Συλλογή απομαγνητοφωνημένων ομιλιών Άρχ.Σάββα Αγιορείτου 15ο Μέρος Σειρά pdf σε συνέχειες - 2018 Μια δωρεάν διαδυκτιακή συλλογή,απομαγνητοφωνημένων ομιλιών, του π.Σάββα Αγιορείτη,που έχουν αναρτηθεί στην επίσημη ιστοσελίδα: (hristospanagia3.blogspot.gr) Κατεβάστε τις συνέχειες της σειράς,όπως και μελλοντικά pdf με νέες απομαγνητοφωνημένες ομιλίες που θα αναρτούνται ανα διαστήματα,στην ανωτέρω ηλεκτρονική διεύθηνση,στην επίσημη ιστοσελίδα,στην στήλη του blog (πάνω-δεξιά). 1
Για περισσότερες ψυχοφελείς ομιλίες για πλήθος θέματων,καθώς και για μελέτη πλήθους κειμένων Λόγων και Διδαχών Αγίων Πατέρων,επισκεφτείτε τις παρακάτω ιστοσελίδες.Καθημερινή Ενημέρωση & Αναρτήσεις. (Επίσημες Ιστοσελίδες) [Στο τέλος της ιστοσελίδας κάτω κάτω πατήστε Παλαιότερες Αναρτήσεις] hristospanagia3.blogspot.gr www.hristospanagia.gr agiapsychanalysi.blogspot.gr Η παρούσα συλλογή απομαγνητοφωνημένων ομιλιών,αποτελεί ένα πάρα πολύ μικρό μέρος,απο το σύνολο ομιλιών του π.Σάββα.Ακούστε τις ομιλίες της παρούσας συλλογής καθώς και τις συνεχειές τους (ανα θεματική κατηγορία) καθώς και πλήθος άλλων ομιλιών πάνω σε ποικίλα πνευματικά θέματα,στις παρακάτω ιστοσελίδες με καθημερινή & εβδομαδιαία ενημέρωση: (Συλλογή ομιλιών - Youtube) [Στο τέλος της ιστοσελίδας κάτω κάτω πατήστε Φόρτωση Περισσοτέρων] https://www.youtube.com/channel/UCEtOr176QWbyqK_H3ZZoJJw/videos (Playlists Ομιλιών ανα θεματική Κατηγορία - Youtube) [Στο τέλος της ιστοσελίδας κάτω κάτω πατήστε Φόρτωση Περισσοτέρων] https://www.youtube.com/channel/UCEtOr176QWbyqK_H3ZZoJJw/playlists (Θεματικές Ενότητες Blog – Ετικέτες ανα κατηγορία) http://hristospanagia3.blogspot.gr/p/blog-page_25.html Γιά ενημέρωση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για τις καθημερινές λίστες θεμάτων που αναρτούνται καθημερινά στην ιστοσελίδα - στείλτε τό e-mail σας στό:[email protected] 2
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 15ο Μέρος (Ψυχοφελείς ομιλίες πάνω σε ποικίλα πνευματικά θέματα) 1)Μετάνοια καί Μνήμη θανάτου [Σελ 4 εώς 21] 2)Ἡ Μέλλουσα Κρίση καί ἡ Αἰώνια Ζωή [Σελ 22 εώς 34] 3)Ἡ μετά θάνατον ζωή [Σελ 35 εώς 68] 4)Ἡ Θεία Ἐπισκίαση στήν Κοίμηση τῶν Δικαίων [Σελ 69 εώς 83] 5)Ἐπιθανάτιες ἐμπειρίες [Σελ 84 εώς 105] 6)Ποῦ πηγαίνουν οἱ Ψυχές μετά τόν Χωρισμό τους ἀπό τό Σῶμα [Σελ 106 εώς 122] 7)Ἡ Ἔξοδος τῆς Ψυχῆς ἀπό τό σῶμα [Σελ 123 εώς 141] 8)Ἡ Κατάταξη τῶν Ψυχῶν μετά τήν Κοίμηση τῶν Ἀνθρώπων [Σελ 142 εώς 161] 9)Ὀρθόδοξη Διδασκαλία Περί τῶν Ἀγγέλων [Σελ 162 εώς 177] 10)Μεταθανάτιες Ἐμπειρίες [Σελ 178 εώς 198] 11)Ὁ ἐναέριος κόσμος τῶν πνευμάτων - Α Μέρος [Σελ 199 εώς 221] 12)Ὁ ἐναέριος κόσμος τῶν πνευμάτων - Β Μέρος [Σελ 222 εώς 247] 13)Ἐμφανίσεις Ἀγγέλων καί δαιμόνων κατά τήν ὥρα τοῦ θανάτου [Σελ 248 εώς 263] 14)Οἱ Δαίμονες καί οἱ Πανουργίες τους [Σελ 264 εώς 284] 15)Ὁράματα τοῦ Κυρίου καί τοῦ διαβόλου [Σελ 285 εώς 309] 16)Ἀληθινές ἐμπειρίες Παραδείσου καί κολάσεως [Σελ 310 εώς 337] 3
Μετάνοια καί Μνήμη θανάτου Ὑπόθεσις ἐκ τοῦ Εὐεργετινοῦ Δ΄. Εἶναι μία μικρή ὑπόθεσις, πού ἔχει τίτλο «Ὅτι οἱ ἀσθενεῖς πρέπει νά ὁδηγοῦνται σιγά-σιγά στά ἔργα τῆς μετανοίας» καί εἶναι ἀπό τό Γεροντικό. «Ἕνας ἀδελφός ἔπεσε σέ πειρασμό, δηλαδή σέ ἁμαρτία. Τόσο δέ μεγάλη θλίψη δοκίμασε, ὥστε ἐγκατέλειψε καί τόν κανόνα τοῦ Μονάχου. Καί ἐνῶ ἤθελε νά κάνει ἀρχή νά μετανοεῖ, ἠμποδίζετο ἀπό τήν λύπη καί ἔλεγε στόν ἑαυτό του· πῶς θά μπορέσω νά ἀνεύρω τόν ἑαυτό μου, ὅπως ἤμουν κάποτε; Ἀμελῶν δέ καί διστάζων δέν εἶχε τήν δύναμη νά ἀρχίσει τό μοναχικό του ἔργο. Ἐπισκέφθηκε λοιπόν ἕναν Γέροντα καί ἐξομολογήθηκε σ’ αὐτόν ὅσα τοῦ συνέβαιναν. Ό Γέρων, ἀφοῦ ἤκουσε μετά προσοχῆς τά ζητήματα, πού τόν ἔθλιβαν, ἀντί ἀπαντήσεως τοῦ διηγήθηκε τό κατωτέρω παράδειγμα, ὑπό μορφήν διδακτικῆς παραβολῆς: Ἕνας ἄνθρωπος – ἄρχιοε νά λέγει- εἶχε ἕναν ἀγρό.Ἀπό ἀμέλειά του, λοιπόν, ὁ ἀγρός αὐτός ἐχερσώθη καί ἐγέμισε ἀπό ἄγρια χόρτα καί ἀγκάθια. Μετά καιρόν ὁ ἄνθρωπος αὐτός σκέφθηκε νά περιποιηθεῖ τόν ἀγρό του καί νά τόν καλλιεργήσει. Διέταξε, λοιπόν, τόν υἱό του νά πάει νά καθαρίσει τόν ἀγρό. Πράγματι μετέβη ὁ υἱός νά καθαρίσει τόν ἀγρό, μόλις ὅμως τόν εἶδε γεμάτο ἀγκάθια, ἀπογοητεύτηκε καί εἶπε μέσα του· πότε θά μπορέσω νά τά ξερριζώσω ὅλα αὐτά καί νά τόν καθαρίσω; Ξάπλωσε λοιπόν καί ἀποκοιμήθηκε. Ἀφοῦ ξύπνησε γιά λίγο καί εἶδε πάλι τό πλῆθος τῶν ἀγκαθιῶν, ἐβαρύνθη καί ἔμεινε ξαπλωμένος κατά γῆς. Καί ἄλλοτε μέν κοιμώμενος, ἄλλοτε πάλι στρέφων ἀπό τήν μίαν πλευρά στήν ἄλλη», ἄλλαζε πλευρό ὅπως λέμε, «ὅπως ἡ θύρα περιστρέφεται στήν στρόφιγγά της», στόν μεντεσέ, «κατά τήν παροιμία», ἔτσι λέει στίς Παροιμίες, «ὥσπερ, θύρα, στρέφεται, ἐπί, τοῦ, στρόφιγγος, οὕτως, ὀκνηρός, ἐπί τῆς κλίνης αὐτοῦ. κρύψας ὀκνηρός τήν χεῖρα ἐν τῷ κόλπῳ αὐτοῦ, οὐ δυνήσεται ἐπενεγκεῖν ἐπί στόμα»1. Πέρασε ἀρκετές ἡμέρες ἔτσι χωρίς ἐργασία καί μέ ἀμέλεια. Ἐν τῶ μεταξύ ἔρχεται καί ὁ πατέρας του, νά δεῖ τί ἔκανε στόν ἀγρό. Καθώς λοιπόν τόν βρῆκε ἀργό καί ἀναποφάσιστο, τοῦ λέει: – Γιατί, παιδί μου, δέν ἔκανες τίποτα μέχρι τώρα; Τό παιδί ἀπήντησε: – Πατέρα μου, καθώς ἐρχόμουνα νά ἐργασθῶ, καί ἔβλεπα αὐτό τό πλῆθος ἀπό τά ἀγριόχορτα καί τά ἀγκάθια, ἔχανα τήν ὄρεξή μου πρός ἐργασία, καί ἀπό τήν στενοχώρια μου ἐξάπλωνα καί κοιμόμουνα. Γι’ αὐτό δέν ἔκαμα τίποτε μέχρι σήμερα. – Παιδί μου, μή στενοχωρεῖσαι, ἀπάντησε ὁ πατέρας· νά ξεχερσώνεις κάθε μέρα ἔκταση ἴση μέ τό πλάτος τοῦ στρώματός σου καί ἔτσι θά προχωρήσει ἡ ἐργασία σου καί δέν θά σέ καταπνίξει ἡ ἀμέλεια. Πράγματι ὁ υἱός πραγματοποίησε τήν συμβουλή 4
τοῦ πατρός καί ἐντός ὀλίγου χρόνου καθαρίσθηκε ὁ ἀγρός ἀπό τά ἀγκάθια καί τά ἀγριόχορτα». Ἔτσι καί σύ, ἀδελφέ μου, ὀλίγο κατ’ ὀλίγο νά ἐργάζεσαι καί δέν κινδυνεύεις ἀπό ἀμέλεια. Ό δέ Θεός βλέπων τήν ἐπιθυμία σου πρός ἐργασία θά σέ ἀποκαταστήσει καί πάλι, μέ τήν Χάρη Του, στήν ἀρχαία σου τάξη. Ὁ Μοναχός ἄκουσε μετά προσοχῆς τίς συστάσεις αὐτές, κάθισε μέ ὑπομονή καί ἐφήρμοσε τίς ὑποδείξεις τοῦ Γέροντος. Πράγματι δε, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ βρῆκε τήν ἐπιζητουμένη ἀνάπαυση»2. Νά ξεχερσώνεις κάθε μέρα ἔκταση ἴση μέ τό πλάτος τοῦ στρώματός σου καί ἔτσι θά προχωρήσει ἡ ἐργασία σου καί δέν θά σέ καταπνίξει ἡ ἀμέλεια. Ὀλίγον καί κατά μικρόν ἐάν ἀγωνίζεται ὁ ἄνθρωπος καθημερινά, ἄν ἀνεβαίνει ἕνα-ἕνα τά σκαλοπάτια τῆς ἀρετῆς, σιγά-σιγά θά φτάσει στήν κορυφή καί θά πετύχει τόν ποθούμενο σκοπό πού εἶναι ἡ κάθαρση. Ἡ κάθαρση δέν γίνεται διά μιᾶς, ἀλλά σέ βάθος χρόνου μέ μία σειρά βημάτων. Λίγο λίγο καί σιγά σιγά, καί ἀσθενής νά εἶσαι, θά τά καταφέρεις. Αὐτοί πού εἶναι ἰσχυροί καί πρόθυμοι μποροῦν νά τό κάνουν πιό γρήγορα. Ἀλλά καί οἱ ἀσθενεῖς σιγά-σιγά τά καταφέρνουν. Ἐκεῖνο πού ἔχει σημασία εἶναι νά μή σταματάει κανείς νά ἀνεβαίνει, νά καθαρίζεται, ἔστω καί λίγο καθημερινά. Εἶναι πάρα πολύ ὄμορφο τό νά βάζει σιγά-σιγά ὁ ἄνθρωπος τόν ἑαυτό του σέ τάξη καί νά ζεῖ σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ ἴδιος τό χαίρεται βεβαίως, γιατί ἑλκύει τή Χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία τοῦ δίνει καί τήν ἀληθινή χαρά. Αὐτό λοιπόν θέλει νά μᾶς διδάξει αὐτή ἡ ὑπόθεσις, ὅτι οἱ ἀσθενεῖς πρέπει νά ὁδηγοῦνται σιγά-σιγά στά ἔργα τῆς μετανοίας. Νά μήν ἀπελπίζονται ἀπό τό μέγεθος τῶν ἁμαρτημάτων, ἀπό τόν ὄγκο καί τή δύναμη τῶν παθῶν πού ἔχουν, καί νά μή λένε ὅτι δέν γίνεται πλέον τίποτε μέ ἐμένα, δέν μπορῶ πλέον νά κάνω τίποτε, ἀλλά νά ἀγωνίζονται λίγο-λίγο καθημερινά καί σιγά-σιγά θά φτάσουν νά ἔχουν μιά ὁλοκληρωμένη μετάνοια. Αὐτά γιά τήν ὑπόθεση τήν τετάρτη, γιά τό ὅτι οἱ ἀσθενεῖς θά πρέπει ἥσυχα, ἤρεμα καί σιγά-σιγά, κατά μικρόν, νά ὁδηγοῦνται στήν μετάνοια τήν πλήρη καί ὁλόκληρο. Εἶναι ἕνας τρόπος αὐτός, ξέρετε, γιά νά ξεγελᾶμε τόν λογισμό μας, ὁ ὁποῖος εἶναι πάντοτε δειλός. Λέει ἡ Ἁγία Γραφή «λογισμοί ἀνθρώπων πάντες δειλοί»3. Πάντα ὁ λογισμός μᾶς λέει, πώ, πώ… τώρα εἶναι πολύ δύσκολο νά κάνεις προσευχή.. καί τόση ὥρα.. καί πῶς θά ἀντέξεις κ.λ.π. Μπορεῖς νά πεῖς στόν λογισμό σου, δέν θά κάνω πολύ, θά κάνω ἕνα λεπτό. Ἕνα λεπτό προσευχή καί νά προσπαθήσω αὐτό τό ἕνα λεπτό νά συγκεντρωθῶ. Ἀφοῦ καταφέρεις καί κάνεις ἕνα λεπτό, μετά θά πεῖς, νά κάνω ἀκόμη ἕνα λεπτό. Ἔτσι σιγά-σιγά ξεπερνώντας τή ραθυμία καί τήν τεμπελιά, τή φιλαυτία, ὁ ἄνθρωπος προχωράει πνευματικά. Πᾶμε στήν ἑπόμενη ὑπόθεση, πέμπτη κατά σειρά, ἡ ὁποία λέγει: Ὅτι πρέπει πάντοτε νά ἐνθυμούμεθα τόν θάνατον καί τήν μέλλουσα κρίση, διότι ἐκεῖνοι πού δέν ἀναμένουν διαρκῶς τόν θάνατο καί τήν μέλλουσα κρίση εὐκόλως κυριεύονται ἀπό τά πάθη. Δηλαδή ἡ Ὑπόθεσις αὐτή ἀναφέρεται στήν μνήμη τοῦ θανάτου. Ἐνῶ ἡ προηγούμενη ἀναφερόταν στήν μετάνοια. 5
«Στόν βίο τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου. Ὁ Ἁγιος Ἀντώνιος ἔλεγε στούς μαθητές του, γιά νά μήν ἀμελοῦμε καί νά μήν ὑποχωροῦμε μπροστά στήν ἄσκηση, εἶναι καλό νά μελετοῦμε καθημερινῶς τό ρητό τοῦ Ἀποστόλου πού λέει «καθημέραν ἀποθνήσκω»4, διότι ἐάν καί ἡμεῖς διάγουμε τόν βίο μας ὡς ἀποθνήσκοντες καθημερινῶς, ἀσφαλῶς δέν θά ἀμαρτήσουμε»5. Ἄν κάθε μέρα σκεφτόμαστε ὅτι πεθαίνουμε, σήμερα εἶναι ἡ τελευταία μας μέρα, δέν θά ἁμαρτάναμε, γιατί θά λέγαμε, πρέπει νά προσέξω πολύ τουλάχιστον αὐτή τήν τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς μου νά μήν ἁμαρτήσω, γιά νά ἔχω κάποια παρρησία στόν Θεό πού θά μέ βρεῖ σέ μιά κατάσταση ἀγῶνος. «Αὐτό δέ πού σᾶς προτείνω», λέει ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, «θά τό πραγματοποιήσουμε κατά τόν ἑξῆς τρόπο». – Πῶς θά πιστεύουμε ὅτι κάθε μέρα εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς μας; «Κατά τήν καθημερινή μας ἀφύπνιση ἀπό τόν ὕπνο, ἄς νομίζουμε ὅτι δέν ἠγέρθημεν ἐκ τῆς κλίνης καί πεθάναμε, ἐφόσον ἄλλωστε καί ἡ ζωή μας, ἐκ φύσεως, εἶναι ἀγνώστου διάρκειας καί τέλους καί καθημερινῶς μετρεῖται ἀπό τήν θεία πρόνοια»6. Νά σκέφτεσαι λοιπόν ὅτι δέν ξύπνησες, ὅτι δέν σηκώθηκες ἀπό τό κρεβάτι. Ἐξάλλου, ἡ ζωή σου δέν ξέρεις πόσο θά διαρκέσει. «Ὅταν σκεπτόμαστε κατά αὐτόν τόν τρόπο, οὔτε θά ἁμαρτήσουμε, οὔτε τίποτε θά ἐπιθυμήσουμε, οὔτε θά μνησικακοῦμε ἐναντίον τῶν ἄλλων, οὔτε θά ἀποκτήσουμε ὑλικούς θησαυρούς πάνω εἰς τήν γῆ ἀλλ’ ὡς ἀναμένοντες καθημερινῶς τόν θάνατο», ἀφοῦ περιμένουμε καθημερινά τόν θάνατο, «θά γίνουμε ἀκτήμονες». Ἕνας πού πεθαίνει τό βράδυ, ξέρει ὅτι θά πεθάνει σήμερα, δέν κοιτάζει νά ἀγοράσει χωράφια… τί νά ἀγοράσει;.. Δέν κοιτάζει νά ἀποκτήσει πράγματα ἐδῶ στή γῆ. Θά γίνουμε ἀκτήμονες ἑπομένως, «καί θά συγχωρήσουμε ὅλα τά σφάλματα στούς ἀδελφούς μας»7. Ἕνας πού φεύγει, θέλει νά τά ἔχει καλά μέ ὅλους, νά ἔχει συμφιλιωθεῖ. Ζητάει συγγνώμη ἀπό ὅλους. «Ἐπιπλέον οὔτε γυναίκα θά ἐπιθυμήσουμε, οὔτε θά θελήσουμε νά ἀπολαύσουμε καμία ἄλλη ρυπαρή ἡδονή, ἀλλά μέ βδελυγμία θά τά ἀποστραφοῦμε ὅλα αὐτά, ὡς παρερχόμενα ταχύτατα, ζῶντες διαρκῶς μέ τήν ἀγωνία τοῦ θανάτου καί προβλέποντες πάντοτε τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως»8, ἔχοντας μπροστά στά μάτια μας συνεχῶς τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως καί σκεπτόμενοι τήν ὥρα αὐτή τήν φρικτή τοῦ θανάτου, πού εἶναι ἡ σοβαρότερη καί σπουδαιότερη ὥρα τοῦ ἀνθρώπου καί κρισιμότερη καί ἡ ὥρα πού θά ἔχει τούς μεγαλύτερους πειρασμούς. Γι’ αὐτό καί ὁ φιλάνθρωπος Δεσπότης, ὁ Χριστός, μᾶς δοκιμάζει μέ θλίψεις καί δοκιμασίες στή διάρκεια τῆς ζωῆς μας, ἕτσι ὥστε τήν τελευταία ὥρα νά κάνουμε ὑπομονή καί προσευχή καί ταπείνωση καί νά μήν πέσουμε θύματα τοῦ διαβόλου καί ἀπελπιστοῦμε καί χάσουμε τήν ψυχή μας. Γιατί, βεβαίως, ὁ θάνατος εἶναι κάτι ἀπευκταῖο. Εἶναι κάτι πού δέν τό θέλει ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί ἔχει μεγίστη δυσκολία ἐκείνη τήν ὥρα ὁ ἄνθρωπος, τήν ὥρα τοῦ θανάτου. Ἄν ὅμως σ’ ὅλη του τή ζωή ἔχει προετοιμαστεῖ γιά ἐκείνη τήν ὥρα, ἔχει ἀγαπήσει τόν Χριστό, ἔχει 6
συμφιλιωθεῖ μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἔχει ἀποτινάξει τά πάθη του ἤ τουλάχιστον τά ἔχει χαλιναγωγήσει, τότε θά εἶναι πολύ πιό εὔκολα τά πράγματα. «Πάντοτε ὁ μεγαλύτερος φόβος τοῦ ἀπροσδοκήτου θανάτου καί ἡ ἀγωνία γιά τά ἀναμενόμενα βάσανα ἐκ τῆς ἁμαρτίας, διαλύουν εὔκολα τό ἀπατηλό τῆς ἡδονῆς καί ἀνεγείρουν τήν ψυχή, ὁσάκις παρεκκλίνει πρός τό κακό»9. Ὅταν κανείς σκέφτεται τόν θάνατο καί ζεῖ, ἔτσι ἄς τό ποῦμε, τήν καλή ἀγωνία γιά τό τί λόγο θά δώσει στόν Θεό, τί ἀπολογία θά δώσει, αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν ἁμαρτάνει καί ἀφετέρου δέν ὑποδουλώνεται στίς διάφορες ἡδονές τίς γήινες, τίς σαρκικές, τίς ἐπίγειες, ἀλλά συνεχῶς σηκώνει τήν ψυχή του μέ νήψη, μέ ἐγρήγορση, πρός τόν Θεό καί καλλιεργεῖ τήν ἐλπίδα στόν Θεό. «Στόν βίο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος. Ὁ μέγας Ἰωάννης, ὁ Πατριάρχης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας, γιά νά χαράξει βαθιά στό μυαλό του τήν μνήμη τοῦ θανάτου καί νά τήν βλέπει πάντοτε ζωηρῶς μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς του, διατάσσει νά κτίσουν τόν τάφο του, νά μή τόν τελειώσουν ὅμως, νά τόν ἀφήσουν μισοτελειωμένο. Ἔπειτα δίνει ἐντολή σ’ αὐτούς, πού ἀσχολοῦνταν μέ τήν κατασκευή τοῦ τάφου του, ὁσάκις ἐπετελεῖτο ἐπίσημη ἑορτή, νά ἔρχονται ἐμπρός σέ ὅλους πού συνήρχοντο γιά τήν ἑορτή, καί νά τοῦ λέγουν δυνατά: Ὁ τάφος σου, Δέσποτα, εἶναι μισοτελειωμένος ἀκόμα, ἐπίτρεψέ μας λοιπόν νά τόν τελειώσουμε, διότι εἶναι ἄγνωστο σέ ποία ὥρα ἐπέρχεται, ὡς κλέπτης, ὁ θάνατος»10. Εἶχε κάνει αὐτό τό τέχνασμα γιά νά θυμᾶται τόν θάνατο. Καί μάλιστα εἶχε βάλει τούς ἀνθρώπους νά τοῦ τόν θυμίζουν μπροστά σ’ ὅλο τόν κόσμο ἔτσι ὥστε νά τόν συγκλονίζει ἀκόμα περισσότερο αὐτή ἡ μνήμη. Ὁπωσδήποτε βέβαια καί οἱ ἄλλοι πού τό ἄκουγαν κι αὐτοί ἔπαιρναν τό μάθημα πού ἔπρεπε. Τόν βοηθοῦσε βέβαια αὐτό καί νά μήν ξεχνιέται ἐκείνη τήν ὥρα τῆς ἑορτῆς πού ὅλα εἶναι χαρούμενα, ὅπως εἶναι σέ κάθε γιορτή, καί νά μήν παύει νά θυμᾶται κι ἐκείνη τήν ὥρα τόν θάνατο, γιατί ἡ μνήμη τοῦ θανάτου εἶναι φυλακτικό τῶν ἁμαρτιῶν. Προφυλάσσεται ὁ ἄνθρωπος καί δέν ἁμαρτάνει, ὅταν θυμᾶται ὅτι θά πεθάνει. Τρίτο, στό Γεροντικό, «Ὁ Ἀββάς Ἀγάθων εἶπε, ὅτι θά πρέπει ὁ Μοναχός ἀνά πᾶσα στιγμή νά ἔχει τόν νοῦ τσυ στό φοβερό κριτήριο τοῦ Θεοῦ, δηλαδή στήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ»11. Κάθε στιγμή νά σκεφτόμαστε τήν Δευτέρα Παρουσία, τί θά γίνει τότε; Τί ἀπολογία θά δώσουμε; «Στά μέρη τοῦ Ἰορδάνου ζοῦσε, κατά τούς χρόνους ἐκείνους, ἕνας Ἀναχωρητής, ὁ ὁποῖος ἀγωνίζοτανε γιά πολλά χρόνια». Ἀγωνιζότανε πνευματικά, μέ νηστεῖες, μέ ἀγρυπνίες, μέ δάκρυα, μέ μετάνοιες.. «Αὐτός προστατευόμενος ἀπό τήν σκέπη τοῦ Θεοῦ δέν ἐθίγετο ἀπό τίς προσβολές τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλά παρέμενε σχεδόν ἀνενόχλητος ἀπό τόν πόλεμο τοῦ διαβόλου. Γι’ αὐτό, ἐμπρός σ’ ἐκείνους πού τόν ἐπεσκέπτοντο, χάριν πνευματικῆς ὠφελείας, περιφρονοῦσε τόν σατανᾶ καί τόν εἰρωνεύοταν λέγοντας στούς ἐπισκέπτες του, τίποτε δέν εἶναι, οὔτε μπορεῖ νά κάνει κάτι εἰς βάρος 7
τῶν ἀγωνιστῶν, ἐκτός ἐάν βρεῖ ὅμοιούς του σέ ρυπαρότητα, πού παραμένουν διαρκῶς δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας· αὐτούς τότε τούς ἀδυνατίζει τελείως. Ὅλα αὐτά τά ἔλεγε βεβαίως, διότι δέν ἀντιλαμβανόταν τήν εἰς αὐτόν δωρεάν τῆς Θείας Χάριτος, ἡ ὁποία δέν ἐπέτρεπε στόν σατανᾶ νά τόν πειράξει»12. Καυχιόταν κατά κάποιο τρόπο, ἔμμεσα, ὅτι μόνος του τά κατάφερε. Ἐνῶ ἦταν δῶρο τοῦ Θεοῦ, τό ὅτι δέν τόν πείραζε ὁ διάβολος. Τόν φύλαγε ὁ Θεός. «Ὅταν λοιπόν πλησίαζε τό τέλος του, ἐμφανίζεται ἐνώπιόν του, κατά παραχώρηση Θεοῦ, ὀφθαλμοφανῶς ὁ διάβολος καί τοῦ λέει: -Τί σοῦ ἔχω κάνει, Ἀββά; μήπως σέ ἐνόχλησα καθόλου; Ὁ Ἀναχωρητής τόν ἔφτυσε ἀμέσως στό πρόσωπο καί ἐπανέλαβε τά ἴδια εἰρωνικά λόγια. Στό τέλος πρόσθεσε: -Πήγαινε ὀπίσω μου, σατανᾶ, γιατί τίποτε δέν μπορεῖς νά κάνεις εἰς βάρος τῶν δούλων τοῦ Χριστοῦ. -Καλά καλά, ἀπάντησε ἐκ δευτέρου ὁ σατανᾶς· μή λησμονεῖς ὅμως, ὅτι ἔχεις νά ζήσεις ἀκόμα ἄλλα σαράντα χρόνια· τί λές λοιπόν μέσα σέ τόσα χρόνια δέν θά εὕρω μία ὥρα, γιά νά σέ καταρρίψω;», νά σέ κάνω ν’ ἁμαρτήσεις δηλαδή; «Μετά τούς λόγους αὐτούς ἐξαφανίσθηκε ὁ σατανᾶς. Ἐν τῶ μεταξύ ὅμως ἔσπειρε στή διάνοια τοῦ Ἀναχωρητοῦ τά σπέρματα τοῦ κακοῦ»13. Ὁ διάβολος εἶναι μεγάλος μάστορας! Μέ τούς λογισμούς τουμπάρει τόν ἄνθρωπο. «Ἔτσι ὁ Ἀναχωρητής ἄρχισε ἀμέσως νά παλεύει μέ τούς λογισμούς του καί νά λέει ἀπό μέσα του. Τόσα χρόνια ἔχω πού ταλαιπωροῦμαι σ’ αὐτήν τήν ἔρημο καί ἀκόμη ἄλλα σαράντα χρόνια ζωῆς μοῦ ἔχει ὁ Θεός;». Ἐκεῖνος νόμιζε ὅτι τελειώνει.. «Θά ἀναχωρήσω λοιπόν γιά τόν κόσμο, γιά νά δῶ τούς συγγενεῖς καί τούς γνωστούς μου· καί ἀφοῦ παραμείνω πλησίον τους μερικά χρόνια, ἐπιστρέφω καί πάλι σ’ αὐτήν τήν ἔρημο, γιά νά συνεχίσω τήν ἄσκηση»14. Τοῦ πῆρε λίγο τή Χάρη Του ὁ Θεός καί αὐτός πίστεψε τόν διάβολο, ἐνῶ τόν διάβολο ποτέ δέν πρέπει νά τόν πιστεύουμε. Ὑπάρχουν ταλαίπωροι ἄνθρωποι πού πᾶνε νά συμβουλευτοῦν τόν διάβολο, δηλαδή πᾶνε στά διάφορα μέντιουμ, μάγους, χαρτορίχτρες κ.λ.π. γιά νά μάθουν ἄν τούς ἔχουν κάνει μάγια καί ἄλλες ἀνοησίες. Δυστυχῶς, πιστεύουν τόν διάβολο καί δέν πιστεύουν τόν Χριστό. Ὁ διάβολος εἶναι ἀνθρωποκτόνος καί κάνει μεγάλη ζημιά σέ ὅλους ὅσους πᾶνε κοντά του. Μετά ἀπό αὐτούς τούς λόγους λοιπόν πού εἶπε ὁ διάβολος τοῦ ἀναχωρητοῦ καί αὐτός τούς πίστεψε, γέμισε μέ λογισμούς καί ἀποφάσισε νά γυρίσει στόν κόσμο. «Ὅπως δέ σκέφθηκε, ἔτσι καί ἔκανε. Ἀμέσως βγῆκε ἀπό τό κελλί του καί βάδιζε πρός τήν πόλη. Ὡστόσο, ὅμως, ὁ φιλάνθρωπος Θεός δέν θέλησε νά χαθοῦν οί κόποι του· ἔτσι, πρίν ἀκόμη ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τό κελλί του, ἔστειλε ἕναν Ἄγγελό Του, γιά νά τόν βοηθήσει. Ὅταν συναντήθηκαν, τοῦ λέει ὁ Ἄγγελος: 8
