Important Announcement
PubHTML5 Scheduled Server Maintenance on (GMT) Sunday, June 26th, 2:00 am - 8:00 am.
PubHTML5 site will be inoperative during the times indicated!

Home Explore O Megas Alexandros tou Ellinismou_Dimitrios Kougioumtzoglou

O Megas Alexandros tou Ellinismou_Dimitrios Kougioumtzoglou

Published by kou_vas, 2017-09-28 09:45:50

Description: O Megas Alexandros tou Ellinismou_Dimitrios Kougioumtzoglou

Search

Read the Text Version

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 101 Από το Λίβανο και συγκεκριμένα από ένα δωμάτιο μιας πλούσιας οικίας της Souweida κοντά στο Baalbek / Ηλιούπολη προέρχεται ωραίο επιδαπέδιο ψηφιδωτό του τέλους του 4 ου με αρχές 5 αιώνα μ.Χ., που απεικονίζει τη γέννηση του Αλέξανδρου (εικόνα 19) και ου διακοσμεί το τρικλίνιο της οικίας. Ανήκε σε ένα διακοσμητικό πρόγραμμα απεικονίσεων της γέννησης και εκπαίδευσης του νεαρού Αλέξανδρου με πιθανά πρότυπα απεικονίσεις χειρογράφων των περιπετειών του Αλέξανδρου και παραγγελιοδότη τον Πατρίκιο, γιο του Ολύμπιου, σύμφωνα με την αφιερωματική επιγραφή. Μάλιστα το συγκεκριμένο ψηφιδωτό παρουσιάζει πολλές τεχνοτροπικές ομοιότητες με το ψηφιδωτό του λουτρού του Αχιλλέα από την έπαυλη του Θησέα στη Νέα Πάφο της Κύπρου, σε βαθμό που να γίνεται λόγος για ένα εργαστήριο –δημιουργό των δύο ψηφιδωτών (Paribeni 2006: 73, Olszewski 2007: 101, 105-108). Στοιχείο που υποδεικνύει μικρογραφίες χειρογράφων ως πρότυπα είναι η ταυτόχρονη απεικόνιση διαφορετικών φάσεων ενός επεισοδίου ή διαφορετικών επεισοδίων με τον ίδιο πρωταγωνιστή, μια και η Ολυμπιάδα απεικονίζεται δύο φορές, τη μία να κάθεται ανάμεσα στο Φίλιππο και μια άλλη μορφή, πιθανόν τον Αιγύπτιο Φαραώ Νεκτεναβώ –μυθικό πατέρα του Αλέξανδρου σύμφωνα με το Μυθιστόρημα του Ψευδο-Καλλισθένη - την άλλη να ξαπλώνει σε ένα ανάκλιντρο δίπλα στη θεράπαινά της (υπηρέτρια), καταβεβλημένη αμέσως μετά τη γέννα, ενώ κάτω χαμηλά μια νύμφη πλένει το νεογέννητο Αλέξανδρο . Όλα τα πρόσωπα 133 του ψηφιδωτού υποδεικνύονται από συνοδευτικές ελληνικές επιγραφές. Στο επόμενο και σχεδόν εντελώς κατεστραμμένο πλαίσιο απεικονιζόταν η διδασκαλία του Αλέξανδρου από τον Αριστοτέλη, όπως τεκμαίρεται από τη σωζόμενη συνοδευτική επιγραφή της μιας μορφής: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΣ. Είναι φανερό πως, σε αντίθεση με τα παραπάνω αρχαιολογικά τεκμήρια που παρουσιάστηκαν, το συγκεκριμένο αποδίδει περισσότερο το μυθικό παρά τον ιστορικό Αλέξανδρο, με επιρροές από τις προφορικές παραδόσεις που κυκλοφορούσαν τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες ή και το Μυθιστόρημα του Ψευδο-Καλλισθένη (βλέπε παρακάτω, κεφ. 2.9), γι’ αυτό και έχουμε μια νύμφη να συμπαρίσταται στη γέννηση. Άλλωστε, εξίσου σημαντικό στοιχείο είναι και η απεικόνιση φιδιού δίπλα στη λεχώνα Ολυμπιάδα, στοιχείο που παραπέμπει στη θεϊκή καταγωγή του Αλέξανδρου, μια και η μορφή του φιδιού αποτελεί ουσιαστικά μια από τις μεταμορφώσεις του θεού Άμμωνα (ή βέβαια και ένας συμβολισμός του Νεκτεναβώ, βλέπε παρακάτω και Paribeni 2006: 73, Olszewski 2007: 105, Stoneman 2008: 24-25). Τέτοια απεικόνιση, με την Ολυμπιάδα ξαπλωμένη να περιμένει τον Άμμωνα –Δία με τη μορφή φιδιού, υπάρχει και στη σειρά των χάλκινων νομισμάτων που έκοψε το Κοινό των Μακεδόνων τον 3 αιώνα μ.Χ. (Dahmen 2008: 508). ο Τέλος, μια μαρτυρία του 4 αιώνα μ.Χ. μας αποκαλύπτει άλλο έναν τύπο απεικόνισης ου του Αλέξανδρου, για τον οποίο δεν έχουμε κανένα σωζόμενο έργο: σύμφωνα με ένα χωρίο Ἀντιγόνου αὐτόνομος ἧν καί ἀφορολόγητος ἡ πόλις ἡμῶν. (Droysen/Αποστολίδης 1993: Α. 174, 200, 229, Β. 787, Κορδάτος 1956: 214) 133 Το στοιχείο της απεικόνισης διαφορετικών επεισοδίων ή φάσεων ενός επεισοδίου στις μικρογραφίες χειρογράφων είναι πολύ συχνό στα μεταγενέστερα μεσαιωνικά ελληνικά χειρόγραφα, που συνεχίζουν τις ελληνιστικές και ρωμαϊκές παραδόσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα και μάλιστα σχετικό με τον Αλέξανδρο είναι το χειρόγραφο της Διήγησης του Αλέξανδρου του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας (βλέπε κεφ. 3.5.4).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 102 από το Ταλμούδ της Ιερουσαλήμ, ο Αλέξανδρος απεικονιζόταν εκείνη την εποχή «σαν να κρατά σφαίρα», με βάση ένα επεισόδιο από το Μυθιστόρημα του ψευδο-Καλλισθένη και συγκεκριμένα την ανάληψη του Αλέξανδρου στους ουρανούς (αν και θεωρείται μεταγενεστερη προσθήκη στο Μυθιστόρημα ως επεισόδιο, Juanno 2015 (2002): 472), βλέπε κεφάλαιο 2.9. και 3.5.2). Πρόκειται για τη σφαίρα της οικουμένης, διάσημο σύμβολο κοσμοκρατορίας, που με την προσθήκη σταυρού στο ελληνορθόδοξο Βυζάντιο θα συμβολίζει τη χριστιανική οικουμένη. Ωστόσο, εκεί που η απεικόνιση του Μακεδόνα βασιλιά και των μύθων του υπήρξε πραγματικά πολύμορφη και πλούσια σε συμβολισμούς, ήταν στην αρχαία νομισματική, από τους χρόνους του ως το τέλος της ύστερης αρχαιότητας. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 103 2.4. Οι αναπαραστάσεις σε νομίσματα και μετάλλια και οι ιδεολογικές προεκτάσεις τους 2.4.1. Τα νομίσματα του Αλέξανδρου Ο Μέγας Αλέξανδρος, με τη νομισματική πολιτική που ακολούθησε, ευνόησε τις συναλλαγές και το διεθνές εμπόριο, καθώς ρευστοποίησε μεγάλο μέρος των θησαυρών των Αχαιμενιδών, που έπεσαν στα χέρια του. Ακολούθησε τον αθηναϊκό νομισματικό κανόνα και επέβαλε την έκδοση των ίδιων τύπων νομισμάτων από πολλά νομισματοκοπεία (Τσελέκας 2010:29). Είναι βέβαιο πως η μεγάλης κλίμακας νομισματική κυκλοφορία που προώθησε ο Αλέξανδρος υπήρξε καταρχάς ένα μέσο πολιτικής προπαγάνδας με στόχο την ενότητα της αχανούς αυτοκρατορίας του, αυτού του μωσαϊκού εθνοτήτων, που στο πρόσωπο του βασιλιά τους έβλεπαν το μοναδικό για πολλούς ενοποιητικό παράγοντα. Και πιο άραγε προσφορότερο μέσο γι’ αυτό υπήρχε από το νόμισμα που θα κυκλοφορούσε με τους τύπους του Αλέξανδρου απ’ άκρη σε άκρη σε ολόκληρη την αυτοκρατορία; Έπειτα, με τη νομισματική πολιτική του και τα οφέλη της στο εμπόριο ο Αλέξανδρος θα εξασφάλιζε την ανάπτυξη όλων των περιοχών της αυτοκρατορίας του, την ισότιμη συμμετοχή τους στον πλούτο των κατακτήσεών του (Syropoulos 2013: 488-489). Οι παραπάνω αρχές εφαρμόστηκαν με επιτυχία από τους κατοπινούς Ρωμαίους και βυζαντινούς αυτοκράτορες με μέσο τα δικά τους νομίσματα . 134 Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απεικονίσεις αυτών των νομισμάτων που κυκλοφόρησε ο ίδιος ο Αλέξανδρος: σε ένα πρώιμο τύπο της νομισματοκοπίας του Μακεδόνα βασιλιά, σε αργυρά τετράδραχμα, στη μια όψη υπάρχει το όνομά του με παράσταση αετού που κρατά 134 Σύμφωνα με μια ερμηνεία, η αρχαιότερη απεικόνιση του Αλέξανδρου σε νόμισμα, χωρίς προσωπογραφικά χαρακτηριστικά αλλά στον τύπο του νεαρού έφιππου πρίγκιπα, συντελέστηκε στα χρόνια της βασιλείας του πατέρα του Φιλίππου και συγκεκριμένα μετά τη γέννηση του Αλέξανδρου το 356 π.Χ. Σύμφωνα με την ανάλυση της Caltabiano o νεαρός ιππέας που απεικονίζεται για πρώτη φορά στα ημίδραχμα του Φιλίππου από το νομισματοκοπείο της Πέλλας και αργότερα στα ασημένια τετράδραχμα να κρατά κλαδί φοινικιάς με το μακεδονικό αστέρι στο πλάι (στον εμπροσθότυπο εμφανίζεται στα ημίδραχμα η κεφαλή του Ηρακλή και στα τεράδραχμα η κεφαλή του Διός) είναι ο νεαρός διάδοχος, αυτός που θα εξασφαλίσει τη συνέχεια της δυναστείας των Αργεάδων. Η επισήμανση αυτή έρχεται ως συνέχεια της παρατήρησης για απεικόνιση στα φιλίππεια νομίσματα του ίδιου του Φιλίππου ως έφιππου γενειοφόρου να υψώνει το δεξί χέρι σε ένδειξη χαιρετισμού και βασιλικής μεγαλοπρέπειας (βλέπε υποσημείωση 3). Το πλαίσιο πατέρα – γιου, Δία – Ηρακλή, Φιλίππου – Αλεξάνδρου αποτελεί μια γοητευτική ερμηνεία για αυτήν την απεικόνιση (βλέπε αναλυτικά Caltabiano 1999: 197-207, όπου επισημαίνονται και κατά μίμηση αντίστοιχες μεταγενέστερες απεικονίσεις ως και τα χρόνια του Οκταβιανού). Ωστόσο δεν ισχύει, καθότι υπάρχει και ο σοβαρος αντίλογος, ότι η απεικόνιση του νεαρού ιππέα αποτελεί μια συμβολική αναφορά στη νίκη του αλόγου του Φιλίππου στους Ολυμπιακούς αγώνες του 356 π.Χ. Στους αγώνες αυτούς ο Φίλιππος συμμετείχε με το άλογό του στο αγώνισμα του κέλητα και αναδείχθηκε ολυμπιονίκης για πρώτη φορά (θα ακολουθήσουν άλλες δύο, το 352 και το 348 π.Χ.). Μάλιστα ορθώς επισημαίνεται πως η παράσταση του νεαρού αναβάτη ουσιαστικά απεικονίζει τη στιγμή της απονομής, καθότι, εκτός από το κλαδί του φοίνικα, αυτός φέρει στο κεφάλι του και τη μάλινη πορφυρή ταινία του νικητή (Μάλλιος 2004: 60, Τσαγκάρη 2009:28).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 104 κεραυνό του Δία, σύμβολο βασιλικής εξουσίας και ισχύος και στην άλλη κεφαλή Διός με δάφνινο στεφάνι (εικόνα 20) . Στις όψεις αυτών των νομισμάτων του αναπαρίστανται 135 πλέον τα σύμβολα του υπέρτατου θεού, ο οποίος, σύμφωνα με μια μυθική εκδοχή προπαγανδιστικού χαρακτήρα, υπήρξε και ο πραγματικός πατέρας του ως Άμμων –Ζευς. Σύντομα, ήδη από το 333 π.Χ., υιοθετώντας την ιδέα της οικουμενικότητας της βασιλείας του, κόβει αργυρές δραχμές, τετράδραχμα και δεκάδραχμα στον αττικό σταθμητικό κανόνα, που αποδίδουν στη μια όψη ένθρονο Δία με αετό και σκήπτρο και στην άλλη κεφαλή νέου Ηρακλή με λεοντή, (Dahmen 2008: 108, Τσαγκάρη 2009:29) σύμβολο της λατρείας του Πατρώου Ηρακλή των Μακεδόνων, μια και ο Ηρακλής θεωρείτο πρόγονος της μακεδονικής δυναστείας αλλά και ο πιο δημοφιλής ήρωας των Μακεδόνων (εικόνα 21) . Είναι μάλιστα 136 πιθανόν τα ασημένια νομίσματα αυτού του τύπου να κόπηκαν μετά τη μάχη της Ισσού (το 333 π.Χ., αν όχι ήδη από την έναρξη της βασιλείας του Αλέξανδρου, Λιάμπη 2008: 96), αλλά θα μπορούσαν να κοπούν και μετά την άλωση της Τύρου και τις θυσίες που έκανε εκεί ο Αλέξανδρος στο ναό του Ηρακλή. Είναι βέβαιο ότι οι συγκεκριμένοι νομισματικοί τύποι μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί όχι μόνο από τους Έλληνες, αλλά και από άλλους λαούς της ανατολής, που αναγνώριζαν δικούς τους θεούς στα πρόσωπα των Ελλήνων θεών, όπως το Βαάλ στη μορφή του Διός, το Μέλκαρτ στη μορφή του Ηρακλή (Τσελέκας 2010:29). Ακόμη και τα χάλκινα νομίσματα του Αλέξανδρου έφεραν στη μία τους όψη την κεφαλή του νεαρού Ηρακλή και στον οπισθότυπο τα όπλα του, τόξο, φαρέτρα με βέλη και ρόπαλο με την επιγραφή ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ (Demandt 2009: 13). Σύμφωνα με μια άποψη, ενδεχομένως η απεικόνιση της νεαρής, αγένειας μορφής με λεοντή να μην είναι ο Ηρακλής, αλλά ο ίδιος ο Αλέξανδρος. Σ’ αυτήν την περίπτωση θα είχαμε την αρχαιότερη απεικόνιση του Αλέξανδρου σε νομίσματα και μάλιστα αφηρωισμένου –θεοποιημένου - όσο αυτός ήταν εν ζωή και βέβαια κατά παραγγελία του ίδιου. Ωστόσο όλοι οι νομισματολόγοι σήμερα απορρίπτουν αυτήν την άποψη και κάνουν λόγο απλά για κεφαλή Ηρακλή, ενός ήρωα πανελλήνιας σημασίας, κατάλληλου ως συμβόλου ενότητας των Ελλήνων για τους σκοπούς μιας 135 Οι απεικόνισεις του Δία και του αετού του υπήρξαν οι παλιότερες των νομισμάτων που έκοψε ο ίδιος ο Αλέξανδρος, αφού ανήλθε στην εξουσία. Σε αργυρές δραχμές και άλλες υποδιαιρέσεις της πρώιμης νομισματοκοπίας του υπάρχει και ο κεραυνός. Στα χάλκινα πρώιμα νομίσματά του, πριν την έναρξη της εκστρατείας του, κυριαρχεί η μορφή του Ηρακλή και ο ιερός αετός του Δία. Γενικότερα στις παραστάσεις των χάλκινων νομισμάτων του Αλέξανδρου απεικονίζονται ακόμα η μακεδονική ασπίδα, το μακεδονικό κράνος, (ο λοφιοφόρος πίλος των Μακεδόνων), τα όπλα του Ηρακλέως (ρόπαλο και φαρέτρα με τόξο και βέλη), η δαφνοστεφή κεφαλή του Απόλλωνα, ένας διαδηματοφόρος νεανίας και ένας ιππέας. Τους πρώτους χρυσούς στατήρες του τους έκοψε πιθανόν μετά την κατάληψη της Τύρου και απεικονίζουν την κεφαλή της Αθηνάς και πτερωτή Νίκη με στεφάνι και στυλίδα, κλαδί φοίνικα ή τρίαινα. Όσον αφορά τα νομισματοκοπεία που έκοψαν χρυσά, αργυρά και χάλκινα νομίσματα του Μακεδόνα βασιλιά, αυτά εντοπίζονται σε διάφορες πόλεις που βρίσκονται σε όλες τις περιοχές του οικουμενικού κράτους του, από την Ελλάδα και τη Μικρά Ασία, ως τη Μαύρη θάλασσα, τη Βόρειο Αφρική, την Κύπρο και την ανατολή. Στη Μακεδονία τα σημαντικότερα νομισματοκοπεία ήταν της Αμφίπολης και της Πέλλας (Λιάμπη 2008: 94-96, 99-100). 136 Τα αργυρά αυτά αλεξάνδρεια 4δραχμα κατέκλυσαν τις αγορές και έγιναν βασικό μέσο συναλλαγών και ρήτρα τιμών στο οικουμενικό κράτος του (Λιάμπη 2008: 96). Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 105 πανελλήνιας εκστρατείας. Επισημαίνουν ακόμα πως σε νομίσματα παλαιότερων Μακεδόνων βασιλιάδων ο συγκεκριμένος εικονογραφικός τύπος προϋπήρχε του Αλέξανδρου (Dahmen 2007: 41). Πράγματι, τυπολογική αντιπαράθεση του αλεξάνδρειου αγένειου Ηρακλή με την παράσταση του αγένειου Ηρακλή στους ασημένιους στατήρες του Περδίκκα Γ΄, βασιλιά της Μακεδονίας κατά τα έτη 365 -359 π.Χ. και θείου του Αλέξανδρου, αποδεικνύει σε μεγάλο βαθμό ταύτιση των εικονογραφικών τύπων. Επίσης χρυσά τέταρτα στατήρος με κεφαλή αγένειου Ηρακλή έκοψε και ο πατέρας του Αλέξανδρου, ο Φίλιππος, στο νομισματοκοπείο της Πέλλας (Τσαγκάρη 2009: 40). Επομένως στην προκειμένη περίπτωση ο Αλέξανδρος συνέχισε μια παράδοση που ήδη υπήρχε στη νομισματοκοπία της Μακεδονίας, ωστόσο αργότερα οι διάδοχοί του και διάφορες ελληνικές πόλεις ταύτισαν στα νομίσματά τους τις δύο μορφές σε μία, του Αλέξανδρου –Ηρακλή, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν ενδείξεις που οδηγούν στην άποψη ότι ο Αλέξανδρος είχε ως ηρωικό πρότυπο καί τον Ηρακλή, τον οποίο και προσπαθούσε να φτάσει και ξεπεράσει: επισκέφτηκε το μαντείο του Άμμωνα στη Σίβα, όπως είχε κάνει και ο μυθικός ήρωας. Διέταξε να μεγαλώσει σε έκταση το Αρτεμίσειο της Εφέσσου, όπως είχε πράξει και ο Ηρακλής. Επέμενε στην κατάκτηση της Άορνου Πέτρας στη διάρκεια της ινδικής του εκστρατείας, την οποία ο ίδιος ο Ηρακλής είχε αποτύχει να εκπορθήσει. Σε πλείστες περιπτώσεις θυσίασε στον Ηρακλή, όπως έκανε στο τέλος της βαλκανικής εκστρατείας στον Ίστρο ποταμό, (Αρριανός: Α΄.4.5.) με αποκορύφωμα τις θυσίες, τους αγώνες και τις γιορτές που οργάνωσε στην Τύρο, σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα (Leiva 2013: 17-18). Ο χρυσός στατήρας, που έκοψε ο Αλέξανδρος περίπου την ίδια εποχή με τα τετράδραχμα με τον Ηρακλή, στη μία όψη αναπαριστά τη θεά Αθηνά με κορινθιακό κράνος, πιθανόν αναπαράσταση με πρότυπο το κολοσσιαίο χάλκινο άγαλμα της Αθηνάς. Στην άλλη όψη αναπαρίσταται η Νίκη, προβάλλοντας την ιδέα του ανίκητου βασιλιά των Ελλήνων (Τσελέκας 2010:89). Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως η Νίκη αναπαρίσταται να κρατά στυλίδα πλοίου, πιθανόν μια συμβολική απεικόνιση της ναυμαχίας της Σαλαμίνας στο πλαίσιο της πανελλήνιας ιδέας και του κοινού αγώνα όλων των Ελλήνων κατά των Περσών, όπως ερμηνεύεται από το Stewart (Flower 1999: 421). Μετά το 325 π.Χ. στα χρυσά και ασημένια νομίσματα του Αλέξανδρου αντικαθίσταται η αναγραφή ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ με το πολύ πιο εμφαντικό ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ (Stewart 1993: 94). Ο Αλέξανδρος, μετά και το αίσιο πέρας της ινδικής εκστρατείας, μπορεί να προβάλλεται ως βασιλιάς του κόσμου. Το επόμενο βήμα έρχεται με ασημένιο δεκάδραχμο βάρους περίπου 40 γραμμαρίων , 137 που κυκλοφόρησε πιθανόν στη Βαβυλώνα (ή γενικότερα στην περιοχή του σημερινού Ιράν) 137 Ίσως η πληρέστερη μελέτη που ανατρέπει πολλές παραδοχές για την ερμηνεία αυτών των δεκάδραχμων να είναι αυτή της Shailendra Bhandare, “Not just a pretty face: Interpretations of Alexander’s Numismatic Imagery in the Hellenic East”, άρθρο στο συλλογικό τόμο “Memory as History” (βλέπε βιβλιογραφία), σελ. 208-256. Στο άρθρο αυτό αναλύεται διεξοδικά όλο το ιστορικό της έρευνας των δεκάδραχμων με παράλληλη κριτική διερεύνηση όλων των ερμηνειών και προσεγγίσεών τους, ενώ ταυτόχρονα προσεγγίζεται κριτικά και το πρόσφατα ανευρεθέν χρυσό μετάλλιο από το Mir Zakah (βλέπε παρακάτω). Τέλος, αμφισβητείται η χρονολόγησή τους και κατατίθεται νέα πρόταση ερμηνείας.

