλει θερμούς καί ὄχι χλιαρούς. 98

Αὐτά ἤθελα νά πῶ σήμερα στήν ἀγάπη σας. Νά εὐχαριστήσουμε τούς Ἁγίους πού μᾶς ἀποκαλύπτουν ὅλα αὐτά πρός διδασκαλία. Ὄντως ὑπάρχει ὁ παράδεισος, ὑπάρχει ἡ κόλαση, ὑπάρχουν οἱ δαίμονες, ὑπάρχει ἡ ἀνταπόδοση, ὑπάρχει ἡ κρίση, ὑπάρχει τό κριτήριο τῶν ἔργων, μέ βάση τά ὁποῖα θά κριθοῦμε, θά ἀπολαύσουμε ἤ δέν θά ἀπολαύσουμε τή γλυκύτατη θέα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ὡς γλυκύτατο φῶς ἤ θά τήν αἰσθανθοῦμε ὡς καυστική φωτιά, ὅ μή γένοιτο! ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Ἐρ. : …………………….. Ἀπ. : Τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτό πού τελικά μᾶς σώζει. Ἀλλά σώζει αὐτούς, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά σωθοῦν καί τό ἐπιβεβαιώνουν μέ τά ἔργα τους. Νά τί χρειάζονται τά ἔργα! Δέν εἶναι ἀνταλλαγή. Ἔκανα πολλά ἔργα, περνάω στόν παράδεισο… ἔκανα λιγότερα, κόβομαι.. ὅπως λένε οἱ αἱρετικοί οἱ παπικοί – οἱ καθολικοί. Κι ἄν δέν σοῦ φτάνουν, νά ἀγοράσεις μερικά ἀπό τούς ἁγίους, γιατί αὐτοί ἔχουν περίσσεια καλῶν ἔργων… βάλε καί μερικά χρήματα στόν Πάπα… Ἔτσι χτίστηκε ὁ Ἅγιος Πέτρος τῆς Ρώμης καί ἔγιναν πάμπλουτοι οἱ Πάπες καί τό Βατικανό ἔγινε κράτος κοσμικό, γεμάτο χλιδή. Δέν ἰσχύουν αὐτά τά πράγματα. Δέν εἶναι ἀνταλλαγή: κάνω καλά ἔργα – παίρνω τόν παράδεισο, δέν κάνω – δέν τόν παίρνω. Χρειάζονται τά καλά ἔργα, γιά νά ἐπιβεβαιώνουν στήν πράξη τή θέληση τοῦ ἀνθρώπου νά σωθεῖ. «Ἐάν μέ ἀγαπᾶτε», λέει ὁ Κύριος «τηρῆστε τίς ἐντολές»39. Δέν λέει, ἁπλῶς νά Μοῦ τό λέτε, Σέ ἀγαπάω Κύριε… Αὐτό εὔκολο εἶναι. Τό λές μέ τά ἔργα σου; Δηλαδή τηρεῖς τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες ἀντιστρατεύονται στό κοσμικό φρόνημα καί πνεῦμα; Δυστυχῶς, σήμερα πάρα πολλοί χριστιανοί λένε ὅτι ἀγαποῦν, ἀλλά στήν πράξη δέν ἀγαποῦν, γιατί δέν τηροῦν τίς ἐντολές. Καί πόσες φορές ἔχουμε κι ἐμεῖς οἱ πνευματικοί δυσκολία, στενοχώρια, διότι βλέπουμε αὐτή τήν διπλή ζωή. Ἀγκομαχώντας προσπαθοῦνε… ἤ μᾶλλον δέν προσπαθοῦνε… κάνουν κάποια πράγματα ἴσα-ἴσα γιά νά μήν κολαστοῦν. Ἀλλά δέν θέλει αὐτό τό πράγμα ὀ Θεός. Μία κατάσταση σάν τό ἀσανσέρ, μία πάνω, μία κάτω. Πόσες φορές, ἄς ποῦμε, ὁ πνευματικός ἀναγκάζεται νά στερήσει ἀπό λεγόμενους χριστιανούς τήν Θεία Κοινωνία, διότι, λ.χ. αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀπολυτοποιήσει τόν γάμο. Καί σοῦ λένε, τί νά κάνουμε, τό παιδί μου πρέπει νά παντρευτεῖ… καί φέρνουν τή φιλενάδα ἤ τόν φίλο τους καί τά κοιμίζουν στό σπίτι τους. Γίνονται οἱ γονεῖς συνεργοί στήν πορνεία τῶν παιδιῶν, τό ὁποῖο εἶναι μέγιστο ἁμάρτημα. Καί συμμετέχουν οἱ γονεῖς, γιατί ἔχουν ἀπολυτοποιήσει τόν γάμο, καί σοῦ λένε, πῶς ἀλλιῶς θά παντρευτεῖ τό παιδί; Ἐνῶ ὁ Χριστός δέν εἶπε ὅτι σκοπός τῆς ζωῆς μας εἶναι νά παντρευτοῦμε ἤ νά κάνουμε γάμο στά παιδιά μας. Σκοπός τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ θέωση. Ἀλλά, ἐπειδή ζοῦνε μέ τό κοσμικό φρόνημα αὐτοί οἱ ἄνθρωποι δέν τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Κατά τά ἄλλα ὅμως μπορεῖ νά φαίνονται εὐσεβεῖς καί νά ἐξομολογοῦνται. Ἀλλά αὐτή δέν εἶναι ζωή κατά Θεόν. 99