-Ποῦ πηγαίνεις, Ἀββά; -Στήν πόλη, ἀπάντησε ὁ Ἀναχωρητής. -Ξαναγύρισε στό κελλί σου, ἐπανέλαβε πάλι ὁ Ἄγγελος, καί σέ τίποτε δέν θά σέ ξαναενοχλήσει πλέον ὁ σατανᾶς, ὁ ὁποῖος, ἔχε το ὑπ’ ὄψιν σου, κατόρθωσε νά σέ ἐμπαίξει»15, νά σέ κοροϊδέψει, νά σέ ξεγελάσει. Σοῦ ἔβαλε λογισμό ὅτι θά ζήσεις ἀκόμα σαράντα χρόνια καί ἐσύ τόν πίστεψες καί μετά σοῦ ἔβαλε τόν λογισμό νά φύγεις ἀπό τήν ἔρημο. «Ὁ Ἀναχωρητής συνῆλθε ἀπό τούς λόγους τοῦ Ἀγγέλου καί ἐπέστρεψε στό κελλί του. Ἀφοῦ δέ ἔζησε τρεῖς ἡμέρες ἀκόμη, ἀνεπαύθη ἐν Κυρίω»16. Γιατί συνέβη τώρα αὐτό ὅλο στόν Ἀναχωρητή; Διότι προφανῶς εἶχε μπεῖ μέσα του μιά ἰδεούλα ὑπερήφανη ὅτι αὐτός μέ τήν ἀρετή του, μέ τήν προσοχή του, μέ τόν ἀγῶνα του, εἶχε κάνει ἔτσι τόν διάβολο πού δέν μποροῦσε νά τόν πειράξει. Κι ὅμως ἡττήθηκε ἀπό ἕναν λόγο, ἀπό ἕναν λογισμό πού τοῦ ἔβαλε ὁ διάβολος, γιά νά τοῦ δείξει ὁ Θεός ὅτι τίποτα δέν μπορεῖς μόνος σου. «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»17 καί μήν καυχᾶσαι ὅτι ἐσύ μέ τή δύναμή σου νικοῦσες τόν διάβολο. Ὄχι! Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ σέ φύλαγε καί δέν σέ πείραζε ὁ διάβολος. Βέβαια ἦταν καλός μοναχός, γι’ αὐτό ὁ Θεός τόν ἐλέησε καί δέν ἄφησε νά χαθοῦν τόσοι κόποι πού εἶχε κάνει ἀπό ἕνα λάθος πού ἔκανε στά στερνά του. Ἀλλά βλέπετε, πῶς ὁ διάβολος καιροφυλακτεῖ νά μᾶς βρεῖ σέ κάποια ὑπερήφανη στάση ψυχῆς καί νά μᾶς ρίξει στήν πλάνη. Κι αὐτόν τόν μοναχό τόν πλάνεψε, τόν κορόιδεψε καί ἄν δέν ἐπενέβαινε ὁ Θεός μπορεῖ νά ἔφευγε καί στόν κόσμο ἀκόμα, ὅπως εἶχε ἀποφασίσει, καί νά ἔχανε τήν ψυχή του. «Ἕνας Γέρων Ἀσκητής εἶπε ὅτι, καθώς ἐργάζομαι καί κατεβάζω τό ἀδράχτι, πρίν τό ἀνεβάσω, φέρνω μπρός στά μάτια μου τόν θάνατο». Δηλαδή πάρα πολλές φορές τήν ἡμέρα πού ἔκανε αὐτό τό ἐργόχειρο θυμότανε τόν θάνατο. «Ὁ ἴδιος πάλι εἶπε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κάθε στιγμή φέρνει στόν νοῦ του τόν θάνατο, θά κατορθώσει νά νικήσει τήν ὀλιγοψυχία»18, τήν δειλία. Ὁ ὀλιγόψυχος εἶναι ἀκριβῶς αὐτός πού εἶναι δειλός, διστάζει. Εἶναι ἄνθρωπος πού δέν παίρνει ἀποφάσεις καί δέν προχωράει ἔτσι ἀποφασιστικά. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος νικάει ὅλη αὐτή τήν κατάσταση, ἐάν θυμᾶται τόν θάνατο. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου δίνει στόν ἄνθρωπο τήν ὤθηση νά πάρει ἀποφάσεις, νά προχωρήσει δυναμικά καί νά νικήσει τήν δειλία. Νά προχωρήσει μέ γενναιότητα στόν πνευματικό ἀγῶνα. «Ἕνας Γέρων ἔλεγε, ὅτι σέ κάθε ἔργο, πού πρόκειται νά ἐπιτελέσει ὁ ἄνθρωπος, νά λέγει πρός τόν ἑαυτό του· ἐάν αὐτήν τήν στιγμή μέ ἐπισκεφθεῖ ὁ Θεός, τί θά γίνει; Πρόσεξε τί θά σοῦ ἀπαντήσει ὁ λογισμός· ἐάν σέ κατακρίνει γι’ αὐτό πού σκέπτεσαι νά κάνεις, νά τό ἀπορρίψεις ἀμέσως καί νά ἀναλάβεις τήν πραγματοποίηση ἄλλου, ὥστε μέ θάρρος νά τό ὁλοκλήρωσεις». Νά ἐξετάζεις δηλαδή, κάθε ἔργο πού κάνεις ἤ πού σκέφτεσαι νά κάνεις, ἄν τήν ὥρα πού τό κάνεις σ’ ἐπισκεφτεῖ ὁ θάνατος, ἄν ἔρθει ὁ Θεός ἤ στείλει τόν ἄγγελό Του καί σοῦ πεῖ: πᾶμε… αὐτό πού κάνεις θά ἀρέσει ἄραγε στόν Χριστό; Κι ἄν σοῦ πεῖ ὁ λογισμός, ὅτι δέν θά ἀρέσει, νά τό 9
ἀφήσεις ἀμέσως. «Ὁ ἐργάτης τοῦ ἀγαθοῦ καί τῆς ἀρετῆς θά πρέπει ἀνά πᾶσα στιγμή νά εἶναι ἕτοιμος νά πορευθεῖ πρός τήν ὁδό τῆς αἰωνιότητος, εἴτε κάθεται εἰς τό κελλί του καί ἐκτελεῖ τό ἐργόχειρό του, εἴτε βαδίζει εἰς τόν δρόμο. Γι’ αὐτό καί σύ, εἴτε ἐργάζεσαι, εἴτε βαδίζεις, εἴτε τρώγεις, νά λές πάντοτε εἰς τόν ἑαυτό σου: Ἐάν τώρα δά μᾶς καλέσει, ὤ ψυχή μου, ὁ Θεός, τί θά γίνει; Πρόσεξε δέ τί θά σοῦ ἀπαντήσει ἡ συνείδησή σου καί πραγματοποίησε γρήγορα αὐτό πού θά σοῦ ὑποδείξει»19. Αὐτή τή στιγμή εἶσαι ἕτοιμος; Αὐτή τήν ἐρώτηση πρέπει νά τήν κάνουμε κάθε στιγμή στόν ἑαυτό μας: εἶσαι ἕτοιμος νά πᾶς στόν Χριστό τώρα, αὐτή τή στιγμή; Ἔχεις μετανοήσει; Ἔχεις διορθώσει αὐτά πού πρέπει; Ἔχεις ἐξομολογηθεῖ; Ἔχεις ἐξαλείψει τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη σου; «Καί ἐάν θέλεις καί πάλι νά μάθεις ἄν ἔγινε ἔλεος σέ σένα», ἄν πράγματι δηλαδή ὁ Θεός σέ συγχώρεσε, σέ ἐλέησε, «ἐρώτησε καί πάλι τήν συνείδησή σου καί μή σταματήσεις νά τήν ἐρωτᾶς, «ἕως ὅτου ἡ καρδία σου δεχθεῖ τήν πληροφορία τῆς Χάριτος καί ἡ συνείδησή σου σοῦ εἴπη: Πιστεύομεν εἰς τούς οἰκτιρμούς τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁπωσδήποτε θά μᾶς ἐλεήσει. Πρόσεχε ὅμως τίς κινήσεις τῆς καρδίας σου, μήπως ἡ συνείδησή σου σοῦ λέγει τόν λόγο μέ κάποιον δισταγμό. Ἐάν δέ ὑπάρχει καί μία τρίχα δυσπιστίας ὅτι κατέστης ἄξιος τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ, τότε ἀσφαλῶς βρίσκεται πολύ μακράν ἀπό σέ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ»20. Ἄν ὑπάρχει καί τρίχα δυσπιστίας! Γιατί ἄν κανείς ἔχει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, δέν ἔχει ἀμφιβολία. Εἶναι βέβαιος ὅτι τό ἔχει, τό ζεῖ αὐτό πού τοῦ λέει ὁ λογισμός ὅτι ἔχει. Πρόσεχε, λοιπόν, νά μάθεις καθαρά ἀπό τή συνείδησή σου ἄν βρῆκες ἔλεος. Πρέπει ἡ συνείδησή σου νά σοῦ τό λέει ἀδίστακτα. Ἀλλιῶς θά πρέπει νά ψαχτεῖς καί νά ἐξαλείψεις κάποιες ἁμαρτίες πού δέν ἔχεις ἐξαλείψει γιά νά εὐαρεστήσεις στόν Θεό καί νά ὁλοκληρώσεις τή μετάνοιά σου. «Ὁ Ἀββάς Ἀρσένιος, ὅταν ἐπρόκειτο νά ἀποθάνη, μόλις πλησίαζε ἡ ὥρα τοῦ θανάτου, δάκρυσε· καθώς τόν εἶδον οἱ ἀδελφοί καί πατέρες νά κλαίει, τοῦ λένε: -Καί σύ, πάτερ, φοβεῖσαι, τόν θάνατο;». Ἐσύ ὁ Μέγας Ἀρσένιος θά λέγαμε! -Εἰλικρινῶς σᾶς λέγω, ἀπάντησε ἐκεῖνος, πώς ὁ φόβος πού αἰσθάνομαι τώρα, οὐδέποτε, ἀφ’ ὅτου ἔγινα Μοναχός, μέ ἐγκατέλειψε». Ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού ἔγινα μοναχός εἶχα αὐτόν τόν φόβο… «Μόλις δέ τελείωσε τίς λέξεις αὐτές ἐκοιμήθη»21. Τόν φόβο τοῦ θανάτου μέ τήν ἔννοια τῆς ἀπολογίας. Φοβόταν τί ἀπολογία θά δώσει στόν Θεό. Αὐτός ὁ φόβος θά πρέπει νά ὑπάρχει σέ ὅλους μας, νά σκεφτόμαστε τί θά ποῦμε στόν Θεό κατά τήν φρικτή ἐκείνη ὥρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Πόσο ζήσαμε μέ ταπείνωση; Πόσο ζήσαμε μέ ὑπακοή; Πόσο ζήσαμε μέ ἀγάπη γιά τόν Θεό καί τόν πλησίον; «Τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ: Ἀδελφέ, νά περιμένεις καθημερινά τόν θάνατό σου καί νά ἑτοιμάζεσαι γιά τήν πορεία ἐκείνη. Γιατί θά ἔρθει ἡ φοβερή διαταγή τοῦ θανάτου σέ ὥρα πού δέν θά τό περιμένεις», ξαφνικά, αἰφνίδια. «Ἀλίμονο δέ τότε σέ σένα ἐάν θά εὑρεθεῖς ἀνέτοιμος». Ἕνας, ὅμως, πού σκέφτεται, πού περιμένει κάθε μέρα τόν 10
θάνατο, θά εἶναι ἕτοιμος καί ἐκείνη τήν ὥρα πού θά ἔλθει ἔξαφνα ὁ Κύριος. «Ἄν δέ συμβαίνει νά εἶσαι ἀκόμα νέος, τότε πολλάκις ὁ ἐχθρός θά βάλει μέσα στόν νοῦ σου: «τώρα εἶσαι ἀκόμη νέος, ἀπόλαυσε λοιπόν τίς ἡδονές σου καί ἔχεις καιρό, ὅταν γεράσεις νά μετανοήσεις»22. Αὐτή εἶναι ἡ δαιμονική συμβουλή, πού ἐξαπατάει πολλούς. «Διότι εἰπέ μου σέ παρακαλῶ, δέν γνωρίζεις, πολλούς καί πού τίς ἐπίγειες ἡδονές ἠδυνήθησαν νά ἀπολαύσουν καί μετά μέ τή μετάνοια νά ἐπιτύχουν καί τά οὐράνια ἀγαθά;». Αὐτά τά λέει ὁ διάβολος. Δέν ξέρεις τόσους καί τόσους, πού καί τά ἐπίγεια ἀπήλαυσαν, τά ἡδονικά, τά σαρκικά, τίς εὐχαριστήσεις τοῦ κόσμου τούτου καί μετά ἔκαναν καί τήν μετάνοια καί πῆγαν καί στόν Παράδεισο; «Ἐσύ λοιπόν γιατί θέλεις ἀπό αὐτή τήν ἡλικία νά καταστρέψεις τήν ὑγεία σου καί τό σῶμα σου; Ὑπάρχει δέ καί κίνδυνος ν’ ἀρρωστήσεις»23. Βλέπετε, πῶς ὁ διάβολος ὑποκρίνεται τόν φίλο, τόν φιλάνθρωπο! «Ἐσύ ὅμως ἐναντιώσου στόν ἐχθρό καί νά πεῖς σ’ αὐτόν: «Ὤ Διῶκτα καί ἐχθρέ τῆς ψυχῆς μας! Πάψε νά μέ συμβουλεύεις τέτοια πράγματα! Γιατί, ἄν μέ προλάβει ὁ θάνατος στή νεότητά μου καί δέν προφτάσω νά γεράσω, τότε τί θ᾿ ἀπολογηθῶ ἐμπρός στό φοβερό βῆμα τοῦ Χριστοῦ; Καθημερινά δέ βλέπω πολλούς νεώτερους νά πεθαίνουν καί πρεσβυτέρους νά ζοῦν σέ βαθύτατο γῆρας. Τό πότε θά ἐξοφλήσει ὁ ἄνθρωπος τό κοινό χρέος τοῦ θανάτου εἶναι ἄγνωστο σ’ αὐτόν»24. Σκεφτεῖτε κι ἐσεῖς -ὁ καθένας μας- πόσους ἀνθρώπους γνωρίσαμε, οἱ ὁποῖοι ἤδη ἔχουν φύγει ἀπό τή ζωή, ὄχι μόνο ἡλικιωμένοι ἀλλά καί νέοι καί νεότεροι ἀπό μᾶς καί μικρά παιδιά ἀκόμα. Ἑπομένως, δέν μπορεῖ νά πεῖ ὁ ἄνθρωπος θά ἁμαρτήσω καί ὅταν θά γεράσω θά μετανοήσω, γιατί πρῶτον δέν ξέρεις ἄν θά γεράσεις καί δεύτερον, δέν ξέρεις ἄν θά μπορέσεις νά μετανοήσεις, ἄν θά θέλεις νά μετανοήσεις τότε. Γιατί, ὅσο κανείς ἁμαρτάνει τόσο ἀχρηστεύει τόν ἑαυτό του, ἀδυνατίζει τή θέλησή του καί προσκολλᾶται στή γῆ, στό χῶμα, στή σάρκα, καί μαθαίνει ν’ ἀγαπάει τήν βρωμιά, τόν βόρβορο τῶν παθῶν καί φθάνει κάποια στιγμή νά μή θέλει νά μετανοήσει. Ὑπάρχει μιά ἀλληγορία μέ ἕναν ἀετό -εἶναι μιά ὡραία εἰκόνα- πού πετοῦσε πάνω ἀπό ἕνα μεγάλο ποτάμι τῆς Ἀμερικῆς. Αὐτό τό ποτάμι ἐρχόταν ἀπό πάνω ψηλά, ἀπό τούς πόλους, καί κατέβαζε καί κομμάτια ἀπό πάγο. Εἶχε ἐντοπίσει ὁ ἀετός πάνω στόν πάγο ἕνα ζῶο ψόφιο καί κατέβηκε καί ἄρχισε νά τό τρώει μέ τήν ἡσυχία του. Ἤξερε βέβαια ὁ ἀετός ὅτι μετά ἀπό λίγο αὐτό τό μεγάλο ποτάμι ἔχει καταρράκτη, ἀλλά ἔλεγε μέ τόν λογισμό του, ὅταν δῶ τόν καταρράκτη θά πετάξω, δέν θά γκρεμιστῶ κι ἐγώ στό χάος. Ἔτρωγε λοιπόν ἔτσι ἀμέριμνος, ἀλλά ὅταν εἶδε τόν καταρράκτη καί προσπάθησε νά πετάξει, δέν μποροῦσε νά πετάξει. Τί εἶχε συμβεῖ; Τά νύχια του εἶχαν μπεῖ μέσα στόν πάγο καί μέσα στίς σάρκες τοῦ ζώου, εἶχαν παγώσει. Εἶχαν γίνει ἕνα σῶμα ὅλα, εἶχε κολλήσει μέσα στόν πάγο καί μέσα στίς σάρκες τοῦ ζώου πού ἔτρωγε. 11
Ἔτσι γίνεται καί ἡ ψυχή πού θεληματικά μένει στήν ἁμαρτία καί λέει ὅτι κάποια στιγμή θά ξεκολλήσω. Δέν μπορεῖ μετά νά ξεκολλήσει, γιατί ἀκριβῶς ἀγαπάει τά πάθη, ἀγαπάει τόν βόρβορο καί ἀδυνατίζει ἡ θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπιπλέον, ἕνας ἄνθρωπος πού σκέφτεται ἔτσι, πορεύεται μέ πονηρία μπροστά στόν Θεό καί ὁ Θεός δέν εὐλογεῖ ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο καί δέν ἔχει Χάρη μετά αὐτός ὁ ἄνθρωπος γιά νά μπορέσει νά μετανοήσει πραγματικά, καί πολλές φορές, μᾶς λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες, παραχωρεῖ ὁ Θεός αὐτοί οἱ ἄνθρωποι νά μή βροῦν μετάνοια, νά μή βροῦνε χρόνο μετανοίας. Πεθαίνουν ξαφνικά. Δέν τούς δίνεται εὐκαιρία, ὅπως δίνεται σέ ἄλλους, λόγου χάρη μέ ἕναν καρκίνο νά ἔχουν χρόνο, ὁπότε μέσα στήν ἀσθένειά τους, πού κρατάει πολύ, νά συνέλθουν καί νά μετανοήσουν. Ὁ αἰφνίδιος θάνατος εἶναι κάτι πού δέν τό θέλουμε καί ἡ Ἐκκλησία εὔχεται νά μᾶς φυλάει ὁ Θεός ἀπό αἰφνίδιο θάνατο. Ἔ, αὐτοί οἱ ἄνθρωποι πού πορεύονται ἔτσι μέ πονηρία, καί λένε, θά ζήσω τώρα ἔτσι, θά κάνω τή ζωή μου καί μετά θά μετανοήσω, αὐτοί πολλές φορές ἔχουν αἰφνίδιο θάνατο. Δέν τούς δίνει ὁ Θεός χρόνο μετανοίας, γιατί πᾶνε μέ πονηρία καί δέν θέλουν πραγματικά νά μετανοήσουν, δέν ἔχουν ἀγαπήσει πραγματικά τόν Χριστό. Ἕνας πού ἀγαπάει πραγματικά τόν Χριστό, ἀπό τή στιγμή πού πραγματικά ἀγαπάει καί πῆρε τήν ἀπόφαση νά ζήσει κατά Χριστόν, σταματάει τήν ἁμαρτία. Δέν λέει θά ζήσω ἀκόμα λίγο τήν ἁμαρτία καί μετά θά μετανοήσω. Καθημερινά, λοιπόν, λέει ἐδῶ ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ, βλέπω πολλούς νά ἀποθνήσκουν. «Ἐάν λοιπόν μέ προλάβει ὁ θάνατος, θά εἶναι δυνατόν τότε νά πῶ στόν φοβερό Κριτή ὅτι μέ συνέλαβε ὁ θάνατος ἐνῶ εἶμαι ἀκόμα νέος, γι’ αὐτό, σέ παρακαλῶ, ἄφησέ με νά μετανοήσω;». Γιατί; Ἐπειδή εἶσαι νέος δηλαδή, δέν πρέπει νά μετανοεῖς; Μόνο οἱ γέροι πρέπει νά μετανοοῦν; «Ἄλλωστε βλέπω, πῶς ὁ Κύριος δοξάζει αὐτούς πού Τόν ὑπηρετοῦν ἀπό τή νεότητά τους μέχρι τά γηρατειά τους. Γιατί εἶπε στόν προφήτη Ἱερεμία: «Ἐμνήσθην ἐλέους νεότητός σου καί ἀγάπης τελειώσεώς σου τοῦ ἐξακολουθεῖν σε ὀπίσω ἁγίου Ἰσραήλ»25»26. Ἔλαβα ὑπ’ ὄψιν μου τήν εὐσπλαχνία τῆς νεότητός σου καί τήν ἀγάπη πού εἶχες νά τελειοποιηθεῖς, τήν προθυμία νά γίνεις ὅπως θέλω Ἐγώ καί νά ἀκολουθήσεις ὀπίσω ἀπό τόν Ἅγιο τοῦ Ἰσραήλ. Ἕνας νέος, πού ἀγαπάει τόν Χριστό καί ἀγωνίζεται ἀπό τήν νεότητά του, βρίσκει μεγάλη παρρησία στόν Θεό καί ἔχει μεγάλο μισθό ἀπό τόν Θεό. «Ἐνῶ ἀντιθέτως, ἐκεῖνον πού ἐξακολούθησε, ἀπό τή νεότητά του μέχρι τά γηρατειά του, νά κατευθύνεται ἀπό πλανεμένες καί ἀπατηλές σκέψεις, τόν ἤλεγξε αὐστηρότατα ὁ προφήτης, καίτοι ἦταν νέος. Καί εἶπε σ’ αὐτόν: «Ἐσύ πού γύριζες στό κακό, τώρα ἔφτασαν οἱ ἁμαρτίες σου πού διέπραξες προηγουμένως»27. Γι᾿ αὐτό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα μακαρίζει ἐκείνους πού θά σηκώσουν τόν ζυγό τῆς ἀρετῆς ἀπό τήν νεότητά τους28. … Φύγε λοιπόν ἀπό κοντά μου, πονηρέ σύμβουλε καί ἐργάτα τῆς ἀνομίας. Εἴθε ὁ Κύριος καί Θεός μου νά διαλύσει τίς μηχανοραφίες τῆς πονηρίας σου καί νά ἐλευθερώσει κι ἐμένα μέ τή δύναμη καί τή χάρη Του ἀπό τίς ἐπιβουλές σου. 12
Νά ἔχεις, λοιπόν ἀγαπητέ, πάντα στόν νοῦ σου τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου σου. Ὅταν πρόκειται νά πέσεις στήν ψάθα σου γιά τελευταία φορά καί νά ψυχορραγεῖς – ἀλίμονο, ποίος φόβος καί τρόμος περισφίγγει τήν ψυχή σου τήν ὥρα ἐκείνη, καί μάλιστα ἐάν ἡ συνείδησις ἔχει λόγους νά κατηγορήσει τόν ψυχορραγοῦντα ἄνθρωπο!»29. Φοβερή ἐκείνη ἡ ὥρα καί μάλιστα ὅταν ἡ συνείδησις εἶναι κατεγνωσμένη καί δέν εἶναι ἀκατάγνωστος. Δηλαδή ὑπάρχουν κρατούμενα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος ἐξομολόγηση καί μετάνοια. «Ἄν ὁ ἄνθρωπος ἔχει κάνει κάτι καλό σ᾿ αὐτή τήν πρόσκαιρη ζωή, ἄν δηλαδή γιά χάρη τοῦ Κυρίου ὑπέφερε καί στενοχωρία καί εἰρωνεία καί ἐξετέλεσε ὅσα εἶναι εὐχάριστα σ᾿ Αὐτόν, τότε μέ πολλή χαρά ὁδηγεῖται ἀπό τούς ἁγίους ἀγγέλους καί ἀνυψώνεται στούς οὐρανούς. Ὅπως δέ ὁ ἐργάτης πού κουράστηκε ὅλη τήν ἡμέρα, περιμένει μέ χαρά τή δωδέκατη ὥρα, γιά νά πληρωθεῖ μετά τόν κόπο καί νά ἀνακουφιστεῖ, ἔτσι ἀκριβῶς καί οἱ ψυχές τῶν δικαίων ἀναμένουν ἐκείνη τήν ἡμέρα. Ἀντιθέτως δέ, οἱ ψυχές τῶν ἁμαρτωλῶν διακατέχονται ἀπό πολύ φόβο καί τρέμουν κατ΄ ἐκείνη τήν ὥρα. Γιατί ὅπως ὁ κατάδικος, πού συνελήφθη ἀπό τά ὄργανα τῆς ἐξουσίας, ἀγωνιᾶ καί τρέμει καθώς ὁδηγεῖται στό βασανιστήριο ἐπειδή σκέπτεται τά βασανιστήρια πού θά ὑποστεῖ, ἔτσι ἀκριβῶς φοβερά τρέμουν καί οἱ ψυχές τῶν ἀδίκων ἐκείνη τήν ὥρα τῆς κρίσεως, προβλέπωσι τό ἀτελεύτητο βασανιστήριο τοῦ αἰωνίου πυρός ὅπως καί τίς ὑπόλοιπες καί ἀπέραντες τιμωρίες. Κι ἄν ἀκόμα λέγει πρός ἐκείνους πού τόν σύρουν βιαίως, «Ἀφῆστε με νά μετανοήσω λίγο», κανείς πλέον δέν τοῦ δίδει προσοχή, γιατί ὁ καιρός τῆς μετανοίας παρῆλθε». Ὁ καιρός τῆς μετανοίας εἶναι ἡ παροῦσα ζωή, ὅσο ζεῖ ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ, πρίν πεθάνει. «Ἐν τῷ Ἅδῃ οὐκ ἔστι μετάνοια». «Μᾶλλον οἱ φοβεροί καί ἀδυσώπητοι συνοδοί του, θά τοῦ ἀπαντοῦν: «Ὅταν εἶχες στή διάθεσή σου καιρό, δέν μετανοοῦσες, καί τώρα ὑπόσχεσαι πώς θά μετανοήσεις; Ὅταν ἦταν γιά ὅλους τό στάδιο ἀνοιχτό, δέν ἀγωνιζόσουνα τούς πνευματικούς ἀγῶνες, καί τώρα, ἀφοῦ ἔκλεισαν ὅλες οἱ πύλες τοῦ σταδίου καί πέρασε ὁ καιρός τοῦ ἀγῶνα, ἐσύ τώρα θέλεις νά ἀγωνιστεῖς; Δέν ἄκουσες τί ἔλεγε ὁ Κύριος; Νά εἶστε πάντοτε σέ ἐπιφυλακή, γιατί δέν γνωρίζετε τήν ἡμέρα οὔτε τήν ὥρα… «Γρηγορεῖτε, ὅτι οὐκ οἴδατε τήν ἡμέραν οὐδέ τήν ὥραν»30. Αὐτά καί τά παρόμοια νά σκέπτεσαι, ἀγαπητέ μου, καί ν᾿ ἀγωνίζεσαι ἕως ὅτου ἔχεις καιρό. Νά διατηρεῖς δέ πάντοτε ἄσβεστη τή λαμπάδα τῆς ψυχῆς σου μέ τήν ἐργασία τῶν ἀρετῶν, ὥστε, ὅταν ἔλθει ὁ Νυμφίος, νά βρεθεῖς ἕτοιμος καί νά εἰσέλθεις μαζί μ’ Αὐτόν στόν νυφικό θάλαμο τῶν οὐρανῶν, μαζί μέ τίς ὑπόλοιπες παρθένες ψυχές, πού πολιτεύτηκαν στήν παροῦσα ζωή σύμφωνα μέ τό ἅγιο θέλημα Ἐκείνου»31. Ἐδῶ μᾶς θυμίζει καί τήν παραβολή μέ τῶν δέκα παρθένων. Ἔτσι ἡ ψυχή, ἡ ὁποία ζεῖ κατά Θεόν, μοιάζει μέ τίς πέντε φρόνιμες παρθένες καί ἀξιώνεται νά μπεῖ μαζί μέ τόν Νυμφίο μέσα στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «Τοῦ ἀββά Ἡσαΐου: τρία πράγματα εἶναι πού δύσκολα ἀποκτᾶ ὁ ἄνθρωπος καί αὐτά τά τρία τόν βοηθοῦν νά διατηρήσει στήν ψυχή του ὅλες τίς ἀρετές»32. Ὄχι νά τίς 13
ἀποκτήσει, νά τίς φυλάξει. Γιατί κανείς μπορεῖ ν΄ ἀποκτήσει κάποιες ἀρετές ἀλλά νά τίς χάσει. – Τί εἶναι αὐτό πού μᾶς κάνει νά φυλᾶμε τίς ἀρετές; Ὅπως ἔλεγαν καί οἱ ἀρχαῖοι: «Χαλεπώτερον τό φυλάττειν τοῦ κτήσασθαι». Εἶναι πιό δύσκολο νά φυλάξεις αὐτό πού ἀπέκτησες παρά νά τό ἀποκτήσεις. Τρία πράγματα βοηθοῦν τόν ἄνθρωπο νά φυλάξει τίς ἀρετές: «τό πένθος, τά δάκρυα γιά τίς ἁμαρτίες του καί ἡ διαρκής ἐνθύμηση τοῦ θανάτου»33. Νά προσέχει ὁ ἄνθρωπος νά μήν ὑπερηφανευτεῖ, γιατί μπορεῖ νά ξεκινήσει καλά, νά πάρει τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί μετά νά μεθύσει κατά κάποιο τρόπο μέ μία μέθη ὄχι πνευματική ἀλλά κοσμική, νά χαρεῖ κοσμικά, καί νά ὑπερηφανευτεῖ. Ὁπότε τότε, χάνει τήν μετάνοια, χάνει τό πένθος, χάνει τά δάκρυα, χάνει τήν ἐνθύμηση τοῦ θανάτου καί ὁ ἄνθρωπος βλάπτεται πάρα πολύ καί κινδυνεύει καί ἡ σωτηρία του, γιατί ἀπό τήν ὑπερηφάνεια μετά ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά φτάσει μέχρι τήν τρέλα, τήν σχιζοφρένεια καί νά χάσει τά μυαλά του. Τό λέει αὐτό ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Ξεκινάει κανείς ἀπ’ τήν κενοδοξία, κι ἄν δέν τήν χαλιναγωγήσει, προχωράει στήν ὑπερηφάνεια καί μετά στήν ἔκσταση τῶν φρενῶν. Γι’ αὐτό βλέπουμε σήμερα πολλούς ἀνθρώπους ψυχοπαθεῖς, οἱ ὁποῖοι παθαίνουν αὐτό τό πράγμα, γιατί δέν χαλιναγωγοῦν τήν ὑπερηφάνειά τους. – Θέλεις νά φυλάξεις λοιπόν τίς ἀρετές; Τρία πράγματα, τό πένθος, τά δάκρυα γιά τίς ἁμαρτίες καί ἡ διαρκής ἐνθύμηση τοῦ θανάτου θά σέ βοηθήσουν. «Ἐκεῖνοι πού καθημερινά σκέφτονται τόν θάνατο καί λένε στόν ἑαυτό τους, «Μόνο σήμερα ἔχω νά ζήσω σ’ αὐτόν τόν μάταιο κόσμο», αὐτοί ποτέ δέν θ’ ἁμαρτήσουν μπροστά στόν Θεό. Ἀντιθέτως, αὐτός πού ἐλπίζει πώς θά ζήσει πολλά χρόνια, θά πέσει σέ πολλές ἁμαρτίες»34, γιατί τοῦ λέει ὁ λογισμός ἔχεις πολύ καιρό ἀκόμα γιά νά διορθωθεῖς. Ἐνῶ ὁ ἄλλος πού λέει, δέν ἔχω καιρό, μόνο τό σήμερα μοῦ ἔμεινε… αὐτός σκέφτεται σωστά. «Ἐκεῖνον πού ἔχει στόν νοῦ του τό φοβερό κριτήριο καί ἑτοιμάζεται νά λογοδοτήσει γιά ὅλες τίς πράξεις του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καί ὁ Θεός φροντίζει νά καθαρίζει τόν δρόμο τῆς ζωῆς του ἀπό τίς ἁμαρτίες». Ὅποιος σκέφτεται τήν κρίση καί τό πῶς καί τί θά ἀπολογηθεῖ, αὐτόν ὁ Θεός τόν βοηθάει νά καθαριστεῖ, ἐνῶ «ἐκεῖνος πού ἀδιαφορεῖ καί λέει, «ἔχω καιρό ἕως ὅτου φτάσω σ’ ἐκείνη τήν ὥρα», αὐτός συγκατοικεῖ μέ τούς πονηρούς. Πρίν φτάσεις στήν καθημερινή σου ἐργασία, νά θυμᾶσαι σέ ποιά ψυχική κατάσταση βρίσκεσαι καί ποῦ πρόκειται νά μεταβεῖς ὅταν θά ἐξέλθεις ἀπό τό φθαρτό καί πρόσκαιρο σῶμα. Καί μήν ἀμελήσεις οὔτε μία μέρα γιά τήν ψυχή σου. Πρόσεχε συνεχῶς ὥστε νά θυμᾶσαι διαρκῶς τό τέλος σου καί νά ἔχεις μπροστά στά μάτια σου τόν θάνατο, τήν αἰώνια κόλαση, καθώς καί ἐκείνους πού βασανίζονται καί ὑποφέρουν ἐκεῖ. Νά λογαριάζεις τόν ἑαυτό σου ὄχι σάν ζώντα ἀλλά σάν ἕναν ἀπό ἐκείνους πού φλογίζονται στήν αἰώνια κόλαση»35. 14