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 106 ανάμεσα στο 325-323 π.Χ. ή λίγο μετά το θάνατό του το πιθανότερο ως αναμνηστικό της νίκης του Αλέξανδρου κατά του Πώρου, (μάχη στον Ύδασπη ποταμό, Ιούλιος του 326 π.Χ.), που τον απεικονίζει και στις δυο πλευρές: στη μία πλευρά απεικονίζεται όρθιος, πάνοπλος με δόρυ στο ένα χέρι και να κρατά κεραυνούς στο άλλο (σύμβολο του Δία) και με την περσική τιάρα στην κεφαλή ή λοφιοφόρο κράνος φρυγικού τύπου να στεφανώνεται από Νίκη. Στην άλλη πλευρά απεικονίζεται έφιππος και σαρισσοφόρος , να τρέπει σε φυγή 138 πολεμικό ελέφαντα με τους αναβάτες του, ενώ την παράσταση συμπληρώνει το γράμμα Ξ (εικόνα 22) . Το συγκεκριμένο νόμισμα βρέθηκε στο Αφγανιστάν ενώ άλλα εννιά 139 προέρχονται από το Ιράν, τα εφτά από έναν καλά χρονολογημένο «θησαυρό» της Βαβυλώνας στην εποχή του Αλέξανδρου, μια χρονολόγηση που αμφισβήτησε η Bhandare, η οποία, βασιζόμενη και στα συμπεράσματα του Bernard, προτείνει μια χρονολόγηση μετά το θάνατο του Αλέξανδρου και παράλληλα συζητά και το ποιος σατράπης θα μπορούσε να ήταν αυτός που έκοψε τα συγκεκριμένα νομίσματα (Stewart 1993: 202-203, Dahmen 2007: 6, Bhandare 2007: 211-214, 220-236, 252-253, Λιάμπη 2008: 97) . 140 Το ζήτημα της χρονολόγησης σχετίζεται άμεσα με την απεικόνιση του Αλέξανδρου με τους κεραυνούς του Δία στα χέρια, επομένως με το ζήτημα της αποθέωσής του όσο ήταν ακόμη εν ζωή και με το αν ο ίδιος ήταν υπεύθυνος γι’αυτήν, ή αν αυτό συνέβη μετά το θάνατό του από τους σατράπες και διαδόχους του, όπως και από τις διάφορες ελληνικές πόλεις. Πάνω σε αυτό η Bhandare, ακολουθώντας τις απόψεις του Stewart, τονίζει πως η απεικόνιση του Αλέξανδρου κεραυνοφόρου δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και υποδήλωση θεοποίησής του, αλλά συσχετισμού του με ένα ισχυρό σύμβολο εξουσίας και δύναμης, όπως ο κεραυνός του Δία, ακριβώς ως υποδήλωση της εξουσίας του Μακεδόνα βασιλιά στη γη, ανάμεσα σε κοινούς θνητούς. Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η ερμηνεία που δίνει ο Holt, σχετικά με την απεικόνιση του Αλέξανδρου με κεραυνούς στα εν λόγω δεκάδραχμα: τη συσχετίζει με την περιγραφή της μάχης του Ύδασπη από τον Πλούταρχο, (αλλά και από τον 138 Θα μπορούσε βέβαια η απεικόνιση αυτή να μην είναι του ίδιου του Αλέξανδρου, αλλά του ανώνυμου έφιππου Μακεδόνα. 139 Δύο τέτοια νομίσματα υπάρχουν σήμερα στο Βρεττανικό Μουσείο, ωστόσο το δεύτερο παρουσιάζει κάποιες διαφορές, φαίνεται ξεκάθαρα ότι βγήκε από άλλη μήτρα, καθότι η μορφή του Αλέξανδρου είναι μεγαλύτερη και δεν υπάρχει η Νίκη, ενώ υπάρχει στη θέση της ένα μεγάλο κεφαλαίο Α με κολλητό ανάποδα το Β ως δηλωτικό προφανώς του «Αλέξανδρος», ή του «Αλέξανδρου Βασιλέως» και ακόμα και το κάλυμα της κεφαλής παραπέμπει περισσότερο σε τιάρα παρά σε λοφιοφόρο κράνος, σε αντίθεση με το πρώτο. Επομένως, πιθανόν έχουμε δύο –τουλάχιστον - διαφορετικές κοπές, άρα και δύο πιθανά διαφορετικά νομισματοκοπεία. 140 O Bopearachchi αναφέρει πως υπήρχαν άλλα δεκαπέντε τέτοια νομίσματα στον αποθέτη του Mir Zakah (Bhandare 2007: 214). Στις αρχές του 2012 από τον Οίκο Baldwin’s δημοπρατήθηκε ένα ακόμη τέτοιο ασημένιο δεκάδραχμο και ήταν τότε έντονο το αίτημα να καταλήξει αυτό στην Ελλάδα, κάτι που δεν επιτεύχθη λόγω έλλειψης χρημάτων (με βάση πληροφορίες ρεπορτάζ της Μ. Θερμού από την εφημερίδα «Το Βήμα», 29.12.2011). Όσο για την ταυτότητα του υπεύθυνου της κοπής αυτών των «δεκάδραχμων του Πώρου», ή «ελεφάντινων μεταλλίων», όπως αποκαλούνται στην έρευνα, ο Bernard προτείνει τον Εύδαμο, αρχικά διοικητή στην περιοχή της Πενταποταμίας και αργότερα σατράπη της Βαβυλώνας, ενώ η Bhandare προτείνει τον Ξενόφιλο, σατράπη στα Σούσα (Bhandare 2007: 233, 252). Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 107 Αρριανό θα προσθέταμε,, Ε΄.12.2), σύμφωνα με την οποία, όταν ο Αλέξανδρος εφάρμοσε το στρατήγημα με τη διάβαση του Υδάσπη ποταμού, ξέσπασε μια ξαφνική καταιγίδα, με βροντές και πολλή βροχή, που τον διευκόλυνε ώστε να μην γίνει αντιληπτός από το αντίπαλο στράτευμα, να διαβεί τον ποταμό ανενόχλητος και τελικά να νικήσει στη μάχη που επακολούθησε. Έτσι, εις ανάμνηση αυτού του γεγονότος, που θα μπορούσε να θεωρηθεί και «θεία επέμβαση», στα αναμνηστικά νομίσματα της νίκης εναντίον του Πώρου, ο Αλέξανδρος αναπαραστήθηκε με κεραυνούς στο χέρι του (Bhandare 2007: 236-237, 245). Ένα πρόσθετο ενδιαφέρον στοιχείο, είναι το ότι στην ίδια κοπή με τα δεκάδραχμα, ίδιου τύπου ουσιαστικά, εντάσσονται και κάποια νομίσματα μικρότερου βάρους, τετράδραχμα, με παράσταση Ινδού ή σύμφωνα με τη νεότερη έρευνα Πέρση τοξότη στον εμπροσθότυπο μαζί με τα αρχικά πάλι ΑΒ, αλλά και παράσταση πολεμικού ελέφαντα στον οπισθότυπο και το γράμμα Ξ. Εν τέλει, η απεικόνιση του Αλέξανδρου στα δεκάδραχμα πιθανόν να ενέχει το χαρακτήρα του θεοποιημένου κυριάρχου της Ασίας (γι’ αυτό και η περσική τιάρα) και βέβαια εξαίρει την κατάκτηση της Ινδίας. Υπάρχει άλλωστε και η θεωρία ότι τα νομίσματα αυτά κόπηκαν ως αριστεία για τους βετεράνους της εκστρατείας (Bhandare 2007: 219, 224-230, 253, Λιάμπη 2008: 98- 99) . 141 Όπως και να έχει, η απεικόνιση αυτή του Αλέξανδρου συνδυάζει τον τύπο του Αλέξανδρου δορυφόρου (αιχμηφόρου), που καθιέρωσε ο γλύπτης Λύσιππος, με το «θεϊκό» Αλέξανδρο του ζωγράφου Απελλή. Στο συμπέρασμα αυτό άλλωστε μας οδηγεί και η αναφορά του Πλουτάρχου, ότι δηλαδή ο Απελλής τον ζωγράφισε να κρατά τους κεραυνούς του Δία, κάτι που κατέκρινε ο Λύσιππος, ο οποίος θεωρούσε πως ήταν ανάρμοστο για έναν θνητό να αναπαρίσταται με θεϊκά χαρακτηριστικά. Ο Πλούταρχος βέβαια σημειώνει πως ο Απελλής ζωγράφισε τον Αλέξανδρο Κεραυνοφόρο με τόση ζωντάνια και φυσική έκφραση, ώστε λεγόταν ότι από τους δύο Αλέξανδρους «ὁ μέν Φιλίππου γέγονεν ἀνίκητος, ὁ δ’ Ἀπελλοῦ ἀμίμητος» (Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι, Αλέξανδρος, 4.2, Πλουτάρχου Β: 73-74). Γι’ αυτό ακριβώς και ο Αλέξανδρος αιχμηφόρος, για τον οποίο θεωρείται πως ο Λύσιππος είχε ως πρότυπο τον Δορυφόρο του Πολύκλειτου, αποτελεί ό,τι πιο ένδοξο και κοντινό στο θεϊκό μπορούσε να επιφυλάξει ο γλύπτης στον πάτρωνά του (Trofimova 2012: 25). Το 2005 δημοσιεύτηκε και ένα αμφιλεγόμενο χρυσό μετάλλιο ή νόμισμα, που ανταποκρίνεται σε διπλό χρυσό δαρεικό σε αξία και βάρος και βρέθηκε στο θησαυρό του Mir Zakah στο Αφγανιστάν. Το μετάλλιο αυτό, -αυθεντικό για πολλούς, αμφισβητούμενο ως πλαστό για κάποιους άλλους – αναπαριστά τον Αλέξανδρο με δορά ελέφαντα, τα κέρατα του Άμμωνα και την αιγίδα τυλιγμένη στο λαιμό του στη μία όψη, και έναν ελέφαντα στην άλλη με τα γράμματα ΑΒ (Βασιλέως Αλεξάνδρου το πιθανότερο) και Ξ . Το χρυσό μετάλλιο – νόμισμα θεωρείται επίσης ως αναμνηστικό της νίκης στον Ύδασπη ποταμό, αλλά και απόδειξη της αποθέωσης του Αλέξανδρου, όσο αυτός ήταν εν ζωή, αφού αναπαρίσταται 141 Η Dahmen παρατηρεί πως τα συγκεκριμένα αυτά νομίσματα θα μπορούσαν να αποτελούν προϊόντα ενός κινητού «εκστρατευτικού» νομισματοκοπείου.Τοποθετεί γενικά την κοπή και κυκλοφορία τους στη Μεσοποταμία από κέντρα εξουσίας που θα ήθελαν να φανούν αρεστά στον Αλέξανδρο ((Dahmen 2007: 7-8).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 108 αυτός με τα κέρατα του Άμμωνα. Η έρευνα επισημαίνει τις προφανείς ομοιότητες της 142 αναπαράστασης του Αλέξανδρου στο μοναδικό αυτό αντικείμενο με τις αντίστοιχες νομισμάτων διαδόχων, δηλαδή του Πτολεμαίου, του Σελεύκου, του Λυσίμαχου, αλλά και του Αγαθοκλή των Συρακουσών (βλέπε αμέσως παρακάτω για τα νομίσματα αυτά και τους συμβολισμούς τους). Και πάλι η Bhandare απορρίπτει τη χρονολόγηση στην εποχή του Αλέξανδρου και το συσχετισμό με τη μάχη στον Ύδασπη ποταμό στη βάση της έλλειψης περισσότερων στοιχείων και τεκμηρίων, ωστόσο, κατά την άποψή μου, τίποτα δεν αποκλείει να ισχύει η προτεινόμενη χρονολόγηση του Bopearachchi καθώς και η ερμηνεία του (Bhandare 2007: 208-209, 248-251, 254). Μια ακόμα σπάνια «θεϊκή» απεικόνιση του Αλέξανδρου, που σώζεται από την αρχαιότητα, είναι το λεγόμενο «πετράδι του Νείσου» (εικόνα 23), σφραγιδόλιθος από σαρδώνυχα του Νείσου με βάση την επιγραφή, που χρονολογείται στον τρίτο αιώνα π.Χ. 143 και πιθανολογείται ότι απεικονίζει χαμένο έργο του Πυργοτέλη: ο Αλέξανδρος με αναστολή στην κόμμωση αναπαρίσταται όρθιος σε θεϊκή γυμνότητα, να κρατά τους κεραυνούς του Δία στο ένα χέρι και να φέρει την Aιγίδα στο άλλο μαζί με θηκαρωμένο σπαθί, με έναν αετό 144 μπροστά στα πόδια του και μια ασπίδα παραδίπλα (Stewart 1993: 200, Fulinska 2011: 162). Πρόσθετο τεκμήριο αποτελεί και η αναφορά του Παυσανία (5,25,1) για το αναθηματικό άγαλμα του Αλέξανδρου στο ιερό του Διός στην Ολυμπία –για το οποίο ήδη έγινε λόγος - μπροστά στο ναό, που «υποτίθεται ότι μοιάζει στο Δία, ενώ στην πραγματικότητα είναι ο 142 Βλέπε Holt F., Bopearachchi , O. (eds) The Alexander Medallion: Exploring the Origins of a Unique Artifact, Imago Lattara 2011. 143 Οι κατακτήσεις του Αλέξανδρου άνοιξαν νέες πηγές χρυσού και γνώρισαν στους Έλληνες νέα είδη πολύτιμων λίθων, όπως ο αιματίτης, με αποτέλεσμα η επεξεργασία τους να σημειώσει άνθηση και να καθιερωθεί και η τεχνική της ένθεσης πολύτιμων λίθων στη χρυσοχοϊα. Ένα πρώτο τεχνούργημα αυτής της νέας εποχής, χαρακτηριστικό για τις νέες τεχνικές και το πολυδάπανο της ολοκλήρωσής του, ήταν και το ταφικό όχημα του ίδιου του Αλέξανδρου, με χρυσή διακόσμηση και πολύτιμους λίθους, για το οποίο χρειάστηκαν δύο χρόνια για να κατασκευαστεί (Ling 1986/1996: 602). 144 Ο τύπος του Αλέξανδρου με Αιγίδα διασώζεται επίσης σε μαρμάρινα και χάλκινα αγαλματίδια, αντίγραφα ρωμαϊκών χρόνων, που βρίσκονται σήμερα διάσπαρτα σε διάφορα μουσεία, όπως το Βρετανικό, το Μουσείο του Λούβρου κ.α. (Fulinska 2011 B: 128-129, βλέπε και κεφάλαιο 2.2.). Η αιγίδα ήταν το δέρμα της Αμαλθείας αιγός, (ή μιας άλλης τερατόμορφης κατσίκας) που έθρεψε το Δία με το γάλα της, όταν αυτός ήταν παιδί. Ο Δίας μετά πήρε αυτό το δέρμα από την κατσίκα, προσφέροντάς της προς αντικατάσταση άλλο και ζήτησε από τον Ήφαιστο να του φτιάξει από αυτό μια αδιαπέραστη -ακόμα και από κεραυνό – ασπίδα. Ο Ήφαιστος ανταποκρίθηκε συνταιριάζοντας, μάλιστα, σε αυτήν και την κεφαλή της Γοργούς. Ο Όμηρος, πρώτος, αποκαλεί το Δία αιγίοχο και από αυτόν το χαρακτηρισμό προκύπτουν και οι καταιγίδες, που ο Δίας προκαλούσε. Ετυμολογικά, υπάρχει η άποψη πως η λέξη είναι προελληνική και δεν προέρχεται από την αρχαιοελληνική αίγα. Σύμφωνα πάλι με μια άλλη εκδοχή, την αιγίδα την έφτιαξε η ίδια η θεά Αθηνά, από το τομάρι μιας φοβερής γοργόνας, συμμάχου των γιγάντων, την οποία η Αθηνά σκότωσε (Ρούσσος 1986: 22, 101, 105, Πετροπούλου 1989: 26). Την αιγίδα λοιπόν έφερε ακόμα η Αθηνά και σπανιότερα ο Απόλλωνας. Αρκετές αναπαραστάσεις της Αθηνάς Προμάχου την απεικονίζουν με την αιγίδα να καλύπτει τον αριστερό της ώμο και χέρι σαν ασπίδα. Επομένως, με την υιοθέτηση της αιγίδας ο Αλέξανδρος εγκολπώνεται όχι μόνο τις ιδιότητες του πατέρα των θεών, αλλά και την πολεμική αρετή της Αθηνάς Προμάχου. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 109 Αλέξανδρος, ο γιος του Φιλίππου», ανάθημα ενός Κορινθίου το 44 μ.Χ., που ήταν ορατό ακόμα την εποχή που έζησε ο Παυσανίας (2 αιώνας μ.Χ.): ος «τὸ ἀνάθημα γὰρ τὸ πρὸς τῷ μεγάλῳ ναῷ ὑπὸ ἀνδρὸς Κορινθίου τεθέν, Κορινθίων δὲ οὐ τῶν ἀρχαίων ἀλλ᾽ οἳ παρὰ βασιλέως ἔχουσιν εἰληφότες τὴν πόλιν, τοῦτο τὸ ἀνάθημα Ἀλέξανδρος ἐστιν ὁ Φιλίππου, Διὶ εἰκασμένος δῆθεν» . 145 Τέλος και το Μυθιστόρημα του ψευδο –Καλλισθένη και συγκεκριμένα η αρχαιότερη παραλλαγή του, η α΄, (βλέπε παρακάτω, κεφάλαιο 2.9.) παρουσιάζει μια εικόνα του Αλέξανδρου με λαμπρότητα να στέκεται περιστοιχιζόμενος από από νεαρούς Μακεδόνες, «φορώντας την εσθήτα της ανατολής, χρυσό στεφάνι νίκης με πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια, σαν το Δία. Και κανείς δεν μπορούσε να τον παρομοιάσει με κανέναν άλλο παρά μόνο με το Δία» (Καλλισθένης, 2005: 88). Γενικότερα, η καλλιτεχνική απεικόνιση του Αλέξανδρου κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο φαίνεται πως λειτουργούσε σαν μια απόπειρα συνδυασμού πολλών θεοτήτων στο πρόσωπό του και μέσα στο πλαίσιο του συγκρητισμού της εποχής. Ο Αλέξανδρος μέσω της τέχνης ξεπέρασε το πρότυπο του κοσμοκράτορα και το όριο της αποθέωσης και έφτασε στη θεοποίηση. Υπάρχει μάλιστα η άποψη ότι με την ενοποίηση των χαρακτηριστικών του Δία / Άμμωνα, του Απόλλωνα, του Διονύσου, του Ηρακλή, του θεού Ήλιου και κατ’ επέκταση του ανατολίτη Μίθρα στη μορφή του Αλέξανδρου, ενισχύθηκε το θρησκευτικό ρεύμα του μονοθεϊσμού (Fulinska 2011: 165). Ας θυμηθούμε ότι η ανεύρεση αγαλμάτων με τη μορφή του Αλέξανδρου με χαρακτηριστικά συγκεκριμένων θεοτήτων, όπως ακόμα και το άγαλμα του Αλέξανδρου –Πάνα στην Πέλλα, αλλά και άλλες αναπαραστάσεις του με θεϊκά χαρακτηριστικά, σαφώς και ενισχύουν την άποψη της ενοποίησης των χαρακτηριστικών θεοτήτων στη μορφή του Αλέξανδρου. Γεγονός είναι πως η καλλιτεχνική απεικόνιση του Αλέξανδρου με σύμβολα διαφόρων θεοτήτων –οι κεραυνοί του Δία, η δορά ελέφαντα του Διονύσου, (καθότι ο Διόνυσος έφτασε ως την Ινδία), η λεοντή και το ρόπαλο του Ηρακλή, τα κέρατα του Πανός, το ακτινωτό στέμμα του Ήλιου, η τρίαινα του Ποσειδώνα – υπήρξε επαναστατική για την εποχή της και σίγουρα εξυπηρετούσε την πολιτική προπαγάνδα του Μακεδόνα βασιλιά (Trofimova 2012: 27). 145 http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999.01.0159%3Abook%3D5%3Ach apter%3D25%3Asection%3D1