Εἶπα ἕνα παράδειγμα τώρα, γιά νά καταλάβετε τί σημαίνει νά κάνουμε τά σωστά ἔργα. Ἕνας ἄνθρωπος πού θέλει νά σωθεῖ, θά τηρήσει τίς ἐντολές. Αὐτό θά ἔχει κόστος βέβαια. Θά τοῦ ποῦνε ὄτι εἶσαι καθυστερημένος, ὅτι δέν εἶσαι «in», ὅπως λένε σήμερα τά παιδιά, ὅτι δέν εἶσαι ἄνθρωπος ὅπως ὅλοι. Εἶσαι φανατικός, εἶσαι ἀκραῖος, εἶσαι αὐστηρός… Ἄς τό ποῦνε… δέν μᾶς νοιάζει! Ἐμᾶς μᾶς νοιάζει ὁ Χριστός. Ἄν μᾶς νοιάζουν αὐτά, τότε δέν εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ καί μᾶς νοιάζει ὁ κόσμος. Καταλάβατε; Ἑπομένως, νά ποῦ χρειάζονται τά ἔργα. Τά ἔργα βεβαιώνουν- ἐπιβεβαιώνουν ὅτι ἀγαπᾶμε τόν Χριστό ἤ ἀναιροῦν αὐτό πού λέμε στά λόγια ὅτι ἀγαπᾶμε τόν Χριστό. Γι’ αὐτό λέει ὁ Χριστός μας ὅτι θά κριθοῦμε μέ τά ἔργα μας. Τά ἔργα δηλαδή θά ἀποδείξουν, ἄν θέλουμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἤ ὄχι. Ἐρ. : …………………….. Ἀπ. : Πρίν 40 χρόνια οἱ γυναῖκες πού βάφανε τά μαλλιά τους ξέρετε πῶς χαρακτηρίζονταν; Πῶς; Πέστε μου! Πόρνες… ἦταν οἱ κοινές γυναῖκες. Γιατί…; Ἐρ. : Εἶναι διαφορετική ἡ μόδα… Ἀπ. : Ναί… ἄρα δέν εἴμαστε μέ τόν Χριστό, εἴμαστε μέ τή μόδα. Καταλάβατε; Ἄν αὔριο αὐτοκτονοῦν οἱ ἄνθρωποι, θά λέει τό παιδί στή μαμά, πήγαινε ν΄ αὐτοκτονήσεις μαμά, γιά νά εἴμαστε στή μόδα. Θά πάει;… Ἅμα εἶναι χαζή, θά πάει. Δυστυχῶς, βλέπετε; Ποιόν ἔχουμε ἀφεντικό; Τό ἀφεντικό εἶναι ὁ Χριστός ἤ ἡ μόδα; Καί μόδα ξέρετε τί θά πεῖ; Εἶναι ἀπό τό “mode”, τρόπος ζωῆς. Ὁ τρόπος ζωῆς μας εἶναι αὐτό πού λέει ὁ Χριστός ἤ αὐτό πού λέει ὁ κόσμος; Ἅμα ἀκολουθοῦμε αὐτό πού λέει ἡ μόδα, εἶναι αὐτό πού λέει ὁ κόσμος. Ἄρα εἴμαστε φίλοι τοῦ Θεοῦ ἤ ἐχθροί; Εἴμαστε ἐχθροί. Γιατί λέει ὁ Χριστός, ὅποιος ἀγαπάει τόν κόσμο, δηλαδή τόν τρόπο ζωῆς τοῦ κόσμου, εἶναι ἐχθρός μου40. Εἶναι ἐχθρός τοῦ Θεοῦ αὐτόματα. Μπορεῖς μετά νά σωθεῖς; Δέν μπορεῖς, ὅταν συμπλέεις μέ τόν τρόπο ζωῆς τοῦ κόσμου, δηλαδή μέ τόν ἐχθρό τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖς νά εἶσαι μέ τόν ἐχθρό τοῦ Θεοῦ καί νά εἶσαι στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Πῶς θά εἶσαι;… Ἀφοῦ μισεῖς τόν Θεό. Στήν πράξη Τόν μισεῖς. Ἐρ. : …………………….. Ἀπ. : Ναί, αὐτή εἶναι καλή πρόκληση γιά μετάνοια. Μέ τήν ἴδια ἔννοια σᾶς λέω: τό κακό σήμερα ἔχει κυριαρχήσει. Ἕνας πού δέν κάνει τό κακό, προκαλεῖ, μέ τήν ἴδια ἔννοια… Ἄρα ὅλοι πρέπει νά γίνουμε κακοί! Γιά νά μήν ταράζεται ἡ κοινωνία… ἡ ὁποία εἶναι διεφθαρμένη. Ὄχι! Πρέπει νά ταραχτεῖ ἡ κοινωνία! Νά φύγουν οἱ λάσπες καί οἱ βρωμιές πού ὑπάρχουνε. Νά πάψει νά εἶναι λίμνη. Ὅταν ταραχτοῦν τά νερά, τότε βγαίνουν οἱ βρωμιές. Ὅταν ἡ θάλασσα δέν ἔχει κύματα, βρωμίζει. Στό τέλος θά βρωμίσει τό νερό, ἄν δέν ὑπάρχουν κύματα, ἄν δέν ταραχτεῖ. Γι’ αὐτό οἰκονόμησε ὁ Θεός νά ταράζονται τά νερά, νά ἀνανεώνονται, νά ὀξυγονώνονται κ.λ.π. Λοιπόν, αὐτή εἶναι ἡ καλή πρόκληση. Ἡ κακή πρόκληση εἶναι αὐτό πού κάνουν οἱ πολλοί. Δηλαδή τί κάνουν; Προκαλοῦν στήν ἁμαρτία μέ τό νά συμπλέουν μέ τό mode, μέ τόν τρόπο ζωῆς, μέ τή μόδα. Τί κάνουν; Παρακινοῦν καί τούς ἄλλους νά 100


Like this book? You can publish your book online for free in a few minutes!
Create your own flipbook