Βλέπετε πῶς ὅλα αὐτά εἶναι διδαγμένα ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιατί ἀκριβῶς τά ἴδια πράγματα πού λέει ὁ ἀββάς Ἡσαΐας τά λέει καί ἕνας σύγχρονος ἅγιος τοῦ 20ου αἰῶνος ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης. Ὁ Ἅγιος εἶχε ἐμπειρία – Θεοαποκάλυψη, εἶδε τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος τοῦ εἶπε ὅτι θά πρέπει νά γίνεις ταπεινός καί παθαίνεις αὐτά πού παθαίνεις -εἶχε πειρασμούς φοβερούς ἀπό τούς δαίμονες- γιατί αὐτά παθαίνουν οἱ ὑπερήφανοι. Κι ὅταν ρώτησε ὁ Ἅγιος Σιλουανός τόν Χριστό, «Πῶς θά γίνω ταπεινός;», τοῦ εἶπε ὁ Χριστός «Κράτα τόν νοῦ σου στόν Ἅδη καί μήν ἀπελπίζεσαι». Βλέπουμε κι ἐδῶ τόν ἀββά Ἡσαΐα πού λέει τό ἴδιο πράγμα, πρόσεχε συνεχῶς, νά ἐνθυμῆσαι διαρκῶς τό τέλος σου καί νά ἔχεις μπροστά στά μάτια σου τόν θάνατο, τήν αἰώνια κόλαση, τόν Ἅδη δηλαδή, καθώς κι ἐκείνους πού βασανίζονται καί ὑποφέρουν ἐκεῖ. Νά θεωρεῖς τόν ἑαυτό σου σάν ἕναν ἀπό τούς κολασμένους, αὐτό σημαίνει «Κράτα τόν νοῦ σου στόν Ἅδη καί μήν ἀπελπίζεσαι». Γιατί καί στόν Ἅδη εἶναι ὁ Χριστός καί ἐφόσον ἐσύ μετανοεῖς, θά σέ πάρει ὁ Χριστός ἀπό ἐκεῖ. «Ἀλίμονο σέ μᾶς! Γιατί, ἐνῶ πρόκειται νά φύγουμε ἀπό αὐτόν τόν κόσμο, στόν ὁποῖο ὡς προσωρινοί καί πρόσκαιροι κατοικοῦμε, δεσμευόμαστε μέ πολυχρόνιες φροντίδες γιά γήινα καί φθαρτά πράγματα. Ὅταν δέ ἔλθει ἡ στιγμή τοῦ ἀπαραίτητου καί χωρίς ἐπιστροφή ταξιδιοῦ μας ἀπό τόν κόσμο αὐτό, τότε δέν θά μπορέσουμε οὔτε ἕνα πράγμα νά κρατήσουμε ἀπ’ ὅσα προσπαθήσαμε νά ἐξουσιάσουμε»36. Δενόμαστε μέ χίλιες δυό φροντίδες, δανειζόμαστε, ἀγοράζουμε, πουλᾶμε, συμφωνοῦμε, ὑπογράφουμε διάφορα… λές καί θά μείνουμε ἐδῶ αἰώνια. Ἔρχεται κάποια στιγμή καί δέν μπορεῖς τίποτα ἀπό ὅλα αὐτά νά ἀπαιτήσεις, τίποτε νά πάρεις μαζί σου, τίποτε νά ἐξουσιάσεις. «Ἀλίμονο σέ μᾶς λοιπόν! Γιατί, ἐνῶ εἶναι βέβαιο ὅτι θά λογοδοτήσουμε ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ Δικαστοῦ γιά ὅλες τίς πράξεις τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας, γιά ἀργολογία, γιά πονηρούς καί ἀκάθαρτους λογισμούς τῆς ψυχῆς, ἐντούτοις περνᾶμε ὅλο τόν χρόνο τῆς ζωῆς μας σάν ἀνεύθυνοι καί ἀδιαφοροῦμε γιά τίς ψυχές μας»37, σάν νά μήν πρόκειται νά δώσουμε λόγο γιά τίς πράξεις μας. «Γι’ αὐτή τήν ἀδιαφορία μας μᾶς περιμένει ἐκεῖ τό ἄσβεστο πῦρ τῆς γεέννης καί τό πῦρ τό ἐξώτερο, ὁ ἀκοίμητος σκώληξ, ὁ βρυγμός καί ὁ τριγμός τῶν ὀδόντων καί προπαντός ἡ ντροπή ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἀνθρώπων καί ὅλης τῆς κτίσεως. Ἀλίμονο σέ μᾶς! Γιατί ἐνῶ δέν ὑποφέρουμε τά κεντρίσματα καί τά δαγκώματα ἀπό τούς ψύλλους, τίς κόνιδες, τίς ψεῖρες, τίς μύγες καί τά κουνούπια, ἐντούτοις ἀνεχόμαστε ἀδιαμαρτύρητα νά μᾶς καταπληγώνει ἀπό παντοῦ καί νά μᾶς δαγκώνει μέ τά θανατηφόρα κεντρίσματα τοῦ θανάτου καί σάν εἶδος ροφήματος νά μᾶς καταπίνει χωρίς νά φροντίζουμε νά τόν ἀποφύγουμε καί νά θελήσουμε νά ἀντιδράσουμε στίς ἐπιθέσεις του. Πῶς ὅμως τότε, ἀφοῦ τώρα δέν καταβάλλουμε καμιά προσπάθεια γιά τή σωτηρία μας, θά μπορέσουμε νά ὑποφέρουμε τίς φοβερές καί ἀτελεύτητες τιμωρίες;»38. Ἄς θυμόμαστε, λοιπόν, κι ἐδῶ ἀπό τόν ἀββά Ἡσαΐα 15
αὐτά τά τρία πράγματα πού μᾶς φυλᾶνε καί διαφυλάττουν τήν κατάστασή μας τήν πνευματική καί διαφυλάττουν καί τίς ἀρετές: τό κατά Θεόν πένθος γιά τίς ἁμαρτίες μας, τά δάκρυα γιά τίς ἁμαρτίες μας καί ἠ διαρκής μνήμη τοῦ θανάτου. Στό Γεροντικό: «ὁ ἀββάς Εὐάγριος εἶπε: νά ἐνθυμῆσαι πάντα τήν αἰώνια κρίση καί νά μήν ξεχνᾷς ὅτι θά πεθάνεις. Νά εἶσαι δέ τότε βέβαιος ὅτι δέν θά ἁμαρτήσεις»39, ὅταν θυμᾶσαι συνεχῶς τήν κρίση καί τόν θάνατο. Οἱ κοσμικοί ἄνθρωποι χτυπᾶνε ξύλα καί ἀποστρέφονται καί τή λέξη ἀκόμα, καί σοῦ λένε, μή μιλᾶς γιά αὐτό τό πράγμα, γιά ἄλλα νά μιλᾶς… Εἶναι καί κάτι γριές «μοντέρνες», πού λένε, ἐδῶ δέν θά λές ποτέ γιά θάνατο, μόνο γιά βαφτίσια, γιά γάμους καί τέτοια πράγματα. Κι ἄν λές μόνο γι΄ αὐτά, θά φύγει ὁ θάνατος καί θά γλιτώσουμε! Τόσο γελοῖοι εἴμαστε οἱ ἄνθρωποι! Ἐνῶ τό πιό βέβαιο πράγμα στή ζωή μας εἶναι ἀκριβῶς αὐτό, κι ἄν θέλεις νά μήν ἁμαρτάνεις, πρέπει νά σκέφτεσαι αὐτό τό πράγμα. Γιατί δέν ἤρθαμε νά μείνουμε ἐδῶ μόνιμα. Ἤρθαμε νά ἑτοιμαστοῦμε γιά νά πεθάνουμε καί νά γίνει ὁ θάνατος μία γέννηση στήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «Ἕνας Γέροντας εἶπε: καθώς κάθεσαι στό κελλί σου, φρόντιζε νά συγκεντρώνεις τόν νοῦ σου καί νά σκέφτεσαι τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου σου. Βλέπε ὅτι τό σῶμα χωρίς τήν ψυχή θά εἶναι νεκρό καί ἄχρηστο καί σκέψου τήν ὀδύνη τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα»40. Γιατί πράγματι, ἐκεῖνο πού δίνει ζωή στό σῶμα, εἶναι ἡ ψυχή. Ὅταν λοιπόν φύγει ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα -καί αὐτό εἶναι ὁ θάνατος- τότε ὁ ἄνθρωπος σωριάζεται σάν ἕνα ἄδειο σακί. «Πρόσεξε καλά τήν ματαιότητα πού βασιλεύει στόν κόσμο αὐτό καί ἐνθυμήσου τίς τιμωρίες τοῦ ἅδου. Φέρε στόν νοῦ σου, πῶς ἄραγε εἶναι ἐκεῖ κάτω οἱ ψυχές τῶν κολασμένων, σέ ποιά πικροτάτη σιωπή βρίσκονται ἤ πόσο φοβερά καί ἀξιολύπητα στενάζουν, πόσο πολύ φοβοῦνται καί τρέμουν περιμένοντας διαρκῶς τήν ἀσταμάτητη ὀδύνη καί τήν τελειωτική Κρίση τῆς Δευτέρας Παρουσίας»41. Νά θυμᾶσαι τήν κατάσταση τῶν κολασμένων. Λέει στό Γεροντικό τό πολύ συγκλονιστικό περιστατικό πού εἶδε καί ἔζησε ὁ Ἅγιος Μακάριος, πού βρῆκε στήν ἔρημο ἕνα κρανίο καί τό ρώτησε «ποιός εἶσαι ἐσύ;» καί εἶπε «ἤμουν ἱερέας τῶν εἰδώλων καί τώρα εἶμαι στήν κόλαση καί εἴμαστε δεμένοι πλάτη μέ πλάτη οἱ κολασμένοι καί ἔτσι δέν βλέπουμε ὁ ἕνας τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου». Δηλαδή ἡ κόλαση εἶναι μία φοβερή μοναξιά, μιά πλήρης ἀκοινωνησία, ὁ ἕνας δέν βλέπει τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου. Καί αὐτή ἡ βάσανος εἶναι ἡ χειρότερη ἀπό ὅλες, γιατί δέν εἶναι ἀκοινωνησία μόνο μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά προπάντων εἶναι ἀκοινωνησία μέ τόν Χριστό, πού εἶναι ἡ ζωή, τό φῶς, ἡ ἀλήθεια, ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη, ἡ μακαριότητα, ὅ,τι καλό. Ὅταν λοιπόν δέν ἔχεις κοινωνία μέ τό πᾶν, τό κάθε καλό, πού εἶναι ὁ Χριστός, τί ποιό φοβερό μπορεῖ νά ὑπάρξει ἀπ’ αὐτό; Σημαίνει ὅτι εἶσαι στά ἀκριβῶς ἀντίθετα. Εἶσαι στό σκοτάδι, εἶσαι στή θλίψη, εἶσαι στήν ἀπελπισία, εἶσαι στήν ταραχή καί στήν ἀγωνία. 16
Ἐκτός ἀπ’ αὐτά, ζωγράφισε μέσα σου τήν ἡμέρα τῆς κοινῆς Ἀναστάσεως, ὅταν ὅλοι θά παρουσιαστοῦμε μπροστά στό βῆμα τοῦ Χριστοῦ. Φέρε στόν νοῦ σου τήν εἰκόνα ἐκείνου τοῦ φοβεροῦ καί φρικτοῦ κριτηρίου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου οἱ ἁμαρτωλοί θά δοκιμάσουν αἰώνια ντροπή εὑρισκόμενοι μπροστά στόν Θεό καί τούς ἐκλεκτούς Του ἀγγέλους, ὡς καί ὅλων τῶν ἀνθρώπων πού ἔζησαν ἀπό τήν ἀρχή τοῦ κόσμου μέχρι τήν συντέλειά του»42. Αὐτή θά εἶναι ἡ φοβερή ντροπή. Ὄχι μόνο μπροστά στούς ἀγγέλους καί στόν Θεό θά εἶσαι, ἀλλά καί μπροστά σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων. «Μετά τήν ντροπή αὐτή θά ἀκολουθήσουν οἱ: ἀνυπόφορη καί ἀσταμάτητη τιμωρία τῆς κολάσεως, τό ἄσβεστο πῦρ τῆς γεέννης, ὁ παντοτινός σκώληκας, ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων, τό σκότος τό ἐξώτερον, ὁ τάρταρος καί τά ὑπόλοιπα ἀναρίθμητα βασανιστήρια ὅσα ἀναμένουν τούς ἁμαρτωλούς. Φέρε ἐπίσης στόν νοῦ σου τήν εἰκόνα τῶν δικαίων τῶν ὁποίων ἡ λαμπρότης θά νικᾶ καί αὐτόν τόν ἥλιο. Σκέψου πώς οἱ δίκαιοι τότε θά συμβασιλεύουν αἰωνίως μετά τοῦ Χριστοῦ καί θά μετέχουν μαζί Του τῆς ὑπερτέρας παντός λόγου δόξης καί μαζί μέ τά ἐπουράνια τάγματα θά ψάλλουν πρός τόν Κύριο τῆς δόξης τόν ἐπινίκιο ὕμνο. Οἱ εὐλογημένοι αὐτοί ἄνθρωποι πού εὐηρέστησαν διά τῶν πνευματικῶν τους ἀγώνων ἐπάνω στή γῆ τόν Κύριο, θά ἀπολαμβάνουν ἀτελευτήτως τῶν αἰωνίων, ἐπουρανίων ἀγαθῶν. Θά ζοῦν τήν τρισευτυχισμένη ἐκείνη ζωή καί δέν θά φοβοῦνται καθόλου μήπως στερηθοῦν τήν ἀνέκφραστη χαρά τῶν οὐρανῶν ἤ μήπως σταματήσει ἡ πανευφρόσυνη ἀγαλλίασίς τους. Γιατί, ὅπως λέγει, ἀπό κεῖ ἔφυγε κάθε πόνος, κάθε λύπη, κάθε στεναγμός. Θά ἔχουν λοιπόν οἱ δίκαιοι αἰώνια τήν εὐφροσύνη, ἀκατάπαυστη τήν ἑορτή καί θά κατέχουν ἀσφαλισμένα τά ἀγαθά ἐκεῖνα χωρίς κανείς νά δύναται νά τούς τά πάρει»43. Ἐνῶ ἐδῶ στή γῆ τά ἐπίγεια ἀγαθά εἶναι πάντοτε ἐπιβουλευόμενα ἀπό τούς κλέφτες καί ὅποιος στηρίζει τήν εὐτυχία του σ’ αὐτά πολλές φορές βρίσκεται χωρίς αὐτά καί χάνει καί τήν ὑποτιθέμενη εὐτυχία του. Ἀλλά ἐκεῖνος πού θησαυρίζει τά αἰώνια ἀγαθά δέν πρόκειται νά τά χάσει ποτέ καί δέν μπορεῖ κανείς νά τοῦ τά κλέψει. «Αὐτά νά σκέφτεσαι συνεχῶς. Αὐτά ἀκατάπαυστα νά μελετᾶς καί φρόντισε, ὅσο μπορεῖς, τίς μέν μετά θάνατον συμφορές τῶν ἁμαρτωλῶν πού ἀνέφερα προηγουμένως νά ἀποφύγεις, τήν δέ εὐτυχία καί τά ἀγαθά πού ἔχουν ἑτοιμαστεῖ γιά τούς δικαίους νά τά ἀπολαύσεις. Ὅταν σ’ αὐτές τίς σκέψεις καί τίς εἰκόνες κινεῖται ὁ νοῦ σου, τότε ἀσφαλῶς καί τούς πονηρούς λογισμούς θά ἀποφύγεις, έάν ὁ νοῦς σου ἐνοχλεῖται ἀπ’ αὐτούς»44. Μέ τήν μνήμη αὐτή δηλαδή ἀφενός μέν τῆς αἰωνίου κολάσεως, ἀφετέρου δέ τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ξεπεράσει καί τούς πονηρούς λογισμούς καί τά πάθη του καί νά ζεῖ μιά ζωή παραδεισένια ἀπ’ αὐτόν ἐδῶ τόν χρόνο. Γιατί καί ἡ παροῦσα ζωή δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά μιά πρόγευση εἴτε τῆς αἰώνιας κόλασης εἴτε τῆς αἰώνιας ζωῆς ἀνάλογα μέ τό πῶς ζεῖ κανείς. 17
«Ὁ ἀββάς Ἠλίας εἶπε: ἐγώ τρία πράγματα φοβᾶμαι πάντα: τήν στιγμή πού θά βγαίνει ἡ ψυχή μου ἀπό τό σῶμα, τήν στιγμή πού θά συναντήσω τόν Θεό ὡς φοβερό Κριτή, καί τήν στιγμή πού ὁ φοβερός Κριτής θά ἐκδόσει τήν καταδικαστική γιά μένα ἀπόφασή Του»45. Ἄς σταματήσουμε ἐδῶ, γιατί συμπληρώθηκε ἡ ὥρα. Πάντως νομίζω τό μήνυμα τό πήραμε καί ἀπό τήν ὑπόθεση τήν προηγούμενη περί μετανοίας, ὅτι δέν θά πρέπει νά δειλιάζουμε οὔτε νά ραθυμοῦμε οὔτε νά ἀμελοῦμε, ὅσο πολλές κι ἄν εἶναι οἱ ἁμαρτίες μας, ὅσο μεγάλες κι ἄν εἶναι, κι ὅσο ἀδύναμοι κι ἄν εἴμαστε, ἀλλά νά μπαίνουμε στόν κόπο τόν μικρό, τόν λίγο, τόν καθημερινό καί σιγά-σιγά νά καθαρίζουμε τήν ψυχή μας. Λίγο τή μία μέρα, λίγο τήν ἄλλη, σιγά-σιγά θά καραρισθοῦμε ἀπ’ τά πάθη μας. Καί τό ἄλλο, τό πόσο σημαντικό εἶναι ὁ ἄνθρωπος νά θυμᾶται κάθε στιμγή τόν θάνατο. Εἶχα ἀκούσει ἕναν Γέροντα πολύ σπουδαῖο, Ρουμάνο, τόν π. Κλεόπα πού κοιμήθηκε πρόσφατα, πού ἔλεγε, καί μάλιστα πολύ δυνατά: «θάνατος, θάνατος, θάνατος». Τρεῖς φορές τό ἔλεγε. Νά θυμᾶσαι κάθε στιγμή τόν θάνατο καί νά εἶσαι ἀποφασισμένος κι ἐσύ νά νεκρωθεῖς ὡς πρός τά πάθη. Νά πεθάνεις πρίν πεθάνεις, γιά νά μήν πεθάνεις ὅταν πεθάνεις. Κι ὅταν θυμᾶσαι τόν θάνατο καί ἀγαπήσεις αὐτή τήν ζωηφόρο νέκρωση, τήν ζωοποιό νέκρωση, τήν νέκρωση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, τότε ὁ Θεός σίγουρα θά σοῦ τή δώσει, ἐφόσον τόσο πολύ τό ἐπιθυμεῖς καί θά ἀπολαύσεις αὐτή τήν ἄνεση πού ἀπολαμβάνει ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει ἀκατάγνωστη συνείδηση, πού δέν τόν ταράζει, δέν τόν κατηγορεῖ γιά τίποτα ἡ συνείδησή του. Αὐτά ἤθελα νά πῶ σήμερα στήν ἀγάπη σας. Ἄν θέλετε νά ρωτήσετε κάτι πάνω σ’ αὐτά, ἔχουμε λίγο χρόνο. Βλέπετε οἱ Ἅγιοι πόσο θεραπευτικά μᾶς διδάσκουν μέσα ἀπό τά πράγματα καί μᾶς δίνουν θεραπευτικότατες συμβουλές. Ὅπως αὐτά τοῦ ἀββά Ἀντωνίου, πού λέει ὅτι κάθε μέρα νά σκέφτεσαι ὅτι δέν ξύπνησες ἤ ὅτι δέν θά ξυπνήσεις, ὅτι εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς σου, ὁπότε θά ἀποφύγεις τήν ἁμαρτία, θά ἀποφύγεις νά δώσεις τροφή στά πάθη καί στόν διάβολο. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Ἐρ. : ……………………….. Ἀπ. : Σιγά-σιγά ὅταν τό σκεφτόμαστε, θά ἀρχίσουμε νά τό αἰσθανόμαστε. Ὅ,τι σκέφτεται ὁ ἄνθρωπος, τό αἰσθάνεται καί τό ἀγαπάει κιόλας. Λέμε, ἄς ποῦμε, γιά τόν Θεό, δέν Τόν ἀγαπάω τόν Θεό, δέν τό αἰσθάνομαι… Ἄρχισε νά Τόν θυμᾶσαι, ἄρχισε νά Τόν μνημονεύεις, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησέ με, Χριστέ μου βοήθησέ με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ συγχώρεσέ με. Ἄν τό λές αὐτό λοιπόν συνέχεια, θά δεῖς ὅτι μέσα σου θά ἀρχίσει νά ἀνατέλλει μία ἀγάπη πρός τόν Χριστό. Ἀπό τήν μνήμη, ἀπό τήν ἐνθύμηση τοῦ πράγματος, ἀγαποῦμε αὐτό τό πράγμα. Σιγά-σιγά τό ἀγαποῦμε. Καί ὅ,τι κανείς δέν θυμᾶται, τό ξεχνάει. Τό λέει καί ὁ λαός αὐτό. Ὅταν συνεχῶς θυμόμαστε τόν Χριστό, σιγά-σιγά Τόν ἀγαπᾶμε καί ὅσο Τόν θυμόμαστε τόσο καί πιό πολύ Τόν ἀγαπᾶμε. Ὅσο καλλιεργοῦμε αὐτούς τούς καλούς λογισμούς, πού μᾶς λένε 18
οἱ ἅγιοι Πατέρες, καί θυμόμαστε τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀγαπᾶμε τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ποθοῦμε νά πᾶμε στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Βλέπετε, οἱ ἄνθρωποι γιατί δέν πᾶνε πρός τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία; Γιατί ὁ νοῦς τους δέν εἶναι συνέχεια σ’ αὐτά. Ποῦ εἶναι; Στά γήινα. Καί ἐπειδή ὀ νοῦς τους εἶναι συνέχεια στά γήινα, αὐτά καί ἀγαπᾶνε καί ἔχουν ὅλη τήν ἐλπίδα τους σ’ αὐτά, στά χρήματα, στά ἀγαθά τά διάφορα, τά τεχνολογικά ἀγαθά πού ἔχουμε ἄφθονα στίς μέρες μας, στίς ἀνέσεις, στά αὐτοκίνητα.. Ἐπειδή ὁ νοῦς τους εἶναι σ’ αὐτά, αὐτά καί ἀγαπᾶνε καί μπορεῖ νά σκοτώσουν ἀκόμα καί τό παιδί τους, ἄν τούς γρατσουνίσει τό αὐτοκίνητο! Ἔχουμε καί τέτοια τραγικά πράγματα… Γιατί πλέον ὁ ἄνθρωπος γίνεται ζωώδης, κτηνώδης, ὑλιστής, εἰδωλολάτρης καί ἔχει δώσει ὅλη τήν καρδιά του σ’ αὐτά πού σκέφτεται συνέχεια. Ἄν τώρα ὁ ἄνθρωπος ἀρχίσει νά σκέφτεται τόν Χριστό, τούς Ἁγίους, τήν Παναγία, τόν Παράδεισο, τήν κατάσταση στήν ὁποία βρίσκονται οἱ δίκαιοι, τό τί ζοῦνε οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ οἱ Ἅγιοι… Πῶς εἶναι οἱ Ἅγιοι τώρα ἐκεῖ πού εἶναι, στόν Παράδεισο; Πῶς θά εἴμαστε ὅλοι στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Ὅταν ἀρχίσεις καί σκέφτεσαι αὐτά καί ὁ νοῦς σου εἶναι συνέχεια σ’ αὐτά, μετά θά δημιουργηθεῖ μέσα σου ἕνας πόθος νά πᾶς ἐκεῖ, νά τά ζήσεις αὐτά τά πράγματα τά τόσο ὡραῖα καί πλέον ξεκολλᾶς ἀπό τά γήινα καί ἀρχίζεις ν’ ἀποκτᾶς καί κάποια ἐμπειρία, γιατί ἔρχεται καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καί σέ βοηθάει καί ἀρχίζεις λίγο νά τά δοκιμάζεις, νά τά γεύεσαι αὐτά πού σκέφτεσαι. Καί μετά, λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, αὐτός πού θά γευτεῖ λίγο τά οὐράνια, πολύ εὔκολα καταφρονεῖ τά ἐπίγεια. «Ὁ γευσάμενος τῶν ἄνω, εὐχερῶς τῶν κάτω καταφρονεῖ, ὁ δέ τούτων ἄγευστος, ἐπί κτήμασιν τέρπεται»46. Ὅταν κανείς εἶναι ἄγευστος τῶν οὐρανίων, τότε χαίρεται μέ τά ἀποκτήματα, μέ τά χρήματα, μέ τά σπίτια, μέ τά χωράφια, μέ τά αὐτοκίνητα, μέ τά κομπιούτερ, μέ τά ὑλικά ἀγαθά, γιατί εἶναι ἄγευστος τῶν πραγματικῶν ἀγαθῶν, τῶν οὐρανίων ἀγαθῶν, τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Ὁπότε ἄς τά θυμόμαστε ὅλα αὐτά, ἄς κάνουμε προσπάθεια καί σιγά-σιγά θά ἀρχίσουμε καί νά τά αἰσθανόμαστε καί νά τ’ ἀγαπᾶμε καί νά τά ποθοῦμε. Ἀπό τήν ἄλλη, ἄν θυμόμαστε καί τήν κόλαση καί τά αἰώνια βάσανα, μετά θά μισήσουμε καί τά ἔργα τοῦ διαβόλου, τά ὁποῖα μᾶς πᾶνε ἐκεῖ, καί θά λέμε, Θεέ μου, φύλαξέ με νά μήν πάω σ’ αὐτή τήν τρομερή κατάσταση. Θά συγκρατοῦμε τόν ἑαυτό μας, γιατί θά ἀποκτήσουμε καί αἴσθηση τῆς κολάσεως. Αὐτό πού ἔλεγε ὁ Θεός στόν Ἅγιο Σιλουανό «κράτα τόν νοῦ σου στόν Ἅδη καί μήν ἀπελπίζεσαι». Ὅσο σκέφτεται ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὑπάρχει αἰώνια κόλαση, ὑπάρχει αἰώνιος βασανισμός, ὑπάρχει αἰώνια καταδίκη, αἰώνιο σκοτάδι, αἰώνια ἀμεθεξία τοῦ φωτός – τῆς χάριτος, αἰώνια ἀποξένωση ἀπό ὅλους, Θεό καί ἀνθρώπους, φρίττει καί λέει, Θεέ μου γλίτωσέ με, καί ἐπιστρατεύει ὅλες του τίς δυνάμεις γιά νά διορθωθεῖ, νά μετανοήσει. Νά πόσο πολύ μᾶς βοηθᾶνε ὅλα αὐτά πού μᾶς διδάσκουν οἱ Ἅγιοι. Ἐρ. : Εὐλογεῖτε π. Σάββα. Ἐγώ αὐτό πού δέν μπορῶ νά καταλάβω εἶναι ὅτι ὅταν ἕνας ἄνθρωπος πλησιάζει περισσότερο τόν Θεό, Τόν ἀγαπάει περισσότερο, ὁπότε παύει νά ἔχει καί φόβο θανάτου…. Ἡ λέξη φόβος εἶναι σεβασμός θά ἔλεγα… Τό νά μή συναντήσω αὐτόν πού ἀγαπῶ τελικά… 19
Ἀπ. : «Ἡ ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον»47, λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ὅσο κανείς προχωράει στήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, τόσο δέν φοβᾶται τόν Θεό. Δέν φοβᾶται τόν θάνατο, τήν κόλαση καί τόν διάβολο, ὅπως τά ἔλεγε καί ὁ Ἅγιος Πορφύριος. Ἀλλά ἐπειδή εἴμαστε ἀρχάριοι ἐμεῖς καί ὁ Εὐεργετινός εἶναι τώρα στήν ἀρχή, στίς πρῶτες ὑποθέσεις τοῦ πρώτου τόμου, μᾶς λέει αὐτά τά μαθήματα πού εἶναι γιά τούς ἀρχάριους. Τώρα, μακάρι νά πᾶμε σέ πιό μεγάλα μαθήματα καί πιό ὑψηλά καί νά ξεπεράσουμε αὐτόν τόν φόβο. Ὅμως πάντοτε πρέπει νά ξέρετε νά τόν νιώθουμε. Βλέπετε ἐδῶ τόν Ἅγιο Ἀρσένιο, τί λέει; Ὅτι πάντοτε, ἀπό τήν πρώτη στιγμή μέχρι τώρα, εἶχα αὐτό τόν φόβο, μέ τήν ἔννοια τοῦ σεβασμοῦ, ὅπως εἴπατε, τῆς τοποθέτησής μας μέ σοβαρότητα. Μήν τό πάρουμε ἀψήφιστα… ναί.. θά γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία… θά γίνει ἡ Κρίση… Ὄχι, εἶναι σοβαρά πράγματα. Ἐδῶ βλέπεις, ἔχεις ἕνα δικαστήριο ἐπίγειο καί πᾶς μέσα καί σέ πιάνει μία τρεμούλα. Βλέπεις καί τούς δικαστές ἐκεῖ πάνω σάν νά εἶναι οἱ κριτές τῆς Δευτέρας Παρουσίας ἄς ποῦμε… καί τρέμεις λιγάκι, φοβᾶσαι. Πόσο μᾶλλον πρέπει νά πάρουμε στά σοβαρά τό δικαστήριο αὐτό τοῦ Θεοῦ; Τό οὐράνιο δικαστήριο; Μ’ αὐτή τήν ἔννοια λοιπόν νά τό πάρουμε σοβαρά καί νά πάρουμε τά μέτρα μας. Ἄν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε «δέν μοῦ καταμαρτυρεῖ κάτι ἡ συνείδηση μου, ἀλλ᾿ οὐκ ἐν τούτῳ δεδικαίωμαι»48, ἐμεῖς τί πρέπει νά λέμε; Ἄν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει, ἄν καί δέν ἔχω κάτι στή συνείδησή μου πού νά μαρτυρεῖ ὅτι εἶμαι ἔνοχος, δέν σημαίνει αὐτό ὅτι εἶμαι καί δίκαιος. Μπορεῖ νά μήν τό βλέπω, νά βλέπει ὁ Θεός κάτι πού ἐγώ δέν τό βλέπω καί νά κατακριθῶ. Ἑπομένως, μ’ αὐτή τήν ἔννοια ποτέ δέν πρέπει νά λέμε, εἶμαι βέβαιος γιά τή σωτηρία μου. Γιατί αὐτό μπορεῖ νά ἔχει μέσα καί λίγο ὑπερηφάνεια, ὅπως εἶχε ἐκεῖνος ὁ καημένος ὁ γέροντας, καί τόν ἔσωσε ὁ Θεός τήν τελευταία στιγμή. Ἔλεγε στόν διάβολο, δέν μπορεῖς νά μᾶς κάνεις τίποτε. Δέν μπορῶ νά σοῦ κάνω τίποτα; Τώρα νά σοῦ βάλω ἐγώ ἕναν λογισμό καί νά σέ κάνω πύραυλο, νά φύγεις κατευθείαν στόν κόσμο! Τοῦ ἔβαλε τόν λογισμό ὅτι θά πεθάνει σέ σαράντα χρόνια κι ἀμέσως τά ’χασε ὁ γεροντάκος… Αὐτή εἶναι ἡ δύναμή μας! Δηλαδή δέν ἔχουμε δύναμη καί πάντα ὅ,τι κάνουμε, πάντα τό κάνουμε μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Μέσα στήν Ἐκκλησία καί διά τῆς Ἐκκλησίας σωζόμαστε. Ὁπότε, πάντοτε στεκόμαστε μέ ταπεινό φρόνημα καί πάντοτε μέ τήν προσπάθεια αὐτή ν’ ἀγαπήσουμε τόν Χριστό. Μετά φυσικά ξεπερνιέται ὁ φόβος αὐτός. Καί ὁ Ἅγιος Πορφύριος ὅπως τό ἔλεγε, γιά τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ δέν ὑπάρχει θάνατος, δέν ὑπάρχει διάβολος, δέν ὑπάρχει κόλαση. Πῶς δέν ὑπάρχουν; Ὑπάρχουν, ἀλλά γι’ αὐτούς τούς ἀνθρώπους πού ἔχουν ἀγαπήσει τόν Χριστό εἶναι σάν νά μήν ὑπάρχουν, γιατί πλέον εἶναι ἀλλοῦ, ζοῦνε μέσα στόν Χριστό, πού εἶναι ὁ Παράδεισος, πού εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πού δέν ὑπάρχει πόνος καί θλίψη καί στεναγμός καί θάνατος καί κόλαση καί διάβολος. 20