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 110 2.4.2. Τα αλεξάνδρεια νομίσματα των διαδόχων Σημαντικό κεφάλαιο αναφορικά με την προσωπογραφία του Αλέξανδρου και τις ιδεολογικές προεκτάσεις της αποτελεί αναμφισβήτητα η νομισματοκοπία των διαδόχων του στα βασίλεια της ανατολής. Ιδεολογική χρήση της μορφής του Αλέξανδρου παρατηρείται πρώτα στον Πτολεμαίο Α΄, ιδρυτή της πτολεμαϊκής δυναστείας της Αιγύπτου, ο οποίος γύρω στο 320 π.Χ., πιθανόν μετά τη νίκη του εναντίον του Περδίκκα, έκοψε ασημένια τετράδραχμα με την κεφαλή του Αλέξανδρου και κάλυμμα δορά ελέφαντα με χαυλιόδοντες μαζί με μισο -συγκαλυμμένο κέρατο κριαριού του Άμμωνος –Διός (κάτω από τη δορά) στη μία όψη . Αυτά αποτελούν σύμβολα κυριαρχίας του Αλέξανδρου στην Ασία, μια και η δορά 146 ελέφαντα συμβολίζει τη νίκη του κατά του Πώρου, του βασιλιά της Ινδίας, αλλά ταυτόχρονα τα κέρατα του Άμμωνα λειτουργούν ως σύμβολα της επίσκεψης του Αλέξανδρου στο μαντείο του θεού στη Σίβα και κατά συνέπεια της θεϊκής καταγωγής του ως γιου του Άμμωνα -Διός και της συνακόλουθης εξουσίας του στην Αίγυπτο . Στην άλλη όψη 147 εξακολουθεί να υπάρχει παράσταση με ένθρονο Δία και την επιγραφή ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ή ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ (εικόνα 24). Η κυκλοφορία αυτών των νομισμάτων περιορίστηκε στην Αίγυπτο, όπου κυκλοφόρησαν από τον Πτολεμαίο και χρυσοί στατήρες γύρω στο 315 π.Χ. με την ίδια απεικόνιση του Αλέξανδρου, καθώς και μπρούτζινα νομίσματα, στα οποία ο Πτολεμαίος πρόσθεσε και την απεικόνιση του Αλέξανδρου μόνο με τα κέρατα –σύμβολα του Άμμωνος Διός, ενώ η δορά ελέφαντα καταλήγει πλέον σε αιγίδα. Παράλληλα, γύρω στο 315 π.Χ. στην άλλη όψη ο ένθρονος Δίας δίνει τη θέση του στην Αθηνά Πρόμαχο (Dahmen 2007: 11,113-114). Μια άλλη σειρά νομισμάτων που έκοψε ο Πτολεμαίος, γύρω στο 315 π.Χ., απεικονίζουν τον Αλέξανδρο με τα παραπάνω χαρακτηριστικά (δορά ελέφαντα και κέρατα του Άμμωνα) αλλά και την προσθήκη μίτρας (ταινίας) κάτω από την πτυχή της κόμμωσης, σύμβολο πιθανότατα του Διονύσου - κατακτητή κι αυτού της μακρινής, ινδικής ανατολής, σύμφωνα με το μύθο - αλλά και της νίκης, μαζί με αιγίδα σε μικρογραφία. Η Dahmen παρατηρεί ακόμη πως η προσθήκη της ταινίας επιτρέπει να χαρακτεί ένα ακόμα προσωπογραφικό χαρακτηριστικό του Αλέξανδρου, η αναστολή στην κόμμωση. Στον οπισθότυπο υπάρχει παράσταση Αθηνάς Προμάχου με αετό και την επιγραφή ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΟΝ ή ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΟΝ ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΥ. Επομένως, πιθανόν ήδη με τον Πτολεμαίο, η δορά ελέφαντα στην κεφαλή να καθιερώνεται ως σύμβολο του Αλέξανδρου, όπως η λεοντή είναι του Ηρακλή και σε αντιστοιχία με το μυθικό πρόγονό του. Ως τεκμήριο της κατάκτησης της Ασίας, η δορά ελέφαντα συμβολίζει και την παγκόσμια ηγεμονία με τα μέτρα της εποχής, την ιδιότητα του ανίκητου για τον ιδρυτή της πρωτεύουσας των Πτολεμαίων και προστάτη της βασιλικής δυναστείας τους. Η διονυσιακή μίτρα πάλι παραπέμπει βέβαια στον θεό της 146 Με τον ίδιο τρόπο απεικόνισαν τα νομισματικά τους πορτραίτα τόσο ο Δημήτριος Α΄ της Βακτρίας (200- 185 π.Χ.) όσο και ο Λυσίας της Ινδικής (120-110 π.Χ., Τουράτσογλου 1999: 124). 147 Dahmen 2007: 10-11, 113. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 111 άμπελου, κυρίαρχη θεότητα στο μακεδονικό πάνθεο, αλλά ειδικότερα παραπέμπει και στην ινδική εκστρατεία του Διονύσου, επομένως και σε αυτήν του Αλεξάνδρου. Τα κέρατα του Άμμωνα συμβολίζουν την «πατρότητα» του Αλεξάνδρου από το Δία –Άμμωνα, αλλά και το ανίκητο και την ηγεμονία του κόσμου επίσης. Τέλος, η αιγίδα αποτελεί σύμβολο προστασίας και παραπέμπει βέβαια και στον τύπο του Αλέξανδρου –Αιγίοχου, που είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Έτσι η μορφή του Αλέξανδρου «φορτώνεται» με ακόμη περισσότερα θεϊκά σύμβολα, αποτελώντας ουσιαστικά το υβρίδιο του θρησκευτικού συγκρητισμού, που θα κυριαρχήσει ως τάση στη θρησκεία των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων και στην ίδια την Αίγυπτο θα δώσει τη γέννηση του πιο πετυχημένου «νέου» θεού, του Σάραπι, ο οποίος θα γνωρίσει θαυμαστή εξάπλωση σε όλο τον αρχαίο κόσμο (Stewart 1993: 231-243, Dahmen 2007: 11,113-114). Η συγκεκριμένη σειρά νομισμάτων, πλούσια σε συμβολισμούς, εξυπηρετεί το στόχο της κατάδειξης της πτολεμαϊκής Αλεξάνδρειας και του πτολεμαϊκού βασιλείου γενικότερα ως τόπου σταθερότητας, ασφάλειας και ευημερίας, υπό την προστασία των Πτολεμαίων, του Αλέξανδρου, της Αθηνάς. Όταν ο Πτολεμαίος σταθεροποιήθηκε στην εξουσία άλλαξε και η εικονογραφία των νομισμάτων του, με τη δική του μορφή πλέον στη θέση του Αλέξανδρου (από το 305 π.Χ. και εξής) ενώ η μορφή του Αλέξανδρου με τα κέρατα του Άμμωνα και τη μίτρα περιορίστηκε στα χάλκινα νομίσματα με φθίνουσα συχνότητα όσο περνούσαν τα χρόνια. Η μορφή του Αλέξανδρου διατηρήθηκε ακόμα και στον οπισθότυπο σπάνιας σειράς χρυσών στατήρων (305-298 π.Χ.) με την κεφαλή του Πτολεμαίου, όπου απεικονίστηκε ως γυμνή ανδρική μορφή με αιγίδα και κεραυνό σε άρμα που το σέρνουν τέσσερις ελέφαντες, παράσταση που παραπέμπει και στην παρέλαση της γιορτής των Πτολεμαίων (βλέπε παρακάτω). Η μορφή του Αλέξανδρου με δορά ελέφαντα εμφανίζεται και στα νομίσματα του Πτολεμαίου Ε΄ (205-180 π.Χ., Stewart 1993: 243, Dahmen 2007: 13, 113), αλλά και αργότερα, σε χάλκινα νομίσματα του Πτολεμαίου Η΄ Ευεργέτη (περίπου 145-116 π.Χ.) πάλι με δορά ελέφαντά και Αιγίδα (νόμισμα σε Βρετανικό Μουσείο). Ακόμα, ο Πτολεμαίος ΣΤ΄ Φιλομήτωρ (180-145 π.Χ.) εμφανίζεται στα νομίσματά του με το αλεξάνδρειο χαρακτηριστικό της αναστολής στην κόμμωση και με διάδημα στην κεφαλή. Φαίνεται λοιπόν πως αρχικά, μέχρι να ισχυροποιηθεί στην εξουσία, ο Πτολεμαίος έκανε ευρεία χρήση της μορφής του Μακεδόνα βασιλιά και πως το νομισματικό αλεξάνδρειο πρότυπο ακολούθησαν και οι απόγονοί του. Άλλωστε ο Πτολεμαίος ήταν αυτός που υφάρπαξε το μουμιοποιημένο σώμα του Αλέξανδρου και το μετέφερε αρχικά στη Μέμφιδα, το 321 π.Χ. για να το φέρει τελικά στην Αλεξάνδρεια, πιθανόν ένα χρόνο μετά. Εκεί, σύμφωνα με το Διόδωρο το Σικελιώτη, ανήγειρε τέμενος επάξιο της δόξας του Αλέξανδρου, στο οποίο και τον κήδευσε με μεγαλοπρεπείς «ηρωικές θυσίες» και τιμές. Κατά μια άλλη 148 εκδοχή, η μεταφορά του σώματος στην Αλεξάνδρεια έγινε γύρω στο 290 π.Χ. από τον Πτολεμαίο Β΄. Έτσι ο Αλέξανδρος πήρε τη θέση του ως προστάτης - ήρωας της πόλης που ο 148 Διόδωρος Σικελιώτης, 18.28.3: «…κατασκεύασεν οὖν τέμενος κατά τό μέγεθος καί κατά την κατασκευήν τῆς Ἀλεξάνδρου δόξης ἄξιον, ἐν ὧ κηδεύσας αὐτόν καί θυσίαις ἡρωικαῖς καί μεγαλοπρεπέσι τιμήσας…».

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 112 ίδιος ίδρυσε και το σώμα του τοποθετήθηκε σε περίοπτη θέση στο Σήμα, την περιφραγμένη νεκρόπολη των Πτολεμαίων που ήταν τμήμα της βασιλικής συνοικίας (Stoneman 2008: 266- 67). Εξάλλου, ήταν ο Πτολεμαίος Β΄ αυτός που καθιέρωσε τη γιορτή των Πτολεμαίων, στη μνήμη του θεοποιημένου πατέρα του, κατά τη διάρκεια της οποίας γινόταν μεγαλειώδης πομπή - αναπαράσταση της εκστρατείας του θεού Διονύσου στην Ινδία, στην αρχή της οποίας εμφανιζόταν ένα άρμα με τα αγάλματα του Αλεξάνδρου και του Πτολεμαίου Α΄ στεφανωμένα με κισσό, το ιερό φυτό του Διονύσου. στη συνέχεια ακολουθούσε το άγαλμα του Δία και αμέσως μετά πάλι ένα ολόχρυσο άγαλμα του Αλέξανδρου πάνω σε άρμα που το έσερναν ελέφαντες, έχοντας εκατέρωθεν τα αγάλματα της Νίκης και της Αθηνάς . Ο 149 συμβολισμός είναι ξεκάθαρος: οι Πτολεμαίοι, μέσω του νέου Διονύσου, δηλαδή του Αλέξανδρου, που επίσης έφτασε στην Ινδία, έχουν την θεϊκή προστασία του θεού Διονύσου και συνάμα του Διός. Παράλληλα, πίσω από την πρώτη απεικόνιση του Αλέξανδρου και του Πτολεμαίου στην πομπή ακολουθούσε η προσωποποιημένη Κόρινθος, μια υπόμνηση δηλαδή του Κοινού των Ελλήνων που ηγείτο ο Αλέξανδρος, καθώς και γυναίκες που αντιστοιχούσαν στις προσωποποιημένες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας που ήταν υποταγμένες στους Πέρσες (και απελευθέρωσε ο Αλέξανδρος), στοιχεία που μας επιτρέπουν και άλλες συνυποδηλώσεις: αυτές της προβολής τόσο του Αλέξανδρου όσο και των Πτολεμαιών ως ηγετών και προστατών των Ελλήνων. Συν τοις άλλοις, η επίδειξη απίστευτου πλούτου καθόλη την πομπή, συμπεριλαμβανομένων ενός χρυσού θύρσου μήκους 135 ποδιών, ενός ασημένιου δόρατος μήκους 90 ποδιών (σύμβολο της δορύκτητης γης;) και ενός χρυσού φαλλού μήκους 180 ποδιών (σύμβολο της ανεξαρτησίας της ελληνικής πόλης) προβάλλουν το Διόνυσο, τον Αλέξανδρο και τον Πτολεμαίο ως εγγυητές της σταθερότητας, της ασφάλειας και της ευημερίας της Αλεξάνδρειας και του βασιλείου τους. Η όλη πομπή, όπως περιγράφεται, θα πρέπει να έγινε το χειμώνα του 275-274 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 5, Stewart 1993: 24-25, 252-259, Polignac 1999: 7, Birt: 297-298, Dahmen 2007: 113). Με τις προπαγανδιστικές αυτές ενέργειες, οι Πτολεμαίοι ιδιοποιήθηκαν τη μνήμη του Αλέξανδρου, ανάγοντάς τον σε ιδρυτή και προστάτη της δυναστείας τους, ισχυροποιώντας έτσι τη θέση τους τόσο ανάμεσα στους ντόπιους πληθυσμούς που είχαν υποτάξει, -μέσω της σύνδεσης με τον Άμμωνα και το μαντείο της Σίβα - όσο και στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής που ασκούσαν, με τους ανταγωνισμούς και τις συγκρούσεις με τα άλλα ελληνιστικά βασίλεια. Πιθανόν, ακριβώς επειδή ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τη μορφή του Αλέξανδρου για να επιβληθούν στο ντόπιο πληθυσμό, να ήταν αυτοί που έπλασαν το μύθο της καταγωγής του Αλέξανδρου από το Φαραώ Νεκτεναβώ Β΄(361-360), τον τελευταίο 149 Η περιγραφήτης πομπής δίνεται από τον Καλλίξεινο το Ρόδιο (έζησε πιθανόν γύρω στο 200 π.Χ.), έτσι όπως τη σώζει στο έργο του ο Αθήναιος. Αναλυτικά για την πομπή αυτή και την ερμηνεία της βλέπε Stewart 1993: 24, 252-260, 385. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 113 αυτόχθονα Αιγύπτιο Φαραώ πριν την περσική κατάκτηση . Με το μύθευμα αυτό και 150 έχοντας τον Αλέξανδρο ως συνδετικό κρίκο, θα μπορούσαν να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους ως τους… νόμιμους συνεχιστές της αιγυπτιακής φαραωνικής εξουσίας, όπως άλλωστε ξεκάθαρα επιζητούσαν. Υπάρχει ωστόσο και η αντίθετη άποψη, όπως εκφράζεται από τη Juanno (2015: 103-106): σύμφωνα με αυτήν, το μύθο της καταγωγής του Αλέξανδρου από τον τελευταίο Φαραώ της Αιγύπτου θα πρέπει μάλλον να τον έπλασαν οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι, επειδή ακριβώς ο μύθος αυτός θα τους επέτρεπε να βεβαιώνουν τη συνέχεια μεταξύ παρελθόντος και παρόντος και να συμφιλιωθούν με την παρουσία ενός ξένου στο θρόνο (βλέπε αναλυτικά κεφάλαιο 2.9). Σε κάθε περίπτωση το μύθο αυτόν τον βρίσκουμε σε πλήρη ανάπτυξη ενσωματωμένο στην περίφημη Διήγηση του Αλέξανδρου του Ψευδο-Καλλισθένη, έργο του 3 αιώνα μ.Χ. με προέλευση την πτολεμαϊκή Αίγυπτο, έργο στο οποίο θα ου αναφερθούμε αναλυτικά στη συνέχεια. Χρυσούς στατήρες με τον τύπο του Αλέξανδρου –κυριάρχου της Ασίας (με δορά ελέφαντα στην κεφαλή) έκοψε και ο τύραννος των Συρακουσών Αγαθοκλής γύρω στο 310 π.Χ. ως αναμνηστικά της διπλής νίκης του κατά των Καρχηδονίων, δηλαδή της νίκης του κατά του καρχηδονιακού στρατού στην Αφρική, που τον οδήγησε σε πολιορκία της ίδιας της Καρχηδόνας και της πετυχημένης απόκρουσης των Καρχηδονίων κατά την πολιορκία των Συρακουσών, που έγινε παράλληλα από τους υπερασπιστές της πόλης. Οι στατήρες αυτοί αντιγράφουν ακριβώς το εικονογραφικό πρότυπο του Αλέξανδρου των Πτολεμαίων (Dahmen 2007: 14, 116), ωστόσο μάλλον δεν είναι ο ίδιος ο Αλέξανδρος που απεικονίζεται παρά νεαρή ανδρική μορφή –πιθανόν ο ίδιος ο Αγαθοκλής –στον τύπο του Αλέξανδρου. Εδώ λοιπόν διαπιστώνεται η υιοθέτηση του αλεξάνδρειου εικονογραφικού τύπου ως συμβόλου νίκης ενός άλλου Έλληνα ηγεμόνα της δύσης, σίγουρα ένα βήμα προς την καθιέρωση του ίδιου του Αλέξανδρου και των εικονογραφικών τύπων του ως πανελλήνιων συμβόλων. Χάλκινα και χρυσά νομίσματα (δαρεικούς) σε μικρό αριθμό εκδόσεων με παράσταση τον Αλέξανδρο στον εμπροσθότυπο με κάλυμμα δορά ελέφαντος με χαυλιόδοντες έκοψε ο Σεύλεκος, ιδρυτής του αχανούς ελληνιστικού βασιλείου των Σελευκίδων, το 302-298 π.Χ. και για μια περιορισμένη χρονική περίοδο. Στον οπισθότυπο υπάρχει η επιγραφή ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ μαζί με μια άγκυρα ή Νίκη με στέμμα ή και στυλίδα. Ορισμένες φορές μάλιστα, απεικονίζεται και ένα κερασφόρο άλογο, σαφής αναφορά στο μυθικό πια Βουκεφάλα (Stewart 1993: 314, Dahmen 2007: 117-118). Ο ίδιος βασιλιάς έκοψε και μια σειρά ασημένιων 151 νομισμάτων στα Εκβάτανα και στα Σούσα, που αναπαριστούν στη μία όψη κεφαλή πολεμιστή με κράνος και δορά λεοπάρδαλης, κέρατα ταύρου και δερμάτινο μανδύα. Πιθανόν ου 150 Μάλιστα υπάρχει πάπυρος του 2 αιώνα π.Χ. ελληνικού κειμένου, που αποτελεί μετάφραση ή διασκευή ενός αιγυπτιακού πρωτοτύπου,με περιεχόμενο Το όνειρο του Νεκτεναβώ, το οποίο και του αποκαλύπτει το τέλος της βασιλείας του (Juanno 2015(2002): 93-96). 151 Η κοπή των συγκεκριμένων νομισμάτων έγινε με αφορμή τη συνθηκολόγηση του Ινδού βασιλιά Χαντραγκούπα, εναντίον του οποίου είχε εκστρατεύσει ο Σεύλεκος. Εναλλακτικά, η κοπή μπορεί να είναι αναμνηστική είτε της νίκης του συνασπισμού του Σέλευκου εναντίον του Αντιγόνου του Μονόφθαλμου, το 301 π.Χ. είτε της ίδρυσης της Σελεύκειας, της πρωτεύουσας του αχανούς κράτους του (Dahmen 2007: 15).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 114 να πρόκειται για τη μορφή του Αλέξανδρου –Διονύσου, μέσα από τη μορφή του Διόνυσου – Ταύρου, μια και ο ταύρος ήταν σύμβολο του θεού και τα κέρατα του ταύρου εμφανίζονται σε ελληνιστικές και ρωμαϊκές απεικονίσεις του θεού, ακριβώς με τη μορφή του Αλέξανδρου . 152 Στη σειρά αυτών των νομισμάτων, στον οπισθότυπο απεικονίζεται Νίκη να στεφανώνει τρόπαιο με επιγραφή ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΣΕΛΕΥΚΟΥ. (Stewart 1993: 316-317, Λιάμπη 2008:108, Fulinska 2011 B: 127-128, Trofimova 2012 A: 89-90). Πάντως, ο Λιβάνιος στον Αντιοχικό του λόγο σημειώνει πως οι Αθηναίοι έποικοι, που εγκατέστησε στην Αντιόχεια ο Σέλευκος, τον τίμησαν αναγείροντάς του χάλκινο ανδριάντα με την προσθήκη κεράτων ταύρου στην κεφαλή του και πως αυτό ήταν το γνώρισμα της Ιώς . Στη νομισματοκοπία των Σευλεκίδων παρατηρούμε μια 153 αντίστοιχη των Πτολεμαίων απόπειρα οικειοποίησης της μορφής του Μακεδόνα βασιλιά και χρήσης της ως συμβόλου κύρους και μέσου νομιμοποίησης της δικής τους εξουσίας. Αξίζει ακόμη να επισημανθεί πως, σύμφωνα με τον Αρριανό, ο Σέλευκος ίδρυσε δύο πόλεις με το όνομα «Αλεξάνδρεια» (Meeus 2009: 270), θέλοντας έτσι να τιμήσει τη μνήμη του νεκρού βασιλιά, αλλά και να τον μιμηθεί κι αυτός ως κτίστης. Παράλληλα με τους Πτολεμαίους και τους Σελευκίδες, η μορφή του Αλέξανδρου ως κερασφόρου πέρασε στη νομισματοκοπία του Λυσιμάχου, διαδόχου και αυτού του Αλέξανδρου και βασιλιά της Θράκης, σε ασημένιες δραχμές και τετράδραχμα από το 297 ως το 281 π.Χ. (εικόνα 25, Fulinska 2011 B: 128, Dahmen 2007: 16). Mε τα νομίσματα αυτά, ο Λυσίμαχος (στον οπισθοτυπο των οποίων αναπαρίσταται Νικηφόρος Αθηνά με την επιγραφή ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΛΥΣΙΜΑΧΟΥ) διεκδικούσε συμβολικά την «θεϊκή» προστασία του Αλέξανδρου με τον ίδιο τρόπο που το επιδίωκαν οι Πτολεμαίοι και ο Σέλευκος. Άλλωστε το 285 π.Χ. απευθυνόμενος στους Μακεδόνες αποκάλεσε τον εαυτό του «φίλο και εταίρο του Αλέξανδρου». Ωστόσο ο Λυσίμαχος στα αλεξάνδρεια νομίσματα που κόβει ουσιαστικά εισάγει μια νέα, δυναμική και εκφραστική μορφή του Αλέξανδρου, με πιο έντονα τα προσωπογραφικά χαρακτηριστικά (πλούσια κόμμωση και αναστολή) και με ιδεαλιστικές τάσεις, με διαδηματοφόρα κεφαλή και με τα κέρατα του κριαριού, σύμβολα του Άμμωνος Διός, να προβάλλονται ιδιαίτερα. Στην άλλη όψη δεσπόζει η ένθρονη Αθηνά που κρατά μια μικρή Νίκη. Ένας γιος του Λυσίμαχου ονόματι Πτολεμαίος έκοψε παρόμοια νομίσματα στην πόλη Τηλεμεσσό της Λυκίας (Stewart 1993: 319-320, Dahmen 2007: 16-17, 50). Ο ίδιος ο Λυσίμαχος, άλλωστε, επανίδρυσε την πόλη Αντιγόνεια εν Τρωάδα ως «Ἁλεξάνδρεια» (Meeus 2009: 270). Τέλος, ακόμα και οι βασιλιάδες Μακεδονίας Δημήτριος ο Πολιορκητής (294-287 π.Χ.) και ο γιος του Αντίγονος Γονατάς (277 -239 π.Χ.) έκοψαν σπάνια σήμερα αργυρά τετράδραχμα με τους τύπους του Αλέξανδρου, -κεφαλή νεαρού Ηρακλή και ένθρονο Δία – αλλά με τα δικά τους ονόματα και βασιλικούς τίτλους. Άλλωστε, εκτός του τεκμηρίου 152 Επιπλέον, μια ακόμη παράσταση του Διονύσου που εμφανίζεται υπό την επίδραση της εκστρατείας του Αλέξανδρου και γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλής κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή είναι η πορεία, εκστρατεία ή θρίαμβος του Διονύσου (Trofimova 2012 A: 90, 93, 97, 143). 153 Λιβάνιος, Αντιοχικός, oratio 11.96 σε R. Foerster, Libanii opera, vols. 1-4, Teubner, Leipzig 1903-1908, σε Thesaurus Linguae Greacae. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 115 νομιμοποίησης που παρείχε το αλεξάνδρειο νόμισμα στους Μακεδόνες βασιλείς, ήταν και οικείο σε αγορές και στρατιώτες (Λιάμπη 2008:107, Τσαγκαράκη 2009: 30-31). Επιπλέον, πολλοί από τους διαδόχους του Αλέξανδρου στα μακρινά ελληνικά βασίλεια της ανατολής έκοβαν αναμνηστικά νομίσματα του Αλέξανδρου με τη γνωστή απεικόνισή του με λεοντή, στον τύπο του γενάρχη Ηρακλή, όπως μας φανερώνουν τα νομίσματα των βασιλέων Αγαθοκλέους της Βακτρίας (185-170 π.Χ., αργυρά τετράδραχμα με την επιγραφή ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ), Ηλιοκλέους και Βορώνου του ελληνοβακτριανού βασιλείου στην Ινδία, (γύρω στο 100 π.Χ.). Στην περίπτωση του Αγαθοκλέως έχουμε την πρώτη επιγραφικά βεβαιωμένη νομισματική απεικόνιση του Αλέξανδρου ως Ηρακλή (Dahmen 2007: 18). Ο Ηλιοκλής του ελληνικού βασιλείου της Ινδίας έκοψε κι ένα αργυρό τετράδραχμο στον εμπροσθότυπο του οποίου απεικονίζεται ο ίδιος με μακεδονικό κράνος, δόρυ και πανοπλία και την επιγραφή ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΗΛΙΟΚΛΕΟΥΣ. Στον οπισθότυπο απεικονίζεται όρθια ανδρική γενειοφόρα μορφή με δόρυ στο ένα χέρι και κεραυνό στο άλλο, στον τύπο του 154 Αλέξανδρου από τα αργυρά δεκάδραχμα του νομισματοκοπείου της Βαβυλώνας και με την ίδια επιγραφή με αυτήν του εμπροσθότυπου αλλά στα ινδικά: Μαχαραγιάσα Δραμικάσα Ηλιγιακρεγιάσα (Μποπεαράτσι 1996:150). Εδώ είναι μάλλον απίθανο να απεικονίζεται ο ίδιος ο Αλέξανδρος αλλά μια υβριδική μορφή εξαιρετικού ενδιαφέροντος, που συνδυάζει τους εικονογραφικούς τύπους του Μακεδόνα βασιλιά με τα σύμβολα και χαρακτηριστικά του Δία και του θεού Ήλιου. Αυτό είναι και πάλι το σημαντικότερο συμπέρασμα από τη μελέτη της αλεξάνδρειας παράδοσης στη νομισματοκοπία, όσον αφορά την τέχνη: το ότι δηλαδή η αποτύπωση της μορφής και των τύπων του γιου του Φιλίππου αποτέλεσαν πρότυπα για μεταγενέστερους εικονογραφικούς τύπους σε μια τεράστια έκταση από τη Μεσόγειο ως την Ινδία. Τέλος, ακόμη και η προσωπογραφία του βασιλιά της Συρίας Αλέξανδρου Βαλά (150- 145 π.Χ.) στα νομίσματά του δείχνει να αποτελεί ηθελημένη προσπάθεια μίμησης της μορφής του Αλέξανδρου, η οποία τελικά αποτέλεσε γενικότερα το πρότυπο για την απεικόνιση του διαδηματοφόρου, με αλεξάνδρειαα κόμμωση νεαρού ηγεμόνα της ελληνιστικής εποχής. Από τους αλεξάνδρειους νομισματικούς εικονογραφικούς τύπους που αναφέρθηκαν, ο τύπος του διαδηματοφόρου Αλέξανδρου με ή χωρίς τα κέρατα του Άμμωνα αποδείχτηκε ο δημοφιλέστερος και διαρκέστερος, δεύτερος σε διάδοση υπήρξε ο τύπος του Αλέξανδρου – Ηρακλή, και τρίτος τύπος, κυρίως στην Αίγυπτο, είναι ο Αλέξανδρος κατακτητής –κυρίαρχος της Ασίας με δορά ελέφαντα, ενώ περιορισμένη χρήση είχε ο τύπος που έκοψε ο Σέλευκος με τον κρανοφόρο –κερασφόρο πολεμιστή. Οι νομισματικοί αυτοί εικονογραφικοί τύποι εξελίχθηκαν παράλληλα με τους τύπους απεικόνισης του Αλέξανδρου από τους επίσημους καλλιτέχνες του, το Λύσιππο, τον Απελλή, τον Πυργοτέλη (Τουράτσογλου 1999: 125, Dahmen 2007: 39-44, Λιάμπη 2008:107). 154 Ενδεχομένως βέβαια να πρόκειται για μακρύ σκήπτρο και όχι δόρυ, όπως συνήθως απεικονίζεται ο ένθρονος Δίας στα νομίσματα των Μακεδόνων βασιλέων.