Ἐρ. : ……………………….. Ἀπ. : Μάλιστα. Νά εὐχαριστοῦμε τόν Κύριο καί νά ἔχουμε ὑπόψη καί αὐτό πού εἴπαμε στήν ἀρχή, ὅτι ἤρεμα καί κατά μικρόν νά προχωροῦμε σιγά-σιγά στήν κάθαρση ἀπό τά πάθη καί τό ἄλλο βεβαίως νά μήν ξεχνᾶμε τόν θάνατο καί τήν αἰώνια κόλαση, ἀλλά καί τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ νά πορευόμαστε. Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης https://hristospanagia3.blogspot.gr/ 1 Παρ. 26, 14-16. 2 Εὐεργετινός, ἐκδ. Συναξαριστής, 2001 (στό ἑξῆς: Εὐεργετινός). 3 Σοφ.Σολ. 9, 14. 4 Α΄Κορ. 15, 31. 5 Εὐεργετινός. 6 Ὅ.π. 7 Ὅ.π. 8 Ὅ.π. 9 Ὅ.π. 10 Ὅ.π. 11 Ὅ.π. 12 Ὅ.π. 13 Ὅ.π. 14 Ὅ.π. 15 Ὅ.π. 16 Ὅ.π. 17 Ἰωάν. 15, 5. 18 Εὐεργετινός. 19 Ὅ.π. 20 Ὅ.π. 21 Ὅ.π. 22 Ὅ.π. 23 Ὅ.π. 24 Ὅ.π. 25 Πρβλ. Ἱερ. 2, 2. 26 Εὐεργετινός. 27 Δαν. 1, 52. 28 Πρβλ. Ἱερ. 3, 27. 29 Εὐεργετινός. 30 Ματθ. 25, 13. 31 Εὐεργετινός. 32 Ὅ.π. 33 Ὅ.π. 34 Ὅ.π. 35 Ὅ.π. 36 Ὅ.π. 37 Ὅ.π. 38 Ὅ.π. 39 Ὅ.π. 40 Ὅ.π. 41 Ὅ.π. 42 Ὅ.π. 43 Ὅ.π. 44 Ὅ.π. 45 Ὅ.π. 46 Ἅγιος Ἰωάννης Σιναΐτης, Κλίμαξ, Λόγος ΙΣΤ’ Περί φιλαργυρίας. 47 Α΄Ἰωάν. 4, 18. 48 Α΄Κορ. 4, 4. 21
Ἡ Μέλλουσα Κρίση καί ἡ Αἰώνια Ζωή Συνεχίζουμε, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν ε΄ Ὑπόθεση τοῦ πρώτου τόμου τοῦ Εὐεργετινοῦ πού ἔχει τίτλο «Ὅτι πρέπει πάντοτε νά ἐνθυμούμεθα τόν θάνατον καί τήν μέλλουσαν κρῖσιν· διότι ἐκεῖνοι πού δέν ἀναμένουν διαρκῶς τόν θάνατον καί τήν μέλλουσαν κρῖσιν εὐκόλως κυριεύονται ἀπό τά πάθη»1. Αὐτός εἶναι ὁ τίτλος τῆς Ὑποθέσεως καί εἴχαμε μείνει στό Γεροντικό. «Ἕνας Γέροντας ἀσκητής εἶπε: ἐάν ἦταν δυνατόν μετά τήν κοινή ἐκ νεκρῶν Ἀνάσταση κατά τήν Δευτέρα Παρουσία νά ἐξέλθουν καί πάλι ἀπό τά σώματα οἱ ψυχές ἀσφαλῶς θά ἀπέθνησκαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀπό τόν φόβο, τή φρίκη καί τήν τρομερά κατάπληξη»2. Κάνει μιά ὑπόθεση ὁ Γέρων ἀσκητής καί λέει, ἔφυγαν οἱ ψυχές μας μιά φορά, ὅταν πεθάναμε. Στήν Δευτέρα Παρουσία θά ἑνωθοῦν πάλι μέ τά σώματα. Ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι ξαναβγοῦνε πάλι, τότε λέγει, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά πέθαιναν ἀπό τόν φόβο τους, τή φρίκη τους καί τήν κατάπληξή τους. «Γιατί πῶς εἶναι δυνατόν νά μήν τρομάζει κανείς μέχρι θανάτου, ὅταν δεῖ νά σχίζονται οἱ οὐρανοί καί νά φανερώνεται μετ’ ὀργῆς καί ἀγανακτήσεως ὁ Θεός; Πῶς εἶναι δυνατόν νά μήν τρομάζει κανείς τίς ἀναρίθμητες στρατιές τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων νά κατεβαίνουν μαζί μέ τόν Θεό καί νά συγκεντρώνεται ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα στό ἴδιο μέρος; Αὐτά λοιπόν ἄς σκεφτόμαστε πάντοτε, αὐτά ἄς ζοῦμε καί ἄς ζοῦμε μέ τή σκέψη ὅτι σ’ ἕναν τέτοιο Κριτή, ἐνώπιον ἑνός τόσο φρικτοῦ δικαστηρίου, πρόκειται νά παρασταθοῦμε καί νά λογοδοτήσουμε γιά τίς πράξεις μας»3. Μᾶς διδάσκουν οἰ Ἅγιοι Πατέρες νά θυμόμαστε τήν Δευτέρα Παρουσία, τήν Κρίση καί φυσικά τό φοβερό αὐτό δικαστήριο καί τήν ἀπόφαση. Τήν λογοδοσία πού θά κάνουμε καί τήν ἀπόφαση πού θά βγεῖ. «Ἕνας εὐλαβέστατος καί ἐνάρετος ἀδελφός ἦλθεν εἰς τό ὄρος Σινά ἀπό μακρινό μέρος καί ἐγκαταστάθηκε σ’ ἕνα μικρό κελί»4. Τό ὄρος Σινά ξέρουμε ὅτι βρίσκεται εἰς τήν Πετραία Ἀραβία, ἀνήκει γεωγραφικά στήν Ἀσία, πολιτικά ἀνήκει στήν Αἴγυπτο κι ἐκεῖ εἶχαν συρρεύσει ἀπό τούς ἀρχαιοτάτους χρόνους πλῆθος ἀσκητῶν διότι ἀφενός μέν ἐκεῖ ἐδόθησαν οἱ ἐντολές, στό ὄρος Χωρήβ, στόν προφήτη Μωυσῆ καί ὅλο τό ὄρος εἶναι ἁγιασμένο ἀπό τήν Θεοφάνεια πού συνέβη. Καί βεβαίως οἱ ἀσκηταί ἕλκονται ἀπό τέτοια μέρη πού ἔχουν συμβεῖ Θεοφάνειες. Ὑπῆρχαν λοιπόν καί ὑπάρχουν καί σήμερα πολλοί μοναχοί ἐκεῖ. Παλαιότερα ὑπῆρχαν πολλοί περισσότεροι καί ὑπάρχει ἀπό τά χρόνια τοῦ Ἰουστινιανοῦ μέχρι σήμερα ἡ Μονή τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, ἡ ὁποία καί σήμερα ἔχει ὀρθόδοξους μοναχούς καί ὑπάρχουν ἀπό τότε κελιά γύρω-γύρω ἀπό τό μοναστήρι ἀλλά καί σέ μακρινές ἀποστάσεις. Σ’ ἕνα τέτοιο κελί λέει, ἐγκαταστάθηκε κι ἕνας ἀδελφός καί «τήν πρώτη μέρα τῆς ἐγκαταστάσεώς του βρῆκε ἕνα μικρό ξύλο πάνω στό ὁποῖο εἶχε ἀναγραφεῖ ἀπό τόν 22
ἀδελφό πού ἔμενε κάποτε ἐκεῖ, καί τώρα δέν ὑπῆρχε πλέον, ἡ ἑξῆς φράση: «Μωυσῆς πρός Θεόδωρον, πάρειμι καί μαρτυρῶ». Γράφει δηλαδή ὁ π. Μωυσῆς πρός τόν Θεόδωρο, εἶμαι παρών καί παρακολουθῶ καί μαρτυρῶ. «Αὐτό λοιπόν τό γραμμένο ξύλο ἔφερνε καθημερινά μπρός στά μάτια του καί ἐρωτοῦσε τόν γράψαντα σάν νά παραβρισκότανε μπροστά του στό κελλί: Ἄραγε ἄνθρωπε ποῦ εἶσαι τώρα;», πού γράφεις ἐδῶ πώς εἶσαι παρών καί μαρτυρεῖς; «Γιατί λέγει ὅτι εἶμαι παρών καί παρακολουθῶ. Ἄραγε σέ ποιόν κόσμο ἤ τόπο ὑπάρχεις; Ποῦ εἶναι τώρα τό χέρι πού ἔγραψε αὐτά;… Αὐτό ἔκανε καθημερινῶς»5 καί ἔτσι θυμόταν καθημερινά τόν θάνατο. Διήρχετο ἔτσι τή ζωή του καί κρατοῦσε τόν ἑαυτό του μ’ αὐτή τήν πνευματική ἐργασία σέ ἐγρήγορση πνευματική. Εἶχε μέσω τῆς ἐργασίας μνήμη θανάτου καί φυσικά καί μνήμη τῆς φοβερᾶς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου καί τῆς Κρίσεως. «Ὁ ἀδελφός αὐτός εἶχε ὡς ἐργόχειρο τήν καλλιγραφία». Τότε τά βιβλία ἦσαν χειρόγραφα καί κόστιζαν μιά ὁλόκληρη περιουσία, γιατί δέν ἦταν εὔκολο νά γράψεις μέ τό χέρι ἕνα βιβλίο! Καί ὑπῆρχε ἐπάγγελμα καλλιγράφος. «Πρός τόν σκοπό αὐτό ἔλαβε ἀπό τούς διάφορους μοναχούς τῆς περιοχῆς τεμάχια χάρτου μέ τήν παραγγελία ν’ ἀναγράψει σ’ αὐτά διάφορα θέματα κατ’ ἀντιγραφή ἀπό ἄλλα κείμενα». Εἶχε πάρει παραγγελίες ἀπό πατέρες. «Κοιμήθηκε ὅμως χωρίς νά γράψει τίποτε γιά κανέναν. Αὐτό μόνο ἔγραψε στά χαρτιά τοῦ καθενός «κύριοί μου καί ἀδελφοί μου, νά μέ συγχωρήσετε διότι μέ ἀπασχολοῦσε μιά μικρή ἐργασία μέ κάποιον καί γι’ αὐτό δέν εὐκαίρησα νά σᾶς γράψω αὐτά πού θέλετε»6. Ἡ μικρή ἐργασία ἦταν ἀκριβῶς αὐτή ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, τῆς κρίσεως καί τῆς μέλλουσας ζωῆς. Ἦταν τόσο ἀπορροφημένος πού δέν βρῆκε χρόνο γιά νά κάνει τό ἐργόχειρό του. «Ἕνας Γέροντας ἐπισκέφθηκε ἕναν ἀσκητή πού παρέμενε στή Ραϊθώ καί τοῦ λέει, πάτερ ὁσάκις ἀποστέλλω τόν ὑποτακτικό μου σέ μία ὑπηρεσία στενοχωριέμαι», ὅσες φορές στέλνω τόν μαθητή μου ἐκτός κελιοῦ. «Ἡ στενοχώρια μου πάλι αὐξάνει, ὅταν ὁ ὑποτακτικός ἀργεῖ νά ἐπιστρέψει. Καί τοῦ ἀπάντησε ὁ ἄλλος ἀσκητής: ὅταν ἐγώ στέλνω τόν διακονητή μου σέ μιά ὑπηρεσία, κάθομαι κοντά στήν πόρτα καί βλέπω στόν δρόμο. Ὅταν δέ ὁ λογισμός μου μέ βάζει σέ ἀνησυχία καί λέει «ἄραγε πότε θά ’ρθει ὁ ἀδελφός;», ἀπαντῶ ὡς ἑξῆς στόν λογισμό μου, ἐάν μέ προλάβει ἕνας ἄλλος ἀδελφός γιά νά μέ ὁδηγήσει πρός τόν Κύριο; Δηλαδή ὁ ἄγγελος Κυρίου; Τότε τί θά γίνει; Εἶμαι ἄραγε ἕτοιμος γιά τή συνάντηση αὐτή; Ἔτσι κάθομαι κάθε μέρα καί παρακολουθῶ τήν θύρα κλαίγοντας γιά τίς ἁμαρτίες μου καί φροντίζοντας γιά τή διόρθωσή μου. Ἐνῶ δέ κλαίω, λέω στόν ἑαυτό μου: ἄραγε ποιός ἀδελφός θά προλάβει καί θά ’ρθει νωρίτερα; Ὁ ἐπίγειος ἤ ὁ οὐράνιος; Δηλαδή ὁ ὑποτακτικός μου ἤ ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου; Ἀφοῦ ἄκουσε αὐτά ὁ ἐπισκέπτης τοῦ ἀσκητοῦ, κατενύγη, καί ἀνεχώρησε. Καί ἀπό τότε ἐφάρμοσε στή ζωή του κι αὐτός τήν ἐργασία τοῦ ἀσκητοῦ»7. Βλέπουμε ἐδῶ μία πνευματική ἀξιοποίηση ἑνός γεγονότος. Καί μία ἄλλη κοσμική -ἄς ποῦμε- ἀπό τόν ἄλλον ἀδελφό… ἔμπαινε σέ ἀγωνία, σέ ἄγχος.. ἄραγε μήπως ἔπαθε κάτι;.. γιατί ἄργησε;.. κ.λ.π. Ἐνῶ ὁ ἄλλος μοναχός, πού ἦταν πιό προοδευμένος, ἔλεγε, ἄραγε θά ἔλθει πρῶτα ὁ ἄγγελος ἤ αὐτός ὁ ἀδελφός; Ἄς 23
ἑτοιμάζομαι ἐγώ, μή τυχόν καί ἔρθει πρῶτος ὁ ἄγγελος, νά εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀναχωρήσω. Φυσικά ὄχι ὅτι ἀδιαφοροῦσε γιά τόν μαθητή του, τόν διακονητή του, ἀλλά τόν ἄφηνε στόν Θεό, κατά τό «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα»8. «Ἕνας ἄλλος Γέροντας ζοῦσε στά μέρη τῆς Ραϊθῶ. Αὐτός πάλι καταγινόταν στήν ἑξῆς ἐργασία μέ τήν ὁποία ὑπενθύμιζε στόν ἑαυτό του τό τέλος του. Καθόταν πάντοτε σκεπτικός στό κελί του καί τό βλέμμα του ἦταν κατεβασμένο πρός τή γῆ. Ἐν τῶ μεταξύ κουνοῦσε συνεχῶς τό κεφάλι του καί ἔλεγε ἀναστενάζοντας: ἄραγε τί θά γίνει μέ μένα; Ἐσώπαινε πρός στιγμήν καί ἡσύχαζε, γιά νά ἀρχίσει καί πάλι ἀμέσως τό ἴδιο πράμγα καί νά πεῖ τίς ἴδιες λέξεις. Συγχρόνως ἔκανε καί τό ἐργόχειρό του πλέκων τό σκοινί. Μέ τόν τρόπο αὐτό διῆλθε τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς του φροντίζοντας νά εἶναι ἕτοιμος κατά τή στιγμή τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς του ἀπό τό σῶμα»9. Εἶχε διαρκή μνήμη θανάτου μ’ αὐτόν τόν τρόπο. Ἄραγε τί θά γίνει μέ μένα;… Ποῦ θά πάω; Ὅλο αὐτό τόν ἀπασχολοῦσε καί φυσικά ἔλεγε μέσα του τό Κύριε ἐλέησον, Κύριε συγχώρεσέ με. Διατελοῦσε σέ συνεχή νήψη καί προσευχή. Αὐτό εἶναι πού θά πρέπει κι ἐμᾶς νά μᾶς ἀπασχολεῖ: – Ἄραγε τί θά γίνει μέ μᾶς; Τί θά γίνει ἡ ψυχή μας; Θά σωθοῦμε; Ἄραγε ἔχουμε ἐργαστεῖ ὅσο πρέπει; Ἔχουμε μετανοήσει ὅσο πρέπει; Θυμόμαστε ὅσο πρέπει τήν Κρίση; Τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Τήν Ἀνάσταστη τῶν νεκρῶν; Τήν ἔξοδό μας; Αὐτά εἶναι πολύ ὠφέλιμα νά τά θυμόμαστε. Βλέπετε φαινομενικά αὐτά, ὅταν τά θυμᾶται ὁ ἄνθρωπος, φέρνουν μία λύπη, ἀλλά εἶναι πηγή χαρᾶς. Γιατί; Γιατί ὁδηγοῦν στήν κατάνυξη. Ὅλοι αὐτοί οἱ γέροντες, πού διαβάσαμε τώρα, ἐνθυμούμενοι τόν θάνατο καί τό δικαστήριο τό μεγάλο τοῦ Θεοῦ, πού θά ἀκολουθήσει μετά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν κατά τή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, ἐρχόντουσαν σέ κατάνυξη, δηλαδή σέ μετάνοια, εἶχαν δάκρυα, ζητοῦσαν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί αὐτό τούς ἔκανε μακαρίους καί χαρούμενους κατά τό «μακάριοι οἱ πενθοῦντες ὅτι αὐτοί παρακληθήσονται»10. Αὐτή ἡ φαινομενική λύπη πού ἔχει ὁ πιστός, ὁ χριστιανός, γιατί θυμᾶται τήν Κρίση, θυμᾶται τίς ἁμαρτίες του, θυμᾶται τήν αἰώνια κόλαση κ.λ.π. τελικά εἶναι πηγή χαρᾶς. Καί ἐνῶ ὁ κόσμος νομίζει ὅτι ὁ χριστιανός εἶναι ἕνας ἄνθρωπος λυπημένος, ἡ πραγματικότητα εἶναι ἀκριβῶς τό ἀντίθετο. Ὁ χριστιανός εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει τή χαρμολύπη, δηλαδή τή λύπη γιά τίς ἁμαρτίες του ἀλλά καί τή χαρά πού πηγάζει ἀπό τή μετάνοια. Ἀντίθετα, ὁ ἄνθρωπος ὁ κοσμικός, πού φαίνεται ὅτι εἶναι χαρούμενος, ἐπειδή δέν ἔχει μετάνοια, δέν ἔχει ἑπομένως καθαρότητα καί δέν ἔχει τό Ἅγιο Πνεῦμα πού εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρᾶς, ζεῖ μέσα στή μελαγχολία καί μέσα στήν κατάθλιψη, ὅσο κι ἄν φαίνεται ἐξωτερικά ὅτι εἶναι χαρούμενος. Προσπαθεῖ πάρα πολύ νά δείχνει ἐξωτερικά ὅτι εἶναι εὐτυχισμένος. Ὑπάρχει αὐτή ἡ ἀντίστροφη κατάσταση στούς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου καί στούς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ. Ὁ χριστιανός ζεῖ φαινομενικά λυπημένος, ἀλλά εἶναι πραγματικά χαρούμενος καί εἰρηνικός μέ τή χαρμολύπη, ἐνῶ ὁ κοσμικός ζεῖ 24
φαινομενικά χαρούμενος, ἀλλά οὐσιαστικά καταλυπημένος, μελαγχολικός καί καταθλιπτικός. Περνᾶμε στήν ἕκτη ὑπόθεση, ἡ ὁποία εἶναι σχετική καί μᾶς λέει τά ἑξῆς ὁ τίτλος τῆς ὑπόθεσης: «Ἡ χαρά στούς οὐρανούς εἶναι ἀνέκφραστη, ὅπως καί ἡ δόξα, πού ἀναμένει -περιμένει- τούς Ἁγίους, γι΄ αὐτό πρέπει νά ἐπιθυμοῦμε μέ ὅλη μας τήν ψυχή τήν ἐπουράνια χαρά καί τή δόξα τῶν Ἁγίων. Ἀπό ὅσα ὑπάρχουν ἤ ἀπό ὅσα πράττουμε ἐμεῖς, τίποτε δέν εἶναι ἀντάξιο τῆς χαρᾶς καί τῆς δόξης ἐκείνης»11. Ἀρχίζουμε μέ τό πρῶτο κείμενο πού εἶναι ἀπό τόν βίο τῆς Ἁγίας Συγκλητικῆς. Θά μᾶς μιλήσει σ’ αὐτή τήν ὑπόθεση ὁ Εὐεργετινός γιά τήν αἰώνια ζωή, γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιά τήν χαρά πού ὑπάρχει ἐκεῖ καί γιά τή δόξα τήν ἀνέκφραστη τήν ὁποία περιβάλλονται ὅσοι θά ἀξιωθοῦν νά μποῦνε στή Βασιλεία. «Ἡ μακαρία Συγκλητική», σπουδαία, καί ἀσκήτρια, ἀλλά καί μέ πολύ ὡραῖο λόγο, «ἔλεγε, ὅτι σ’ αὐτή τή γῆ βρισκόμαστε σάν νά εἴμαστε μέσα σέ μιά δεύτερη μητρική κοιλία». Εἶναι σάν νά εἴμαστε μέσα σέ μιά κοιλία μητρική ὅσο ζοῦμε σ’ αὐτή τή γῆ. «Ὅταν βρισκόμαστε μέσα στήν κοιλία τῆς μητρός μας δέν ζούσαμε ὅπως ζοῦμε μετά τή γέννησή μας, οὔτε τίς στερεές τροφές πού τώρα ἀπολαμβάνουμε τρώγαμε τότε κατά τήν ἐμβρυακή μας περίοδο, ἀλλά οὔτε καί μέσα στήν κοιλία τῆς μητρός μας μπορούσαμε νά ἐνεργοῦμε ὅπως τώρα», νά κινούμαστε, νά δραστηριοποιούμαστε, νά κάνουμε αὐτά πού κάνει ἔνας ἄνθρωπος «καί τοῦτο διότι, ὡς γνωστό, στήν μητρική κοιλία ἤμαστε μακράν τοῦ ἡλιακοῦ φωτός καί καμία ἀνταύγεια δέν μᾶς πλησίαζε ἐκεῖ. Ἐν γένει, ὑστερούμαστε ἀπό πολλά ἐπίγεια ἀγαθά τά ὁποῖα φέρνουν καί κάποια ἀπόλαυση. Ἔτσι ζῶντας σ’ αὐτόν τόν παρόντα κόσμο», ἀκριβῶς τό ἴδιο εἶναι, λέει ἡ Ἁγία, «δέν μποροῦμε νά ἀπολαύσουμε ὁρισμένα μεγάλα καί ἀξιοθαύμαστα ἀγαθά πού βρίσκονται ἀποκλειστικά καί μόνο στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν»12, γιατί εἶναι τέτοιες οἱ συνθῆκες, ἐκ τῶν πραγμάτων. Ὅπως τό ἔμβρυο δέν μπορεῖ ν’ ἀπολαύσει αὐτά πού ἀπολαμβάνει ἕνας ὁ ὁποῖος ἔχει γεννηθεῖ, ἔχει βγεῖ ἀπό τήν κοιλία τῆς μητέρας του καί ἔχει μεγαλώσει, ἔτσι καί ἕνας πού ζεῖ σ’ αὐτόν τόν κόσμο δέν μπορεῖ νά μετέχει σέ κάποια ἀπό τά θαυμαστά ἀγαθά τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἤ τά βλέπει «δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι»13, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Πολύ-πολύ λίγο τά βλέπει καί τά αἰσθάνεται. «Ἐφόσον λοιπόν γνωρίσαμε λεπτομερῶς τήν παροῦσα ζωή, εἶναι πλέον καιρός νά ἐπιθυμήσουμε καί τά οὐράνια». Φτάνει, σάν νά λέει ἡ Ἁγία, τόσα πού ζήσαμε ἐδῶ, νά προσπαθήσουμε νά ζήσουμε τά οὐράνια. «Δοκιμάσαμε τίς ἐπίγειες τροφές, ἄς ὀρεχθοῦμε»,ἄς μᾶς κάνει ὄρεξη, ἄς ἐπιθυμήσουμε «τίς θεῖες» τροφές. «Χορτάσαμε τό προσωρινό ἡλιακό φῶς, ἄς ποθήσουμε τώρα τόν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης. Ἄς συγκλονιστοῦμε ἀπό τήν ἰσχυρή νοσταλγία τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ καί ἄς ποθήσουμε νά τή δοῦμε σάν μητέρα μας καί πατρίδα»14. Ποθοῦνε οἱ ἄνθρωποι τήν τάδε πόλη, νά πᾶνε στό τάδε κράτος κ.λ.π. 25
– Τήν οὐράνια Ἱερουσαλήμ ποθεῖς νά πᾶς νά τή δεῖς; Αὐτό εἶναι πού πρέπει νά νοσταλγήσουμε. «Τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας ἄς τόν διανύσουμε κατευθυνόμενοι ἀπό τίς ἐλπίδες τῆς ἐπουρανίου μακαριότητας γιά νά δυνηθοῦμε ἔτσι νά ἀπολαύσουμε καί τά αἰώνια ἀγαθά»15. Νά ζοῦμε μέ τήν ἐλπίδα τῆς οὐράνιας χαρᾶς πού μᾶς περιμένει στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ. «Ὅπως ἀκριβῶς τά βρέφη διαμορφώθηκαν λίγο μέσα στή μήτρα ἀπό ἀτελέστερη τροφή καί ζωή, καί ἔτσι τέλειοι πλέον ὀργανισμοί μεταπηδοῦν σέ τελειότερη ζωή καί ἀπολαμβάνουν ἐκλεκτότερη δίαιτα, ἔτσι καί οἱ δίκαιοι, ἀφοῦ τελειοποιήθηκαν μέ τόν τρόπο πού πολιτεύτηκαν σ’ αὐτόν τόν κόσμο, μεταβαίνουν στήν οὐράνια πολιτεία, προχωρώντας, σύμφωνα μέ τό γεγραμμένο, «ἀπό δυνάμεως εἰς δύναμιν»16»17. Ὑπάρχει δηλαδή ἡ ζωή αὐτή, ὑπάρχει καί ἡ ἄλλη ζωή. Αὐτή ἡ ζωή εἶναι ἕνα προστάδιο, ὅπου κανείς ὡριμάζει πνευματικά γιά νά γίνει ἔτσι ἱκανός νά μετέχει καί στήν στερεότερη τροφή, στά ἐπουράνια ἀγαθά. Ὁ χρόνος καί ἡ παραμονή μας ἑπομένως στή ζωή, πρέπει νά ἀξιοποιηθεῖ σ’ αὐτή τήν κατεύθυνση τῆς ὡριμάνσεως τῆς πνευματικῆς. Τήν γέννηση στήν πνευματική ζωή μᾶς τή χαρίζει ἡ Ἐκκλησία μας μέ τό ἅγιο Βάπτισμα. Τήν δύναμη τῆς κίνησης τῆς πνευματικῆς μᾶς τή δίνει πάλι μέ τό ἅγιο Χρίσμα, παίρνουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τήν τροφή τήν πνευματική μᾶς τή δίνει μέ τή Θεία Εὐχαριστία, μέ τή Θεία Κοινωνία. Ἑπομένως, δέν λείπει τίποτε παρά μόνο ἡ δική μας ἡ συγκατάθεση, ἡ δική μας βούληση εἰς τήν προκοπή τήν πνευματική μέχρι νά φτάσουμε «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ»18, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, δηλαδή μέχρι νά ὡριμάσουμε πνευματικά καί νά μεταβοῦμε ἀπό δόξης εἰς δόξα καί στήν ἄλλη ζωή ἐκτυπώτερον -καθαρότερα- νά ἀπολαύσουμε τόν Νυμφίο τῶν ψυχῶν μας, τόν Κύριο. «Τό ἀντίθετο συμβαίνει μέ τούς ἁμαρτωλούς. Αὐτοί μοιάζουν μέ τά ἔμβρυα, πού συνελήφθησαν μέν κανονικά στήν μήτρα, πέθαναν ὅμως πρίν γεννηθοῦν, πορευόμενα τοιουτοτρόπως ἀπό τό ἕνα σκότος στό ἄλλο». Ἔτσι εἶναι ὅταν κανείς ζεῖ σ’ αὐτή τή ζωή ἀμετανόητος, ἁμαρτωλός, χωρίς νά μετανοεῖ. Αὐτός εἶναι σάν τό νεκρό βρέφος μέσα στήν κοιλία τῆς μητέρας του. «Ἀκριβῶς λοιπόν οἱ ἁμαρτωλοί εὑρισκόμενοι στή γῆ, περνοῦν τή ζωή τους μέσα στήν πολυμέριμνη προσπάθεια τῶν γηίνων». Γεμάτη μέριμνες ἡ ζωή τους, γεμάτη ἄγχη, γεμάτη φροντίδες ἀνούσιες, ἀγωνίες γιά τό τίποτα. «Αἰχμαλωτιζόμενοι κυριολεκτικῶς ἀπό τό σκότος τῶν ἐπιγείων μεριμνῶν»19. Ἐνῶ βλέπετε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τί λέει; «Πᾶσαν νῦν βιωτικήν ἀποθώμεθα μέριμναν ὡς τόν βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι»20, ἔτσι ὥστε νά ὑποδεχτοῦμε τόν Βασιλέα τῶν ὅλων. Πρέπει νά ἀποβάλλουμε κάθε βιοτική μέριμνα. Ὁ κοσμικός ἄνθρωπος ὄχι μόνο δέν ἀποβάλλει, ἀγαπάει τίς μέριμνες καί ζεῖ μία πολυμέριμνη ζωή. Αὐτοί λοιπόν οἱ κοσμικοί ζοῦνε σέ μία κατάσταση συνεχοῦς ἄγχους καί πολλῶν μεριμνῶν καί «ὅταν ἀποθάνουν χωρίς νά συνοδεύονται ἀπό τούς θησαυρούς τῶν 26
καλῶν ἔργων καί τῆς μετανοίας ὁδηγοῦνται βιαίως στούς σκοτεινοτέρους καί ταρταρώδεις τόπους τῶν κολάσεων»21. Ὁδηγοῦνται στή κόλαση. Ἄθλια ζωή, ἀθλιότερο τέλος. «Ἐκ τῶν ἀνωτέρω λοιπόν συμπεραίνουμε ὅτι τρεῖς φορές γεννιόμαστε, κατά τό διάστημα τοῦ βίου μας. Μία καί ἀνεπανάληπτη φορά ἀπό τή μητέρα μας». Μία καί μοναδική φορά ἀπό τή μητέρα μας. «Στήν περίπτωση αὐτή ἀπό γῆ προερχόμαστε καί στή γῆ πορευόμαστε». Εἶναι ἡ βιολογική γέννηση, ἡ -θά λέγαμε- ἀπό χῶμα δημιουργία μας ἀπό τό σῶμα τῆς μητέρας καί τοῦ πατέρα. Αὐτός πού γεννιέται ἔτσι σαρκικά καταλήγει στή γῆ. Μᾶς γεννάει ἡ μητέρα μας κατά σάρκα. «Ὑπάρχουν ὅμως καί δύο ἄλλες γεννήσεις, οἱ ὁποῖες δέν καταλήγουν στήν γῆ, καί διαμέσου αὐτῶν μετατιθέμεθα ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό. Ἀπ’ αὐτές ἡ μία γέννησις εἶναι τῆς Χάριτος, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται μέ τό ἅγιο βάπτισμα καί τήν ὀνομάζουμε πραγματικά «παλιγγενεσία». Πάλιν-γένεσις, καινούρια γέννησις, πνευματική γέννησις, ἡ ὁποία εἶναι τό ἅγιο βάπτισμα. Ξαναγεννιέται, ἀναγεννιέται πραγματικά ὁ ἄνθρωπος ὅταν βαφτίζεται καί παίρνει τήν χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος ὅταν χρίεται. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη γέννησις, μετά τή γέννηση, ἡ ὁποία δέν καταλήγει στή γῆ ἀλλά στόν οὐρανό. «Ἡ δευτέρα πάλι γέννηση ἐπιτυγχάνεται μέ τήν μετάνοια καί τήν πράξη –τήν ἐξάσκηση– τῶν κόπων γιά τόν Χριστό καί τῶν καλῶν ἔργων γιά τόν Χριστό, στήν ὁποία καί ἐμεῖς τώρα σταθήκαμε»22. Κι ἄν θέλετε νά βάλουμε καί μιά τρίτη γέννηση πού πάει στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ θάνατος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζήσει κατά Θεόν, κοιμᾶται, καί ἡ κοίμησίς του εἶναι γιορτή. Ὅπως ἔχουμε τίς γιορτές τῶν Ἁγίων. Καθημερινά γιορτάζουμε τήν κοίμηση τῶν Ἁγίων, γιατί εἶναι ἡ γέννησή τους στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτά λοιπόν μᾶς διδάσκει ἡ μακαρία Συγκλητική πολύ παραστατικά. Στή ζωή αὐτή εἴμαστε σάν τά ἔμβρυα, γι’ αὐτό καί δέν μποροῦμε νά ἀπολαύσουμε καί νά χαροῦμε πολλά ἀπό τά πνευματικά ἀγαθά, λόγω τοῦ ὅτι εἴμαστε σέ ἕναν κάποιο περιορισμό. Ἡ παροῦσα ζωή δέν μᾶς δίνει τήν δυνατότητα τῆς ἄνετης προσέγγισης τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀναχωρήσει ἀπό τό σῶμα, τότε πολύ περισσότερο ἀπολαμβάνει, ὅταν εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Μία, ἄς ποῦμε, πρώτη γεύση γίνεται τήν ὥρα τοῦ θανάτου. Ἐκεῖ στό μεταίχμιο πού βγαίνει ἡ ψυχή, ἀρχίζει νά βλέπει ἡ ψυχή τόν πνευματικό κόσμο. Ἀντίστοιχα, ἄν εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ βλέπει τά ἀγαθά, τά οὐράνια, τούς ἀγγέλους καί χαίρεται, φεύγει χαρούμενη, καί ὅταν εἶναι ἀτακτοποίητη, ἀμετανόητη, βλέπει δυστυχῶς τούς δαίμονες καί ταράζεται καί ἔχουμε πολλές τέτοιες περιπτώσεις πού λέει, δέν βγαίνει ἡ ψυχή τους, δέν θέλουν, τρέμουν, γιατί βλέπουν τήν φρικώδη παρουσία τῶν δαιμονικῶν ὄντων. Κατά τά ἔργα τους θά ἀπολαύσουν καί οἱ μέν καί οἱ δέ. Οἱ μέν θά ἀπολαύσουν τήν αἰώνια χαρά, οἱ δέ θά βασανίζοναι. «Στό Γεροντικό: εἶπε γέρων· μή θαυμάσεις εἰ ἄνθρωπος ὤν, ἄγγελος γενέσθαι δυνήση». Μήν ἀπορεῖς λέει, πῶς εἶναι δυνατόν, ἐνῶ εἶσαι ἄνθρωπος, νά μπορέσεις 27
νά γίνεις ἄγγελος, «γιατί βρίσκεται ἐνώπιόν μας γιά νά μπορέσουμε νά τήν ἀπολαύσουμε δόξα ἴση μέ τήν δόξα τῶν ἀγγέλων καί αὐτή τήν δόξα τήν ὑπόσχεται ὁ ἀγωνοθέτης στούς ἀγωνιζομένους»23. Δέν θά τό κάνεις ἐσύ, ὁ Θεός τό κάνει. Ἐσύ ὅμως νά τό ἁρπάξεις, νά τό ἐπιθυμήσεις, νά τό ποθήσεις, νά τό ζητήσεις, νά γίνεις ἐπίγειος ἄγγελος καί οὐράνιος ἄνθρωπος. «Ὁ ἀββάς Ὑπερέχιος εἶπε ὅτι ἡ ἐνθύμησή σου πρέπει νά εἶναι συνεχῶς στή Βασισιλεία τῶν οὐρανῶν». Πάντοτε νά σκέπτεσαι δηλαδή τόν Παράδεισο, τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν,«ὁπότε γρήγορα καί ἀσφαλῶς θά τήν κληρονομήσεις»24, γιατί ὅταν εἶναι ἡ σκέψη σου ἐκεῖ, θά φροντίσεις ὥστε καί οἱ πράξεις σου νά εἶναι τέτοιες πού νά σέ πᾶνε ἐκεῖ πού ἐπιθυμεῖς νά πᾶς. «Κάποτε μερικοί ἀδελφοί παρακαλοῦσαν ἕναν γέροντα νά σταματήσει τούς μεγάλους κόπους στούς ὁποίους ὑπεβάλλετο». Γέροντα, φτάνει πιά… τόσα χρόνια κουράζεσαι, κάνεις ἄσκηση, νηστεύεις, κακοπαθεῖς… σταμάτα καί λίγο! «Καί ὁ γέροντας τούς ἀπάντησε: τέκνα μου, –παιδιά μου– σᾶς διαβεβαιώνω, πώς ὁ Ἀβραάμ ἀσφαλῶς θά μετανοήσει ὅταν θά δεῖ τόν πλοῦτο τῶν ἐπουρανίων δωρεῶν, γιατί δέν ἀγωνίστηκε περισσότερο ὅταν ζοῦσε»25. Ὁ Ἀβραάμ ἔζησε πολλά περισσότερα χρόνια ἀπό μᾶς, καί πάλι λέει ὁ Ἅγιος αὐτός, θά μετανοήσει γιατί δέν ἐργάστηκε περισσότερο. Καί αὐτό τό βλέπουμε καί στήν συνομιλία τοῦ Ἁγίου Παϊσίου μέ τήν Ἁγία Εὐφημία. Ὅταν τή ρώτησε ὁ Ἅγιος πῶς μπόρεσες νά ἀντέξεις τόσα μαρτύρια, εἶπε ὅτι ἄν γνώριζα τί δόξα μέ περιμένει στόν οὐρανό, θά ἤθελα νά περάσω πολύ- πολύ περισσότερα. Ἀλλά βλέπετε, οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε φίλαυτοι, εἴμαστε δειλοί καί μένουμε στά λίγα, καί δέν δινόμαστε ἔτσι μέ μία ἀνδροπρέπεια, μέ ἕνα ὁλοκληρωτικό δόσιμο στόν Χριστό. «Τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ: ἀδελφοί ἡ δόξα τήν ὁποία πρόκειται νά ἀπολαύσουν οἱ Ἅγιοι εἶναι μεγάλη καί ἀκατάληπτη. Ἐνῶ ἡ δόξα τοῦ ἐπίγειου αὐτοῦ βίου μοιάζει πρός τό ἄνθος», πρός τό λουλούδι, «τοῦ ὁποίου ἡ ὡραιότητα σύντομα παρέρχεται». Ἡ δόξα αὐτῆς τῆς ζωῆς μοιάζει μέ τά τρυφερά χόρτα, τά ὁποῖα πολύ γρήγορα κι αὐτά ξηραίνονται. «Βλέπουμε στήν ἱστορία ὅτι πολλοί τύραννοι καί βασιλεῖς κυρίευσαν ἀπέραντες χῶρες καί πολλές πόλεις καί ἐντός ὀλίγου αὐτοί οἱ νικηταί ἐξαφανίσθηκαν σάν νά μήν ὑπῆρξαν ποτέ»26. Ποῦ εἶναι ὁ μέγας Ναπολέων; Ποῦ εἶναι ὁ Στάλιν; Ὁ Χίτλερ; Ὁ Διοκλητιανός; Ὅλοι αὐτοί οἱ ὑποτιθέμενοι μεγάλοι πού κυριαρχοῦσαν στόν κόσμο καί τούς ἔτρεμαν οἱ ἄνθρωποι. Πολύ γρήγορα ἐξαφανίστηκαν. «Καί πόσοι ἀπό αὐτούς τούς βασιλεῖς πού κατεξουσίασαν ἔθνη πολλά, άνήγειραν γιά νά ἀποθανατίσουν τό ὄνομά τους εἰκόνες καί ἀναμνηστικές στῆλες, νομίζοντας ὅτι μέ αὐτά θά γίνουν ὀνομαστοί!»27. Ἄν εἶναι δυνατόν! Δυστυχῶς αὐτό τό πράγμα μπαίνει τώρα καί μέσα στήν Ἐκκλησία καί φτιάχνουν μερικοί ἀρχιερεῖς στίς ἁγιογραφίες καί τόν ἑαυτό τους, ἐνῶ εἶναι ἀκόμα ζῶντες. Μά αὐτό τί εἶναι; Μιά προσπάθεια ὑστεροφημίας. 28
– Νομίζεις ὅτι ἔτσι θά γίνεις μεγάλος; Ἔτσι θά μείνει τό ὄνομά σου; Τό ὄνομά σου καί ἡ προσωπικότητά σου θά μείνει πρός ἀποφυγή, ὄχι πρός μίμηση. Γιατί ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος σημαίνει πώς εἶναι κενόδοξος, ὅτι εἶναι ἐγωιστής, ὅτι εἶναι ὑπερήφανος. Ἔτσι καί τότε φτιάχνανε στῆλες, φτιάχνανε τά ἀγάλματά τους οἱ αὐτοκράτορες καί ἀπαιτοῦσαν προσκύνηση, νά πηγαίνει ὁ λαός καί νά προσκυνεῖ τό ἄγαλμα τοῦ αὐτοκράτορα καί νά προσφέρει θυσία στό ἄγαλμα. Καί ὅποιος δέν τό ἔκανε, θεωρεῖτο παράνομος, ἀντάρτης καί ἐπαναστάτης. Γι’ αὐτό καί οἱ χριστιανοί πού δέν τό ἔκαναν, γιατί φυσικά αὐτό εἶναι εἰδωλολατρία, καταδιώκοντο ἀπό τή ρωμαϊκή ἐξουσία. Παρόλα τά ἀγάλματα ὅμως καί ὅλα αὐτά, «μετά τόν θάνατό τους κατέλαβαν ἄλλοι τήν ἐξουσία, οἱ ὁποῖοι καί κατέστρεψαν τίς ἀναμνηστικές εἰκόνες καί συνέτριψαν τά άγάλματά τους». Βλέπουμε εἰκόνες τώρα ἀπό τή Ρωσία πού κατεβάζουν τά ἀγάλματα τοῦ Λένιν, τοῦ Στάλιν καί τῶν διαφόρων αὐτῶν μεγάλων, πού γιά τήν ἐποχή τους ἦταν φοβεροί καί τρομεροί! Καί τώρα βλέπεις ἕναν γερανό νά τό κατεβάζει… «Μερικοί μάλιστα ἀπό αὐτούς τούς ἐπιδρομεῖς ἐξαφάνισαν τά πρόσωπα τῶν προκατόχων βασιλέων καί ἀποτύπωσαν πάνω στίς ἀναμνηστικές στῆλες τή δική τους μορφή». Ἔβγαλαν τόν προκάτοχο καί ἔβαλαν τό δικό τους πρόσωπο. «Ἀλλά κι αὐτῶν τῶν ἐπιδρομέων τά ἔργα κατελήφθησαν ἀπό ἄλλους»28. Ἦρθαν οἱ ἑπόμενοι τούς ἔβγαλαν κι αὐτούς… Μιά ματαιότητα! Γι’ αὐτό ξέρετε ὑπῆρχαν καί κάποια ἀγάλματα τά ὁποῖα δέν εἶχαν κεφάλι, ὑπῆρχε μόνο ὁ κορμός ἄς ποῦμε καί ἔβαζαν πάνω ὅποιο κεφάλι θέλανε! Ἀνάλογα μέ τό ποιός θά ἦταν ὁ ἐπισκέπτης τους… Σέ μιά πόλη ἐρχόταν ἕνας αὐτοκράτορας ἔβαζαν πάνω στό ἀκέφαλο ἄγαλμα τό κεφάλι αὐτοῦ, μετά τό κατέβαζαν αὐτό τό κεφάλι καί ἔβαζαν τό ἑπόμενο.. Αὐτή εἶναι ἡ ματαιότης τοῦ κόσμου. «Ἄλλοι πάλι κατασκεύασαν γιά τούς ἑαυτούς τους περίφημους τάφους καί περίβλεπτους, καί ἀνέγραψαν πάνω στούς τάφους τά ὀνόματά τους καί τή μορφή τους, νομίζοντας ὅτι μ’ αὐτά θά καταστήσουν τό ὄνομά τους αἰώνιο». Φοβερή προσπάθεια ὑστεροφημίας μέσω τοῦ θανάτου, μέσω τοῦ τάφου… καί κατασκευάζανε λαμπρούς τάφους. Μά τί εἶναι αὐτό τό πράγμα! «Καί ἦρθε ἡ ἑπόμενη γενιά καί παρέλαβε ὑπό τή δικαιοδοσία της τούς τάφους αὐτούς καί οἱ ἄνθρωποι τῆς γενιᾶς αὐτῆς θελήσαντες νά καθαρίσουν τάς σαρκοφάγους», τίς μαρμάρινες αὐτές θῆκες πού ὑπῆρχαν τά ὀστᾶ, «ὅπως ἦταν φυσικό, πέταξαν τά ὀστᾶ ἐκείνων τῶν βασιλέων σάν νά ἦταν χαλίκια. Τί τούς ὠφέλησε, λοιπόν, τούς φιλόδοξους αὐτούς βασιλεῖς ἡ πολύτιμος σαρκοφάγος ἤ ἡ πυραμίδα;»29. Ὁλόκληρες πυραμίδες φτιάξανε στήν Αἴγυπτο… «Τό συμπέρασμα λοιπόν εἶναι ὅτι τά ἔργα τῆς ματαιότητος σέ τίποτα δέν ὠφελοῦν τόν ἄνθρωπο. Δέν συμβαίνει ὅμως τό ἴδιο μέ ὅσους δοξάζει ὁ Θεός. Γιατί ὁ Θεός ἑτοίμασε πρός χάρην τους ζωήν αἰώνιον καί δόξαν άκατάληπτον. Ὅπως ἀκριβῶς τό φῶς τοῦ ἡλίου καί τῆς σελήνης καί τῶν ἀστέρων ἀπό τότε πού δημιουργήθηκαν μέχρι τώρα δέν ἐλαττώθηκε, οὔτε ἔπεσε σέ παρακμή, ἀλλά διατηρεῖ συνεχῶς τήν ἴδια 29
ἔνταση καί ἀκτινοβολία, παραμένει νέο, ἀκμάζει καί διαρκῶς λάμπει, ἐξαιτίας τοῦ ὅρου ὑπάρξεως πού ὅρισε στά οὐράνια αὐτά σώματα ὁ Δημιουργός, νά ἐξουσιάζουν τήν ἡμέρα καί τήν νύχτα, τοιουτοτρόπως ὁ ἴδιος Θεός καθόρισε γι’ αὐτούς πού Τόν ἀγαποῦν ἀτελείωτη τή Χάρη καί συνεχή τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν»30. Εἶναι ἀστέρες διαλάμποντες σταθερά εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων οἱ Ἅγιοι. Ἡ δόξα τους ποτέ δέν θά ἐλαττωθεῖ, δέν θά χαθεῖ. Ἐνῶ ἡ ἐπίγεια δόξα πολύ γρήγορα χάνεται καί αὐτούς πού τώρα ζητωκραυγάζουν, μετά ἀπό λίγο τούς ὑβρίζουν καί τούς καταρῶνται. «Καί ὅπως ἀκριβῶς στά φυσικά αὐτά φαινόμενα ὁ Θεός δέν ἐψεύσθη, τοιουτοτρόπως θά ἐκπληρώσει καί τίς ὑποσχέσεις Του σ ́ ἐκεῖνα τά τῆς μελλούσης ζωῆς, τά ὁποῖα νοοῦνται ὑπό τῶν ἀνθρώπων». Λέει ὁ Ψαλμός «καί γάρ ἐστερέωσε τήν οἰκουμένην, ἥτις οὐ σαλευθήσεται»31. Κύριος ὁ Θεός στερέωσε τήν οἰκουμένη ὅλη, ἔχει στερεώσει τό σύμπαν ὁλόκληρο. Τίποτα δέν θά πάθει τό σύμπαν, ὄσο κι ἄν ἀπειλοῦν κι ἄν προειδοποιοῦν οἱ οἰκολόγοι καί οἱ μελλοντολόγοι κ.λ.π. Ὁ Κύριος εἶναι πού τά ἔχει στερεώσει αὐτά καί ποτέ δέν διαψεύδεται οὔτε διαψεύδει τίς ὑποσχέσεις του ὁ Κύριος. Λοιπόν, μέσα ἀπό τίς ὑποσχέσεις πού ἐκπληρώνονται μέσω τῶν κτισμάτων, μποροῦμε νά εἴμαστε βέβαιοι καί γιά τίς ὑποσχέσεις πού ἔχει δώσει σέ μᾶς. Ὅπως τό σύμπαν ἔχει στερεωθεῖ, ἔτσι καί ἡ δόξα τῶν Ἁγίων ἔχει στερεωθεῖ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων καί ὁ Κύριος θά ἐκπληρώσει κάθε ὑπόσχεση πού δίνει στόν ἄνθρωπο πού Τόν ὑπακούει.: «Ἐάν θέλητε καί εἰσακούσητέ μου, τά ἀγαθά τῆς γῆς φάγεσθε»32, ὑπόσχεται ὁ Θεός ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. Ἐάν θελήσετε καί Μέ ἀκούσετε, καί ὑπακούσετε στά προστάγματά Μου, λέει ὁ Θεός, θά φᾶτε τά ἀγαθά τῆς γῆς. Θά ἀπολαύσετε τά ἐπίγεια ἀγαθά, ἀλλά καί τή βασιλεία Μου, τή γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τήν οὐράνια βασιλεία εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. «Ἐάν μή θέλητε, μηδέ εἰσακούσητέ μου, μάχαιρα ὑμᾶς κατέδεται»33. Ἐάν δέ θελήσετε νά Μέ ὑπακούσετε, θά σᾶς φάει μαχαίρι, θά καταστραφεῖτε. Αὐτά λέει ὁ ἀψευδής λόγος τοῦ Θεοῦ καί καθημερινά βλέπουμε πώς ἐκπληρώνεται αὐτός ὁ λόγος. Ἡ δόξα λοιπόν τῶν Ἁγίων οὐδέποτε θά ἔχει τέλος. «Τά φυσικά σώματα, ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ θά παρέλθουν κάποια στιγμή». Πότε; Ὅταν θέλει ὁ Θεός. «Ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δέ λόγοι μου οὐ μή παρέλθωσι»34 καί θά παρέλθουν, γιατί τό θέλει ὁ Θεός. «Ἡ δόξα ὅμως τῶν ἁγίων, τό ἄκτιστο φῶς τοῦ Θεοῦ πού τούς περιβάλλει, δέν θά τούς ἐγκαταλείψει ποτέ. Ἄς φροντίσουμε λοιπόν νά κάνουμε καρπούς ἀξίους τῆς μετανοίας, γιά νά μήν ἀποκλειστοῦμε ἀπό ἐκείνη τή χαρά καί παραπεμφθοῦμε στό αἰώνιο σκοτάδι, ὅπου ἡ ὀδύνη εἶναι ἀνυπόφορη»35. «Εἴσελθε, ἐάν θέλεις», λέει ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ, «στόν κοιτῶνα σου». Μπές, στό δωμάτιο πού κοιμᾶσαι «καί κλεῖσε τελείως τίς πόρτες καί τά παράθυρα. Ἀκόμα νά φράξεις καί κάθε σχισμή ἀπό τήν ὁποία μπορεῖ νά εἰσχωρήσει φῶς, καί κάθισε μέσα σ’ αὐτό τό σκοτάδι καί θά ἀντιληφθεῖς τότε μόνος σου πόσο φοβερό βάσανο εἶναι τό σκοτάδι», τό σκότος τό ἐξώτερον, γιά τό ὁποῖο μᾶς μιλάει ὁ Κύριος. Ἡ αἰώνια κόλαση ἔχει κι αὐτή τήν ἰδιότητα, εἶναι σκότος. «Ἄν λοιπόν τόσο πολύ θλίβεσαι ὅταν 30
μένεις ἐδῶ χωρίς πόνους καί βασανιστήρια, ἄν καί ἔχεις ἐξουσία ἐντός ὀλίγου νά ἐξέλθεις στό φῶς, σκέψου πόση φοβερή κόλαση θά ἔχει ἐκεῖνο τό ἐξώτερον σκότος στό ὁποῖο κυριαρχεῖ ὁ κλαυθμός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων. Μαζί δέ μέ τό ἄσβεστο πῦρ τιμωροῦν αἰωνίως τούς μία μόνο ἀλλά ἀμετάκλητη φορά παραπεμφθέντας σ’ αὐτά ἁμαρτωλούς»36. Ἐσύ τώρα, λέει, κάθεσαι γιά λίγο στό σκοτάδι, ξέρεις ὅτι θά βγεῖς καί πάλι ὑποφέρεις. Σκέψου, πόσο βάσανο ἀνυπόφορο θά εἶναι νά ξέρεις ὅτι θά μπεῖς στό σκοτάδι καί δέν θά βγεῖς ποτέ. Θά εἶναι αἰώνιο καί μαζί μ’ αὐτό θά ὑπάρχει καί τό ἄσβεστο πῦρ τῆς κολάσεως. «Πρέπει ἀκόμα νά σκεφτοῦμε καί ποιά ντροπή θά δοκιμάσουμε ὅταν, πρίν ἀπό τίς κολάσεις πού μᾶς περιμένουν, δούμε τούς μέν ἁγίους νά ντύνονται τήν ὑπέρλαμπρη στολή, τῆς ὁποίας τήν ἀπαστράπτουσα ὡραιότητα δέν μπορεῖ νά ἀποδώσει ἀνθρώπινη γλώσσα», πόσο ὡραία θά εἶναι ἡ στολή τῶν ἁγίων, «καί τήν ὁποία κατασκεύασαν μέ τά καλά τους ἔργα, ἐνῶ τούς ἑαυτούς μας θά τούς βλέπουμε ὄχι μόνο γυμνούς, ἀλλά καί μελανιασμένους καί σκοτεινούς καί ἀναδίδοντας ἀποπνικτική δυσοσμία, ὅπως ἀκριβῶς ἀπό ἐδῶ ἑτοιμαστήκαμε μέ τά σκοτεινά μας ἔργα, τή σπατάλη καί τήν ἁμαρτωλή ἀπόλαυση». Ὁ κάθε ἄνθρωπος, μᾶς τό λέει ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων -ἑρμηνεύοντας τήν Ἁγία Γραφή- θά εἶναι ντυμένος μέ τά ἔργα του. Ἄν εἶναι καλά τά ἔργα, θά εὐωδιάζει, θά ἀστράφτει, θά λάμπει. Ἄν εἶναι πονηρά τά ἔργα, θά εἶναι γεμάτος δυσοσμία καί θά εἶναι σκοτεινός, μαῦρος. «Ἄς κλάψουμε λοιπόν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας, γιά νά βροῦμε τό ἔλεός Του»37. «Ὁ ἀγώνας μας δέν γίνεται γιά τά χρήματα, τά ὁποῖα κι ἄν κανείς χάσει, μπορεῖ πάλι ν᾿ ἀποκτήσει ἄλλα, εἰς ἀντικατάσταση αὐτῶν πού ἔχασε. Ὁ κίνδυνος πού ἀντιμετωπίζουμε ἀναφέρεται στήν ψυχή μας, τήν ὁποία ὅταν χάσουμε, ποτέ πλέον δέν μποροῦμε νά τήν ξαναβροῦμε, σύμφωνα μέ τό ἁγιογραφικό: «Τί ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐάν τόν κόσμον ὅλον κερδήση, τήν δέ ψυχήν αὐτοῦ ζημιωθῆ; ἤ τί μπορεῖ νά δώσει ὁ ἄνθρωπος ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς του;»38. Ἄς σκεφτοῦμε λοιπόν, πῶς οἱ στρατιῶτες τοῦ κόσμου αὐτοῦ, φιλοτιμούμενοι ἀπό τά εὐτελῆ δῶρα πού ἀπολαμβάνουν ἀπό τόν ἐπίγειο βασιλέα, κινδυνεύουν μέχρι καί θανάτου γιά χάρη του», γιά ἕνα τίποτα! «Πόσο λοιπόν περισσότερο ἐμεῖς, πού λάβαμε τόσο σπουδαῖες ὑποσχέσεις ἀπό τόν Θεό, νά μήν ὑποχωρήσουμε καθόλου ἀπό τήν ἐπίμονη προσπάθεια τοῦ ἔργου τῆς ἀρετῆς, ὥστε καί ἀπό τή μέλλουσα κρίση νά διασωθοῦμε ἀλλά καί τά ἐπουράνια ἀγαθά νά ἐπιτύχουμε;»39. Βλέπετε; Ἀπό μία πολύ ἁπλή σκέψη ξεκινάει ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ καί λέει, νά ἐδῶ στή γῆ σοῦ κάνει ἕνα δῶρο κάποιος ἀνώτερος, ἀξιωματοῦχος καί προσπαθεῖς νά κάνεις ὅ,τι μπορεῖς γιά νά τοῦ δείξεις τήν εὐγνωμοσύνη σου, νά τόν εὐχαριστήσεις. 31
– Πολύ περισσότερο δέν πρέπει νά δείξουμε εὐγνωμοσύνη στόν Κύριό μας πού ἔκανε τό πᾶν γιά τή σωτηρία μας; «Ἄς ἐνθυμούμαστε δέ διαρκῶς καί τοῦτο: δέν ἠμποροῦμε νά ὑποφέρουμε τήν ζέστη τοῦ ἥλιου ἤ τόν σφοδρό πυρετό. Πῶς λοιπόν θά ὑποφέρουμε τήν φλόγα τοῦ αἰωνίου πυρός πού διαρκῶς καίει χωρίς νά μᾶς κατακαίει μέ τίς φλόγες του; Κι ἄν θέλεις, ἀγαπητέ μου, ἀπό δῶ, δοκίμασε τή σφοδρότητα τοῦ πάθους καί θά ἀντιληφθεῖς ἀπό τό σφοδρό πῦρ τοῦ κόσμου αὐτοῦ τά ἀνυπόφορα βασανιστήρια τῆς κολάσεως. Ἄναψε δηλαδή τό λυχνάρι σου καί βάλε στή φλόγα τήν ἄκρη τοῦ δαχτύλου σου. Ἐάν θά μπορέσεις νά βαστάξεις τόν πόνο, τότε ἀσφαλῶς θά μπορέσεις κι ἐκείνη τήν αἰώνια φλόγα νά ὑπομένεις. Ἐάν ὅμως δέν μπορέσεις νά ὑποφέρεις τούς πόνους ἑνός μικροῦ ἐγκαύματος, τότε τί θά κάνουμε ὅταν ὁλόκληρο τό σῶμα μας μέ τήν ψυχή θά ριφθοῦν μέσα στό φοβερό ἐκεῖνο καί ἄσβεστο πῦρ;»40. «Τοῦ ἀββά Ἡσαΐου: νά ἔχεις συνεχῶς στόν λογισμό σου τήν τιμή τήν ὁποία ἔλαβαν ὅλοι οἱ ἅγιοι καί ὁ ζῆλος πού ἔδειξαν θά σέ ἑλκύσει λίγο κατ’ ὀλίγο στό ἀγαθό. Νά θυμᾶσαι ἐκ παραλλήλου πάλι καί τούς ἐξευτελισμούς πού ἐπιφυλάχτηκαν στούς ἁμαρτωλούς καί τότε ὁ λογισμός σου θά σέ περιφρουρήσει ἀπό τά πονηρά»41. Νά θυμᾶσαι τήν τιμή πού θά πάρει ὁ δίκαιος καί τήν ἀτιμία πού θά δεχθεῖ ὁ ἁμαρτωλός καί ἔτσι ἀνάλογα κι ἐσύ θά κινεῖσαι στό καλό καί θά ἀποφεύγεις τό κακό, τήν ἁμαρτία. «Τοῦ Ἁγίου Μαξίμου». Τό τελευταῖο κείμενο αὐτῆς τῆς ὑπόθεσης πού ἀναφέρεται στή μέλλουσα ζωή. «Ἐάν ὁ Θεός καί Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ καί Πατρός ἔγινε πρός τοῦτο ἄνθρωπος καί υἱός ἀνθρώπου, γιά νά καταστήσει δηλαδή τούς ἀνθρώπους θεούς καί υἱούς Θεοῦ, θά πρέπει νά πιστεύσουμε ὅτι ὁ σκοπός αὐτός τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας θά πραγματοποιηθεῖ ἐκεῖ, ὅπου τώρα εἶναι ὁ Χριστός ὑπεράνω ὅλων τῶν οὐρανῶν, ὡς κεφαλή ὅλου τοῦ σώματος, καί ἀνεδείχθη χάριν ἡμῶν πρόδρομος πρός τόν ἐπουράνιο Πατέρα. Διότι σέ ἐκείνη τήν ὑπερκόσμια καί πνευματική συγκέντρωση τῶν σωζομένων καί ὡς θεῶν καταστάντων διά τῆς χάριτος, θά δεσπόζει στό μέσον ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος θά διανέμει –θά μοιράζει– στούς σωζομένους τάς ἀξίας τῆς ἐπουρανίου μακαριότητος καί δέν θά βρίσκεται σέ τοπική ἀπόσταση ἀπό τούς ἀξίους»42. Θά εἴμαστε πρόσωπο πρός πρόσωπο μέ τόν Χριστό. «Μερικοί ἀπό τούς βαθυστοχάστους ἑρμηνευτές λέγουν ὅτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ἡ κατοίκησις τῶν ἀξίων στούς οὐρανούς. Ἄλλοι πάλι ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μέ τήν κατάσταση τῶν ἀγγέλων, τήν ὁποία θά ἀπολαύσουν οἱ σωζόμενοι. Ἄλλοι, τέλος, ἔχουν τήν γνώμη ὅτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι αὐτή αὕτη ἡ θεϊκή ὡραιότης ὅσων φόρεσαν «τήν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου»43. Αὐτοί πού ἑνώθηκαν μέ τόν Χριστό. «Ἐγώ πάντως φρονῶ, ὅτι καί οἱ τρεῖς περί τῆς βασιλείας ἀντιλήψεις συμφωνοῦν μεταξύ τους. Γιατί σέ ὅλους τούς σωζομένους ἡ μέλλουσα χάρις, θά δοθεῖ ἀναλόγως τῆς ποιότητος καί τῆς ποσότητος τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἐπιτελεσθέντων ἔργων πίστεως καί ἀρετῆς κατά τήν ἐπίγεια ζωή τους»44. Ἀνάλογα δηλαδή μέ τό τί ἔκανε ὁ καθένας, τί καλά ἔργα ἔκανε, πόσα καλά 32