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 116 2.4.3. Τα αλεξάνδρεια νομίσματα των πόλεων Παράδειγμα πρώιμης εμφάνισης της μορφής του Αλέξανδρου στα νομίσματα της αρχαιότητας αποτελούν τα χάλκινα νομίσματα της Ναυκρατίδος, ελληνικής πόλης στις εκβολές του Νείλου, και της Μέμφιδος της Κάτω Αιγύπτου, μεταξύ των ετών 331 -325 π.Χ. Στα νομίσματα της Ναυκρατίδος υπάρχει μάλιστα πάνω στην επιφάνεια η επιγραφή ΑΛΕ[ΞΑΝΔΡΟΥ] δίπλα στην κεφαλή του νεαρού, αγένειου άνδρα, ενώ στης Μέμφιδος υπάρχει κράνος φρυγικού τύπου ως κάλυμα κεφαλής. Φαίνεται πως οι τοπικές αρχές εξέδωσαν τα νομίσματα καί στις δυο περιπτώσεις ενώ σύμφωνα με μια θεωρία αυτά απεικονίζουν ανδριάντες που ανεγέρθηκαν στις πόλεις αυτές προς τιμή του Μακεδόνα βασιλιά (Dahmen 2007: 9-10, 111, Λιάμπη 2008: 102). Γενικότερα, όσο ο Αλέξανδρος ήταν ακόμα εν ζωή, διάφορες πόλεις του ελληνικού κόσμου αλλά και άλλων περιοχών έκοψαν νομίσματα με τους τύπους και το όνομά του: στις πόλεις Λάμψακο, Άβυδο, Μαγνησία, Μίλητο, Σάρδεις, Σίδη, Νάγιδο και Ταρσό της Μικράς Ασίας κυκλοφορούσαν χρυσά, αργυρά και χαλκά αλεξάνδρεια νομίσματα παράλληλα με την έκδοση των δικών τους νομισμάτων, ενέργεια ενδεικτική της αυτονομίας τους που του επέτρεψε να κρατήσουν ο Αλέξανδρος. Γνωρίζουμε ότι το 325/324 π.Χ. υπήρξε μια ογκώδης παραγωγή χρυσών και αργυρών αλεξάνδρειων τετράδραχμων από τις μικρασιατικές πόλεις Μίλητο, Κολοφώνα, Άβυδο και Λάμψακο. Από την Κύπρο αλεξάνδρεια νομίσματα έκοψαν οι πόλεις Αμαθούς, Κίτιο, Κούριο, Πάφος, Σαλαμίνα, από τη Συρία οι πόλεις Δαμασκός, Ιεράπολη, Μυρίανδρος, από τη Φοινίκη οι πόλεις Άκη, Άραδος, Βύβλος, Κάρνη, Σιδώνα από την Αίγυπτο η Μέμφιδα και η Ναύκρατη, όπως είδαμε με τη μορφή του Αλέξανδρου και από την ανατολή η Βαβυλώνα και τα Σούσα. Επειδή ακριβώς οι εικονογραφικοί τύποι των νομισμάτων στις παραπάνω περιπτώσεις ήταν ταυτόσημοι, προκειμένου να ξεχωρίζουν τη δική τους, εγχώρεια παραγωγή, οι πόλεις αποτύπωναν πάνω στις όψεις των νομισμάτων τα αρχικά της ονομασίας τους, ή κάποιο μονόγραμμα ή σύμβολο. (Λιάμπη 2008: 104-105) . 155 Γενικότερα, έχει επισημανθεί πως το 90% των αποθησαυρισμένων νομισμάτων του 3 ου αιώνα π.Χ. που έχουν βρεθεί ως τώρα αποτελούνται από νομίσματα με τους τύπους του Αλέξανδρου. Στην Πελοπόννησο οι πόλεις Άργος και Μεγαλόπολη έκοψαν επίσης μια σειρά από αλεξάνδρεια νομίσματα στα μέσα του 3 αιώνα π.Χ. και το ίδιο έκανε και η Σικυώνα ως ου το 190 περίπου π.Χ. Πιο ανατολικά, η Χίος έκοψε κυρίως αλεξάνδρεια τετράδραχμα καθόλη σχεδόν τη διάρκεια του 3 αιώνα π.Χ., ενώ νομισματοκοπεία από την Ηράκλεια Ποντική ου στα βόρεια ως τη Ρόδο στα νότια έκοψαν επίσης μεγάλες ποσότητες από «Αλέξανδρους» 155 Σε κάθε περίπτωση, οι επιρροές του αλεξάνδρειου νομισματικού τύπου είναι εμφανείς γενικότερα στη νομισματοκοπία της αρχαιότητας, από τα τέλη του 4 αιώνα π.Χ. και εξής. Για παράδειγμα, σε νόμισμα της ου Λαμίας, που χρονολογείται στα τέλη του 4 αιώνα π.Χ. (απεικονίζεται στην Ι.Ε.Ε. Δ΄: 247) αναπαρίσταται κεφαλή ου νεαρής μορφής με τα προσωπογραφικά χαρακτηριστικά του Αλέξανδρου (αναστολή στην κόμμωση) και με βασιλικό διάδημα. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 117 γύρω στο 220-190 π.Χ., με το Βυζάντιο να συνεχίζει ως τον πρώτο αιώνα π.Χ. την κοπή των λυσιμάχειων «Αλέξανδρων»(Stewart 1993: 94, 325- 327). Κατά τη διάρκεια της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής εποχής πολλές πόλεις συνέχισαν να κόβουν αποκλειστικά δικά τους νομίσματα με παραστάσεις που απεικόνιζαν τον Αλέξανδρο και τους τύπους του, σε ορισμένες περιπτώσεις ως και το 165 μ.Χ. περίπου, δημουργώντας ένα μοναδικό φαινόμενο στην κλασική αρχαιότητα. Μάλιστα στα υπάρχοντα νομισματοκοπεία προστέθηκαν κι άλλα σε Ήπειρο, Ιλλυρία, Παιονία, Πελοπόννησο, Κεντρική Ελλάδα, Αίγυπτο, Εύξεινο Πόντο και αλλού. . Απόδειξη της εμβέλειας και αξίας 156 του αλεξάνδρειου νομίσματος αποτελούν οι πολυπληθείς απομιμήσεις του τον 3 αιώνα π.Χ. ο από θρακικά, κελτικά φύλα και ηγεμόνες των παραδουνάβιων περιοχών, της Τρανσυλβανίας, της Ουγγαρίας, της Βοημίας, Μοραβίας και Σλοβακίας, αλλά και της μακρινής ανατολικής Αραβίας με αραβικές επιγραφές (στην τελευταία ως τον πρώιμο 1 ο αιώνα μ.Χ.) Σε όλα αυτά τα νομίσματα ο Αλέξανδρος συνήθως αναπαρίσταται με την ηράκλεια λεοντή στην κεφαλή. Είναι ενδεικτικό ότι οι ορισμένες πόλεις της Μαύρης θάλασσας και της Μικράς Ασίας κατά τις αρχές του 3 αιώνα π.Χ. εξαναγκάστηκαν να ου κόψουν αλεξάνδρεια τετράδραχμα προκειμένου να εξαγοράσουν την ειρήνη και ελευθερία τους από τους επιδρομείς Γαλάτες, καθότι οι τελευταίοι μόνο με τέτοια νομίσματα δέχονταν το φόρο! (Λιάμπη 2008:106-107, 110, Dahmen 2008: 517). Το πρώτο λοιπόν «δολάριο» στην ιστορία της ανθρωπότητας ήταν το αλεξάνδρειο νόμισμα. Μια αξιοσημείωτη αλλαγή στα νομισματικά πορτραίτα του Αλέξανδρου από το 160 π.Χ. και εξής είναι η απεικόνισή του με μακρύτερη κώμη αλλά με τα ίδια νεανικά χαρακτηριστικά (Hargreaves). Κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους υπήρχαν συνολικά δεκάξι πόλεις στην ανατολή που έκοψαν χάλκινα νομίσματα με τους τύπους του Αλέξανδρου από τον πρώτο αιώνα μ.Χ., αρχικά από την περιοχή της Κιλικίας και στη συνέχεια στη Μικρά Ασία και στη Συρία (Demandt 2009: 14). Η Αλεξάνδρεια Κατ’ Ισσόν στην Κιλικία αποτελεί μια από τις πρώτες πόλεις που εκδηλώνει την ιδιαίτερη σχέση της με τον Αλέξανδρο μέσω της μορφής του στα νομίσματά 157 της, επιλέγοντας ως παράσταση εμπροσθότυπου αρχικά την καλυμμένη με λεοντή κεφαλή του και στη συνέχεια τη διαδηματοφόρα κεφαλή με την αναστολή στην κόμμωση, την προτομή του με παρόμοια χαρακτηριστικά αλλά και την όρθια μορφή του ως ιδρυτή της πόλης στον οπισθότυπο με την επιγραφή ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΩΝ από το 2 αιώνα π.Χ. ως το 215 μ.Χ. ο (Dahmen 2007: 21-22, 124, κατά τα ρωμαϊκά χρόνια έχουμε και αναπαραστάσεις Ρωμαίων αυτοκρατόρων, όπως ο Τραϊανός). Η μακεδονική πόλη των Αιγών της Κιλικίας (η ονομασία της οποίας παραπέμπει βέβαια στην πρώτη πρωτεύουσα των Μακεδόνων πίσω στη 156 Ακόμα και ελάσσονες βασιλείς από τα Βαλκάνια (Παιονία, Ιλυρία, Θράκη) έκοψαν αλεξάνδρεια νομίσματα, όπως ο Παίονας Αυδολέων, ο Ιλλυρίος Μονούνιος και ο Θράξ Κερσίβαυλος (Λιάμπη 2008: 108). Η Dahmen κάνει αναφορά για περίπου 26 νομισματοκοπεία που έκοβαν αλεξάνδρεια νομίσματα (Dahmen 2007: 108). 157 Η πόλη αυτή είτε ιδρύθηκε από τον ίδιο τον Αλέξανδρο είτε από τον Σέλευκο Α΄ προς τιμή του Αλέξανδρου (Dahmen 2007: 77).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 118 Μακεδονία) επίσης έκοψε χάλκινα νομίσματα με τη μορφή του Μακεδόνα βασιλιά για ένα 158 διάστημα 300 περίπου ετών, από τον πρώτο στον τρίτο αιώνα μ.Χ. Στα νομίσματα αυτά αναπαρίσταται στη μία όψη η κεφαλή του Ρωμαίου αυτοκράτορα και στην άλλη η διαδηματοφόρος κεφαλή ή προτομή του Αλέξανδρου χωρίς όμως «θεϊκά» χαρακτηριστικά, όπως τα κέρατα του Άμμωνα που είδαμε σε άλλες αναπαραστάσεις του. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το σύμβολο της αίγας που εμφανίζεται για παράδειγμα κάτω από την κεφαλή του Αλέξανδρου σε νόμισμα της εποχής του Αδριανού, το 117 μ.Χ (Dahmen 2007: 22, 125-26). Άλλωστε Αιγές στα ελληνικά σημαίνει κυριολεκτικά η «πόλη των κατσικών» και βέβαια, ως η ονομασία της αρχαίας πρωτεύουσας του μακεδονικού βασιλείου, φανερώνει κάτι από τον αρχικό χαρακτήρα των Μακεδόνων: ορεσίβιοι και κτηνοτρόφοι –βοσκοί. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο όμως είναι η παράσταση νομίσματος του έτους 217 μ.Χ: εδώ φαίνεται μια κατσίκα με πυρσό ανάμεσα στα κέρατά της, παράσταση που είναι παρμένη ως μοτίβο από το Μυθιστόρημα του Αλέξανδρου του Μακεδόνος, στο οποίο θα γίνει εκτενής αναφορά στη συνέχεια. Πρόκειται πάντως για ένα στοιχείο που αποδεικνύει τη διάδοση του Μυθιστορήματος την εποχή περίπου που αυτό θα λάβει την πρώτη ολοκληρωμένη γραπτή μορφή του. Σύμφωνα με το φανταστικό επεισόδιο αυτό του Μυθιστορήματος, ο Αλέξανδρος ξεγέλασε τους Πέρσες πριν από τη μάχη της Ισσού με ένα τέχνασμα: έδεσε το βράδυ ανάμεσα στα κέρατα ενός κοπαδιού κατσικών πυρσούς και οι Πέρσες, βλέποντας το θέαμα στο σκοτάδι, πίστεψαν πως ο στρατός των Ελλήνων είναι τεράστιος, με αποτέλεσμα να τρομοκρατηθούν και τελικά να ηττηθούν. Εις ανάμνηση αυτής της νίκης του ο Αλέξανδρος ίδρυσε την πόλη των Αιγών, λέει το Μυθιστόρημα. Εδώ βέβαια έχουμε και το μοτίβο του Αλέξανδρου –κτίστη, ιδρυτή μιας πόλης. Τέλος, τον ίδιο χρόνο, το 217/18 μ.Χ. στα νομίσματα των Αιγών της Κιλικίας επανέρχεται ο Αλέξανδρος -Ηρακλής με τη λεοντή, θεοποιημένος για άλλη μια φορά (Dahmen 2007: 23) . 159 Η Νίκαια της Βιθυνίας είναι άλλη μια πόλη που έκοψε νομίσματα με τη μορφή του Αλέξανδρου κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Μάρκου Αυρήλιου, του διαδόχου του Κόμμοδου και του Αλέξανδρου Σεβήρου (περίπου 181 -184 και 222-235 μ.Χ.). Ο εμπροσθότυπος αυτών των νομισμάτων φέρει, ως παράσταση, την κεφαλή του εκάστοτε Ρωμαίου αυτοκράτορα, ο οπισθότυπος διαδηματοφόρα κεφαλή Αλεξάνδρου ή όρθια γυμνή μορφή του Μακεδόνα βασιλιά πάνω σε βάθρο με δόρυ και πιθανόν κεραυνό, η οποία αναπαριστά με βεβαιότητα κάποιο άγαλμά του που ήταν στημένο στη Νίκαια. Καί στις δύο περιπτώσεις υπάρχει συνοδευτική επιγραφή: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΝ ΝΙΚΑΙΕΙΣ (Dahmen 2007: 24-25, 126- 127,161). Το στοιχείο αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι δίνει ενδείξεις για λατρεία του Αλέξανδρου στην πόλη της Νίκαιας. Μάλιστα το άγαλμα συνδύαζε δύο εικονογραφικά χαρακτηριστικά που τα συναντήσαμε και στα ασημένια δεκάδραχμα της Βαβυλώνας, όταν ο 158 Οι Αιγές της Κιλικίας μαρτυρούνται κατά την αρχαιότητα και με την ονομασία Αλεξανδρούπολη, στοιχείο που φανερώνει την πίστη των κατοίκων της πόλης ότι ιδρυτής της ήταν ο Αλέξανδρος (Juanno 2015 (2002): 420). 159 Σε άλλα νομίσματα πάλι της πόλης απεικονίζονται οι κεφαλές του Αλέξανδρου και του Ιουλίου Καίσαρα στη μία και στην άλλη όψη του νομίσματος αντίστοιχα (Amandry 2014). Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 119 Αλέξανδρος ήταν ακόμα εν ζωή, δύο χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στους δύο μεγάλους καλλιτέχνες του, το δόρυ (Λύσιππος) και τον κεραυνό (Απελλής). Σύμφωνα με τη Dahmen ο αγαλματικός αυτός τύπος θα μπορούσε να χρονολογηθεί από τη μέση ελληνιστική εποχή και μετά, τα ασημένια δεκάδραχμα όμως μας δείχνουν ότι θα μπορούσε να χρονολογηθεί και νωρίτερα, κατά τους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους. Στην περιοχή της Τρωάδας και συγκεκριμένα από την Άβυδο προέρχονται νομίσματα της εποχής των Ρωμαίων αυτοκρατόρων Κομμόδου (180 -192 μ.Χ.) και Σεπτίμιου Σεβήρου (193-211 μ.Χ.), που στη μία όψη τους απεικονίζουν τον αντίστοιχο αυτοκράτορα και στην άλλη τον Αλέξανδρο και τους Mακεδόνες πάνω σε πλοίο να διαβαίνουν τα στενά του Ελλησπόντου για τη Μικρά Ασία, μια απεικόνιση ταιριαστή για τη θέση της Αβύδου (Amandry 2014). Όσο για το Σεπτίμιο Σεβήρο, ήταν ο αυτοκράτορας που έκανε τη νικηφόρα εκστρατεία στην ανατολή κατά των Πάρθων, μεταξύ του 197-202, επομένως είχε να αντλήσει πολλά από το πρότυπο του Αλέξανδρου και να το προβάλλει εικονογραφικά με τη διάβαση στην Ασία. Με την Αλεξάνδρεια της Τρωάδας περνάμε στην κατηγορία των πόλεων που τίμησαν με τα ορειχάλκινα νομίσματά τους τον Αλέξανδρο ως ιδρυτή τους, «κτίστη». Η πόλη μετονομάστηκε έτσι από το Λυσίμαχο το 290 π.Χ. προς τιμή του Αλέξανδρου. Σύμφωνα με το Μέναδρο το Ρήτορα (3 αιώνας μ.Χ.) η πόλη ιδρύθηκε από τον ίδιο τον Αλέξανδρο, αφού ο ος γιος του Φιλίππου πρώτα επισκέφτηκε το ιερό του Απόλλωνα Σμινθέα. Σε νομίσματα που έκοψε η πόλη από το 161 ως το 260 μ.Χ. απεικονίζεται ακριβώς αυτός ο μύθος: στον οπισθότυπο κάποιων σειρών ο Αλέξανδρος έφιππος καταφτάνει στο ιερό του Απόλλωνα, μπροστά στο άγαλμα του θεού, ενώ σε κάποιες άλλες σειρές αναπαρίσταται να προσφέρει θυσίες στο θεό και αυτός να του υποδεικνύει το μέρος όπου θα πρέπει να ιδρύσει την πόλη, στέλνοντας έναν αετό που κρατά στα νύχια του μια ταυροκεφαλή. Στο σημείο που ο αετός θα άφηνε την ταυροκεφαλή να πέσει, εκεί θα έπρεπε να ιδρυθεί και η πόλη (Dahmen 2007: 26- 27, 127). Οφείλουμε να παρατηρήσουμε κι ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο της παράστασης του οπισθότυπου του νομίσματος, που μας οδηγεί σε μια διαφορετική ή έστω παράλληλη ερμηνεία: το άγαλμα του θεού δείχνει να κρατά ένα κυκλικό αντικείμενο στο χέρι που αντιστοιχεί σε στεφάνι, το οποίο και προσφέρει στον Αλέξανδρο. Πρόκειται πιθανόν για απεικόνιση ενός επεισοδίου του Μυθιστορήματος του ψευδο-Καλλισθένη: σύμφωνα με την παραλλαγή γ΄, όταν ο Αλέξανδρος έφτασε στην Αίγυπτο, οδηγήθηκε στα ανάκτορα του μυθικού πατέρα του, του Φαραώ Νεκτεναβώ, όπου υπήρχε το άγαλμα του Φαραώ που κρατούσε στεφάνι. Και με το που πέρασε ο Αλέξανδρος την πύλη του ανακτόρου το άγαλμα έθεσε το στεφάνι στο κεφάλι του Μακεδόνα βασιλιά, ενώ σύμφωνα με την επιγραφή που έφερε το άγαλμα πάνω του, αυτός που θα στεφανωνόταν θα ἠταν ο γιος του Νεκτεναβώ και θα έδινε το όνομά του στην πόλη. Είχε προηγηθεί χρησμός του Απόλλωνα στους Αιγυπτίους να υποδεχτούν ειρηνικά τον Αλέξανδρο (Καλλισθένης 2005: 314,316, 320). Ακόμα, οι πόλεις Γέρασα της Δεκαπόλεως (τέλη 2 –αρχές 3 αιώνα μ.Χ.) στη σημερινή ου ου Ιορδανία και η Απολλωνία της Πισιδίας (αρχές 3 αιώνα μ.Χ.) έκοψαν κατά τους χρόνους ου των Ρωμαίων αυτοκρατόρων Σεπτίμιου Σεβήρου και Καρακάλλα χάλκινα νομίσματα με τον