ἔργα ἔκανε, ἀλλά καί πόσο καλά τά ἔκανε, τήν ποιότητα, θά ἀπολαύσει εἰς τήν οὐράνια ζωή καί βασιλεία. Αὐτά λέει ὁ Ἅγιος Μάξιμος. Ἑπομένως, σήμερα μᾶς εἶπαν οἱ Ἅγιοι, ἀφενός μέν ὅτι πρέπει νά θυμόμαστε τήν Κρίση, τήν μέλλουσα Κρίση, τό φοβερό δικαστήριο, τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, τήν Δευτέρα τοῦ Κυρίου Παρουσία, νά τρέμουμε, νά ἑτοιμαζόμαστε γιά τήν λογοδοσία καί ἔτσι θά ἀποφεύγουμε ν΄ ἁμαρτάνουμε, καί ἀφετέρου νά θυμόμαστε καί τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Νά θυμόμαστε τά ἐπουράνια ἀγαθά «ἅ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη»45, ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή. Δηλαδή, μάτι ἀνθρώπου δέν εἶδε, αὐτί δέν ἄκουσε καί καρδιά ἀνθρώπου δέν μπόρεσε νά φανταστεῖ, νά νοήσει. Αὐτά τά ἀγαθά νά σκεφτόμαστε καί ἔτσι, ὅπως λέει ἕνας ἅγιος πού διαβάσαμε, θά ἀπολαύσουμε αὐτά τά ἀγαθά. Γιατί, ὅταν τά σκέφτεσαι, τά ἐπιθυμεῖς, τά ἀγαπᾶς καί κάνεις ὅ,τι χρειάζεται γιά νά τά ἀπολαύσεις. Εἶναι οἱ λεγόμενοι καλοί λογισμοί, οἱ πνευματικές μελέτες, οἱ πνευματικές θεωρίες, ὅλα αὐτά τά ὁποῖα βοηθοῦνε πάρα πολύ τόν χριστιανό στήν πνευματική του ζωή. Ἄς εὐχαριστήσουμε τόν Κύριο καί ἄς θυμόμαστε πάντα τήν Κρίση καί τήν λογοδοσία στό φοβερό βῆμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τά οὐράνια ἀγαθά καί ἄς τά ἐπιθυμήσουμε, γιά νά ἀξιωθοῦμε τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης https://hristospanagia3.blogspot.gr/ 1 Εὐεργετινός, ἐκδ. Συναξαριστής, 2001 (στό ἑξῆς: Εὐεργετινός). 2 Ὅ.π. 3 Ὅ.π. 4 Ὅ.π. 5 Ὅ.π. 6 Ὅ.π. 7 Ὅ.π. 8 Θεία Λειτουργία, Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. 9 Ὅ.π. 10 Ματθ. 5, 4. 11 Εὐεργετινός. 12 Ὅ.π. 13 Α΄Κορ. 13, 12. 14 Εὐεργετινός. 15 Ὅ.π. 16 Ψαλμ. 83, 8. 17 Εὐεργετινός. 18 Ἐφεσ. 4, 13. 19 Εὐεργετινός. 20 Θεία Λειτουργία, Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. 21 Εὐεργετινός. 33
22 Ὅ.π. 23 Ὅ.π. 24 Ὅ.π. 25 Ὅ.π. 26 Ὅ.π. 27 Ὅ.π. 28 Ὅ.π. 29 Ὅ.π. 30 Ὅ.π. 31 Ψαλμ. 92, 1. 32 Ἡσ. 1, 19. 33 Ὅ.π. 34 Ματθ. 24, 35. 35 Εὐεργετινός. 36 Ὅ.π. 37 Ὅ.π. 38 Ματθ. 16, 26. 39 Εὐεργετινός. 40 Ὅ.π. 41 Ὅ.π. 42 Ὅ.π. 43 Α΄Κορ. 15, 49. 44 Εὐεργετινός. 45 Α΄Κορ. 2, 9. 34
Ἡ μετά θάνατον ζωή Μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τίς εὐχές τῆς Παναγίας μας σκέφτηκα νά ποῦμε τί διδάσκει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιά τή ζωή μετά τόν θάνατο. Δέν μποροῦμε νά τά ποῦμε βέβαια ὅλα, ἀλλά τί συμβαίνει τίς πρῶτες ἡμέρες, τή στιγμή πού ὁ ἄνθρωπος πεθαίνει, γιατί πολλοί λένε: – Ποῦ ξέρουμε τί συμβαίνει; Δέν ξέρουμε… Γύρισε κανένας ἀπ’ τόν ἄλλο κόσμο νά μᾶς πεῖ; Καί δέν ξέρουμε κι ἄν ὑπάρχει ἄλλος κόσμος… Ὑπάρχουν οἱ λεγόμενοι «θνητοψυχίτες», οἱ ὁποῖοι λένε ὅτι ἡ ψυχή πεθαίνει, δηλαδή ἐξαφανίζεται. Ἀλλά αὐτό φυσικά εἶναι ἐσφαλμένο, δέν εἶναι ἀληθές. Ἡ ψυχή εἶναι κτίσμα, εἶναι πλάσμα τοῦ Θεοῦ καί θά ἔπρεπε νά ἔχει ἕνα τέλος. Ὅπως ὅλα ὅσα ἔχουν ἀρχή, ἔχουν καί ἕνα τέλος. Ἀλλά ὁ Θεός θέλησε, ἔτσι μᾶς λέει ἡ Ὀρθόδοξη πίστη καί διδασκαλία, ἡ ψυχή νά μήν ἔχει τέλος. Ἔχει ἀρχή. Δέν εἶναι σωστό αὐτό πού λένε κάποιοι ὅτι προϋπάρχουν οἱ ψυχές καί ὑπάρχει κάτι σάν μία δεξαμενή καί ἀπ’ αὐτή τήν δεξαμενή, ἄς ποῦμε, ἕνα σῶμα παίρνει μία ψυχή καί δημιουργεῖται ὁ ἄνθρωπος. Αὐτή τήν διδασκαλία τήν εἴχανε καί οἱ ἀρχαῖοι. Ὁ Πλάτωνας λ.χ. πίστευε στήν προΰπαρξη τῶν ψυχῶν. Ἀλλά καί αὐτή ἡ διδασκαλία εἶναι ἐσφαλμένη. Δέν ὑπάρχει προΰπαρξη, ἡ ψυχή δημιουργεῖται ἀπό τόν Θεό ἀμέσως μετά τή σύλληψη. Μέ τό πού γίνεται ἡ ἕνωση τῶν δύο κυττάρων, τοῦ σπερματοζωαρίου καί τοῦ ὠαρίου, δημιουργεῖται – δίνεται καί ἀπό τόν Θεό ἡ ψυχή, καί ἀπαρτίζεται ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει δύο στοιχεῖα, τήν ψυχή καί τό σῶμα. Καί τά δύο εἶναι κτιστά. Οὔτε εἶναι σωστό αὐτό πού λένε κάποιοι ὅτι ἡ ψυχή εἶναι κομμάτι τοῦ Θεοῦ, σάν ὁ Θεός δηλαδή νά μᾶς ἔχει βάλει κάτι ἀπό τήν οὐσία Του. Ἄν εἴχαμε τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἔστω ἕνα κομμάτι τῆς οὐσίας, θά εἴμαστε θεοί κατ’ οὐσίαν. Δέν εἶναι σωστό οὔτε αὐτό. Ὁ Θεός εἶναι ἕνας, ὁ Τριαδικός Θεός καί ἐμεῖς, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, καλούμαστε νά μοιάσουμε στόν Θεό καί νά γίνουμε θεοί ὄχι κατ’ οὐσία ἀλλά κατά χάρη, ὅπως λέμε. Δηλαδή κατ’ ἐνέργεια. Δηλαδή, νά ἀποκτήσουμε τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, νά μετέχουμε στίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καί νά μοιάσουμε στόν Θεό κατά τίς ἐνέργειες, ὄχι κατά τήν οὐσία. Τό τί εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ κανένας δέν ξέρει. Οὔτε οἱ ἄγγελοι οὔτε οἱ ἅγιοι οὔτε οἱ ἄνθρωποι, κανένας. Οὔτε φυσικά ὁ διάβολος. Μόνο ὁ Θεός γνωρίζει. Ἐκεῖνο πού γνωρίζουμε οἱ ἄνθρωποι καί οἱ ἄγγελοι, εἶναι τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Λέμε, ἄς ποῦμε, ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη. – Αὐτό εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ; Κάποιοι λένε ἐσφαλμένα ὅτι εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ. «Ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀγάπη». Λάθος! Ὄχι! Ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ δέν ξέρουμε τί εἶναι. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, μία ἀπό τίς βασικές ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἀγάπη. Μία ἄλλη βασική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ πρόνοια, ἡ ὁποία κι αὐτή εἶναι ἔκφραση ἀγάπης. 35
– Τί εἶναι ἡ πρόνοια; Ὅτι ὁ Θεός δηλαδή φροντίζει γιά τά δημιουργήματά Του. Μιά ἄλλη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ οὐσιοποιός, ὅπως λέμε, ἐνέργεια, δηλαδή ὅτι ὁ Θεός φτιάχνει καί δίνει οὐσία σέ ὅλα ὅσα ὑπάρχουν. Τό κάθε τί ἔχει μία οὐσία, ποῦ τῆ βρῆκε; Ὅλα γίνανε ἀπό τό μή ὄν, ἀπό τήν ἀνυπαρξία ἦρθαν στήν ὕπαρξη. Ἡ οὐσία αὐτή εἶναι ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ οὐσιοποιός ἐνέργεια. – Ὁ Αϊνστάιν καί ἡ θεωρία τῆς σχετικότητας τώρα, τί μᾶς λένε; Ὅτι ἡ ὕλη εἶναι ἐνέργεια καί ἡ ἐνέργεια γίνεται ὕλη, ἡ γνωστή αὐτή ἐξίσωση: Ε(ἐνέργεια)=m(μάζα)×c(ταχύτητα τοῦ φωτός)2. Αὐτό δείχνει τήν ἀντιστοιχία ὕλης καί ἐνέργειας. Ἡ ὕλη δηλαδή -πού λέμε- εἶναι ἐνέργεια καί ἡ ἐνέργεια μπορεῖ νά γίνει ὕλη καί αὐτό τό βλέπουν οἱ ἐπιστήμονες. Ἡ ἐνέργεια λοιπόν αὐτή πού δίνει οὐσία σέ ὅλα τά ὄντα, σέ ὅ,τι ὑπάρχει, λέγεται οὐσιοποιός ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Εἶναι κι αὐτή μιά ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχει μία ἄλλη ἐνέργεια πού λέγεται ζωοποιός καί δίνει ζωή σέ ὅλα ὅσα ἔχουν ζωή. Εἶναι τά λεγόμενα ἔμβια ὄντα, οἱ ἄγγελοι, οἱ ἄνθρωποι καί τά ζῶα. Καί τά φυτά κι αὐτά ἔχουν μιά μορφή ζωῆς. Ὑπάρχει μία ἄλλη ἐνέργεια πού λέγεται σοφοποιός καί εἶναι ἡ ἐνέργεια αὐτή πού δίνει σοφία στά ὄντα αὐτά πού ἔχουν σοφία. Ποιά εἶναι αὐτά; Οἱ ἄγγελοι -καί οἱ δαίμονες, ἀλλά τήν χρησιμοποιοῦν κακῶς οἱ δαίμονες- καί οἱ ἄνθρωποι. Ἄλλα ὄντα δέν ἔχουν σοφία. Ὁ πίθηκος δέν ἔχει σοφία, δέν μετέχει σ’ αὐτή τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πού λέγεται σοφοποιός. Μιά ἄλλη ἐνέργεια ἐπίσης, πού μᾶς λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες, εἶναι ἡ θεοποιός, ἡ ὁποία δίνεται σ’ αὐτά τά ὄντα τά σοφά, πού θέλουν νά τήν πάρουν, στά λογικά ὄντα, δηλαδή στούς ἀγγέλους καί στούς ἀνθρώπους. Σ’ αὐτή τήν ἐνέργεια μετέχουν ὅσοι ἀπό τούς ἀγγέλους θέλουν καί ὅσοι ἀπό τούς ἀνθρώπους θέλουν. Ὅλοι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι, ἐκτός ἀπό τούς δαίμονες, θέλουν καί μετέχουν στήν θεοποιό ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Καί οἱ ἄνθρωποι, ὅσοι πάλι μπαίνουν μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ζοῦνε σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί τά ἅγια μυστήρια, κάνουν ἀσκητική καί μυστηριακή ζωή, αὐτοί εἶναι οἱ δύο ἄξονες, οἱ δύο πυλῶνες νά τό ποῦμε ἔτσι πού βαστάζουν τό οἰκοδόμημα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, αὐτοί οἱ ἄνθρωποι μετέχουν στή θεοποιό ἐνέργεια, δηλαδή γίνονται θεοί. Αὐτό θά πεῖ μετέχουν στήν θεοποιό ἐνέργεια. Ἡ ἐνέργεια αὐτή τοῦ Θεοῦ τούς κάνει σιγά-σιγά θεούς καί αὐτή τήν ἐνέργεια θά τήν ἔχουν καί θά μετέχουν σ’ αὐτή εἰς τήν αἰωνιότητα ἀπό τή στιγμή πού θά πεθάνουν μετέχοντας σ’ αὐτή τήν ἐνέργεια. Αὐτό εἶναι τό μεγαλεῖο. Δηλαδή δέν σταματάει ὁ ἁγιασμός τῶν πιστῶν μέ τόν θάνατο. Ἀλλά καί μετά θάνατον θά γινόμαστε πιό ἅγιοι, ὅλο καί πιό ἅγιοι. Αὐτό τό ἄνοιγμα πρός τόν Θεό, πού ξεκινάει ἀπό ἐδῶ, πού λέγεται μετάνοια καί ἐκκλησιαστική ζωή, συνεχίζεται καί μετά θάνατον. 36
Στήν Ἁγία Γραφή λέει «ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι καί ὁ ῥυπαρός ῥυπαρευθήτω ἔτι»1. Τό ἔτι θά πεῖ ἀκόμα. Ὁ ἅγιος νά γίνει ἀκόμα πιό ἅγιος καί ὁ ρυπαρός ἀκόμα πιό ρυπαρός. Ὄχι ὅτι παρακινεῖ ἡ Ἁγία Γραφή τόν κακό νά γίνει ἀκόμα πιό κακός, ἀλλά μέ ποιά ἔννοια; Τό ἑρμηνεύουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Ἐννοεῖ ἐδῶ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ὅτι ὁ Θεός ἀφήνει τόν κάθε ἄνθρωπο ἐλεύθερο, τόν ἅγιο νά ἁγιαστεῖ ἀκόμα περισσότερο, καί τότε εἶναι ἅγιος ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἁγιάζεται συνεχῶς, καί τόν ρυπαρό νά εἶναι ρυπαρός. Ἄν ἕνας ἅγιος δέν ἁγιάζεται ἔτι καί ἔτι, δηλαδή δέν πάει ὅλο καί πιό πάνω, τί θά κάνει; Θά πάει πιό κάτω. Ἔχουμε πεῖ πολλές φορές ἡ πνευματική ζωή μοιάζει μ’ ἕναν ἄνθρωπο πού ἀνεβαίνει ἕνα ποτάμι, πάει κόντρα στό ρεῦμα. Ἄν πεῖ κάποια στιγμή, φτάνει, ἐγώ ἔφτασα σ’ ἕνα σημεῖο καλό… ὅπως λένε καί στά παιδιά τους μερικοί, φτάνει, μέχρι ἐκεῖ.. μήν πᾶς πιό πέρα.. εἶναι ἐπικίνδυνα πράγματα… στόν παπα-Σάββα θά γίνεις καλόγερος… μέχρι ἐκεῖ καλά εἶναι. Λοιπόν, ἄν σταματήσεις ἐκεῖ, θά σέ πάει τό ρεῦμα πίσω, θά χάσεις δρόμο. Κι αὐτός ὁ κόπος πού ἔκανες θά πάει χαμένος. Αὐτό εἶναι, λοιπόν, ἡ ἔννοια τοῦ ἁγιασμοῦ. Ἅγιος εἶναι αὐτός πού δέν σταματάει νά ἀνεβαίνει, ὄχι αὐτός πού ἔχει φτάσει σ’ ἕνα σημεῖο. Ἄν φτάσεις σ’ ἕνα σημεῖο καί σταματήσεις, παύεις νά εἶσαι ἅγιος. Θά ἀρχίσεις νά γίνεσαι ρυπαρός, νά πηγαίνεις πρός τά πίσω. Τά χρόνια μας εἶναι ἔσχατα, νά ξέρετε, λίγο μετά θά ἔρθει ὁ Ἀντίχριστος. Δέν εἶναι προφητεία οὔτε ἔχω προφητικό χάρισμα, ἀλλά μᾶς τό λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Ἔχουμε τά σημάδια πού μᾶς ἔχουν πεῖ πώς ἄν τά δοῦμε, μετά ἀπό αὐτά θά ἔρθει ὁ Ἀντίχριστος. Θά σᾶς πῶ ἕνα σημάδι, γιά νά τό ξέρετε. Ὅταν πολύνει ἡ ὁμοφυλοφιλία. Αὐτό πού γίνεται στίς μέρες μας. Πολύνει, ἔχει γίνει πολύ δηλαδή. Καί ὄντως ἔχει γίνει πάρα πολύ! Στήν Ἀγγλία ὁ Τσώρτσιλ -τό 1940 ἦταν ὁ Τσώρτσιλ- ἔλεγε ὅτι πολύ μεγάλο ποσοστό -ἄν δέν κάνω λάθος- οἱ μισοί (!) Ἄγγλοι ἦταν ἀπό τότε ἀκόμα ὁμοφυλόφιλοι. Τό ἔλεγε ὁ ἴδιος ὁ Πρωθυπουργός. Φανταστεῖτε τί γίνεται σήμερα! Τό βλέπουμε τώρα καί μέ τά νομοσχέδια πού προωθοῦνται καί αὐτό τό νομοσχέδιο γιά τήν ἀλλαγή τοῦ φύλου.. Προσέξτε, αὐτό ὄχι μόνο προάγει τήν παιδεραστία καί τόν γάμο τῶν ὁμοφυλοφίλων, γιατί ἡ ἄλλη ὄντας γυναίκα θά δηλώνει ἄντρας καί μέ τόν νόμο θά κάνουν πολιτικό γάμο. «Ἐγώ γυναίκα ὁ ἄλλος ἄντρας γιατί νά μήν κάνουμε γάμο;! Δέν εἴμαστε ὁμοφυλόφιλοι»… Ἄντε νά βρεῖς ἄκρη… Ἀλλά κάτι ἀκόμα μᾶς ἐνδιαφέρει, γιατί εἴμαστε καί στό Ἅγιο Ὄρος… Καταργεῖται οὐσιαστικά ἔτσι τό ἄβατο! Γιατί τώρα ἡ Ἀστυνομία, ὅταν μιά γυναίκα πού δηλώνει ἄντρας ἔρθει στά σύνορα, δέν μπορεῖ νά τόν σταματήσει. Ἀφοῦ σοῦ λέει εἶμαι ἄντρας! Κοιτάει τά χαρτιά, τήν ταυτότητα, εἶναι ἄντρας! Καταλάβατε; Οὐσιαστικά καταλύθηκε μ’ αὐτόν τόν νόμο τό ἄβατο. Εἶναι πολύ-πολύ ὕπουλα τά πράγματα, γι’ αὐτό εἴμαστε στά ἔσχατα καί ὑπάρχει καί ἡ προφητεία τῶν Ἁγίων Πατέρων πού λέει ὅτι κάποια στιγμή ἡ Παναγία τῶν Ἰβήρων, θά φύγει ἀπ’ τό Ἅγιο Ὄρος καί εἶναι σημάδι αὐτό καί γιά τούς Πατέρες ὅτι μποροῦν κι αὐτοί νά φύγουν. Γιατί βέβαια, ἄν μποῦν οἱ γυναῖκες, θά ἁλωθεῖ τό Ἅγιον Ὄρος, θά χάσει τόν χαρακτήρα του, τῆς μοναστικῆς πολιτείας. 37
Ξαναγυρνᾶμε στό θέμα μας… Λέγαμε λοιπόν ὅτι ὑπάρχει αὐτή ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ θεοποιός, στήν ὁποία μετέχουν ὅσοι θέλουν. Καί σ’ αὐτή τήν ἐνέργεια ὅταν ὁ ἄνθρωπος φτάσει στήν τελευταία στιγμή τῆς ζωῆς του καί συνεχίζει νά μετέχει, θά συνεχίζει καί μετά θάνατον καί θά αὐξάνει ἡ ἁγιότητά του εἰς τό διηνεκές, εἰς τόν αἰῶνα τόν ἅπαντα. Θά πεῖτε: Δέν θά φτάσει κάποια στιγμή κάπου; Ὄχι. Γιατί; Γιατί ἡ μετοχή στόν Θεό δέν ἔχει τέλος, ἐπειδή ὁ Θεός δέν ἔχει τέλος. Ὁ Θεός εἶναι ἄπειρος. Ἄρα, ὅσο καί νά πεῖς μπῆκα μέσα στόν Θεό, ἑνώθηκα μέ τόν Θεό, δέν θά φτάσεις ποτέ στό τέλος, γιατί ὁ Θεός δέν ἔχει τέλος. Ἑπομένως, βλέπετε, μᾶς ἔχει καλέσει ὁ Θεός σέ ἕνα μεγαλεῖο. Ὑπάρχει μιά πλήρης διδασκαλία γιά τήν μετά θάνατον ζωή. Δέν ἔχουν καθόλου δίκαιο αὐτοί πού λένε δέν ξέρουμε τί μᾶς γίνεται καί ἄν γύριζε κάποιος, τότε θά τόν πιστεύαμε. Ὑπάρχουν πάρα πολλοί πού ἔχουν γυρίσει. Καί δέν τό λένε μόνο οἱ πιστοί. Ὑπάρχουν ἱστορίες καί στά Συναξάρια, στούς βίους τῶν Ἁγίων κ.λ.π. μέ τέτοια περιστατικά πού ἦρθαν ἀπό τήν ἄλλη ζωή καί μᾶς εἶπαν ἐμπειρίες… Ἀλλά ἔχουμε καί πάρα πολλές ἐμπειρίες ἀπό ἀνθρώπους ἄσχετους, ἄθεους, ἄλλων δογμάτων, ἄλλων θρησκειῶν, βουδιστές, ἰνδουιστές… πού ἔχουν τέτοιες ἐμπειρίες, τίς λεγόμενες ἐπιθανάτιες ἤ μεταθανάτιες. – Καί ὅλοι τί λένε ὅταν γυρίζουν πίσω; Ὅτι ὅπως εἴχαμε αὐτοσυνειδησία, δηλαδή ἐγώ ξέρω ὅτι εἶμαι ὁ π. Σάββας, ἐσύ ξέρεις ὅτι εἶσαι ὀ Κωνσταντίνος. Αὐτό δέν εἶναι; Ἔχεις αὐτή τήν αὐτοσυνειδησία. Δέν εἶσαι ἕνα ζῶο ἄς ποῦμε, δέν εἶσαι ἕνα τραπέζι. Εἶσαι ὁ τάδε. Ἔχεις αὐτόν τόν χαρακτήρα, ἔχεις αὐτές τίς σκέψεις κ.λ.π. Αὐτό συνεχίζεται τό ἴδιο καί ἀπαράλλακτο καί μετά θάνατον, ὅταν ἀφήνεις τό σῶμα. Γιατί αὐτό εἶναι ὁ θάνατος, εἶναι ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. Καί ὅπως εἶσαι τώρα, ἔτσι θά εἶσαι καί μετά. Ἁπλῶς δέν θά ἔχεις αὐτό τό ντύμα τῆς ψυχῆς – ἄς τό ποῦμε ντύμα. Ἡ ψυχή δέν εἶναι μόνο μέσα στό σῶμα, ἄς τό ξέρετε κι αὐτό. Ἡ ψυχή εἶναι καί μέσα καί ἔξω ἀπ΄ τό σῶμα καί εἶναι αὐτή πού συγκρατεῖ τό σῶμα. Ὅταν φεύγει ἡ ψυχή, τό σῶμα πέφτει σάν ἄδειο τσουβάλι κάτω, σωριάζεται ὁ ἄνθρωπος. Γιατί δέν ὑπάρχει αὐτό πού δίνει ζωή στό σῶμα, ἡ ψυχή δηλαδή, καί δέν μπορεῖ νά σταθεῖ ὁ ἄνθρωπος στά πόδια του καί νά λειτουργήσει ὅπως ξέρουμε ὅτι λειτουργεῖ. Τέτοιοι ἄνθρωποι λοιπόν ἔβλεπαν, ἐνῶ ἤτανε ἐδῶ καί τό σῶμα τους στήν ἄλλη ἄκρη, βλέπανε τούς συγγενεῖς γύρω ἀπό τό σῶμα καί λέγανε: μά τί γίνεται; Ἐγώ εἶμαι ἐδῶ, εἶμαι κι ἐκεῖ. Πῶς γίνεται; Ἀλλά εἶχε αὐτοσυνειδησία ὅτι ἦταν μόνο ἐδῶ, ἐκεῖ ἦταν μόνο τό σῶμα. Βλέπετε; Δηλαδή εἶναι ἡ ψυχή πού δίνει τήν αὐτοσυνειδησία καί ὅπου εἶναι ἡ ψυχή εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὄχι ὅπου εἶναι τό σῶμα. Βλέπετε καί πολλές φορές πᾶμε στήν Ἐκκλησία ἀλλά μόνο τό σῶμα μας εἶναι ἐκεῖ. Ἡ ψυχή μας, ὁ νοῦς μας, ταξιδεύει πολλές φορές κι αὐτό εἶναι ἁμαρτία. Δέν εἶναι σωστή προσευχή. 38
Ἔχω ἐδῶ μπροστά μου μία διδασκαλία πού συνοψίζει αὐτά πού λέει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιά τό τί συμβαίνει τίς πρῶτες μέρες πού χωρίζεται ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα. Ξέρουμε; Ναί, ξέρουμε! Μᾶς τά ἔχουνε πεῖ οἱ Ἅγιοι καί πρέπει νά τά ξέρουμε, εἶναι πολύ ἐνδιαφέροντα. Τά γράφει ἕνας Ἅγιος, σύγχρονος ἅγιος, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Μαξίμοβιτς. Ρῶσος στήν καταγωγή, ἀλλά ἔζησε στήν Ἀμερική. Μέ πολύ ἁγία ζωή, μέ πολλά θαύματα, ἐν ζωή ἀκόμα! Ἐνῶ ἦταν ἐν ζωή θαυματουργοῦσε. Καί ἦταν ὁ Πνευματικός – Γέροντας τοῦ π. Σεραφείμ Ρόουζ γιά τόν ὁποῖο ἔχουμε μιλήσει κι ἄλλη φορά. Σπουδαῖος κι αὐτός, Ἀμερικανός, στήν ἀρχή ἄθεος, μπερδεμένος μέ ἀνατολικές θρησκεῖες κ.λ.π. καί μετά ἀπό πολύ προσπάθεια, ἔρευνα.. βρῆκε τήν ἀλήθεια, τόν Χριστό καί ἔζησε ἀσκητικότατα τά τελευταῖα χρόνια καί τελείωσε τή ζωή του μέ ὁσιακά τέλη. Λέει λοιπόν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης: «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Αὐτό εἶναι ἀπό τό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Δηλαδή καί μόνο αὐτό εἶναι ἔλεγχος γιά αὐτούς πού λένε ὅτι «δέν ξέρω ἄν ὑπάρχει ἄλλη ζωή». Παρόλα αὐτά δηλώνουν ὀρθόδοξοι! – Ἅμα δηλώνεις ὀρθόδοξος, τί λέει τό Πιστέυω πού λές; Δέν λές αὐτό τό πράγμα; «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Ἄρα ὁμολογεῖς ὅτι πιστεύεις σέ μέλλοντα αἰῶνα. – Πῶς μοῦ λές δέν ξέρω ἄν ὑπάρχει ἄλλη ζωή; Ἄρα; Βλέπετε πού δέν ξέρουμε τί λέμε μερικές φορές; Κατά τά ἄλλα σοῦ λέει, ὀρθόδοξος εἶμαι ἐγώ, μήν κοιτᾶς πού δέν πηγαίνω στήν Ἐκκλησία… ἐσεῖς μέ τούς μεγάλους σταυρούς… Ἀμέσως ἀρχίζει καί τήν διδασκαλία. Λέει λοιπόν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης: «Ἀπέραντη καί ἀπαρηγόρητη θά ἦταν ἡ θλίψη μας γιά τούς ἀποβιώνοντες οἰκείους μας, ἐάν ὁ Κύριος δέν μᾶς εἶχε δωρίσει αἰώνια ζωή».Εἶναι αὐτό πού λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γιά τούς εἰδωλολάτρες «οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα»2. Φοβερό πράγμα νά μήν ἔχεις ἐλπίδα! Νά ζήσεις 50 χρόνια καί μετά νά σέ φάει τό χῶμα.. τελειώσανε ὅλα! Φοβερό πράγμα! Ἀπέραντη θλίψη. – Καί μετά λές: γιατί ζῶ; Καί γιατί νά περιμένω νά πεθάνω στά 50; Νά πεθάνω στά 10, στά 20, στά 30.. ἐξ οὗ καί ἡ εὐθανασία. Γιά νά κάνει ἕνας εὐθανασία, νά προκαλέσει ὁ ἴδιος τόν θάνατό του, ὑποβοηθούμενος ἀπό ἕναν γιατρό κ.λ.π. δέν ἔχει ἐλπίδα γιά ἄλλη ζωή. Τί τώρα, τί μετά ἀπό πέντε χρόνια;.. Καλύτερα τώρα, νά μήν πονάω κιόλας. Καταλάβατε; Εἶναι φοβερό πράγμα… ἀπέραντη θλίψη. «Ἡ ζωή μας θά ἦταν ἄσκοπη, ἐάν τελείωνε μέ τόν θάνατο». Δέν ἔχεις σκοπό. – Γιατί ζεῖς, γιά νά πεθάνεις; Γιατί ἤρθαμε ἐδῶ; Γιά νά πεθάνουμε; Μετά τά βάζεις καί μέ τόν Θεό, ἄν δέν πιστεύεις στήν ἄλλη ζωή. – Γιατί μέ ἔφερες σέ μιά ζωή πού μέ περιμένει τό τέλος;.. «Ποιό ὄφελος θά εἶχαν τότε ἡ ἀρετή καί οἱ καλές πράξεις;», ὅταν ὅλα τέλειωναν στήν πλάκα τοῦ τάφου. «Σέ τέτοια περίπτωση θά ἀποδεικνύονταν σωστοί ὅσοι λένε: «ἄς φᾶμε καί ἄς πιοῦμε, γιατί αὔριο θά πεθάνουμε!». Ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια ἀκόμα 39
ὑπῆρχε μιά ὁμάδα τέτοια φιλοσόφων «φάγωμεν, πίωμεν αὔριον γάρ ἀποθνήσκομεν», ὅ,τι προλάβεις… Γι’ αὐτό βλέπετε καί οἱ ξένοι -εἶναι κι αὐτό ἕνα σημάδι τῶν μή ἐχόντων ἐλπίδα- γιαγιάδες, παπποῦδες πού δέν μποροῦν νά πάρουν τά πόδια τους, καί κάνουν ταξίδια καί τρέχουν ἐδῶ καί ἐκεῖ. Γιατί; Νά προλάβω πρίν πεθάνω νά τά δῶ. Γιατί δέν ὑπάρχει τίποτα ἄλλο, σοῦ λέει, ἀπολαῦστε ὅ,τι προλάβετε… οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα. «Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, δημιουργήθηκε γιά νά ζήσει αἰώνια –χωρίς τέλος– καί ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του ἄνοιξε τίς πύλες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, τῆς αἰώνιας μακαριότητας γιά ὅσους ἔχουν πιστέψει σέ Αὐτόν καί ἔχουν ζήσει σύμφωνα μέ τίς ἐντολές Του». Εἶναι ἀνοιχτές οἱ πύλες τοῦ Παραδείσου, οἱ πύλες τῆς ζωῆς. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βέβαια ἀκόμα δέν ἔχει δεχτεῖ κανέναν, γιατί δέν ἔγινε ἀκόμα ἡ Δευτέρα Παρουσία, ἀλλά ἡ πρόγευση εἶναι προσιτή. Μπορεῖς νά προγευτεῖς, νά δοκιμάσεις, νά πάρεις μιά πρώτη γεύση τῆς Βασιλείας, τῆς μακαριότητας, πού ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεός γιά αὐτούς πού Τόν ἀγαποῦν. «Ἡ παροῦσα ζωή μας εἶναι μιά προετοιμασία γιά τή μελλοντική ζωή, προετοιμασία, πού λήγει μέ τόν θάνατό μας». Προσέξτε, λήγει ἡ προετοιμασία. Ἡ προετοιμασία ἔχει λήξη. Ὄχι ἡ ζωή μας. Ἡ προετοιμασία γιά τήν ἀληθινή ζωή, γιά τήν αἰώνια ζωή, τελειώνει μέ τόν θάνατο. Γι’ αὐτό καί λέει ὁ Ἀπόστολος στήν Πρός Ἑβραίους «ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετά δέ τοῦτο κρίσις»3. Προσέξτε, ἔχει σημασία κάθε λέξη. Ἀπόκειται, δηλαδή αὐτό μᾶς μένει, αὐτό μᾶς περιμένει, τό μόνο βέβαιο. Τί; Ἅπαξ ἀποθανεῖν. Ἅπαξ! Δέν θά πεθάνεις πολλές φορές. Ὅπως εἶναι στά ἠλεκρονικά παιχνίδια πού ἔχει ἑφτά ζωές! Ἀνοησίες. Μιά ζωή! Μιά φορά πεθαίνεις. Δέν ἔχεις πολλές φορές νά τίς πετᾶς ἔτσι, νά τίς σκοτώνεις. Μετά δέ τοῦτο κρίσις, μετά τόν θάνατο ἐπακολουθεῖ ἡ κρίσις. Τίποτε ἄλλο. Οὔτε μετεμψύχωση οὔτε μετενσάρκωση, καμιά ἀπό αὐτές τίς ἀνοησίες πού λένε οἱ ἀνατολικές θρησκεῖες. Οὔτε κάρμα… τά λέω γιατί κυκλοφοροῦν αὐτά καί τά μπερδεύουνε καί ὀρθόδοξοι ὑποτίθεται χριστιανοί καί μιλᾶνε γιά κάρμα, γιά μετεμψύχωση, γιά τέτοια πράγματα, γιά θετική ἐνέργεια, ἀρνητική ἐνέργεια, ἀκόμα καί γιά Γιν-Γιανγκ. Αὐτά εἶναι τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν, δηλαδή τῶν δαιμόνων. Δέν εἶναι ὀρθόδοξες διδασκαλίες. «Ὁ ἄνθρωπος -μέ τόν θάνατο- ἐγκαταλείπει ὅλες τίς ἐγκόσμιες φροντίδες∙ τό σῶμα ἀποσυντίθεται, προκειμένου νά ἐγερθεῖ ἐκ νέου κατά τή γενική Ἀνάσταση». Εἶναι ὅπως ἡ σπορά. Ἡ ταφή μοιάζει μέ σπορά. Γι΄ αὐτό βλέπετε κάνουμε τά κόλλυβα. Τά κόλλυβα τί εἶναι; Σπέρματα καί δηλώνουν τήν ταφή καί τόν θάνατο. Εἶναι σύμβολο. Εἶναι συμβολικά τά κόλλυβα. «Σπείρεται ἐν φθορᾷ» τό σῶμα μας, ὅπως ὁ σπόρος, σπείρεται, μπαίνει μέσα στή γῆ, «ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ»4 καί ξαναβγαίνει ἄφθαρτο τό σῶμα μας κατά τή Δευτέρα Παρουσία. Ἐκεῖνο πού θά ἀναστηθεῖ δέν εἶναι ἡ ψυχή μας. Ἡ ψυχή μας δέν πεθαίνει γιά νά ἀναστηθεῖ. Τό σῶμα θά ἀναστηθεῖ. Ἡ Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν στή Δευτέρα Παρουσία οὐσιαστικά εἶναι ἀνάσταση σωμάτων. Τά σώματα ἔχουν ἀποσυντεθεῖ, ἔτσι τό οἰκονόμησε ὁ Θεός, ἀνασυντίθενται καί γίνονται ἄφθαρτα, ὅπως τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας. Πλέον δέν θά 40
ὑπάρχει φθορά. Δέν θά μπορεῖ νά ξανακαταστραφεῖ δηλαδή αὐτό τό σῶμα πού θά πάρουμε στή Δευτέρα Παρουσία. Θά εἶναι αἰὠνια ἔτσι. Εἶναι φοβερό αὐτό, προσέξτε. Γιά ὅλους. Ὄχι μόνο γιά τούς καλούς καί γιά τούς κακούς. Θά πάρουνε ἕνα αἰώνιο ἄφθαρτο σῶμα, ὅπως τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί δέν θά ἔχουν τίς βιολογικές ἀνάγκες πού ἔχει τώρα τό σῶμα. Οὔτε πεπτικό σύστημα, ὅπως ἔχουμε τώρα ἀνάγκη γιά νά φᾶμε δηλαδή. Αὐτό θά καταργηθεῖ. Εἴδατε πού λέει ὁ Ἀπόστολος; Ἡ κοιλία καί ὅλα αὐτά θά καταργηθοῦν, ὅπως θά καταργηθεῖ καί ὁ γάμος καί αὐτή ἡ σαρκική σχέση μέσα στόν γάμο δέν θά ὑπάρχει. Αὐτά τά δύο εἶναι σχήματα τοῦ παρόντος αἰῶνος καί μπῆκαν στόν ἄνθρωπο μετά τήν πτώση. Δέν ὑπῆρχαν πρίν τήν πτώση. Δέν εἶχε ἀνάγκη ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα ἀπό φαγητό οὔτε φυσικά ἀπό σαρκική σχέση. Μετά τά οἰκονόμησε ὁ Θεός, γιατί προέβλεψε μέσα στήν πανσοφία Του ὅτι θά πέφταμε στήν ἁμαρτία καί θά θέλαμε νά ζήσουμε αὐτόνομα, χωρίς Αὐτόν δηλαδή. Οἰκονόμησε αὐτό τό πράγμα, ἀφενός μέν διά τῆς τροφῆς νά συντηρούμαστε μέ τό πεπτικό σύστημα καί τή λειτουργία του καί διά τῆς σαρκικῆς μίξεως νά ὑπάρχει ὁ πολλαπλασιασμός. Γι’ αὐτό δέν πρέπει νά ἀπολυτοποιεῖται αὐτή ἡ σχέση, εἶναι κάτι πού θά καταργηθεῖ. Οὔτε καί τό φαγητό φυσικά, ἡ ἀπόλαυση τοῦ φαγητοῦ. Αὐτά εἶναι σχήματα τά ὁποῖα θά καταργηθοῦν καί θά ἔχουμε ἕνα σῶμα, ὅπως τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό ἕνας πού δέν ἔχει ξεπεράσει αὐτά τά πάθη, προσκόλληση στή γαστέρα, γαστριμαργία, λαιμαργία καί στά ὑπογάστρια, προσκόλληση στά σαρκικά πάθη, μετά θάνατον δέν θά ἀλλάξει. Θά τά ἔχει πάλι αὐτά τά πάθη, ἀλλά πλέον δέν θά μπορεῖ νά τά ἱκανοποιήσει, γιατί θά καταργηθεῖ, εἴπαμε, καί ἡ κοιλία καί τά βρώματα – τά φαγητά καί ὁ γάμος. Δέν θά ὑπάρχει γάμος καί σαρκική μίξη, ἀλλά ἡ ἐπιθυμία θά ὑπάρχει. Αὐτό θά εἶναι φοβερή κόλαση. Γιά σκεφτεῖτε.. Νά φλέγεσαι καί νά μήν μπορεῖς νά ἱκανοποιήσεις τά πάθη σου. Βλέπετε πῶς τά πάθη ἑτοιμάζουν τήν κόλαση; Τά πάθη μας, οἱ ἐπιθυμίες μας θά μᾶς κολάσουν, δέν θά μᾶς κολάσει ὁ Χριστός. Γι’ αὐτό λέει ὁ Ἀπόστολος «ἕκαστος πειράζεται», δέν λέει ὑπό τῶν ἄλλων οὔτε ὑπό τοῦ διαβόλου, τί λέει; «Ὑπό τῆς ἰδίας ἐπιθυμίας»5. Ἀπό ἐκεῖ πειραζόμαστε. Μήν τά φορτώνουμε στόν διάβολο ἤ στήν κοινωνία ἤ στήν Ἐκκλησία ἤ δέν ξέρω ποῦ ὁ καθένας τά φορτώνει. Στήν ἐπιθυμία σου θά τά φορτώσεις. Ἐκεῖνο εἶναι πού σέ βασανίζει. Κόψε τήν ἐπιθυμία καί ἐλευθερώθηκες. Τελειώσανε ὅλα, εἶσαι ἐλεύθερος, εἶσαι πουλάκι.. μετά πετᾶς. Γι’ αὐτό τό πρόβλημα εἶναι μέσα μας. Δέν φταίει κανένας. Οὔτε ἡ κοινωνία οὔτε οὔτε… Ἐμεῖς φταῖμε. Ξαναγυρνᾶμε λοιπόν.. ὁ ἄνθρωπος ὅταν πεθάνει ἐγκαταλείπει ὅλες αὐτές τίς ἐγκόσμιες φροντίδες καί φυσικά καί τήν φροντίδα γιά φαγητό. Πόσο χρόνο τρώει σήμερα ὁ ἄνθρωπος γιά νά βρεῖ φαγητό;! Γιά νά δουλέψει; κ.λ.π. Τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ἡμέρας καταλώνεται γιά αὐτό. Κι ἄν μείνει κάτι ἐλάχιστο γιά προσευχή, γιά μελέτη… 41
Ἡ ψυχή λοιπόν συνεχίζει νά ζεῖ, τό σῶμα ἀποσυντίθεται καί θά ἀναστηθεῖ στή Δευτέρα Παρουσία, στή γενική ἀνάσταση. Ἡ ψυχή ἐξακολουθεῖ νά ζεῖ καί -προσέξτε- κάθε ψυχή θά βρεῖ ξανά τό δικό της ἀναστημένο, ἀνακαινισμένο, ἄφθαρτο σῶμα. Ὄχι ἕνα ὁποιοδήποτε σῶμα. Τό δικό της σῶμα θά βρεῖ κάθε ψυχή. Εἶναι κι αὐτό μεγαλεῖο! – Πῶς θά ἀναγνωρίσει κάθε ψυχή τά κύτταρα τοῦ σώματος στό ὁποῖο ἤτανε τόσο καιρό; Ὅσο ἦταν σ’ αὐτή τή ζωή; Αὐτό τό σῶμα πού παλέψαμε -ἄν παλέψαμε- γιά τόν Θεό, κάναμε τίς μετάνοιές μας, τίς νηστεῖες μας, μ’ αὐτό τό σῶμα θά παρασταθοῦμε μπροστά στόν Θεό, στό Κριτήριο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά θά τό ἔχουμε ἄφθαρτο τότε, ἀνακαινισμένο. Ὁπότε καί τό σῶμα, προσέξτε, δέν εἶναι κάτι δεύτερο, δευτερεύον, σέ σχέση μέ τήν ψυχή. Ὅπως ἡ ψυχή θά δοξαστεῖ, ἐάν ὁ ἄνθρωπος ζήσει κατά Θεόν, καί τό σῶμα του θά δοξαστεῖ. Εἶναι προορισμένο καί τό σῶμα νά θεωθεῖ, ὄχι μόνο ἡ ψυχή. Ὁ ὅλος ἄνθρωπος θά θεωθεῖ. Γι’ αὐτό στή Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ μας, ἐπάνω στό Ὄρος Θαβώρ, λέει ὅτι ὁ Κύριος ἔλαμψε σάν τόν ἥλιο καί τά ἱμάτιά του σάν τό φῶς καί τό σῶμα Του ἔγινε πηγή φωτός, ὄχι μόνο ἡ ψυχή. Καί τό σῶμα Του καί τά ἱμάτιά Του. Καί εἶναι αὐτή ἡ Μεταμόρφωση μία προφανέρωσις θά λέγαμε τοῦ τί θά συμβεῖ καί στά δικά μας σώματα, τῶν ἁγίων δηλαδή τά σώματα. Ἔτσι θά λάμψουν καί τά δικά μας σώματα, ὅπως τοῦ Κυρίου. Εἶναι μεγαλεῖο κι αὐτό… μεγαλειῶδες! Ἐκλάμψουσι, λέει, οἱ δίκαιοι ὡς ὁ ἥλιος, ὅπως ἔγινε στήν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου. «Ἡ ψυχή μας λοιπόν συνεχίζει νά ζεῖ», αὐτό τό κάνει σχόλιο ὁ π. Σεραφείμ Ρόουζ, τά προηγούμενα πού σᾶς διάβασα ἦταν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Μαξίμοβιτς, «μήν παύοντας νά ὑπάρχει οὔτε γιά μιά στιγμή. Μέσω πολλῶν περιστατικῶν φανέρωσης νεκρῶν, μᾶς ἔχει δοθεῖ μία μερική γνώση περί τοῦ τί συμβαίνει στήν ψυχή ὅταν ἀφήνει τό σῶμα». Πάρα πολλοί ἄνθρωποι, ἑκατοντάδες, γιά νά μή σᾶς πῶ χιλιάδες, ὑπάρχουν καταγραμμένες οἱ μαρτυρίες τους, μᾶς ἔχουν καταθέσει τίς ἐμπειρίες τους, καί τί ἔζησαν, ἀφοῦ βγῆκαν ἀπό τό σῶμα καί μετά, κατά παραχώρηση Θεοῦ, ξαναμπῆκαν γιά τή δική μας διδασκαλία καί γιά τή δική τους βέβαια σωτηρία καί βοήθεια. «Ὅταν ἡ ὅραση τῶν σωματικῶν ὀφθαλμῶν παύει νά λειτουργεῖ», πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος, παύουν νά λειτουργοῦν τά σωματικά μάτια, δέν λειτουργοῦν πλέον, «ξεκινᾶ ἡ πνευματική ὅραση». Ἀνοίγουν τά μάτια τῆς ψυχῆς, γιατί καί ἡ ψυχή ἔχει μάτια. Ἔχει αἰσθήσεις καί ἡ ψυχή, ὅραση ἀκοή κ.λ.π. καί βλέπετε αὐτό τό φαινόμενο ἀρχίζει πολλές φορές καί πρίν βγεῖ ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα. Θά ἔχετε ἀκούσει γιά περιστατικά ἑτοιμοθάνατων πού βλέπουνε δαίμονες, μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς. Ἔχουν ἀρχίσει τά μάτια τῆς ψυχῆς νά ἀνοίγουν, εἶναι τό μεταίχμιο. Ἐκεῖ πού εἴμαστε ἄς ποῦμε στήν ἄκρη τοῦ ποταμοῦ, στήν ὄχθη, ἀνάμεσα σέ δύο κόσμους. Κόσμος ὑλικός, αὐτός πού βλέπουμε ἐμεῖς τώρα καί κόσμος μετά θάνατον. Ἄν εἶναι καλοί αὐτοί οἱ ἄνθρωποι βλέπουν ἀγγέλους καί χαίρονται ἤ βλέπουν ἁγίους ἤ βλέπουν τόν Χριστό. Ἔχουμε διαβάσει τέτοια περιστατικά. Στόν βίο τοῦ Ἁγίου 42
Σισσώη, ἄς ποῦμε, στό τέλος τοῦ ἀββά Σισσώη, ὁ Ἅγιος ὅσο ξεψυχοῦσε τόσο καί φωτιζόταν πιό πολύ καί ἔλεγε, τώρα ἦρθαν οἱ Προφῆτες. Μετά ἀκόμα πιό φωτεινός, τώρα ἦρθαν οἱ Ἀπόστολοι. Τούς ἔβλεπε μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς. Οἱ ἄλλοι δέν ἔβλεπαν τίποτα. Ἁπλῶς τόν ἀκούγανε… τώρα ἦρθε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος! Καί ἔλαμψε, λέει, σάν τόν ἥλιο τό πρόσωπό του! Ἔφυγε ἡ ψυχή του. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός κατέβηκε νά πάρει τήν ψυχή τοῦ ἀββά Σισώη, αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀσκητοῦ. Ἑπομένως, αὐτό τό ἄνοιγμα τῶν πνευματικῶν ὀφθαλμῶν μπορεῖ νά γίνει καί λίγο πρίν. Ἀντίθετα βέβαια, ὅταν εἶναι κακός ὁ ἄνθρωπος δέν βγαίνει ἡ ψυχή του, ὅπως λέμε. Γιατί δέν βγαίνει; Γιατί βλέπει τούς δαίμονες πού εἶναι ἕτοιμοι νά τόν ἁρπάξουν καί δέν θέλει νά βγεῖ, τρομάζει. «Ὁ ἐπίσκοπος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος, Ἅγιος κι αὐτός, σέ ἕνα μήνυμά του σέ μία γυναίκα πού ἀπέθνησκε γράφει: «δέν θά πεθάνεις, τό σῶμα σου θά πεθάνει». Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Δέν πεθαίνουμε. Ὅπως εἴμαστε ἐδῶ, θά εἴμαστε καί μετά τήν πόρτα. Ἡ πόρτα εἶναι ὁ θάνατος. Βγαίνεις ἀπ’ τήν πόρτα, δέν ἀλλάζεις. Ἁπλῶς ἀφήνεις ἐδῶ τό σῶμα. «Ἐσύ θά μεταφερθεῖς σέ ἕναν διαφορετικό κόσμο, θά εἶσαι ζωντανή, θά ἔχεις μνήμη τοῦ ἑαυτοῦ σου καί θά ἀναγνωρίζεις ὅλο τόν κόσμο πού σέ περιβάλει». Ρωτᾶνε μερικοί: – Θά γνωριζόμαστε στήν ἄλλη ζωή; Βέβαια. Ἁπλῶς, προσέξτε, ὅταν εἶσαι στήν πρόγευση τῆς κόλασης, ζεῖς σέ μία ἀπομόνωση, ἡ ὁποία ἔχει ξεκινήσει ἀπό αὐτή τή ζωή. – Ἡ ἁμαρτία ἐκτός τῶν ἄλλων τί κάνει; Ἡ ἁμαρτία χωρίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό, τόν ἀπομονώνει ἀπό τόν Θεό. Ἀλλά ὄχι μόνο ἀπό τόν Θεό καί ἀπό τόν πλησίον. Γι’ αὐτό, βλέπετε, οἱ ἄνθρωποι πού εἶναι μακριά ἀπό τόν Θεό, βιώνουν μιά ἀπέραντη μοναξιά, ἕνα ὑπαρξιακό κενό καί μία ἀκοινωνησία μέ ὅλους, δέν ἀγαποῦν κανέναν. Εἶναι τά ἀποτελέσματα τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία πάντα χωρίζει, πάντα ἀπομονώνει καί ἀπό τόν Θεό καί ἀπό τόν πλησίον καί ἀκόμα-ἀκόμα καί τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν ἑαυτό του. Σέ ἀπομονώνει καί ἀπό τόν ἑαυτό σου. Ἔχεις χάσει τούς ἄλλους, τή γυναίκα σου, τά παιδιά σου, τούς πάντες, ἔχεις χάσει καί τόν Θεό. Ὁπότε, αὐτό πού λέει ἐδῶ ὁ Ἅγιος, ὅτι θά γνωρίζεις καί τούς γύρω σου, κατά βάση καί κυρίως ἰσχύει γιά ἀνθρώπους πού ἔχουν ζήσει ἐν μετανοίᾳ, πού ἔχουν κοινωνία μέ τόν Θεό, ὁπότε ἔχουν κοινωνία καί μέ τόν πλησίον. Ἀλλά βλέπετε, ὁ ἄλλος πού εἶναι μακριά ἀπό τόν Θεό, δέν ἔχει ἀγάπη γιά τόν πλησίον, καρφί δέν τοῦ καίγεται. Αὐτό τί εἶναι; Δέν εἶναι μία ἀκοινωνησία; Δέν εἶναι μία ἀπομόνωση; Μιά ἀπέραντη μοναξιά; Γι’ αὐτό καί οἱ ἄνθρωποι πού εἶναι πολύ ἐγωιστές, καί ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος ὅτι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι παθαίνουν καί κατάθλιψη, τί λένε; Τό μότο τους ἄς ποῦμε εἶναι αὐτό: «δέν μ’ ἀγαπάει κανένας». Δέν αἰσθάνονται ἀγάπη ἀπό κανέναν. Γιατί; Πολύ ἁπλά, γιατί δέν ἀγαποῦν κανέναν. Ὑπάρχει αὐτή ἡ ἀκοινωνησία λόγω τοῦ μεγάλου ἐγωισμοῦ. Ἐνῶ, βλέπετε, ὁ μαθητής τῆς ἀγάπης, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, τί λέει; Δέν λέει ἐγώ, λέει «ὁ μαθητής ἐκεῖνος, ὅν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς»6, ἐνῶ εἶναι ὁ ἴδιος! Αἰσθάνεται τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, 43
γιατί ὁ ἴδιος ἀγαπάει τόν Χριστό καί ἀγαπάει καί ὅλους τούς ἀνθρώπους. Νά ἡ πλήρης κοινωνία καί κοινωνικότητα. Λέει ὁ ἀββάς Δωρόθεος ἕνα πολύ ὡραῖο, ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα μοιάζει μ’ ἕναν κύκλο καί ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἕνα στοιχεῖο, ἕνας κόκκος τοῦ κύκλου. Ἐμεῖς εἴμαστε γύρω γύρω καί στό κέντρο εἶναι ὁ Χριστός. Ὅσο ἀγαπᾶμε τόν Χριστό, πλησιάζουμε πρός τό κέντρο. Ἀλλά ὅσο πλησιάζουμε πρός τό κέντρο, πλησιάζουμε καί ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλον, ἐρχόμαστε πιό κοντά γιατί μικραίνει ἡ περιφέρεια. Καί πότε γινόμαστε ἕνα μέ τόν ἄλλον; Ὅταν πέσουμε στό κέντρο. Ὅταν φτάσουμε στό κέντρο, ἔχουμε γίνει ἕνα μέ τόν Χριστό καί ἕνα μεταξύ μας. Νά ἡ κοινωνικότητα, νά ἡ κοινωνία. Ὅσο ἀπομακρύνεσαι ἀπό τό κέντρο, μεγαλώνει ὁ κύκλος, ἀπομακρύνεσαι καί ἀπό τόν πλησίον. Ἔτσι δέν εἶναι; Αὐξάνουν οἱ ἀποστάσεις. Σήμερα πού ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ πάρα πολύ οἱ ἄνθρωποι ἀπό τόν Χριστό, βλέπετε; Ἔχουν πάψει νά κοινωνοῦν καί μεταξύ τους. Παλιά δέν ἦταν ἔτσι οἱ ἄνθρωποι, τό λέει καί ὁ Ἅγιος Παΐσιος. Πήγαινε, λέει, ἕνας ἀπό τό χωριό στήν πόλη καί ἔλεγε καί στούς γείτονες, μήπως θέλεις τίποτα ἀπό τήν πόλη νά σοῦ φέρω, νά ψωνίσω κ.λ.π. Τώρα τέτοιο πράγμα… ποῦ ἀκούστηκε αὐτό; Καθένας κάνει τή δουλειά του, δέν κοιτάει τίποτα καί κανέναν… Ὄχι μόνο δέν κοιτάει, κοιτάει νά πατήσει πάνω στούς ἄλλους, νά ἐκμεταλλευτεῖ ὅσο μπορεῖ καί νά ἀπολαύσει αὐτός καί μόνο αὐτός. Μοῦ ἔλεγαν κάτι καί μοῦ ἔκανε τρομερή ἐντύπωση. Σήμερα κάποια παιδιά, ὄχι μόνο δέν θέλουν νά κάνουν γάμο… γιατί ὁ γάμος τί εἶναι; Εἶναι κοινωνία. Ὁ γάμος δημιουργεῖ ὑποχρεώσεις. Ὁ γάμος ἀπαιτεῖ νά δοθεῖς στόν ἄλλον καί νά κάνεις ὑπακοή στόν ἄλλον. Δέν θέλουν τέτοια πράγματα σήμερα. Ἀλλά τί λένε κάποιοι; Οὔτε νά συζήσουν θέλουν. «Γιατί νά συζήσω; Ὅ,τι βγάζω, θά τό τρώω μόνος μου!». Τό ἀκοῦτε; «Γιατί νά τό μοιραστῶ μέ τόν ἄλλον; Δέν θέλω νά μοιραστῶ τίποτα. Μόνος μου…». Νά ὁ ἐγωισμός, νά ἡ ἀκοινωνησία, νά ποῦ ὁδηγεῖ ἡ ἁμαρτία. Καί ἔλεγε ἕνας γέροντας Ρῶσος ὅτι τά ἔσχατα καί ὁ Ἀντίχριστος θά ἔρθουν ὅταν δέν θά ὑπάρχει μονοπάτι γιά τόν γείτονα! Φοβερό δέν εἶναι; Τόσο πλέον θά ἔχουν ἔρθει σέ ἀκοινωνησία οἱ ἄνθρωποι πού δέν θά ὑπάρχει δρόμος γιά τόν γείτονα. Θά εἴμαστε ὅλοι ὀχυρωμένοι στά σπίτια μας, δέν ξέρω μέ πόσα συστήματα ἀσφαλείας καί δέν θά ὑπάρχει δρόμος. Καί τότε θά ἔρθει ὁ Ἀντίχριστος. Πλήρης ἀκοινωνησία, ἔ; Ἐκεῖ πᾶμε τώρα. Ὅσο πάει ὁ ἄνθρωπος ἀπομονώνεται, καί ἀτομικά διασκεδάζει, ὅλοι μπροστά σέ μιά ὀθόνη… ἐνῶ παλιά ξέραμε τά παιδιά παίζανε κυνηγητό, κρυφτό… – Βλέπετε τά παιδιά νά παίζουν τώρα; Δέν παίζουν μεταξύ τους. Παίζουν μέσα ἀπό ὀθόνες ἄν παίζουν μεταξύ τους, ἤ μόνα τους. Αὐτό δέν εἶναι τυχαῖο πράγμα. Εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας. Σιγά-σιγά ὁ ἄνθρωπος ἀπομονώνεται, παύει ἡ κοινωνία. «Μετά τόν θάνατο, ἡ ψυχή δέν εἶναι λιγότερο ἀλλά περισσότερο ζωντανή καί ἐνσυνείδητη ἀπό ὅ,τι πρίν τόν θάνατο». Δηλαδή ὁ θάνατος δέν εἶναι μία νάρκη, νά 44
πᾶς νά ξαπλώσεις -ἡ ψυχή σου- καί νά κοιμηθεῖς… ὄχι, γίνεται πιό ζωντανή ἡ ψυχή σου, πιό δραστήρια, γιατί τό σῶμα λειτουργεῖ καί σάν ἐμπόδιο γιά τήν ψυχή. Καί τό σῶμα ἔχει καί τίς δικές του ἀνάγκες, πρέπει νά φάει, πρέπει νά ξεκουραστεῖ, πρέπει νά κοιμηθεῖ… Μετά ἡ ψυχή δέν θά ἔχει τέτοια πράγματα νά ἱκανοποιήσει στό σῶμα, θά εἶναι τελείως ἐλεύθερη. Θά κινηθεῖ πολύ πιό ἔντονα καί δραστήρια μετά θάνατον. Ἀλλά θά ἔχει τίς ἐπιθυμίες καί τά πάθη πού εἶχε καί πρίν. Γι’ αὐτό εἶναι ἐπιτακτική ἀνάγκη, ὅσο εἴμαστε μέ τό σῶμα, νά νικήσουμε τίς ἐπιθυμίες μας καί τά πάθη. «Ἀφοῦ ἡ ζωή τῆς ψυχῆς», λέει ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων, «ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει μετά τόν θάνατο, αὐτό σημαίνει ὅτι ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει ἕνα ἀγαθό τό ὁποῖο δέν χάνεται μέ τόν θάνατο, ἀλλά αὐξάνεται. Ἡ ψυχή δέν συγκρατεῖται ἀπό κανένα ἐμπόδιο πού θέτει ὁ θάνατος, ἀντιθέτως, εἶναι πιό ἐνεργή –πιό δραστήρια– ἀφοῦ εἶναι ἐνεργή ἐντός τοῦ δικοῦ της χώρου μή ἐχοντας καμιά σύνδεση μέ τό σῶμα ἀπό τό ὁποῖο πιό πολύ ἐπιβαρύνεται παρά ἐπωφελεῖται». Αὐτό πού εἴπαμε προηγουμένως. «Ὁ ἀββάς Δωρόθεος ἀπό τή Γάζα, μοναχός, -ἅγιος- Πατέρας τοῦ 6ου αἰῶνα, συνοψίζει τή διδασκαλία τῶν πρώτων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας σχετικά μέ αὐτό τό θέμα». Τί λέει ὁ ἀββάς Δωρόθεος; «Ὅπως λένε οἱ Πατέρες, οἱ ψυχές τῶν νεκρῶν θυμοῦνται τά πάντα». Προσέξτε, θά ὑπάρχει μνήμη. Δέν χάνεται ἡ μνήμη. Ἐδῶ μπορεῖ νά πάθεις Ἀλτσχάιμερ καί νά μή θυμᾶσαι. Ἐκεῖ θά τά θυμᾶσαι ὅλα. Θά θυμοῦνται «ὅσα συνέβησαν ἐδῶ, λόγια, ἔργα καί λογισμούς, καί δέν μποροῦν τίποτα ἀπ’ αὐτά νά ξεχάσουν τότε. Μ’ ἐκεῖνο δέ πού λέει στόν ψαλμό: «ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀπολοῦνται πάντες οἱ διαλογισμοί αὐτοῦ», τό λέει στόν 145ο Ψαλμό, στόν 4οστίχο, δηλαδή κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη τοῦ θανάτου θά χαθοῦν καί θά διαλυθοῦν ὅλοι οἱ διαλογισμοί του, δέν ἐννοεῖ ὅτι θά χαθεῖ ἡ μνήμη τῶν περιστατικῶν αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἀλλά τί; Θά χαθοῦν οἱ διαλογισμοί «τοῦ ἀνθρώπου σέ τούτη τή ζωή, δηλαδή γιά σπίτια, γιά τόπους, γιά γονεῖς, γιά τά παιδιά», γιά business, γιά κάθε δοσοληψία. Αὐτά πού μᾶς τρῶνε καθημερινά. Λέει, τί ἔχεις; Νά, ἄγχος τό καθημερινό… σκοτοῦρες λέει ὁ ἄλλος. Εἶναι ἡ μέριμνα αὐτή τοῦ παρόντος αἰῶνος. Αὐτό θά καταργηθεῖ. Αὐτό θά χαθεῖ, γιατί φυσικά τότε δέν θά ἔχεις νά φροντίσεις γιά τέτοια πράγματα. Ἄν ἀνέβηκε τό δολάριο, ἄν ἡ τράπεζα ἔκανε capital control κ.λ.π. «Αὐτά χάνονται ὅταν χωρίσει ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα… ὅσα δέ ἔπραξε σύμφωνα μέ τήν ἀρετή», σύμφωνα μέ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, «ἤ ἀκολουθώντας ἕνα πάθος», κακό πράγμα δηλαδή «αὐτά θυμᾶται καί τίποτα ἀπό αὐτά δέν ξεχνάει», ὅ,τι καλό ἔπραξες ἤ ὅ,τι κακό. Γι’ αὐτό, ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων λέει, ὅτι θά παρασταθοῦμε μπροστά στό βῆμα τοῦ Θεοῦ καί τί θά φορᾶμε ὁ καθένας μας; Τό ροῦχο μας θά εἶναι οἱ πράξεις μας. Θά ξεχωρίζουμε ἀπ’ τό ροῦχο μας. Ἄν οἱ πράξεις εἶναι καλές, θά εἶσαι πρόβατο. Ἄν εἶναι κακές, θά εἶσαι κατσίκι. Ἄλλο εἶναι τό τρίχωμα τοῦ προβάτου καί ἄλλο τοῦ κατσικιοῦ. Αὐτόματα δηλαδή θά γίνει ὁ διαχωρισμός ἀνάλογα μέ τό τί θά φορᾶς. 45