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 120 τύπο του Αλέξανδρου – Ηρακλή (Απολλωνία) ή ταινιοφόρου (Γέρασα) και την επωνυμία «Κτίστης». Η Καπιτωλιάς της Δεκάπολης επίσης έκοψε νομίσματα με την προτομή του Αλέξανδρου (τέλη 2 και αρχές 3 αιώνα μ.Χ., μαζί με προτομή Κόμμοδου στην πρώτη ου ου περίπτωση) με επιγραφή ΑΛΕΞΑ[ΝΔΡΟΣ] ΜΑΚΕ[ΔΩΝ] ΓΕΝΑΡ[ΧΗΣ], τονίζοντας την ιδιότητά του ως ιδρυτή της πόλης και σημαίνοντος προγόνου των κατοίκων της. Παράλληλα, στην απεικόνιση του Αλέξανδρου, το πολυτελές ένδυμα που πέφτει στους ώμους του συσχετίζεται με τα ενδύματα των Πάρθων ηγεμόνων της εποχής, δείγμα κι αυτό του συγκρητισμού της τέχνης. Η Καπιτωλιάς, όμως, έκοψε μαζί με τα γειτονικά Άβυλα ένα κοινό νόμισμα, ως δείγμα της μεταξύ τους ομόνοιας και των φιλειρηνικών σχέσεών τους. Πρόκειται για σπάνιο τύπο νομίσματος (γύρω στο 197-209 μ.Χ.) στη μια πλευρά του οποίου οι δύο αντίστοιχοι «κτίστες» των πόλεων, ο Αλέξανδρος για την Καπιτωλιάδα και ο Σέλευκος για τα Άβυλα, με στρατιωτική περιβολή και ταυτισμένοι από τις αντίστοιχες επιγραφές, δίνουν τα χέρια σε μια συμβολική κίνηση. Πιθανόν νόμισμα με κεφαλή Αλεξάνδρου με διάδημα να έκοψε και η Ιεράπολη κατά τον πρώτο αιώνα μ.Χ., όπως ίσως και η Επιφάνεια της Κιλικίας. Ενδιαφέρουσα είναι και η παράσταση σε ένα νομισμα από τη Σμύρνη, στα χρόνια του αυτοκράτορα Φίλιππου του Άραβα γύρω στο 244-249 μ.Χ: σε αυτό αναπαρίσταται ο Αλέξανδρος κοιμώμενος κάτω από έναν πλάτανο με τη δίδυμη υπόσταση της Νέμεσης από πάνω του (εικόνα 26) και μπροστά του μια ταυροκεφαλή (σημάδι για τον τόπο που πρέπει να επανιδρύσει την πόλη), παράσταση που παραπέμπει σαφέστατα στην αναφορά του Παυσανία για το όνειρο που είδε ο Αλέξανδρος στο ιερό άλσος για την πόλη της Σμύρνης, αποδεικνύοντας έτσι, για άλλη μια φορά, πόσο ισχυρή είναι μια λαϊκή, τοπική παράδοση, ώστε να περνά σε αναφορές συγγραφέων και να υιοθετείται και από την τέχνη της εποχής της. Λίγο αργότερα, γύρω στο 268-270 μ.Χ. έχουμε από την πόλη Σαγάλασσο της Πισιδίας την απεικόνιση του Αλέξανδρου έφιππου –επιγραφή ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ – να εφορμά να κατακτήσει την πόλη με τη διαμεσολάβηση του Δία, που εικονίζεται στο κέντρο, και την καθοδήγηση ενός Πισιδιανού πολεμιστή (Bieber 1964: 81 - εικόνα 112, Τουράτσογλου 1999: 127, Dahmen 2007: 24, 27 -29, 33-34, 130, 132,162). Επιπλέον, στη ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας κυκλοφόρησαν από τις ρωμαϊκές αρχές αργυρά τετράδραχμα γύρω στο 90 -70 π.Χ, που φέρουν στη μία τους όψη το όνομα του Ρωμαίου αξιωματούχου Aesilla και κάποια σύμβολα, ανάμεσα στα οποία και το ρόπαλο του Ηρακλή και στην άλλη όψη κεφαλή κερασφόρου Αλεξάνδρου με την επιγραφή από κάτω ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ, ένδειξη ίσως μιας προσπάθειας τόνωσης του πατριωτικού αισθήματος των Μακεδόνων, με αναφορά στον ένδοξό τους βασιλιά. Η Dahmen συνδέει τη σειρά αυτή των νομισμάτων με την προσπάθεια των Ρωμαίων να αποκρούσουν το Μιθριδάτη, βασιλιά του Πόντου. Μια και τα νομίσματα αυτά βρέθηκαν σε «θησαυρούς» κυρίως της Βουλγαρίας θεωρεί ότι ήταν η αμοιβή που προσέφερε η Ρώμη σε θρακικά φύλα, προκειμένου να συστρατευτούν στον αγώνα κατά του Μιθριδάτη. Ο Αλέξανδρος εδώ απεικονίζεται με μακριά μαλλιά, εκφραστική φυσιογνωμία και γενικότερα στυλιστικά χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στην ύστερη ελληνιστική τέχνη. (Τσαγκάρη 2009: 60, Dahmen 2007: 18-20, 122, Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 121 βλέπε εικόνα 27). Οι μεταθανάτιες κοπές όλων αυτών των αλεξάνδρειων νομισμάτων κράτησαν ως το 165 μ.Χ. Οι παραπάνω απεικονίσεις του Αλέξανδρου σε νομίσματα διάφορων πόλεων της ελληνιστικής και κυρίως της ρωμαϊκής εποχής επιβεβαιώνουν τη διαχρονική και σταθερή σημασία της μορφής του Μακεδόνα βασιλιά. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε τον παράγοντα χρόνο, θα διαπιστώσουμε πως ιδιαίτερη έξαρση της κοπής τέτοιων αλεξάνδρειων νομισμάτων υπάρχει κατά τα τέλη του 2 με αρχές 3 αιώνα μ.Χ και σχετίζεται οπωσδήποτε ου ου με την Imitatio Alexandri των Σεβήρων (βλέπε παρακάτω, κεφάλαιο 2.8.).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 122 2.4.4. Τα νομίσματα του Κοινού των Μακεδόνων και τα αλεξάνδρεια μετάλλια Ξεχωριστή θέση στην αλεξάνδρεια νομισματοκοπία κατέχουν σαφώς τα νομίσματα του Κοινού των Μακεδόνων με έδρα τη Βέροια ανάμεσα στο 218-246 μ.Χ, με παράσταση το πρόσωπο ή την προτομή του Αλέξανδρου στον εμπροσθότυπο του νομίσματος (περίπου δέκα διαφορετικοί εικονογραφικοί τύποι) και διαφορετικές παραστάσεις (περίπου δέκα πάλι) του Αλέξανδρου αλλά και της Ολυμπιάδος στον οπισθότυπο, (όπου βέβαια εναλλακτικά 160 εμφανίζονται και παραστάσεις έξω από τη θεματολογία του Αλέξανδρου, όπως του Δία, της Αθηνάς, του Διονύσου). Στον εμπροσθότυπο υπάρχει σταθερή η επιγραφή ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ενώ στον οπισθότυπο η επιγραφή ΚΟΙΝΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΝΕΩΚΟΡ[ΩΝ], ενώ σε κάποια νομίσματα εμφανίζεται στον οπισθότυπο η επιγραφή ΟΛΥΜΠΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΑ, ρητή αναφορά στις θρησκευτικές γιορτές και αγώνες που γίνονταν στη Βέροια κάθε τέσσερα χρόνια προς τιμή του Αλέξανδρου, τουλάχιστον από το 229 μ.Χ. κι εξής, σύμφωνα με επιγραφικές μαρτυρίες. Μάλιστα τα συγκεκριμένα νομίσματα φέρουν παράσταση με τραπέζι πάνω στο οποίο υπάρχουν τα χρηματικά βραβεία και έπαθλα που δίνονταν στους νικητές των αγώνων. Παρόμοιος τύπος είναι αυτός με τα ίδια έπαθλα ανάμεσα σε δύο ναούς, προφανώς ναούς προς τιμή του Αλέξανδρου που υπήρχαν στη Βέροια. Οι κεφαλές και προτομές του Αλέξανδρου στον εμπροσθότυπο περιλαμβάνουν όλους τους εικονογραφικούς του τύπους, δηλαδή το διαδηματοφόρο με τα κέρατα του Άμμωνα ή χωρίς αυτά, τον Αλέξανδρο – 161 Ηρακλή και δύο καινούργιους τύπους: τον Αλέξανδρο με αττικό κράνος, συχνά διακοσμημένο με φίδι (που παραπέμπει στο «θεϊκό» τρόπο σύλληψής του), γρύπες ή και σκηνές μάχης και προτομές του Αλέξανδρου που φέρουν και πανοπλία, δόρυ ή ασπίδα. Η φυσιογνωμία του Μακεδόνα βασιλιά αναπαρίσταται με εκφραστικότητα, δυναμισμό και χαρακτηριστικό στοιχείο τα μακριά μαλλιά που ανεμίζουν. Ο οπισθότυπος φέρει επίσης χαρακτηριστικές σκηνές του ηρωικού χαρακτήρα του: ο Αλέξανδρος αναπαρίσταται έφιππος με δόρυ, συνοδευόμενος άλλοτε από φίδι και άλλοτε από σκύλο, να καταβάλλει είτε πεσμένο αντίπαλο είτε λιοντάρι, αναφορές στον πόλεμο και στο κυνήγι. Ιδιαίτερης σημασίας είναι οι απεικονίσεις ενός αγάλματος του Αλέξανδρου, που προφανώς υπήρχε στη Βέροια και σχετιζόταν με τη λατρεία του κατά την τέλεση των εορτών προς τιμή του: σε κάποια νομίσματα το άγαλμα αυτό απεικονίζεται πάνω σε κίονα ανάμεσα σε δύο ναούς, σε κάποια 160 Η Ολυμπιάδα αναπαρίσταται είτε να πλαγιάζει σε κλίνη είτε να κάθεται σε θρόνο καί στις δυο περιπτώσεις με ένα φίδι μπροστά της. Το φίδι αυτό μπορεί να ερμηνευτεί με δύο τρόπους: είτε είναι μια αναφορά στη θέση της Ολυμπιάδος ως ιέρειας οργιαστικών μυστηρίων και μέσα στο πλαίσιο της οφιολατρίας της, όπως μας παραδίδουν οι αρχαίες πηγές (Πλούταρχος) είτε μια αναφορά στο μύθο της θεϊκής σύλληψης του Αλέξανδρου, σύμφωνα με τον οποίο ο Άμμων –Ζευς μεταμορφώθηκε σε φίδι και συνουσιάστηκε με την Ολυμπιάδα (Dahmen 2007: 140). 161 Το διάδημα ήταν μια ταινία που περιέβαλλε την κεφαλή ψηλά στην κόμμωση και ως βασιλικό έμβλημα το υιοθέτησε πρώτος ο Αλέξανδρος το 330 π.Χ. για να γίνει στη συνέχεια το σύνηθες σύμβολο της μοναρχίας (Price 1986/1996: 456, Stewart 1993: 127, Dahmen 2007: 36). Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 123 άλλα μόνο του, σε μεγένθυνση θα έλεγε κανείς: ο Αλέξανδρος αναπαρίσταται όρθιος, με δόρυ στο χέρι κατά το λυσίππειο τύπο και με σπαθί μέσα στο θηκάρι στο άλλο, στο πρότυπο του σωτήρα βασιλέως, του νικητή και εγγυητή της ειρήνης. Επισημαίνεται από την έρευνα πως ο αγαλματικός αυτός τύπος χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα και για την απόδοση των λατρευτικών αγαλμάτων των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, στοιχείο κι αυτό της Imitatio Alexandri (βλέπε κεφάλαιο 2.8.), εφόσον βέβαια δεχτούμε το πρωιμότερο των αλεξάνδρειων αγαλμάτων αυτού του τύπου. Άλλες αναπαραστάσεις είναι η τιθάσευση του Βουκεφάλα (βλέπε εικόνα 28), ο Αλέξανδρος αιχμηφόρος με θώρακα και χλαμύδα και η Ολυμπιάδα σε κλίνη με έναν όφι. Σαφώς τα νομίσματα του Κοινού των Μακεδόνων αποτελούν ενδείξεις μιας τάσης περηφάνιας και αναζήτησης των ηρωικών προτύπων του παρελθόντος για τους Μακεδόνες του 3 αιώνα μ.Χ. Από τα πρότυπα αυτά βεβαίως προκρίνουν τον εθνικό ήρωά ου τους και Πανέλληνα βασιλιά, τον Αλέξανδρο. Παράλληλα, σχετίζονται και με τις προσπάθειες των Ρωμαίων αυτοκρατόρων Ελαγάβαλου και Σεβήρου Αλέξανδρου να παγιώσουν την εξουσία τους εκμεταλλευόμενοι την ακτινοβολία του γιου του Φιλίππου, τον οποίο σέβονταν ούτως η άλλως, όπως και ο προκάτοχός τους Καρακάλλας ( Kuhnen 2005: 30- 31, Dahmen 2007: 31- 33, 62, 136-141, 163-164, Dahmen 2008: 498, 502, 504-508, 515-516, 522) . 162 Ενδεικτική της διάδοσης των νομισμάτων του Κοινού των Μακεδόνων στο χώρο της Μακεδονίας είναι η ανεύρεσή τους σε τάφους του νεκροταφείου ρωμαϊκών χρόνων στα Νέα Κερδύλλια Σερρών. Στους σχετικά πρόσφατα ανασκαμμένους τάφους βρέθηκαν συνολικά 31 τέτοια χάλκινα νομίσματα που χρονολογούνται στις αρχές του 3 αιώνα μ.Χ. και κυρίως στα ου χρόνια του Ρωμαίου αυτοκράτορα Γορδιανού Γ΄ (238-244). Τα νομίσματα του νεκροταφείου των Κερδυλλίων φέρουν τη γνωστή κεφαλή του Αλέξανδρου στη μία όψη και την επιγραφή ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ και μάλιστα μία φέρει λεοντή. Στην πίσω όψη υπάρχουν παραστάσεις του Αλέξανδρου με τον τύπο του αγάλματος με δόρυ, του ιππέα, με την Ολυμπιάδα με φίδι και άλλες, καθώς και με τη συνοδευτική επιγραφή ΚΟΙΝΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ (ΝΕΩΚΟΡΩΝ) (Μάλαμα – Νταράκης 2008: 86, 99, 102, 291, 355, 358, 443). Από τη ρωμαϊκή εποχή επίσης σώζονται χρυσά, αργυρά και χάλκινα μετάλλια με διάφορες παραστάσεις με θέμα τον Αλέξανδρο. Τα πιο διάσημα και πολύτιμα προέρχονται από τους θησαυρούς του Αμπουκίρ της Αιγύπτου, νησάκι στο Δέλτα του Νείλου (βρέθηκαν ανάμεσα σε άλλα χρυσά νομίσματα είκοσι μετάλλια με θέμα τον Αλέξανδρο) και της Ταρσού της Κιλικίας (τρία μεγάλα χρυσά μετάλλια, δύο με το πρόσωπο του Αλέξανδρου με λεοντή και διαδηματοφόρου και ένα με το πρόσωπο του Φιλίππου) και χρονολογούνται το πιθανότερο στις αρχές του 3 αιώνα μ.Χ., ίσως κατά τη βασιλεία του Αλέξανδρου Σεβήρου ου (Dahmen 2008: 494-95, 522). Υπάρχουν και άλλα, παρόμοιου ή μικρότερου μεγέθους μετάλλια, ορισμένα από τα οποία προέρχονται από τη Μακεδονία, για παράδειγμα τη Βέροια και τις Σέρρες, την Αθήνα, τη Μικρά Ασία (Dahmen 2008: 496-97). Πιθανόν τα μικρότερα μετάλλια να χρησιμοποιούνταν ως φυλαχτά εν ζωή και ως επιτάφια αφιερώματα, καθώς κάποια από 162 Ήδη από το 187 π.Χ. ο βασιλιάς των Μακεδόνων Φίλιππος Ε΄ παραχώρησε στο Κοινό των Μακεδόνων το δικαίωμα κοπής δικών του νομισμάτων (Μακεδονίας νόμισμα 2009:59).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 124 αυτά βρέθηκαν μέσα σε τάφους ως κτερίσματα (Dahmen 2008: 496, 499). Όλα τα μετάλλια φέρουν στον οπισθότυπό τους ελληνικές επιγραφές (ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ / ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ) και ορισμένα από αυτά συσχετίζονται στιλιστικά με τα χάλκινα νομίσματα του Κοινού των Μακεδόνων της Βέροιας. Σύμφωνα με μια πρόταση, οι παραστάσεις των μεταλλίων από το Αμπουκίρ και την Ταρσό και των χάλκινων νομισμάτων του Κοινού των Μακεδόνων μοιράζονται κοινά πρότυπα από τη Μακεδονία και συγκεκριμένα από τη Βέροια, πιθανόν αγάλματα και ζωγραφικές παραστάσεις, χαμένα σήμερα δυστυχώς (Dahmen 2008: 515). Προς την κατεύθυνση της αναζήτησης προτύπων σε αγάλματα για τις απεικόνισεις των μεταλλίων σύγκλίνουν κι άλλοι ερευνητές (Bieber 1964: 80). Τα μετάλλια αυτά φέρουν μοναδικές παραστάσεις, προσωπογραφίες όχι μόνο του Αλέξανδρου, αλλά και του Φιλίππου και της Ολυμπιάδας. Τρία γνωστά μοτίβα που επαναλαμβάνονται και στα μετάλλια είναι αυτά του Αλέξανδρου με λεοντή, του Αλέξανδρου κερασφόρου ή απλώς διαδηματοφόρου (εικόνα 29). Μάλιστα το χρυσό μετάλλιο από την Ταρσό απεικονίζει τον Αλέξανδρο με λεοντή και κέρατα του Άμμωνα ταυτόχρονα. Πιο σπάνιο εμφανίζεται στα μετάλλια από το Αμπουκίρ το μοτίβο με τον Αλέξανδρο να φοράει αττικό κράνος, το οποίο διακοσμείται εντυπωσιακά με σφίγγα στη βάση του λοφίου και με παράσταση πιθανόν Ταυροπόλου Αρτέμιδος στο πλευρό του. Άλλος τύπος μεταλλίου, πάλι από το Αμπουκίρ, παρουσιάζει τον Αλέξανδρο ως κοσμοκράτορα, με δόρυ και ασπίδα, (εικόνα 30) πάνω στην οποία αναπαρίσταται ο ζωδιακός κύκλος με τη Γαία, τον Ήλιο και τη Σελήνη στο κέντρο, μια πραγματικά σπάνια παράσταση, στην οποία η κεφαλή του Αλεξάνδρου δείχνει να αντιγράφει την αμφιλεγόμενη μαρμάρινη κεφαλή από το Πέργαμο, για την οποία έχει ήδη γίνει αναφορά. Μάλιστα παραστάσεις φέρει και στο θώρακά του, Αθηνά με αιγίδα και νεαρό Γίγαντα (Dahmen 2007:167, Dahmen 2008: 501, 509, 526-527). Κάποια μετάλλια φέρουν στον οπισθότυπο παράσταση με τον Αλέξανδρο έφιππο ως κυνηγό να καταβάλλει λιοντάρι (μετάλλια από την Ταρσό) ή ως θριαμβευτή έναντι πεσμένου αντιπάλου. Σε άλλες αναπαραστάσεις από τους οπισθότυπους του Αμπουκίρ κυριαρχεί η 163 μορφή της φτερωτής Νίκης πάνω σε άρμα ή να κρατά μαζί με μικρό Έρωτα ασπίδα με παράσταση ανδρικής και γυναικείας μορφής (ο Αλέξανδρος και η Ρωξάνη;) δίπλα σε τρόπαιο μάχης με καθιστές μορφές άνδρα με φρυγικό σκούφο και νεαρής γυναίκας. Επιπλέον σε οπισθότυπους από το Αμπουκίρ αναπαρίσταται και ο τύπος του Αλέξανδρου –κυνηγού με κάπρο αυτή τη φορά, δίπλα σε δέντρο με κουλουριασμένο φίδι. Υπάρχει μάλιστα ένα μοναδικό με τον Αλέξανδρο πάνω σε όπλα και ανάμεσα σε δυο πολεμιστές, έχοντας πίσω του 163 Για λεπτομέρειες σχετικά με τις αναπαραστάσεις του θεματικού κύκλου του Αλέξανδρου στα σωζόμενα μετάλλια και την ερμηνεία της προέλευσής τους βάσει της τεχνοτροπίας βλέπε Dahmen 2008: 501-539 και τους αντίστοιχους εκεί πίνακες. Οφείλουμε να επισημάνουμε τις εντυπωσιακές ομοιότητες μεταξύ των διακοσμητικών μοτίβων από τα μετάλλια του Αλέξανδρου με τα πρόσφατα ευρήματα της ανασκαφής στον τύμβο Καστά στην Αμφίπολη. Μεταξύ αυτών, θα συμπεριλαμβάναμε το μοτίβο της σφίγγας (που, όμως, απαντάται και σε άλλους μακεδονικούς τάφους), την ταυροπόλο Αρτέμιδα, που είχε σημαντικό ιερό στην Αμφίπολη, το δέντρο με το κουλουριασμένο φίδι και πιθανόν πορτραίτο του ίδιου του Αλέξανδρου σε ανάγλυφη σύνθεση (βλέπε ανακοινώσεις για τον τύμβο της Αμφίπολης στο Α.Ε.Μ.Θ. 2015 (4.3.2016). Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 125 το Βουκεφάλα και με την επιγραφή ΒΑΣΙΛΕΩΝ ΦΙΛΙΠΠΩΝ (Dahmen 2008: 529, πίνακας 105). Πιθανόν να πρόκειται για κάποια ένδειξη ότι οι Φίλιπποι στην ανατολική Μακεδονία υπήρξαν ο τόπος κατασκευής του συγκεκριμένου μεταλλίου, πιθανόν να δείχνει μια ιδιαίτερη σχέση του Αλέξανδρου με τους Φιλίππους. Ωστόσο ο πληθυντικός ΒΑΣΙΛΕΩΝ μάλλον παραπέμπει σε ηγεμόνες με το όνομα Φίλιππος, όχι στο τοπωνύμιο της διάσημης πόλης. Έτσι, θα μπορούσε να αποτελεί μια ένδειξη για τη χρονολόγηση του μεταλλίου στα χρόνια του Ρωμαίου αυτοκράτορα Φίλιππου του Άραβα και ο πληθυντικός να παραπέμπει σε αυτόν και στο πιθανό πρότυπό του, το Φίλιππο Β΄ έχοντας ως συνδετικό κρίκο τον Αλέξανδρο. Ένα ακόμη μετάλλιο από το Αμπουκίρ (σήμερα στο Μουσείο Walters της Βαλτιμόρης) φέρει στον οπισθότυπό του σπάνια παράσταση με τον Αλέξανδρο σε τέθριππο να στεφανώνεται από μια Νίκη και με Αμαζόνα και γενειοφόρο πολεμιστή να περιστοιχίζουν το άρμα. Ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί το ότι στον οπισθότυπο ενός μεταλλίου ο Αλέξανδρος εμφανίζεται να παίρνει τα όπλα του από μια φτερωτή Νίκη: η ασπίδα του απεικονίζεται με έμβλημα τη μάχη του Αχιλλέα με την Πενθεσίλεια, απεικόνιση που τη συναντάμε και σε μεταγενέστερο χάλκινο μετάλλιο των αρχών του 5 αιώνα μ.Χ. αλλά και στη διακόσμηση ου της περίφημης ασπίδας που βρέθηκε στον τάφο του Φιλίππου στη Βεργίνα. Ο εμπροσθότυπος ενός τέτοιου μεταλλίου (υπάρχει και με οπισθότυπο με παράσταση Νηρηίδας) παρουσιάζει εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον: απεικονίζει το Ρωμαίο αυτοκράτορα Καρακάλλα σε προφίλ, με δόρυ και ασπίδα, πάνω στην οποία απεικονίζεται στο κέντρο κεφαλή του Αλέξανδρου και από πάνω ο Αλέξανδρος –κυνηγός λιονταριού (Dahmen 2007: 166, Dahmen 2008: 526-529, πίνακας 105, Dahmen 2008 B: 128-130). Σαφέστατα, η παράσταση αυτή αποτελεί ένα στοιχείο που μας επιτρέπει να συσχετίσουμε άμεσα τη δημιουργία τέτοιων μεταλλίων καί με την Imitatio Alexandri των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Η στιλιστική εξέταση των χρυσών μεταλλίων αλλά και η εξέταση της σύστασης των μετάλλων τους αποδεικνύει, σύμφωνα με τη Dahmen, ότι τα δύο σύνολα, δηλαδή του Αμπουκίρ και της Ταρσού, προέρχονται από το ίδιο εργαστήριο και είναι της ίδιας εποχής (Dahmen 2008: 509-512). Αρχικά υπήρχε η θεωρία πως τα μετάλλια αυτά δίνονταν ως έπαθλο στους γυμναστικούς ή μουσικούς αγώνες της Βέροιας, έδρας του Κοινού των Mακεδόνων (Dahmen 2008: 505). Φαίνεται όμως πως τα χρυσά αυτά μετάλλια κατασκευάστηκαν στη Βέροια της Μακεδονίας, πιθανόν υπ’ ευθύνη του Μακεδονιάρχη, του αρχιερέα που προϊστατο στις γιορτές του Κοινού των Μακεδόνων κατά τον 3 αιώνα μ.Χ., με ο σκοπό να δοθούν ως δώρα στους υψηλά προσκεκλημένους των αγώνων και γιορτών (βλέπε Dahmen 2008: 518-520, όπου αναλυτικά και η επιχειρηματολογία απόρριψης της χρήσης τους ως έπαθλα σε αγώνες) . Επομένως η μορφή του Αλέξανδρου παρέμεινε εμβληματική στον 164 164 Ωστόσο υπάρχει και η άποψη πως η παραγωγή αυτών των μεταλλίων έγινε στη Ρώμη και όχι στη Βέροια, βλέπε Touratsoglou I., “Tarsos, Aboukir, etc. before and after. Once again” American Journal of Numismatics 20 (2008), σελ. 479-492 (από υποσημείωση Λιάμπη 2008: 111, όπου και δίνεται πλήρης βιβλιογραφία για τα νομίσματα του Αλέξανδρου).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 126 πολιτισμό των υπό ρωμαϊκή κυριαρχία Μακεδόνων και συμβολικά σφράγιζε τις ύψιστες διακρίσεις και τιμές που μπορούσαν να αποδοθούν σε κάποιον. Παράλληλα, μέσα από τις αποτυπώσεις της στην τέχνη της εποχής (νομίσματα, μετάλλια κ.α.) χρησιμοποιήθηκε για την εξύψωση του πατριωτικού φρονήματος των Μακεδόνων, τάση που γίνεται ιδιαίτερα έντονη κατά τις αρχές του 3 αιώνα μ.Χ., συνεπικουρούμενη από την κυρίαρχη Imitatio ου Alexandri των Σεβήρων. Τότε χρονολογούνται και κάποιες άλλες ενδείξεις της τάσης αυτής, όπως για παράδειγμα οι αναμνηστικές επιγραφές για τον Αλέξανδρο, που βρέθηκαν χαραγμένες στα εσωτερικά τοιχώματα του –ήδη τότε συλημένου – μακεδονικού τάφου Δ΄ στο ανατολικό νεκροταφείο της Πέλλας (Χρυσοστόμου 2011: 273, βλέπε και κεφάλαιο 2.5). Τέλος, στην ίδια εποχή χρονολογούνται νομισματόμορφα περίαπτα που βρέθηκαν στη Βόρεια Ελλάδα, τα οποία φέρουν στη μία πλευρά την κεφαλή του Αλέξανδρου και στην άλλη ένα λέοντα με την επιγραφή ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ. Φαίνεται πως τα περίαπτα αυτά χρησιμοποιήθηκαν ως φυλακτά του ατόμου που τα φορούσε (Demandt 2009: 416), αναδεικνύοντας ξανά την ιδιότητα του αλεξίκακου στο πρόσωπο του Μακεδόνα βασιλιά. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 127 2.5. Το ζήτημα της θεοποίησης του Αλέξανδρου Οι ποικίλες μαρτυρίες των πηγών και τα αρχαιολογικά τεκμήρια γύρω από τη λατρεία του Αλέξανδρου (λατρευτικά αγάλματα, ειδώλια, νομίσματα, μετάλλια, φυλακτά κ.α., βλέπε κεφάλαια 2.1 -2.4) μας φέρνουν αντιμέτωπους με ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια στην έρευνα του Αλέξανδρου, το ζήτημα της θεοποίησής του: υπήρξε συνειδητή επιλογή του ίδιου του Μακεδόνα βασιλιά και αν ναι από πότε και γιατί; Ποια υπήρξε η συνεισφορά των προσώπων του περιβάλλοντός του στην κατασκευή του «θεϊκού» προφίλ του και ποιες οι αντιδράσεις στην εποχή του; Ποια ήταν η εξέλιξη της διαδικασίας θεοποίησής του μετά το θάνατό του; Όπως ήδη επισημάνθηκε, το θεϊκό προφίλ του Αλέξανδρου φαίνεται πως υπήρξε απότοκο της καλλιέργειας από τον ίδιο του ευρύτερου μυθικού προφίλ του, της σύνδεσής του με τον Ηρακλή και τον Άμμωνα, με κύριο χαρακτηριστικό τη θεϊκή του καταγωγή, το ότι ήταν γιος θεού, κάτι που για πρώτη φορά επισημοποιείται με τη «θαυμαστή» επίσκεψή του στο ιερό του Άμμωνα στην όαση της Σίβα, όπου ο Αλέξανδρος, ρωτώντας τον ιερέα αν τιμωρήθηκαν οι φονιάδες του πατέρα του, έλαβε την απάντηση πως κανείς δεν μπορεί να βλάψει τον πατέρα του (διότι ακριβώς αυτός είναι θεός) και πως τεκμήρια της θεϊκής του καταγωγής θα αποτελέσουν τα μελλούμενα κατορθώματα και το αήττητό του (Διόδωρος Σικελιώτης: 17.51). Για το ίδιο γεγονός, σύμφωνα με τον Καλλισθένη, ο ιερέας του μαντείου είπε ξεκάθαρα στον Αλέξανδρο ότι είναι γιος του Δία, μια πληροφορία που τη διασώζει ο Στράβων (Ι.Ζ΄ 813-14, σε Η. –Στ. Αποστολίδη 2015: 138). Αναφέρεται από το Στράβωνα πως πριν τη μάχη των Γαυγαμήλων πρόλαβαν τον Αλέξανδρο πρέσβεις από τη Μίλητο, για να του ανακοινώσουν πως, σύμφωνα με την προφητεία του Διδυμαίου Απόλλωνα, είναι γιος του Δία και πως θα νικήσει στα Γαυγάμηλα (Καργάκος 2014:Β.156). Ο Καλλισθένης πάλι αναφέρει πως, λίγο πριν τη μάχη στα Γαυγάμηλα, ο Αλέξανδρος ύψωσε το χέρι στους ουρανούς και παρακάλεσε τους θεούς, αν είναι πράγματι γιος του Δία, να προστατέψουν τους Έλληνες και να τους συμπαρασταθούν (Πλούταρχος, Αλέξανδρος 33). Οι αρχαίες πηγές δίνουν κάποιες ακόμη ενδείξεις για την ιδέα και τη διαδικασία «θεοποίησης» του Αλέξανδρου: στο ατυχές συμπόσιο που έληξε με τη δολοφονία του Κλείτου από τον Αλέξανδρο, αναφέρεται πως κατά τη διάρκεια της λογομαχίας τους ο Κλείτος του επιτέθηκε φραστικά λέγοντας πως «με το αίμα των Μακεδόνων και τα τραύματά τους στη μάχη έγινες τόσο σπουδαίος, ώστε απαρνούμενος το Φίλιππο να λογίζεις τον εαυτό σου γιο του Άμμωνα» (Πλούταρχος:Αλέξανδρος, 50). Σύμφωνα με τον Αρριανό, την άνοιξη του 327 π.Χ. (λίγο μετά από το επεισόδιο που οδήγησε στη δολοφονία του Κλείτου), ο Ανάξαρχος έφτασε σε σημείο να πει πως «είναι δικαιότερο να θεωρηθεί ο Αλέξανδρος θεός παρά ο Διόνυσος και ο Ηρακλής» και ότι είναι δικαιότερο οι Μακεδόνες να του απονείμουν θεϊκές τιμές όσο είναι ακόμα ζωντανός παρά αφού πεθάνει (Αρριανός: Δ΄.10.5) . Ο Αρριανός μάλιστα τονίζει πως, σύμφωνα με κάποιες διαδόσεις, ο ίδιος 165 165 Ο Πλούταρχος πάλι αναφέρει για το χαρακτηριστικό αυτόν αυλοκόλακα του Αλέξανδρου πως μια φορά, που είχε καταιγίδα με δυνατές βροντές, ρώτησε τον Αλέξανδρο αν ήταν αυτός, ο «γιος του Δία», που βροντά με

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 128 ο Αλέξανδρος προτιμούσε να προβάλλεται ως γιος του Άμμωνα παρά του Φιλίππου (Αρριανός: Δ.΄9.9.). Οι αναφορές αυτές συνδέθηκαν αμέσως με την πράξη της προσκύνησης, στην οποία οι Μακεδόνες –και ο Καλλισθένης με τελικό κόστος τη ζωή του – αντέδρασαν έντονα. Σύμφωνα πάλι με τον Αρτεμίδωρο τον Εφέσιο, οι κάτοικοι της Εφέσου αρνήθηκαν την οικονομική βοήθεια του Αλέξανδρου στην επισκευή του ναού της Εφεσίας Αρτέμιδος με τη δικαιολογία ότι «δεν πρέπει με τη βοήθεια θεού να φτιάχνουμε αναθήματα στους θεούς». Ο Αιλιανός αναφέρεται στην επιστολή του Αλέξανδρου προς τους Έλληνες, με την απαίτηση να λατρεύεται ως θεός, επιστολή που συνόδευε την επίσημη εξαγγελία του διατάγματός του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 324 π.Χ. για την επιστροφή των εξορίστων στις πόλεις τους . Σύμφωνα με τον Tarn, η συγκεκριμένη απαίτηση του Αλέξανδρου δεν είχε 166 ουσιαστικά θρησκευτικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούσε ένα πολιτικό μέσο παρέμβασης στις αυτόνομες ελληνικές πόλεις (Tarn 1948 (2014): 158). Και ο παλιότερος ιστορικός του Αλέξανδρου, ο Γερμανός Droysen, τονίζει, επίσης, τον πολιτικό χαρακτήρα του μέτρου (Droysen / Αποστολίδης 1993: 633). Μια άλλη αναφορά του Πλουτάρχου στα Ηθικά του δείχνει να επιβεβαιώνει τον πολιτικό χαρακτήρα της παραπάνω εντολής. Αν και η αλήθεια αυτής της απαίτησης του Αλέξανδρου αμφισβητείται από μερίδα ερευνητών, ωστόσο φαίνεται εκ του αποτελέσματος πως οι κατά τόπους εκπρόσωποι του Αλέξανδρου πέτυχαν, ως ένα βαθμό, να επιβάλλουν σε κάποιες ελληνικές πόλεις την απόδοση θεϊκών τιμών στο πρόσωπό του, τουλάχιστον μετά το θάνατό του, ή και λίγο πριν από αυτόν: το 323 π.Χ. 167 επισκέφτηκαν τον Αλέξανδρο στη Βαβυλώνα Έλληνες θεωροί, στεφανωμένοι, όπως ακριβώς θα παρουσιάζονταν μπροστά σε ένα θεό (Bengston 1991 (1948): 315) . 168 Φαίνεται ότι η προπαγάνδα θεοποίησης εμπεδώθηκε σχετικά σύντομα από τους ίδιους τους στρατιώτες του, άσχετα με το αν την πίστευαν ή όχι: σύμφωνα με το Διόδωρο το Σικελιώτη, ο στρατός του Αλέξανδρου, σε μια πανηγυρική τελετή στα Σούσα της Περσίας προς τιμή του και προς τιμή του Φιλίππου, έστησε τους βωμούς τους πλάι στους βωμούς των θεών και τους πρόσφερε θυσίες (Ιωαννίδης 1958: 180). Κατά τη στάση των Μακεδόνων τέτοιο τρόπο, για να λάβει μια περιπαικτική απάντηση από τον Αλέξανδρο (Πλούταρχος: Αλέξανδρος, 28). Τις απόψεις αυτές του Ανάξαρχου συμμερίζονταν και άλλοι αυλοκόλακες, όπως ο Άγης ο εποποιός, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δε δίσταζαν να αντιπαραβάλλουν το Μακεδόνα βασιλιά και με τους Διόσκουρους, από τους οποίους, όπως έλεγαν, ήταν ανώτερος (Αρριανός: Δ΄. 8.3., 9.9). Το ότι ο Αλέξανδρος ντυνόταν έτσι ώστε να μοιάζει με κάποιους θεούς, π.χ. τον Ηρακλή και τον Ερμή, είναι ένα στοιχείο που αναφέρει ο Αθήναιος, στηριζόμενος σε πληροφορίες από το έργο του Έφιππου Περί τῆς Ἡφαιστίωνος καί Ἀλεξάνδρου Τελευτῆς (Αθήναιος, 12.53). 166 Ο Hammond εκθειάζει τον Αλέξανδρο για το διάγραμμα της επιστροφής των εξορίστων, πιστώνοντάς του αποφασιστικότητα και ειλικρίνεια και τονίζοντας πως η θέλησή του να επιβάλλει συνθήκες ομαλότητας στον ελληνικό κόσμο υπερέβαινε τον πολιτικό ρεαλισμό του υπολογισμού αντιδράσεων στο διάταγμα αυτό από ισχυρές πόλεις, όπως η Αθήνα ή οι Αιτωλοί (Hammond 2007 (1972) B: 89-91). 167 Για την αμφισβήτηση της αναφοράς του Αιλιανού βλέπε Leiva 2013: 30-32. 168 «Καί πρεσβεῖαι δέ ἐν τούτω ἐκ Ἑλλάδος ἧκον, καί τούτων οἱ πρέσβεις αὐτοί τε ἐστεφανωμένοι Ἀλεξάνδρω προσῆλθον καί ἐστεφάνουν αὐτόν στεφάνοις χρυσοῖς, ὡς θεωροί δῆθεν ἐς τιμήν θεοῦ ἀφιγμένοι» (Αρριανός: Ζ.΄23.2). Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 129 στρατιωτών στην Ώπι τον Απρίλη του 324 π.Χ. ο Αρριανός αναφέρει πως οι στασιαστές, αγανακτισμένοι από τις προθέσεις του, έλεγαν στον Αλέξανδρο με ειρωνική διάθεση να συνεχίσει την εκστρατεία με τον πατέρα του τον Άμμωνα (Αρριανός: Ζ’.8.3). Αργότερα το ίδιο έτος, κατά τις γιορτές των Διονυσίων στα Εκβάτανα, ο Γόργος, ο βασιλικός οπλοφύλακας, διακήρυξε πως στεφανώνει κι αυτός το γιο του Άμμωνα με 3000 χρυσά στεφάνια (Droysen/Αποστολίδης 1993: 669-670). Χρήσιμες πληροφορίες για τη θεοποίηση του Αλέξανδρου αποκομίζουμε και από τον Πολύβιο, το έργο του οποίου αποτελεί το αρχαιότερο από τα σωζόμενα με αναφορές στον Αλέξανδρο (2 αιώνας π.Χ.). Ο Πολύβιος επαινεί τους ρήτορες ος της εποχής του Αλεξάνδρου, οι οποίοι στάθηκαν ενάντιοι «ταῖς Ἀλεξάνδρου τιμαῖς ταῖς ἰσοθέοις» και στέκεται ιδιαίτερα στο Δημοσθένη, που κατέκρινε το θνητό Αλέξανδρο, ο οποίος έλαβε την αιγίδα και τον κεραυνό (Πολύβιος:12.23). Οι παραπάνω αναφορές είναι σημαντικές, διότι μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι το ζήτημα της θεοποίησης του Αλέξανδρου ακόμη συζητείτο κατά το 2 αιώνα π.Χ. Συν τοις άλλοις, ο Πολύβιος κάνει λόγο ο για τιμές «ισόθεου», όχι θεού, κάτι που μας προσανατολίζει περισσότερο στο να δεχτούμε ότι ο Αλέξανδρος επιδίωκε την αποθέωσή του, να γινει ισόθεος ως ένδοξος βασιλιάς και όχι θεός. Τέλος, ο Πολύβιος επιβεβαιώνει τα αποθεωτικά χαρακτηριστικά της αιγίδας και του κεραυνού στην εικονογραφία του Αλέξανδρου κατά την εποχή του. Ίσως σε κάποιο βαθμό προς αυτή την κατεύθυνση της θεοποίησης να κινήθηκε και το οικογενειακό του και γενικότερα το στενό του περιβάλλον, κυρίως η μητέρα του Ολυμπιάδα, όπως τεκμαίρεται από μια δήλωση που ο Αρριανός βάζει στο στόμα του Καλλισθένη: πως δηλαδή το κατά πόσο ο Αλέξανδρος είναι μέτοχος μιας θεϊκής ουσίας εξαρτάται από τον ίδιο τον ιστορικό το αν θα γίνει πιστευτό, και όχι από τα ψέμματα που αραδιάζει η Ολυμπιάδα για τη γέννησή του (Droysen/Αποστολίδης 1993:Α-221, Β-464-65). Οι ιστορίες της Ολυμπιάδας με τις αναφορές της στην πατρότητα του Αλέξανδρου «ἐκ δράκοντος ἤ Ἄμμωνος» εμφανίζονται και στους λόγους του φιλοσόφου Δίωνος Χρυσοστόμου (Περί Βασιλείας, Δ΄, 19). Μάλιστα ο Πλούταρχος αναφέρει κι ένα περιστατικό, που δείχνει τη στενή σχέση του Αλέξανδρου με τον Άμμωνα, ήδη…πριν από τη γέννησή του: σύμφωνα με αυτό, ένας Δελφικός χρησμός επέβαλε στο Φίλιππο να θυσιάσει στον Άμμωνα, τον οποίο θα έπρεπε να σέβεται περισσότερο από κάθε άλλον θεό. Επίσης, το μαντείο αποκάλυψε στο Φίλιππο πως θα έχανε το ένα του μάτι, αυτό με το οποίο κρυφοκοίταξε από την πόρτα την Ολυμπιάδα, την ώρα που πήγαινε μαζί της ο θεός με μορφή φιδιού (Πλούταρχος, Αλέξανδρος: 3). Παράλληλα με τις ιστορίες του περιβάλλοντος του Αλέξανδρου, αρχαιολογικά τεκμήρια, όπως τα ασημένια «δεκάδραχμα του Πώρου» ή το αμφιλεγόμενο χρυσό μετάλλιο του Mir Zakah (βλέπε κεφ. 2.4.1) δείχνουν πως η διαδικασία ηρωοποίησης και αποθέωσης του Αλέξανδρου μέσω της τέχνης, που κορυφώθηκε κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή, ξεκίνησε πιθανόν όσο ο Αλέξανδρος ήταν ακόμα εν ζωή και οπωσδήποτε μετά την επίσκεψή του στο μαντείο του Άμμωνος –Διός στη Σίβα. Η απαίτηση μάλιστα του Αλέξανδρου να του αποδοθούν θεϊκές τιμές από τις ελληνικές πόλεις συνδέεται πιθανόν και με την πολιτική της συγχώνευσης της ανατολής με τη δύση (Droysen / Αποστολίδης 1993: Β-634). Η πολιτική αυτή ένωση θα μπορούσε αρχικά να γίνει εφικτή μόνο μέσα από το πρόσωπο του ηγεμόνα αυτής