Δέν χάνεται, λοιπόν, τίποτα ἀπό αὐτά πού κάνουμε εἴτε καλό εἴτε κακό. «Τίποτα ἀπ’ ὅσα ἔπραξε σέ τοῦτον τόν κόσμο δέν ξεχνᾶ ἡ ψυχή». Γιά σκεφτεῖτε ἕνας ἄνθρωπος πού δέν ἔχει τακτοποιήσει τή συνείδησή του καί ἔχει τύψεις, σ’ αὐτή τή ζωή, ἀφῆστε τήν ἄλλη ζωή πρός τό παρόν, πόσο βασανίζεται. Καί λέει, ἔχω βάρος.. ἀδίκησα, δέν ἔπρεπε νά τό κάνω αὐτό… τόν τάδε ἄνθρωπο τόν πίκρανα.. δέν ἔπρεπε, γιατί; Καί τόν βασανίζει αὐτό τό πράγμα. Σ’ αὐτή τή ζωή, πού ἔχει καί τό σῶμα, ἔχει καί τίς φροντίδες καί ὅλα αὐτά καί ὅμως.. ἔχει καί τίς τύψεις, τή μνήμη δηλαδή. Φανταστεῖτε στήν ἄλλη ζωή, πού δέν θά ἔχει καμιά φροντίδα καί θά ἔχει μόνο τίς τύψεις, πόσο θά βασανίζεται! Φοβερό! Δηλαδή, ἡ κόλαση οὐσιαστικά θά εἶναι μέσω τῆς μνήμης, γι’ αὐτούς πού δέν θά ἔχουν τακτοποιήσει τή συνείδησή τους μέ τήν μετάνοια, τήν ἐξομολόγηση, μέ τή συγχώρηση, μέ τό νά ζητήσεις συγγνώμη, νά ταπεινωθεῖς καί νά πεῖς, ἔσφαλλα, ναί, ἔχεις δίκαιο, τί μπορῶ νά κάνω; Τόσο ἁπλό. Κι ὅμως δέν τό κάνεις. Γιατί δέν τό κάνεις; Τί περιμένεις; «Ἀντίθετα ὅλα τά θυμᾶται, μετά τόν χωρισμό της ἀπό τό σῶμα, πιό καθαρά καί πιό ἔντονα, ἐπειδή εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπό τό γήινο σῶμα». Αὐτά τά λέει ὁ ἀββάς Δωρόθεος στό ἔργο του «Ἀσκητικά», στό κεφάλαιο γιά τόν φόβο τῆς μελλούσης κολάσεως. «Ὁ μεγάλος Πατέρας τοῦ 5ου αἰῶνα, μοναχός, Ἅγιος Ἰωάννης Κασσιανός, παραθέτει μέ ἀρκετή σαφήνεια τήν ἐνεργό κατάσταση τῆς ψυχῆς μετά τόν θάνατο τοῦ σώματος, σέ ἀπάντηση τῶν αἱρετικῶν, τῶν πρώτων χρόνων, οἱ ὁποῖοι πίστευαν ὅτι ἡ ψυχή δέν ἔχει συνείδηση μετά τόν θάνατο». Τί λέει ὁ ἀββάς Κασσιανός; «Οἱ ψυχές μετά τόν χωρισμό τους ἀπό τοῦτο τό σῶμα ἐξακολουθοῦν νά ζοῦν καί νά διατηροῦν τήν αὐτοσυνειδησία τους». Πῶς τό ξέρουμε αὐτό; «Ἀπό τήν εὐαγγελική παραβολή γιά τόν πλούσιο καί τόν Λάζαρο». Βλέπουμε καί τήν αὐτοσυνειδησία τοῦ πλούσιου πού εἶναι στήν κόλαση καί παρακαλάει τόν Ἅγιο Πατριάρχη Ἀβραάμ νά στείλει τόν Λάζαρο νά τοῦ δροσίσει λίγο τή γλώσσα. «Διατηροῦν ἐπίσης ὄχι μόνο τήν αὐτοσυνειδησία τους ἀλλά καί τήν προδιάθεσή τους, δηλαδή ἐλπίδα καί φόβο, χαρά καί λύπη, καί ἤδη ἀρχίζουν νά προγεύονται σέ κάποιο βαθμό αὐτό πού περιμένουν νά αἰσθανθοῦν κατά τήν Τελική Κρίση. Γίνονται ἀκόμα περισσότερο ζωντανές –οἱ ψυχές– καί προσηλώνονται μέ ἀκόμα περισσότερο ζῆλο στή δοξολογία τοῦ Θεοῦ». Ἕνας πού πέρασε τή ζωή του ἐδῶ μέ δοξολογία, μετά θάνατον, ὄντας ἐλεύθερος καί ἀπό τίς σωματικές ἀνάγκες καί ἀπό τό σῶμα προσηλώνεται ἀκόμα περισσότερο στή δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Βλέπετε, ἕνας ἄνθρωπος πού ἀγαπάει τόν Θεό, θέλει νά πηγαίνει στή Θεία Λειτουργία. Ἁπλά πράγματα εἶναι. – Ποιός ἀγαπάει τόν Θεό; Αὐτός πού θέλει νά Τόν δοξάζει, νά Τοῦ μιλάει. Ὅταν ἐσύ μία ὥρα τήν Κυριακή δέν βρίσκεις νά πᾶς στή Λειτουργία, τί ἀγάπη ἔχεις στόν Θεό; Τίποτα… Ἔ, μετά θάνατον τί θά ἔχεις; Ὅπου ὁ Παράδεισος θά εἶναι μία συνεχής Θεία Λειτουργία. Πῶς θά ἀντέξεις ἐκεῖ πέρα; Θά λές, τί κάνω ἐγώ ἐδῶ;.. πῶς ὑπάρχω;.. Ἄν σέ βάλει ὁ Θεός δηλαδή μέ τό ζόρι νά Τόν δοξάζεις. Ἀφοῦ δέν ἔχεις μάθει νά Τόν δοξάζεις. Καί ἐνῶ 46
θά βλέπεις τήν δόξα τοῦ Θεοῦ -ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ- θά τήν αἰσθάνεσαι ὅμως ὡς φωτιά καί ὄχι ὡς φῶς. Ἐνῶ, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, βλέπετε, καί τώρα λαχταράει, πότε θά πάει στή Θεία Λειτουργία, πότε θά πάει σέ μία ἀγρυπνία.. Μοῦ κάνει ἐντύπωση. Ἔχουμε ἀνθρώπους στό μοναστήρι πού κάνουμε κάθε βράδυ ἀγρυπνία, πού ἔρχονται κάθε βράδυ. Καί ἀπό μακριά… κάθε βράδυ! Μπορεῖ νά κάνει 30 καί 30, 60 χιλιόμετρα. Τί εἶναι αὐτό; Αὐτή εἶναι ἡ ἀγάπη στόν Θεό. Ἀγαπάει νά δοξάζει τόν Θεό. Ἔ, μετά θάνατον τί πιό φυσικό; Νά συνεχίσει καί νά εἶναι καί πιό ἔντονη αὐτή ἡ διάθεση γιά δοξολογία. Καί ὁ μοναχός αὐτό εἶναι. Ὁ κοσμικός δέν μπορεῖ νά τόν καταλάβει τόν μοναχό. Καλά, λέει, τόσες ὧρες τί κάνουν ἐκεῖ πέρα; Λένε, λένε στόν Θεό… τί λένε; Ὅπως ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος κάποτε σέ κάποια παιδιά. Τόν ρώτησαν: – Ἐσεῖς τί κάνετε ἐδῶ; – Ἐμεῖς, εἴμαστε μιά ὁμάδα τρελῶν.. πᾶμε στήν Ἐκκλησία καί λέμε… λέμε… λέμε.. στόν Θεό.. καί γελάγανε τά παιδιά. Γιά τόν κοσμικό ἔτσι μοιάζει. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ τό χαίρεται αὐτό, γιατί αὐτό εἶναι πού δίνει ζωή στόν ἄνθρωπο, ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. «Ἡ ψυχή εἶναι τό πιό πολύτιμο κομμάτι τοῦ ἀνθρώπου, τελεῖ, σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο Παῦλο, κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ – «Εἰκόνα καί δόξα τοῦ Θεοῦ», «κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν»7. Προσέξτε, δέν ὑποτιμοῦμε τό σῶμα. Σᾶς εἶπα, γιατί καί τό σῶμα εἶναι προορισμένο νά δοξαστεῖ, νά θεωθεῖ. Δέν θά θεωθεῖ μόνο ἡ ψυχή, καί τό σῶμα θά θεωθεῖ. «Καί ἐμπεριέχοντας τήν ὅλη δύναμη τῆς λογικῆς -ἡ ψυχή-, εὐαισθητοποιεῖ μέσω τῆς παρουσίας της ἀκόμα καί τήν ἄλαλη καί ἀσύνειδη ὕλη τῆς σάρκας». Ἐκεῖνο πού δίνει ζωή καί εὐαισθησία καί πνοή στή σάρκα εἶναι ἡ ψυχή. «Ἔτσι λοιπόν, ἐάν ἔπρεπε νά ἐξαγάγουμε κάποιο λογικό συμπέρασμα ἐπί τῆ βάσει τῆς μαρτυρίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὅσον ἀφορᾶ τή φύση τῆς ψυχῆς, στό μέτρο τῆς ἀνθρώπινης κατανόησής μας, δέν θά ἦταν ἄραγε ἔστω ἀνοησία, γιά νά μήν πῶ ἀκραία ἠλιθιότητα», λέει ὁ ἀββάς Κασσιανός «νά ὑποπτευόμαστε ἀκόμα καί στό ἐλάχιστο ὅτι θά χάσει τήν αὐτοσυνειδησία της ἀφοῦ ἀποβάλει αὐτήν τή σαρκική παχύτητα μέ τήν ὁποία εἶναι ἐνδεδυμένη στήν παροῦσα ζωή; Ἕπεται, συνεπῶς, ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ φύση τῆς λογικῆς ἀπαιτεῖ, ὅτι τό πνεῦμα, ἀφοῦ ἀπελευθερωθεῖ ἀπό αὐτήν τή σαρκική τραχύτητα ἐξαιτίας τῆς ὁποίας εἶναι ἐξασθενημένο στήν παροῦσα ζωή, θά πρέπει νά φέρει τίς διανοητικές του δυνάμεις σέ μία καλύτερη κατάσταση καί νά τίς ἀποκαταστήσει, ὥστε νά γίνουν πιό καθαρές καί ἐκλεπτυσμένες, δέ θά πρέπει, ὅμως, νά τίς ἀποστερηθεῖ». Ἡ ψυχή εἶναι πού ζωοποιεῖ τό σῶμα καί κινεῖ ὄχι μόνο τόν ἑαυτό της καί τό σῶμα. Ὅταν λοιπόν φύγει αὐτό τό φορτίο -ἄς τό ποῦμε ἔτσι- τῆς ψυχῆς τό σῶμα, δέν εἶναι λογικό ἡ ψυχή ὄχι μόνο νά χάσει τήν αὐτοσυνειδησία της καί τή λειτουργία της, ἀλλά ἀκόμα πιό πολύ νά ζωντανέψει καί νά δραστηριοποιεῖται περισσότερο; «Οἱ σημερινές «μεταθανάτιες» ἐμπειρίες», λέει τώρα ὁ π. Σεραφείμ Ρόουζ, «ἔχουν ὁδηγήσει τούς ἀνθρώπους σέ μία σκανδαλώδη ἐπίγνωση ὅσον ἀφορᾶ τήν αὐτοσυνειδησία τῆς ψυχῆς ἐκτός τοῦ σώματος, καί τήν ὀξύτερη καί ταχύτερη ἀπόδοση τῶν διανοητικῶν της λειτουργιῶν». Πρόσφατα μάλιστα, ἔχει δημοσιευτεῖ καί στό διαδίκτυο αὐτό, ἕνας καθηγητής Πανεπιστημίου, κορυφαίου Πανεπιστημίου 47
τῆς Ἀμερικῆς, εἶχε μία τέτοια ἐμπειρία. Μάλιστα, νομίζω, ἦταν καθηγητής νευρολογίας. Ἴσως κάποιοι νά τό εἴδατε. Μεταθανάτια ἐμπειρία. Καί ἔλεγε ὅτι αὐτό πού ἔζησα δέν ἐξηγεῖται μέ τίποτε ἐπιστημονικά, γιατί ἡ γλυκόζη στόν ἐγκέφαλό μου εἶχε πάει στό μηδέν. Ὁ ἐγκέφαλος λειτουργεῖ μέ γλυκόζη. Ἄρα δέν εἶχα φαντασίωση. Γιά νά ἔχεις φαντασίωση σημαίνει ὅτι λειτουργεῖ ἡ φαντασία σου στόν ἐγκέφαλο. Μά πῶς; Ἀφοῦ εἶχε μηδέν! Αὐτά πού εἶδα δέν μπορεῖ νά ἦταν προϊόν φαντασίωσης τοῦ ἐγκεφάλου μου, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε περίπτωση νά λειτουργήσει ὁ ἐγκέφαλος μέ μηδέν γλυκόζη. Ἄρα τί ἀποδεικνύεται; Ὅτι ὑπάρχει ψυχή. Τό ἔλεγε αὐτός ὁ καθηγητής ὁ νευρολόγος, ὁ ἐπιστήμονας. – Ποῦ εἶναι αὐτοί ὅλοι οἱ ἄθεοι πού λένε ὅτι ὅλα τελειώνουν στόν τάφο; Καί εἶναι φαντασίες οἱ λεγόμενες μεταθανάτιες ἐμπειρίες; «Ὅμως αὐτή ἡ ἐπίγνωση», ὅτι δηλαδή ἡ ψυχή καί ὁ ἄνθρωπος συνεχίζει νά ἔχει αὐτοσυνειδησία μετά θάνατον, «δέν ἀρκεῖ ἀπό μόνη της ὤστε νά προφυλάξει τόν ἄνθρωπο πού βρίσκεται σέ μία τέτοια κατάσταση ἀπό τίς πλάνες πού προκαλοῦν οἱ ὀπτασίες τοῦ «ἐξωσωματικοῦ» κόσμου». Γιατί, ὅταν μπαίνει ὁ ἄνθρωπος, ἡ ψυχή δηλαδή, στόν κόσμο τόν πνευματικό, ἔρχεται σέ συνάφεια μέ τά πνεύματα, τά πονηρά πνεύματα κατά βάση, τά ὁποῖα ἔχουν πέσει ἀπ’ τόν οὐρανό στή γῆ. Ἐδώ τώρα ἄς ποῦμε, στή γῆ, καί ἐμεῖς πεσμένοι εἴμαστε, μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας, ἔχουμε πιό πολύ συγγένεια μέ τά πονηρά πνεύματα καί ὄχι μέ τά ἀγαθά πνεύματα. Γι’ αὐτό οἱ ἐμπειρίες, οἱ λεγόμενες πνευματικές, μεταφυσικές κ.λ.π. 99% δέν εἶναι μέ ἀγγέλους κι ἄς φαίνονται ὅτι εἶναι φωτεινά αὐτά πού βλέπουν κάποιοι, φωτεινά ὄντα. Εἶναι μέ δαίμονες, οἱ ὁποῖοι μετασχηματίζονται σέ ἄγγελο φωτός8, γιατί ἔχουμε ἀποκτήσει συγγένεια μεγαλύτερη μέ τούς δαίμονες λόγω τῆς ἁμαρτωλότητας καί τῆς πτώσης. Γι’ αὐτό πέφτουμε σέ πάρα πολλές πλάνες καί τό κακό τό παίρνουμε σάν καλό, ἐξ οὗ καί οἱ μάγοι καί οἱ πνευματιστές καί οἱ ἕνα σωρό τέτοιου τύπου δαιμονικές ἀπάτες. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος εἶχε πεῖ ὅτι εἶχα δεῖ-ἄν θυμᾶμαι καλά τόν ἀριθμό- 204 ὁράματα, πνευματικοῦ τύπου. Ἀπό αὐτά, λέει, τά ἀληθινά, τά γνήσια, ἦταν δύο! Καταλάβατε;… Ὅλα τά ἄλλα ἦταν ἀπάτες δαιμονικές ἤ καί προϊόντα τῆς φαντασίας τοῦ ἀνθρώπου. Πολλές φορές καί ὁ ἄνθρωπος φτιάχνει -δέν ξέρω γιά τόν Ἅγιο Παΐσιο- ἀλλά συμβαίνει σέ πολλούς ἀνθρώπους, ὅταν ἄς ποῦμε θέλει πολύ νά δεῖ τήν Παναγία, θέλει.. θέλει… θέλει… νά δεῖ τήν Παναγία, στό τέλος τήν βλέπει, ἀλλά δέν εἶναι ἡ Παναγία. Εἶναι προϊόν τῆς φαντασίας του, τῆς δικῆς του φαντασίας. Γιατί ἔχει τήν ἱκανότητα ὁ ἄνθρωπος μέ τήν φαντασία του νά πλάθεῖ τέτοια ὁράματα καί νά αὐταπατᾶται. Γι’ αὐτό λέει ἐδῶ, δέν εἶναι ἀρκετό νά ξέρεις ὅτι ὑπάρχει αὐτοσυνειδησία μετά θάνατον, θά πρέπει νά ἔχεις καί πνευματική γνώση γιά νά μήν ἐξαπατηθεῖς ἀπό τά πονηρά πνεύματα πού θά συναντήσει ἡ ψυχή βγαίνοντας ἀπό τό σῶμα. Γι’ αὐτό «εἶναι ἀπαραίτητο ὁ ἄνθρωπος νά κατέχει τήν πλήρη χριστιανική διδασκαλία σχετικά μέ τό θέμα αὐτό». 48
Καί ἀρχίζουμε: «Ἡ ἐναρξη τῆς πνευματικῆς ὅρασης». «Συχνά ἀρχίζει (αὐτή ἡ πνευματική ὅραση)», τό νά βλέπει ὁ ἄνθρωπος τόν πνευματικό κόσμο, τόν κόσμο τῶν πνευμάτων δηλαδή. Καί τά πνεύματα εἶναι μόνο δύο εἰδῶν, δέν ὑπάρχουν ἄλλα πνεύματα. Νεράιδες, καλικάντζαροι… ὅλα αὐτά εἶναι δαίμονες. Μήν τά μπερδεύουμε τά πράγματα. Μόνο δύο εἰδῶν πνεύματα ὑπάρχουν, τά ἀγαθά πνεύματα, οἱ ἄγγελοι καί τά πονηρά, οἱ δαίμονες. Τίποτα ἄλλο δέν ὑπάρχει. Ὁ Θεός δέν εἶναι πνεῦμα μέ αὐτή τήν ἔννοια πού λένε τά πνεύματα. Ξέρετε, ὑπάρχουν καί κάποιοι πού ἐξισώνουν καί τόν Θεό καί λένε, καί ὁ Θεός ἕνα ἀγαθό πνεῦμα εἶναι. Ὄχι, καμία σχέση δέν ἔχει ὁ Θεός μ’ αὐτά τά πνεύματα οὔτε μέ τούς ἀγγέλους οὔτε μέ τούς δαίμονες φυσικά. Καμία ἀπολύτως σχέση. – Τί εἶναι ὁ Θεός στήν οὐσία Του; Κανένας δέν ξέρει, μόνο ὁ Θεός ξέρει. Αὐτά, τά πνεύματα, εἶναι ὄντα κτιστά. Ὁ Θεός εἶναι ἄκτιστος καί δέν ὑπάρχει καμία ὁμοιότητα κτιστοῦ μέ ἄκτιστο. Αὐτό εἶναι βασικό δόγμα τῆς Ἐκκλησίας μας, νά τό ξέρετε. Καμία ὁμοιότητα, καμία ἀναλογία. Γι’ αὐτό καί δέν ἔχουμε λέξεις γιά νά περιγράψουμε τόν Θεό. Δέν ἔχουμε λόγια, γιατί καί τά λόγια μας εἶναι κι αὐτά κτιστά, δημιουργημένα. Καί οἱ λέξεις δημιουργήματα εἶναι. Κάτι πού εἶναι κτιστό δέν μπορεῖ νά περιγράψει τό ἄκτιστο. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει, πῆγα στόν τρίτο οὐρανό, πού εἶναι ἐμπειρία θεώσεως, εἶδε τόν Θεό δηλαδή, ἀλλά δέν μπορῶ νά σᾶς πῶ τί εἶδα… ἄκουσα, ἀλλά δέν μπορῶ νά σᾶς πῶ τί ἄκουσα… «ἄρρητα ρήματα»9. Ἄκουσα.. δέν μπορῶ νά σᾶς πῶ τί. Ἄρρητο θά πεῖ πού δέν λέγεται, ἄρρητο. Γιατί; Γιατί δέν εἶχε λέξεις νά τό πεῖ. Δέν ὑπάρχουν λέξεις. Γι’ αὐτό βλέπετε οἱ Ἅγιοι ἔχουνε καί τήν λεγόμενη Ἀποφατική Θεολογία καί μᾶς λένε ὄχι τί εἶναι ὁ Θεός, τί δέν εἶναι ὁ Θεός. Καί σοῦ λένε ὁ Θεός εἶναι ἄκτιστος. – Τί θά πεῖ ἄκτιστος; Ἀδημιούργητος. Δέν μᾶς λέει τί εἶναι, μᾶς λέει τί δέν εἶναι. Δέν εἶναι φτιαγμένος. Γιατί εἶναι καί μερικοί ἀνόητοι πού λένε, ἐντάξει, ὅλους μᾶς ἔφτιαξε ὁ Θεός, τόν Θεό ποιός τόν ἔφτιαξε;.. Τό ἔχετε ἀκούσει; Εἶναι ἀνοησία. Ἄν ὑπάρχει κάποιος πού ἔφτιαξε τόν Θεό, πρέπει νά εἶναι αὐτός ὁ Θεός πού ἔφτιαξε τόν Θεό, ἔτσι δέν εἶναι; Τόν Θεό δέν Τόν ἔφτιαξε κανένας. Ὁ Θεός ὑπάρχει πάντα. Ἤ λένε ὁ Θεός εἶναι ἀτελεύτητος, δέν ἔχει τέλος. Εἶναι ἀίδιος, ὑπάρχει πάντα. Εἶναι ἀκατάληπτος, ἀπερινότητος, ἀπερίγραπτος. Εἶναι λέξεις ἀπό τή Θεία Λειτουργία. Δέν περιγράφεται, δέν μπορεῖς νά Τόν καταλάβεις. Δέν μᾶς λένε τί εἶναι. Μᾶς λένε τί δέν εἶναι. Εἶναι κι αὐτό κάτι ὅμως. Εἶναι ἡ λεγόμενη Ἀποφατική Θεολογία. «Συχνά ἀρχίζει (αὐτή ἡ πνευματική ὅραση) νά λειτουργεῖ στόν ἀποθνήσκοντα, ἀκόμα καί πρίν τόν θάνατό του καί ἐνόσω ἐξακολουθεῖ νά βλέπει τούς γύρω του». Καί τούς γύρω του βλέπει ἀλλά βλέπει καί τά πνεύματα. Ἀντίστοιχα, σᾶς εἶπα, ἀγαθά ἤ κακά, ἀνάλογα τί ἔχει κάνει. «Ἀκόμα καί νά μιλᾶ μαζί τους –μπορεῖ– ὡστόσο βλέπει αὐτά πού οἱ ἄλλοι δέν μποροῦν νά δοῦν». Λένε, τώρα μέ ποιόν μιλάει;… Παραμιλάει.. Δέν παραμιλάει, κουβεντιάζει μέ τά πνεύματα καί δέν ἔχει τή γνώση ἤ δέν τό συλλαμβάνει ἐκείνη τή στιγμή ὅτι οἰ ἄλλοι δέν τά βλέπουν. Νομίζει 49
ὅτι τά βλέπουν καί οἱ ἄλλοι. Καί λέει, καλά δέν βλέπετε; Ἦρθε ὁ τάδε Ἅγιος ἄς ποῦμε, κ.λ.π. Δέν τά βλέπουν οἱ ἄλλοι καί νομίζουν ὅτι τά ἔχει χάσει. Δέν τά ἔχει χάσει. Ἔχουν ἀνοίξει τά πνευματικά του μάτια. «Αὐτή ἡ ἐμπειρία τῶν ἀποθνησκόντων ἔχει παρατηρηθεῖ κατά τή διάρκεια τῶν αἰώνων καί δέν ἀποτελεῖ», λέει ὁ π. Σεραφείμ Ρόουζ, «κάποιο νέο σημερινό φαινόμενο. Θά πρέπει, ὡστόσο, νά ἐπαναλάβουμε καί ἐδῶ αὐτά πού εἴπαμε στήν ἀρχή τοῦ βιβλίου: μόνο στήν περίπτωση τῶν θεόπεμπτων ὁραμάτων τῶν δικαίων, κατά τά ὁποῖα τούς ἐπισκέπτονται ἄγγελοι καί ἅγιοι, μποροῦμε νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι πράγματι πρόκειται γιά ὀντότητες ἀπό τόν ἄλλο κόσμο». Ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι Ἅγιος, τότε πράγματι τά ὁράματά του εἶναι ἀληθινά, βλέπει ἁγίους, βλέπει ἀγγέλους. «Οἱ συνηθισμένες περιπτώσεις στίς ὁποῖες ὁ ἀποθνήσκων ἀρχίζει νά βλέπει κεκοιμημένους συγγενεῖς…». Τό ἔχετε ἀκούσει; Λέει ἦρθε ἡ μάνα μου, ἦρθε ὁ πατέρας μου, ἦρθε ἡ ἀδελφή μου, πού ἔχει πεθάνει. Εἶναι πολύ συνηθισμένο αὐτό. Ἤ φίλους πού ἔχουν πεθάνει πρίν χρόνια. Αὐτό λέει ὁ π. Σεραφείμ καί ἔτσι εἶναι«ἴσως ἀποτελοῦν μόνο ἕνα εἶδος «φυσικῆς» εἰσαγωγῆς στόν ἀόρατο κόσμο στόν ὁποῖο πρόκειται νά εἰσέλθει». Τό παραχωρεῖ ὁ Θεός σάν μιά προετοιμασία γιά νά μήν τρομάξουν, ἀλλά δέν εἶναι ὅτι ἔρχεται ὁ συγγενής. Εἶναι κάτι ἄλλο. Ὁ Θεός ξέρει τί εἶναι ἀκριβῶς. Μπορεῖ νά εἶναι ἄγγελοι καί ἐμφανίζονται μέ τή μορφή τοῦ συγγενοῦς γιά νά προετοιμάσει τήν ψυχή. Ἀπό φιλανθρωπία τό κάνει ὁ Θεός κατά τήν εἰσοδό της σ’ αὐτό τόν πνευματικό κόσμο. «Ἡ ἀληθινή φύση τῶν ὀπτικῶν εἰκόνων τῶν κεκοιμημένων, οἱ ὁποῖες ἐμφανίζονται κατόπιν, ἴσως εἶναι γνωστή μόνον στόν Θεό – δέν χρειάζεται νά προσπαθήσουμε νά τήν ἐξιχνιάσουμε. Προφανῶς ὁ Θεός παραχωρεῖ αὐτήν τήν ἐμπειρία ὡς τόν πιό ἔκδηλο τρόπο γιά νά πληροφορήσει τόν ἀποθνήσκοντα ὅτι ὁ ἄλλος κόσμος δέν εἶναι, σέ τελευταία ἀνάλυση, ἕνας τελείως ξένος τόπος, ὅτι ἡ ζωή σέ αὐτόν ἐπίσης χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἀγάπη πού αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος γιά τούς οἰκείους του. Ὁ Ἐπίσκοπος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος ἐκφράζει συγκινητικά αὐτήν τήν ἀλήθεια λέγοντας στήν ἀποθνήσκουσα γυναίκα: «Ἐκεῖ θά σέ συναντήσουν οἱ γονεῖς σου, οἱ ἀδελφοί καί οἱ ἀδελφές σου. Ὑποκλίσου βαθιά ἐνώπιων τους, καί δῶσε τούς χαιρετισμούς μας, καί παρακάλεσέ τους νά προσεύχονται γιά μᾶς. Τά παιδιά σου θά τρέξουν γύρω σου, χαιρετώντας σε γεμάτα χαρά. Θά εἶσαι καλύτερα ἐκεῖ παρά ἐδῶ». Καί συνεχίζει τώρα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Μαξίμοβιτς «ὅταν ἀφήνει τό σῶμα, ἡ ψυχή βρίσκεται ἀνάμεσα σέ ἄλλα πνεύματα, ἀγαθά καί πονηρά. Συνήθως ἔχει τήν τάση νά πρόσκειται σέ ἐκεῖνα πού εἶναι περισσότερο συγγενή μέ αὐτήν στό πνεῦμα», δηλαδή μ’ αὐτά τά πνεύματα πού εἶχε σχετιστεῖ πρίν πεθάνει, ἀνάλογα τί ζωή ἔκανε. Εἶναι πολύ σημαντικό νά τό ἐμβαθύνουμε αὐτό. Ὅσο ζεῖ ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ δέν σχετίζεται μόνο μέ ἀνθρώπους, σχετίζεται καί μέ τά πνεύματα καί ἑλκύει καί τά ἀνάλογα πνεύματα. Ἅμα ζεῖ ζωή κατά Θεόν, ἑλκύει τά ἀγαθά πνεύματα, τούς ἀγγέλους. Ἄν κάνει ἁγνή ζωή, καθαρή ζωή, ἑλκύει τούς ἁγνούς ἀγγέλους. Ὅταν κάνει πονηρή καί βδελυρά ζωή, ἑλκύει τά πονηρά πνεύματα, τά ἀκάθαρτα πνεύματα. Λοιπόν, μετά θάνατον, ἡ ψυχή θά πρόσκειται, θά εἶναι κοντά, μ’ αὐτά τά πνεύματα μέ τά ὁποῖα 50
Search
Read the Text Version
- 1
- 2
- 3
- 4
- 5
- 6
- 7
- 8
- 9
- 10
- 11
- 12
- 13
- 14
- 15
- 16
- 17
- 18
- 19
- 20
- 21
- 22
- 23
- 24
- 25
- 26
- 27
- 28
- 29
- 30
- 31
- 32
- 33
- 34
- 35
- 36
- 37
- 38
- 39
- 40
- 41
- 42
- 43
- 44
- 45
- 46
- 47
- 48
- 49
- 50
- 51
- 52
- 53
- 54
- 55
- 56
- 57
- 58
- 59
- 60
- 61
- 62
- 63
- 64
- 65
- 66
- 67
- 68
- 69
- 70
- 71
- 72
- 73
- 74
- 75
- 76
- 77
- 78
- 79
- 80
- 81
- 82
- 83
- 84
- 85
- 86
- 87
- 88
- 89
- 90
- 91
- 92
- 93
- 94
- 95
- 96
- 97
- 98
- 99
- 100
- 101
- 102
- 103
- 104
- 105
- 106
- 107
- 108
- 109
- 110
- 111
- 112
- 113
- 114
- 115
- 116
- 117
- 118
- 119
- 120
- 121
- 122
- 123
- 124
- 125
- 126
- 127
- 128
- 129
- 130
- 131
- 132
- 133
- 134
- 135
- 136
- 137
- 138
- 139
- 140
- 141
- 142
- 143
- 144
- 145
- 146
- 147
- 148
- 149
- 150
- 151
- 152
- 153
- 154
- 155
- 156
- 157
- 158
- 159
- 160
- 161
- 162
- 163
- 164
- 165
- 166
- 167
- 168
- 169
- 170
- 171
- 172
- 173
- 174
- 175
- 176
- 177
- 178
- 179
- 180
- 181
- 182
- 183
- 184
- 185
- 186
- 187
- 188
- 189
- 190
- 191
- 192
- 193
- 194
- 195
- 196
- 197
- 198
- 199
- 200
- 201
- 202
- 203
- 204
- 205
- 206
- 207
- 208
- 209
- 210
- 211
- 212
- 213
- 214
- 215
- 216
- 217
- 218
- 219
- 220
- 221
- 222
- 223
- 224
- 225
- 226
- 227
- 228
- 229
- 230
- 231
- 232
- 233
- 234
- 235
- 236
- 237
- 238
- 239
- 240
- 241
- 242
- 243
- 244
- 245
- 246
- 247
- 248
- 249
- 250
- 251
- 252
- 253
- 254
- 255
- 256
- 257
- 258
- 259
- 260
- 261
- 262
- 263
- 264
- 265
- 266
- 267
- 268
- 269
- 270
- 271
- 272
- 273
- 274
- 275
- 276
- 277
- 278
- 279
- 280
- 281
- 282
- 283
- 284
- 285
- 286
- 287
- 288
- 289
- 290
- 291
- 292
- 293
- 294
- 295
- 296
- 297
- 298
- 299
- 300
- 301
- 302
- 303
- 304
- 305
- 306
- 307
- 308
- 309
- 310
- 311
- 312
- 313
- 314
- 315
- 316
- 317
- 318
- 319
- 320
- 321
- 322
- 323
- 324
- 325
- 326
- 327
- 328
- 329
- 330
- 331
- 332
- 333
- 334
- 335
- 336
- 337