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 130 της οικουμενικής αυτοκρατορίας, δηλαδή του Αλέξανδρου. Επομένως, προκειμένου να ισχυροποιήσει το συμβολισμό του προσώπου του, προχώρησε στη θεοποίησή του στην ανατολή και προς ολοκλήρωση του πολιτικού του οράματος απαίτησε η θεϊκή του υπόσταση να αναγνωριστεί και στη δύση. Πάντως οι Έλληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας μάλλον με σκωπτική διάθεση και ειρωνεία δέχτηκαν αυτήν την απαίτηση του Αλέξανδρου: «Αφού ο Αλέξανδρος θέλει να είναι θεός, ας είναι και θεός!», είπαν οι Σπαρτιάτες, ενώ και ο Δημοσθένης είπε στην αθηναϊκή εκκλησία του δήμου πως ο Αλέξανδρος, εφόσον το θέλει, μπορεί να είναι και γιος του Δία ή του Ποσειδώνα, όπως αναφέρει ο Υπερείδης σε λόγο του κατά του Δημοσθένη για την υπόθεση του χρηματισμού του αντι –Μακεδόνα ρήτορα από τον Άρπαλο, το φυγάδα θησαυροφύλακα του Αλέξανδρου. Στις ίδιες κατηγορίες κινήθηκε και ο Δείναρχος, σε λόγο που εκφώνησε κατά του Δημοσθένη στις αρχές του 323 π.Χ., επίσης για τη δίκη του χρηματισμού του από τον Άρπαλο. Προκειμένου να αποδείξει το ασταθές του ήθους του Δημοσθένη , τον κατηγόρησε πως άλλοτε υποστήριζε πως πρέπει να αποδίδονται οι θείες 169 τιμές μόνο στους παραδεδομένους θεούς και άλλοτε είχε δηλώσει πως ο δήμος της Αθήνας δεν πρέπει να αμφισβητεί τις θεϊκές τιμές στον Αλέξανδρο. Άλλοι πάλι τάχθηκαν κατά της απόδοσης θεϊκών τιμών στον Αλέξανδρο, όπως ο Πυθέας και ο Λυκούργος. Η κυρίαρχη άποψη των κατοπινών συγγραφέων πάντως, έτσι όπως αποκρυσταλλώθηκε αργότερα και από τον Πολύβιο (βλέπε παραπάνω), φαίνεται πως έδινε δίκιο στους Αττικούς ρήτορες για την ορθότητα της πολεμικής τους κατά της θεοποίησης του Αλέξανδρου (Droysen/Αποστολίδης 1993: Β-634-35, Luschen 2013: 48-49, 53, Καργάκος 2014:184-186). Από τα παραπάνω γίνεται σαφές πως στην Αθήνα το ζήτημα της θεοποίησης του Αλέξανδρου προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, στις οποίες ενεπλάκησαν σπουδαίοι ρήτορες και πολιτικοί, όπως ο Δημοσθένης, ο Δημάδης και ο Υπερείδης , 170 αντιπαράθεση που φαίνεται πως έληξε με τη συμβιβαστική λύση να λατρεύεται ο Αλέξανδρος ως…Διόνυσος (σύμφωνα με μια αμφιλεγόμενη μαρτυρία του Διογένη Λαέρτιου). Φαίνεται πως η πρόταση θεοποίησης του Αλέξανδρου από το Δημάδη δεν έγινε κατ’ εντολή του Μακεδόνα βασιλιά, αλλά ήταν μάλλον μια πρωτοβουλία του φιλομακεδόνα ρήτορα, που, όχι μόνο απορρίφθηκε, αλλά του κόστισε τελικά κι ένα βαρβάτο χρηματικό πρόστιμο. Άλλωστε ο Δημάδης ήταν αυτός που, όταν αναγγέλθηκε στους Αθηναίους ότι ο Αλέξανρος πέθανε, αυτός αντέδρασε και είπε πως αν κάτι τέτοιο ίσχυε, όλος ο κόσμος θα καλυπτόταν από την ευωδία του νεκρού (ενώ στη συνέχεια υπήρξε και αντίδραση του Φωκίωνα, Πλουτάρχου, Φωκίων, 22.5-6). Ο Δημοσθένης πάλι, όπως είδαμε, αντιμετώπισε το ζήτημα 169 Σύμφωνα με τον Αισχίνη (στο λόγο του «Κατά Τιμάρχου») ο Δημοσθένης καταφέρθηκε κατά του Αλέξανδρου χαρακτηρίζοντάς τον άμουσο και απαίδευτο άνθρωπο, ενώ και ο Πλούταρχος παραδίδει πως στο λόγο που εκφώνησε ο Αθηναίος ρήτορας μετά την καταστροφή της Θήβας, προκειμένου να πείσει τους συμπολίτες του να μην παραδώσουν τον ίδιο και άλλους τέσσερις πολιτικούς στον Αλέξανδρο ως ομήρους, χαρακτήρισε το Μακεδόνα βασιλιά «μονόλυκο» (Καργάκος 2013: 166, 215). 170 Stewart 1993: 23. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 131 μάλλον με ειρωνεία, ίσως και με καιροσκοπισμό και ο Υπερείδης ήταν επικριτικός, καθότι στο λόγο που εκφώνησε για τους νεκρούς του Λαμιακού Πολέμου το 322 π.Χ. κάνει λόγο για εξαναγκασμό των Αθηναίων να αποδίδουν θεϊκές τιμές σε ανθρώπινα πρόσωπα, υπονοώντας την επιβολή των Μακεδόνων, αν πράγματι βέβαια στο συγκεκριμένο λόγο αναφερόταν στο ζήτημα της θεοποίησης του Αλέξανδρου (Stirpe 2006: 101, Μπουραζέλης 2008: 64, 68-70, leiva 2013: 32-33, Luschen 2013: 54, 56). Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν μαρτυρίες που αποδεικνύουν πως ο ίδιος ο Μακεδόνας βασιλιάς ειρωνευόταν τη «θεϊκή» υπόστασή του , μην πιστεύοντας βεβαίως σ’ αυτήν, αλλά 171 πως ήταν μια αίσθηση πολιτικού κριτηρίου που του ενέπνευσε τη στροφή προς το… θεϊκότερον, όπως μαρτυρεί και ο Πλούταρχος (Πλουτάρχου Αλέξανδρος, 28, Μπουραζέλης 2008: 68). Ο Αλέξανδρος είχε το πολιτικό αισθητήριο για να διαγνώσει πως η απόδοση θεϊκών τιμών στο πρόσωπό του παράλληλα με την ανεξιθρησκία και το σεβασμό των ηθών και εθίμων των κατακτημένων λαών θα λειτουργούσε θετικά για τη συνοχή της τεράστιας αυτοκρατορίας του. Άλλωστε θα πρέπει να είχε γνώση των απόψεων του δασκάλου του, του Αριστοτέλη, ο οποίος στα Πολιτικά του διακρίνει πέντε τύπους μοναρχίας, εκ των οποίων τον τελευταίο και ανώτερο τον χαρακτηρίζει ως παμβασιλεία, δηλαδή απόλυτη μοναρχία έναντι «πόλεως καί ἔθνους ἕνός ἤ πλειόνων» με βάση τη βούληση ενός βασιλιά (Αριστοτέλη, Πολιτικά, 1285b, 1287a). Τονίζει ακόμη ο Αριστοτέλης πως αυτό το είδος βασιλείας και διαχείρησης των κοινών είναι δίκαιο να υφίσταται, μόνο όταν ο ένας, ο βασιλιάς, (ή το γένος, η οικογένειά του) υπερέχει από τους υπόλοιπους ανθρώπους πάρα πολύ στην αρετή, οπότε και αυτοί οφείλουν να τον υπακούν. Για τον Αριστοτέλη, άλλωστε, ένας τέτοιος άνδρας, ανώτερης αρετής και πολιτικής ικανότητας, θα φαινόταν σαν θεός ανάμεσα στους υπόλοιπους (Αριστοτέλη, Πολιτικά, 1284 , 1288 , Tarn 1948 (2014): 128, Stirpe 2006: 102-103). Είναι α α ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πως σπέρματα των απόψεων αυτών του Αριστοτέλη υπάρχουν και στη φιλοσοφική σκέψη του δικού του δασκάλου, του Πλάτωνα. Πράγματι, ο Πλάτων στην Πολιτεία του, περιγράφοντας το καθήκον του φιλόσοφου –βασιλιά, τονίζει ότι όσο αυτός πλησιάζει το «θεϊκό και κόσμιο», τόσο και και ο ίδιος γίνεται «θεϊκός και κόσμιος», εξομοιούμενος με αυτό. Επομένως, είναι λογικό να υποθέσουμε πως τέτοιες 172 διδαχές αποτέλεσαν τη βάση –αλλά όχι τη μοναδική αιτία - της ενάρετης φύσης του 171 Σύμφωνα με τον Αθήναιο, ο Φύλαρχος, στο 6 βιβλίο των Ιστοριών του αναφέρει πως, όταν ο Νικησίας ο ο αυλοκόλακας είδε τον Αλέξανδρο να έχει σπασμούς από ένα φάρμακο που είχε πάρει, του είπε: «Βασιλιά μου, τι πρέπει να κάνουμε εμείς, όταν εσείς οι θεοί υποφέρετε έτσι»; Για να πάρει την απάντηση από τον Αλέξανδρο, που μετά βίας μπορούσε να σηκώσει το βλέμμα του: «Ποιοι θεοί; Φοβάμαι μήπως γίναμε εχθροί γι’ αυτούς τους θεούς» (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 6.58, βλέπε http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus:text:2013.01.0003:book=6:chapter=58&highlight =alexander). Σύμφωνα με τον Πλούταρχο πάλι, (Αλέξανδρος, 28), όταν μια φορά ο Αλέξανδρος πληγώθηκε από βέλος και από το τραύμα άρχισε να τρέχει αίμα, είπε στους γύρω του: «Αυτό, φίλοι μου, είναι το ρέον αίμα μου και όχι ιχώρ, σαν κι αυτόν που ρέει στις φλέβες των αθανάτων». 172 «θείω δή καί κοσμίω ὅ γε φιλόσοφος ὁμιλῶν, κόσμιος τε καί θεῖος εἰς τό δυνατόν ἀνθρώπω γίγνεται» (Πλάτων, Πολιτεία,6.500b).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 132 Αλέξανδρου, της προσπάθειάς του για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας ηγεμονίας, καθώς και της επιδιωκόμενης προβολής του αντίστοιχα ως «θεού»ή «γιου θεού». Συν τοις άλλοις, ο Αλέξανδρος θα πρέπει να είχε οπωσδήποτε υπόψη του αυτό που ο εκατόχρονος Ισοκράτης έγραψε στον «Παναθηναϊκό» του το 339 π.Χ. απευθυνόμενος στον πατέρα του Φίλιππο, στο πλαίσιο της διατύπωσης της Πανελλήνιας Ιδέας: «Κι όταν θα έχεις αναγκάσει τους Πέρσες να υπηρετούν τους Έλληνες και το μεγάλο βασιλιά να εκτελεί ότι εσύ προστάζεις, δε θα χρειάζεσαι τίποτα άλλο, παρά να γίνεις θεός». Ο Αλέξανδρος αυτό το έπραξε και – ακολουθώντας 173 αποδεδειγμένα το «φιλίππειο» πρότυπο (βλέπε υποσημείωση 3)– είναι εξίσου λογικό να συμπεράνουμε πως καί η προτροπή αυτή του Ισοκράτη τον οδήγησε στη σύλληψη της απόδοσης θεϊκών τιμών στο πρόσωπό του, τιμές που, εν τέλει, δε σήμαιναν ότι είχε πιστέψει ότι ήταν θεός, όπως αντιλαμβανόμαστε σήμερα τη λέξη. Περισσότερο σήμαιναν μια αναγνώριση της εξέχουσας φύσης του και των υπεράνθρωπων πράξεών του, μια ύψιστη αναγνώριση της αριστείας του σε βαθμό τέτοιο, που να θεωρεί ότι δικαιούται να είναι πάρεδρος των θεών. Εν τέλει είναι δύσκολο να αποφανθούμε σε ποιο βαθμό ικανοποιήθηκε πλήρως η επιθυμία του Αλέξανδρου να του αναγνωρίζεται θεϊκή καταγωγή όσο ο ίδιος ήταν εν ζωή και ο τίτλος «γιος του Άμμωνα» μπορεί τελικά να έμεινε σε επίπεδο κολακείας, χωρίς τη θεσμοθέτηση αντίστοιχης λατρείας. Πέρα από τα προαναφερόμενα τεκμήρια, που οπωσδήποτε φανερώνουν ότι η αναγνώριση θεϊκής καταγωγής ήταν μέσα στους στόχους του Αλέξανδρου, υπάρχουν και κάποιες άλλες ενέργειές του, που δεν πρέπει να θεωρούνται αποδείξεις αυτής της πολιτικής. Αναφέρεται, για παράδειγμα, από τον Πλούταρχο ότι ο Αλέξανδρος μια φορά ορκίστηκε στον Άμμωνα (και σε άλλους θεούς) ότι αγαπά τον Ηφαιστίωνα και τον Κρατερό περισσότερο απ’ όλους τους ανθρώπους, αλλά αυτό δε φανερώνει για τον Αλέξανδρο και υιοθέτηση θεϊκής υπόστασης «ως γιος του Άμμωνα» (Πλουτάρχου:Αλέξανδρος, 47). Το ίδιο μπορούμε να ισχυριστούμε και για τις σπονδές που έκανε ο Αλέξανδρος στον Άμμωνα, στον Ηρακλή και στος άλλους θεούς, κατά την έναρξη της πλεύσης του Υδάσπη ποταμού, ή για τις θυσίες που έκανε στα νησιά των εκβολών του Ινδού ποταμού, κατά παραγγελία του Άμμωνα, όπως ο ίδιος είπε (Αρριανός: ΣΤ.΄3.2, 19.4): οι ενέργειες αυτές φανερώνουν τη γνωστή ευσέβεια του Αλέξανδρου καί προς τον Άμμωνα, δεν αποτελούν τεκμήρια προβολής του ως θεϊκού του πατέρα. Ωστόσο, ενέργειες τέτοιου είδους θα μπορούσαν να δώσουν λαβή στον περίγυρο του Μακεδόνα βασιλιά να αρχίσουν να διαδίδουν διάφορα. Στην Αίγυπτο πιθανότατα ο Αλέξανδρος δεν είχε απολαύσει θεϊκές τιμές όσο ήταν εν ζωή και παραμένει ασαφές το κατά πόσο τελικά αναγορεύτηκε Φαραώ από το τοπικό ιερατείο (Leiva 2013: 21-24). Βέβαια υπάρχουν αναφορές ότι ο Αλέξανδρος φορούσε την αμφίεση και τα κέρατα του Άμμωνα, ανάμεσα στους τύπους άλλων θεών, όπως του Ερμή (πέτασος και κηρυκείο), του Ηρακλή (λεοντή και ρόπαλο) ακόμη και της Αρτέμιδος (με τόξο 173 Κανατσούλης 1967: 21, Bengston 1991 (1968): 293. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 133 πάνω από τους ώμους, Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 12.53) . Ο Κούρτιος Ρούφος τον 1 αιώνα 174 ο μ.Χ. επισημαίνει πως στην Αίγυπτο όλοι οι Φαραώ θεωρούνταν ότι είναι γιοι του Άμμωνα /Άμμωνα Ρα , σύμφωνα με την παράδοση, κάτι που αναφέρει και ο Stoneman (Κούρτιος 175 Ρούφος: 202, Stoneman 2011: 39). Αν, επομένως, δεχτούμε ότι τελικά πράγματι ο Αλέξανδρος αναγορεύτηκε Φαραώ της Αιγύπτου, τότε η ιδιότητα του γιου του Άμμωνα θα μπορούσε, σε ένα πρώτο στάδιο τουλάχιστον, να είχε καθιερωθεί ως ακριβώς ένας παραδοσιακός συνοδευτικός τίτλος του αξιώματός του . Τέλος, αξίζει να αναφερθεί πως σύμφωνα με τη 176 διήγηση και του ψευδο-Καλλισθένη ο θεός Σάραπης στην Αίγυπτο φανέρωσε στον Αλέξανδρο ότι θα προσκυνηθεί σαν θεός όσο ζει και θα αποθεωθεί όταν θα πεθάνει για να λαμβάνει δώρα βασιλικά (Καλλισθένης 2005:144). Συνεπώς, η οικογενειακή παράδοση της θεϊκής καταγωγής του Αλέξανδρου, που διέδιδε μάλλον η Ολυμπιάδα, - καθοριστική στην επιρροή της και σ’ αυτό το πεδίο -, οι φιλοσοφικές θεωρίες και διδαχές του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, η πιθανή ανακήρυξή του σε Φαραώ «γιο του Άμμωνα» στην Αίγυπτο, ο χρησμός που πήρε από το Μαντείο του Άμμωνα στη Σίβα (όπου αποκλήθηκε γιος του Δία), τα πρότυπα λατρείας προγενέστερων ηγεμόνων και σημαντικών ανδρών που είχε –με πρώτο και καλύτερο του πατέρα του – και η επιδίωξή 177 174 Ο Χατζόπουλος (2014: 27) θεωρεί ότι οι συγκεκριμένες αναφορές αποτελούν μέρος της μετά θάνατον συκοφαντικής δυσφήμισης του Αλέξανδρου, με στόχο να τον παρουσιάσουν οι εμπνευστές της ως παράφρονα. 175 Μάλιστα αναφέρει πως μέσα στο ιερό του θεού στην όαση της Σίβα υπήρχε το άγαλμά του, με ανθρώπινο σώμα αλλά με κεφαλή και κέρατα κριαριού (Κούρτιος Ρούφος: 205). 176 Ο Ρωμαίος συγγραφέας Άουλος Γέλλιος (Aulus Gellius, 125-180 μ.Χ.) πάλι στο έργο του Αττικές Νύχτες γράφει πως ο Αλέξανδρος σε μια επιστολή του προς την Ολυμπιάδα έγραψε ως «Βασιλευς Αλέξανδρος, υιός του Άμμμωνος Διός», (13.4). O Tarn πάλι σημειώνει πως ο ίδιος ο Αλέξανδρος δεν αποκάλεσε ποτέ τον εαυτό του «γιο του Άμμωνα» (Tarn 1948 (2014): 127). 177 Αξίζει να σημειωθεί πως ο Αλέξανδρος δεν ήταν ο πρώτος Έλληνας στον οποίο αποδόθηκαν θεϊκές τιμές: μαρτυρίες αρχαίων πηγών αφήνουν υπόνοιες για κάτι αντίστοιχο όσον αφορά τους φιλοσόφους Πυθαγόρα, Εμπεδοκλή, τον τύραννο Κλέαρχο στην Ηράκλεια Ποντική, ακόμα και τον πατέρα του Φιλίππου Αμύντα, για τον οποίο μαρτυρείται ιερό στην Πύδνα (Stirpe 2006: 105-106, 108-109). Ειδικά για τον Κλέαρχο (δολοφονήθηκε το 352 π.Χ.) αναφέρεται ότι ανακήρυξε τον εαυτό του «γιο του Διός» και απαιτούσε από τους υπηκόους του ανάλογες τιμές (Κανατσούλης 1967: 20, Bengston 1991 (1968): 272). Εξάλλου δείγμα λατρείας ως θεού ενός άλλου παλιότερου Μακεδόνα βασιλιά, του Αρχέλαου, αποτελεί μια μεταγενέστερη ελληνιστική επιγραφή από την Εορδαία (Hammond 2007: 412). Το 404 π.Χ. οι ολιγαρχικοί Σάμιοι, οι οποίοι αποκαταστάθηκαν στην πατρίδα τους από το Λύσανδρο, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, του απέμειναν τη λατρεία θεού, ενόσω αυτός ακόμα ζούσε, με βωμούς, χαρακτηριστικό παιάνα και μετονομασία της γιορτής των Ηραίων σε Λυσάνδρεια. Εξάλλου και για το Φίλιππο μαρτυρείται τάση θεοποίησης όσο ήταν εν ζωή και μάλιστα από τους Αμφιπολίτες, οι οποίοι του προσέφεραν θυσίες «ως θεώ», τιμώντας τον έτσι διότι τους απάλλαξε από την αθηναϊκή ηγεμονία. Άλλες ενδείξεις θεοποίησής του ήταν το θεοπρεπές είδωλό του, που συνόδεψε τα 12 των Ολυμπίων θεών κατά την πομπή στο θέατρο των Αιγών τη μοιραία μέρα της δολοφονίας του («…ἒπόμπευε θεοπρεπές εἲδωλον, σύνθρονον εαυτόν ἀποδεικνύοντος τοῦ βασιλέως τοῖς δώδεκα θεοῖς», Διοδωρός Σικελιώτης 15.92), μια επιγραφή από την Ερεσό της Λέσβου, που κάνει λόγο για βωμό στο Φιλίππειο Δία, η λατρεία του από τους Αθηναίους στο γυμνάσιο των Κυνοσαργών ως σύνναιου και πάρεδρου του Ηρακλή, μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, σύμφωνα με μια αναφορά του Κλήμη του Αλεξανδρέα. Αντιθέτως, μάλλον τιμητικού –ηρωικού χαρακτήρα πρέπει να ήταν δύο αγάλματά

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 134 του να κρατήσει ενωμένη την αυτοκρατορία του σίγουρα συνέβαλαν καθοριστικά στην υιοθέτηση της στρατηγικής θεοποίησης του εαυτού του. Υπάρχει μάλιστα και η άποψη πως όλες τις μεγάλες πράξεις και κατορθώματά του τα έκανε ακριβώς στην προσπάθειά του να κερδίσει από τον κόσμο την απόδοση θεϊκών τιμών (Leiva 2013: 14) έχοντας σ’ αυτό ως πρότυπο το μυθικό πρόγονό του και πανελλήνιο ήρωα Ηρακλή, ο οποίος κέρδισε μια θέση ανάμεσα στους αθάνατους του Ολύμπου χάρη στους άθλους του. Και πάλι, εφόσον δεχτούμε αυτή τη θεώρηση, διαφαίνεται ένας έντονος ρομαντισμός στο χαρακτήρα του Αλέξανδρου και βέβαια το πρότυπο της αξιοσύνης και αρετής: μόνο ο άξιος δικαιούται θεϊκές τιμές κι ο Αλέξανδρος τις επιδίωξε αφού πρώτα, σύμφωνα με τη λογική του, απέδειξε ότι τις αξίζει, σε αντίθεση με αρκετούς μεταγενέστερους Ρωμαίους αυτοκράτορες. Οι αναφορές του Παυσανία και του Αρριανού κατά το 2 αιώνα μ.Χ., για τις οποίες ήδη ο έγινε λόγος, (βλέπε κεφάλαιο 2.1) μαρτυρούν την επιβίωση της απόδοσης θεϊκών τιμών στο πρόσωπό του (ως γιου του Άμμωνα, σύμφωνα με τον Παυσανία) εκείνη την εποχή και μάλιστα από τους Μακεδόνες (βλέπε και τα αρχαιολογικά τεκμήρια του επόμενου κεφαλαίου). Βέβαια, δεν πρέπει να λησμονούμε και την απορριπτική ως ειρωνική στάση έναντι της θεοποίησης του Αλέξανδρου που καταγράφεται σε συγγραφείς πολλά χρόνια μετά το θάνατό του, από τον Αγαθαρχίδη το 2 αιώνα π.Χ. ως το Λουκιανό και τον Κλήμη ο τον Αλεξανδρέα το 2 αιώνα μ.Χ. Επιπλέον, μια αναφορά του Πλουτάρχου, μας επιτρέπει να ο συμπεράνουμε πως η «θεϊκή καταγωγή» του Αλέξανδρου αποτελούσε ίσως κοινό τόπο στα κείμενα αρχαίων ιστορικών: στο έργο του Περί Ὄρων, ο Πλούταρχος αναφέρει ένα απόσπασμα από το χαμένο έργο του Δέρκυλλου, ο οποίος περιέγραψε ένα θαυμαστό περιστατικό λίγο πριν τη μάχη του Αλέξανδρου με τον Πώρο, όταν ένας ελέφαντας του Ινδού βασιλιά ξαφνικά ανέβηκε στο λόφο του Ήλιου και άρχισε με ανθρώπινη μιλιά να προτρέπει τον Πώρο να μην πολεμήσει με τον Αλέξανδρο γιατί αυτός «Διός ἐστιν…» (Luschen 2013: 60-61). Ακόμη και στον προχωρημένο 4 αιώνα μ.Χ. καταγράφονται αναφορές στο θεϊκό ο χαρακτήρα του Αλέξανδρου από το Θεμίστιο, τον Ιμέριο το Σοφιστή και βέβαια τον Ιωάννη Χρυσόστομο, με την αντιπαράθεση του παλιού θεάνθρωπου Αλέξανδρου με το νέο Θεάνθρωπο Χριστό (βλέπε αναλυτικά κεφάλαιο 2.1). Τέλος, πρέπει να επισημανθεί πως, στο πλαίσιο της γενικότερης μίμησης του Αλέξανδρου, οι ελληνιστικοί ηγεμόνες υιοθέτησαν από αυτόν και την άποψη της θεϊκής καταγωγής για τους ίδιους και τις δυναστείες τους (Φάσσα 2012: 117) και επέβαλαν την αντίστοιχη λατρεία τους από τους υποτελείς τους. Θυμίζουμε τη λατρεία του θεοποιημένου Πτολεμαίου Σωτήρα που καθιέρωσε με τη γιορτή των Πτολεμαίων ο γιος του, Πτολεμαίος Β΄. του, ένα στο Αρτεμίσιο της Εφέσσου από τους κατοίκους της πόλης και το άλλο στην αθηναϊκή αγορά, όπως επίσης και το περίφημο Φιλιππείο του στο ιερό του Διός στην Ολυμπία (Stirpe 2006: 106, 110-111, Μπουραζέλης 2008: 57,59, Leiva 2013: 11). Ένα ακόμα στοιχείο είναι και η μετά θάνατον λατρεία του στην πόλη των Φιλίππων (ως ιδρυτή μάλλον της πόλης), όπου μαρτυρούνται δύο τεμένη προς τιμήν του, σύμφωνα με επιγραφή του β’ μισού του 4 αιώνα π.Χ., που εκτίθεται στο μουσείο Φιλίππων. Τέλος και ο ψευδο-Καλλισθένης αναφέρει ου (παραλλαγή α΄) πως ο Αλέξανδρος τοποθέτησε το σώμα του Φιλίππου σε πολυτελή τάφο, πάνω από τον οποίο ίδρυσε ναό (Καλλισθένης 2005: 102,104). Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 135 Θεοποιημένος, δίπλα στο Δία, τον Αλέξανδρο και τον Ηρακλή, εμφανίζεται ο Πτολεμαίος Α΄ και στην ποίηση του Θεόκριτου, όπως επισημάνθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Επιγραφές από την Κω και τη Ρόδο του 3 αιώνα π.Χ. επιβεβαιώνουν τη λατρεία των Πτολεμαίων και ου μάλιστα μαζί με αυτήν του Αλέξανδρου (βλέπε επόμενο κεφάλαιο). Τεκμήρια της λατρείας των διαδόχων βρίσκουμε έναν αιώνα μετά το θάνατο του Αλέξανδρου στη βασίλειο της Μακεδονίας και συγκεκριμένα στην Αμφίπολη, όπου βρέθηκε επιγραφή –σήμερα στο Μουσείο Αμφίπολης - με αναφορά στη λατρεία του Δία και του βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονου Δώσωνα (228-217 π.Χ.). Ο Πλούταρχος πάλι στο δεύτερο λόγο του Περί Αλεξάνδρου Τύχης ή Αρετής αναφέρεται ειρωνικά σε μια σειρά μεταγενέστερων (αλλά και προγενέστερων) του Αλέξανδρου Ελλήνων ηγεμόνων, οι οποίοι, ζηλεύοντας το μεγαλείο του, υιοθέτησαν μεγαλόσχημους «θεϊκούς» τίτλους, έχοντας πρότυπο τον «Ἁμμώνειο» Αλέξανδρο, χωρίς ωστόσο να το αξίζουν. Ενδεικτικά αναφέρει τον «Ποσειδώνα» Κλείτο, το «θεόσταλτο» Δημήτριο, που έδινε «χρησμούς», όχι απαντήσεις σε όσα τον ρωτούσαν, το Λυσίμαχο, που ἀγγιζε με το δόρυ του τον ουρανό, τον κεραυνοφόρο Κλέαρχο (Πλούταρχος Β΄: 86-88). Ωστόσο, η λατρεία των διαδόχων δε διήρκεσε και δε στάθηκε δυνατή, τουλάχιστον όσο αυτή του ίδιου του προτύπου τους, του Αλέξανδρου.

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 136 2.6. Τόποι λατρείας Γνωρίζουμε ότι ο Αλέξανδρος λατρεύτηκε μετά θάνατον σε διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου. Πρώτοι, βέβαια, που έσπευσαν να αποδώσουν ηρωικές και θεϊκές τιμές στο πρόσωπό του, ήταν οι άμεσοι διάδοχοι και στρατηγοί του, o Πτολεμαίος στην Αλεξάνδρεια, ο Ευμένης στη στρατιωτική σκηνή του Αλέξανδρου και Πευκέστας στην Περσέπολη (βλέπε αναλυτικά κεφάλαιο 2.7.). Παράλληλα, μια σειρά από ιερά ιδρύονται για τη λατρεία του Αλέξανδρου. Ο Αθήναιος μάλιστα αναφέρει ότι κάποιος συγγραφέας ονόματι Ιάσων έγραψε μια πραγματεία για τα Ιερά του Αλέξανδρου (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 14.12). Εκτός από τις μαρτυρίες των αρχαίων κειμένων υπάρχουν και άλλα τεκμήρια της λατρείας του Αλέξανδρου: πρόκειται για αγάλματα, μικρά και μεγάλα λατρευτικού χαρακτήρα, κατασκευές λατρευτικής χρήσης και κυρίως επιγραφές: οι τελευταίες κάνουν λόγο για προσφορά θυσιών στον Αλέξανδρο, για ιερείς του Αλέξανδρου, ή για τους αγώνες προς τιμή του, τα Ἁλεξάνδρεια». Ακόμα, πολλές πηγές αναφέρονται σε ναούς και αγάλματα του Αλέξανδρου. Στη Θεσσαλονίκη του 2 - 3 αιώνα μ.Χ. υπήρξε λατρεία του Αλέξανδρου, σύμφωνα ου ου με μια επιγραφή της πόλης, που κάνει λόγο για έναν ιερέα «Αλεξάνδρου του από Διός». Άλλωστε στην πόλη της Θεσσαλονίκης βρέθηκαν κι άλλες επιγραφικές μαρτυρίες που πιστοποιούν την λατρεία του Μακεδόνα βασιλιά: πρόκειται για ενεπίγραφες πλάκες – ορθοστάτες ενός βάθρου για ένα πολυπρόσωπο λατρευτικό σύνταγμα της οικογένειας του 178 Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το βάθρο ανήκε σε σημαντικό κτήριο λατρευτικού χαρακτήρα (αν και παλιότερα είχε ταυτιστεί με το κτήριο της βιβλιοθήκης) στη βόρεια πλευρά της ρωμαϊκής αγοράς (στη σημερινή οδό Ολύμπου) και χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 2 αιώνα μ.Χ. ου Διαβάζουμε: ΔΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ (ο Μέγας Αλέξανδρος ως γιος του Δία), ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΝ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΝ (η Θεσσαλονίκη, κόρη του Φιλίππου και αδερφή του Αλέξανδρου, γυναίκα του βασιλιά Κασσάνδρου, ο οποίος κι έδωσε το όνομά της στην πόλη που ίδρυσε) και [ΑΛΕΞΑ]ΝΔΡΟΝ [Α]ΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΟΣ (Αλέξανδρος Δ΄, ο γιος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που αναφέρεται πάλι ως γιος του Δία, Αλαμάνη –Σουρή 2003: 107, Χατζηνικολάου 2007: 270-271, Βελένη 2009:83). Στο αρχαιολογικό μουσείο Θεσσαλονίκης εκτίθεται άλλωστε και μια επιγραφή από το βάθρο χάλκινου αγάλματος που αναφέρει ότι η πόλη της Θεσσαλονίκης τιμά τον Αλέξανδρο ως γιο του Δία (τέλη 2 –αρχές 3 αιώνα μ.Χ.). Είναι ίσως η πρωιμότερη ου ου επιγραφή στα ελληνικά που αναφέρει τον Αλέξανδρο ως Μέγα: ….ΠΟΛΙΣ ΒΑΣΙΛΕΑ ΜΕΓΑΝ ΔΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΝ. Η λατρεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου σχετίζεται σαφώς με μια αναβίωση του πατριωτικού αισθήματος των Μακεδόνων της εποχής, όπως επισημάνθηκε στο κεφάλαιο 2.4. και ευνοείται άλλωστε και από Ρωμαίους αυτοκράτορες, όπως ο Καρακάλλας 178 Το σύνταγμα στην αρχαιολογική ορολογία είναι ομάδα αγαλμάτων που αποτελούν ένα θεματικό σύνολο και είναι στημένα μαζί χωρίς να συμπλέκονται μεταξύ τους. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 137 και ο Αλέξανδρος Σεβήρος στο πλαίσιο της Imitatio Alexandri (Ριζάκης /Τουράτσογλου 1999: 956, 958, για την Imitatio Alexandri βλέπε παρακάτω το οικείο κεφάλαιο) . 179 Όμως η Θεσσαλονίκη δεν είναι η μόνη πόλη της Μακεδονίας, όπου μαρτυρείται μια τέτοια λατρεία: στην περιοχή της αρχαίας Λυγκηστίδος (περιοχή Σκοπού στο νομό Φλώρινας) βρέθηκε μαρμάρινο αναθηματικό ανάγλυφο του 3 μ.Χ. αιώνα, με την επιγραφή: ου ΑΥΡΙΛΙΟΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΤΟΝ ΥΙΟΝ ΛΥΣΙΜΑΧΟΝ ΑΝΕΘΗΚΕΝ ΙΣ ΘΕΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΝ (Ριζάκης /Τουράτσογλου 1999: 956, Μπουραζέλης 2008: 70-71). Αντίστοιχα ένα ακόμα ενεπίγραφο επιτύμβιο ανάγλυφο από το χωριό Κάτω Κλεινές του ίδιου νομού μαρτυρεί λατρεία του Αλέξανδρου, καθότι αναγράφεται ΑΛΕΞΑΝΔΡΩ ΘΕΟΕΙΔΙ, όπως επίσης και μια ακόσμητη στήλη με επιγραφή στα λατινικά από το χωριό Vlahcani στο έδαφος των Σκοπίων. Οι δύο 180 στήλες από το νομό Φλωρίνης φέρουν πολυπρόσωπες παραστάσεις θεοτήτων, ανάμεσα στις οποίες απεικονίζεται και ο Αλέξανδρος, μάλιστα ισότιμα με το Δία και την Ήρα στο ανάγλυφο από το Σκοπό. Ο Αλέξανδρος απεικονίζεται εδώ στον τύπο του αιχμηφόρου αλλά να κρατά και ανεστραμμένο ξίφος στο θηκάρι του στο άλλο χέρι (ο λεγόμενος τύπος της Μαγνησίας κατά τον Stewart, Ριζάκης /Τουράτσογλου 1999: 956-957). Όμως ο Αλέξανδρος δε συσχετίζεται μόνο με τη λατρεία του Δία και της Ήρας, αλλά και με τη λατρεία του Δράκοντος και της Δράκαινας, φίδια που απεικονίζονται στην επίστεψη του αναγλύφου από το Σκοπό να συγκρατούν με το στόμα τους ένα αυγό και αναγράφονται και στην επιγραφή από το Vlahcani ισότιμα με τα ονόματα του Αλέξανδρου, του Διός και της Ήρας: …DRACON ET DRACCENAE ET ALEXANDRO EPITYCHANYS… Πρόκειται για φίδια που αποτελούσαν βασικά στοιχεία των τελετουργιών του πανούργου ψευδομάντη Αλεξάνδρου του Αβωνοτειχίτου, σύμφωνα με την περιγραφή του Λουκιανού στο έργο του Ἁλέξανδρος ἤ Ψευδομάντις. Αποτελούσαν χθόνιες θεότητες και στοιχεία λαϊκών δοξασιών που υπήρχαν έντονα στην παλιά πρωτεύουσα των Μακεδόνων, στην Πέλλα, και συσχετίστηκαν με το μύθο της γέννησης του Αλέξανδρου, όπως άλλωστε και ποικίλες αναπαραστάσεις της Ολυμπιάδας με το φίδι από την αρχαιότητα μαρτυρούν. Επιπλέον, απαντώνται σε αρκετά επιτύμβια και αναθηματικά μνημεία του 3 αιώνα μ.Χ. από βόρειες περιοχές της Μακεδονίας (Λουκιανός: ου Ἀλέξανδρος ἤ Ψευδόμαντις 7, Ριζάκης /Τουράτσογλου 1999:957, Χατζηνικολάου 2007: 266-271) . 181 179 Αξίζει να σημειθεί πως στο ίδιο μουσείο πρόσφατα εκτέθηκε ένα σπάνιο εύρημα, προϊόν δυστυχώς αρχαιοκαπηλίας, πιθανόν από τη Μακεδονία: πρόκειται για ορειχάλκινη μακεδονική ασπίδα της πρώιμης ελληνιστικής εποχής με σύμβολα περιμετρικά οκτάκτινα μακεδονικά αστέρια και κεντρικά την Αθηνά Πρόμαχο με την επιγραφή Β[ΑΣΙ]ΛΕΩΣ Α[ΛΕ]ΞΑΝΔΡΟΥ. Αν η ασπίδα αυτή φιλοτεχνήθηκε μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, τότε πρόκειται για επιβίωση του ονόματός του στους τύπους του μακεδονικού στρατού ως ένδειξη σεβασμού της μνήμης του. 180 Χωριό γνωστό και ως Vlachtseni κοντά στο xωριό Sopot της επαρχίας Βέλες του κράτους των Σκοπίων. 181 «Εκεί (στην Πέλλα) είδαν δράκοντες υπερμεγέθεις, σε τέτοιο βαθμό ήμερους και άκακους, ώστε να τρέφονται από τις γυναίκες και να κοιμούνται μαζί με τα παιδιά και να ανέχονται να τους πατούν και να μην αντιδρούν όταν ενοχλούνται και να πίνουν γάλα από το γυναικείο μαστό όπως τα βρέφη, υπήρχαν πολλοί τέτοιοι δράκοντες σε εκείνο το μέρος, εξ’ού και προήλθε εύλογα ο μύθος της Ολυμπιάδας, ότι δηλαδή όταν αυτή κυοφορούσε τον Αλέξανδρο κάποιος όφις κοιμόταν μαζί της» (Λουκιανός, Ἀλέξανδρος ἤ Ψευδόμαντις, 7).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 138 Άλλωστε, το μοτίβο του φιδιού το συναντάμε και στις αναπαραστάσεις των αλεξάνδρειων μεταλλίων από το Αμπουκίρ της Αιγύπτου, όπως ήδη έχει επισημανθεί (βλέπε Dahmen 2008: 530, 527-528, πίνακες 103, 105). Συμπερασματικά, ο συσχετισμός του Αλέξανδρου με το Δράκοντα αποτελεί ένα πανἀρχαιο μοτίβο στην καρδιά της Μακεδονίας κι αυτό αποτελεί ένα στοιχείο που σίγουρα μπορεί να βοηθήσει στην ερμηνεία ορισμένων πολύ μεταγενέστερων, νεοελληνικών παραδόσεων για τον Αλέξανδρο. Στη Βέροια πάλι της Μακεδονίας, έδρα του Κοινού των Μακεδόνων κατά τη ρωμαϊκή εποχή, διοργανώθηκε λατρεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αγώνες προς τιμή του, τα Ολύμπια Αλεξάνδρεια, κατά τον 3 αιώνα μ.Χ., τουλάχιστον από το 229 μ.Χ. και εξής, ο σύμφωνα με μια επιγραφή, υπό την εποπτεία του αυτοκράτορα Αλέξανδρου Σεβήρου (Ι.Ε.Ε. ΣΤ΄ 1976:200, Kuhnen 2005: 229). Επιγραφή του έτους 252 μ.Χ., που είχε στηθεί στην αρχαία αγορά της Θεσσαλονίκης, πόλης –μέλους του Κοινού των Μακεδόνων, αναφέρεται στην τέλεση «τοῦ τῶν Μακεδόνων άγῶνος ἱεροῦ οἰκουμενικοῦ εἰσελαστικοῦ ἰσακτίου Ἀλεξανδρείου», που θα γινόταν μετά τα μέσα Ιουνίου του ίδιου έτους, ίσως κατά το θερινό ηλιοστάσιο (Βελένης 1999: 1317-1319, πιθανόν στο πλαίσιο της λατρείας του Αλέξανδρου Ἠλιου). Μια άλλη επιγραφή του 229 π.Χ. από τη Βέροια στα χρόνια του Σεβήρου Αλέξανδρου κάνει λόγο για τον αγωνοθέτη ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΑΓΩΝΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΟΥ και επιγραφή με παρόμοια αναφορά υπάρχει και από τα χρόνια της βασιλείας του Γορδιανού (238-244 μ.Χ.) και του Γάλλου (το 252 μ.Χ., Luschen 2013: 42). Άλλωστε, αναφορικά με τη Βέροια, υπάρχουν και τα τεκμήρια λατρείας που προσφέρουν οι απεικόνισεις των νομισμάτων του Κοινού των Μακεδόνων, με το λατρευτικό άγαλμα του Αλέξανδρου –βασιλιά σωτήρα πάνω σε κίονα (βλέπε κεφάλαιο 2..4.4.). Τέλος, από την καρδιά της Μακεδονίας, στο μακεδονικό τάφο Δ΄ του ανατολικού νεκροταφείου της πρωτεύουσας Πέλλας, βρέθηκαν χαράγματα του 3 ου αιώνα μ.Χ. που κάνουν λόγο για τον Ηρακλή, τον Κάσσανδρο και τον «Ήρωα Αλέξανδρο», μια ακόμα ένδειξη της επιβίωσης της μνήμης του και της λατρείας του ως ήρωα στη γενἐτειρά του, ενώ σε μια άλλη επιγραφή από την Πέλλα ο Μακεδόνας βασιλιάς επιγράφεται και ως «του Διός» (Luschen 2013: 43, 46). Επιγραφή του 4 αιώνα π.Χ. από την αρχαία Θάσο, που μπορούμε να τη συσχετίσουμε ου με την κεφαλή του αγάλματός του που βρέθηκε εκεί, μαρτυρά επίσης την τέλεση εορτών προς τιμή του Αλέξανδρου, με την ονομασία πάλι Αλεξάνδρεια, την ημέρα των γενεθλίων του, κατά το μήνα Εκατομβαιών, που συνέπιπτε με τους σημερινούς Ιούλιο –Αύγουστο (Θάσος 1989: 197,199, από τα αρχαιότερα μέρη του ελληνικού κόσμου που υπήρξε βεβαιωμένη λατρεία του Αλέξανδρου). Η λατρεία του Μακεδόνα βασιλιά στη Θάσο έχει ιδιαίτερη σημασία. Σε αντίθεση με τις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας, Θάσος δε «χρωστούσε» στον Αλέξανδρο την απελευθέρωσή της από τους Πέρσες, καθότι ήταν ήδη ελεύθερη, αν και υπό μακεδονικό έλεγχο, πριν από την έναρξη της εκστρατείας του στην ανατολή. Επομένως η υιοθέτηση της λατρείας του εκεί θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής και όχι επιβολής, στοιχείο που θα τεκμηρίωνε και μια τάση γενικότερης αποδοχής του Μακεδόνα βασιλιά καί πίσω στη μητροπολιτική Ελλάδα και όχι μόνο ανάμεσα στις πόλεις της Μικράς Ασίας λόγω της απελευθέρωσής τους. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 139 Εξίσου εντυπωσιακή με της Θάσου είναι η αναφορά για αλεξάνδρειους αγώνες και λατρεία του Αλέξανδρου στο Κοινό των Θρακών στη Φιλιππούπολη, κατά τους χρόνους του Καρακάλλα (211 -217 μ.Χ.) και σε συνδυασμό με τη λατρεία του Ρωμαίου αυτοκράτορα, όπως επίσης και η αναφορά για παρόμοια λατρεία και στην πόλη της Οδησσού, στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας στη σημερινή Βουλγαρία (Luschen 2013: 42). Στην περίπτωση αυτή η αλεξανδρολατρία δεν πρέπει να ήταν απλώς μια επιβολή εκ των άνω, από τον «αλεξανδρολάτρη» Καρακάλλα (βλέπε κεφάλαιο 2.6), αλλά μάλλον θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια θρησκευτική γιορτή καταξιωμένη στη συνείδηση των Ελλήνων και εξελληνισμένων Θρακών της περιοχής, στην οποία ο Καρακάλλας προσέδωσε νέα αίγλη. Παρόμοια λατρεία με τέλεση εορτών, με βάση πολλές επιγραφές που βρέθηκαν, πιστοποιείται και για την πόλη της Ρόδου, από το 220 π.Χ., όπου μάλιστα αναφέρεται και ιερέας του Αλέξανδρου μαζί με έναν ιερέα των Πτολεμαίων. Όσο για τις γιορτές αυτές συμπεριλάμβαναν αγώνες και αργότερα (από το 129 π.Χ. τουλάχιστον) και συσχετίστηκαν με τη λατρεία του Διονύσου (Stewart 1993: 419, Luschen 2013: 40-41) . Στην Κω επίσης υπήρχε 182 λατρεία του Αλέξανδρου σύμφωνα με επιγραφή των μέσων του 3 αιώνα π.Χ., που κάνει ου λόγο για αλεξάνδρειο λατρευτικό κτίσμα, στο οποίο υπάρχει συλλατρεία των Πτολεμαίων κυριάρχων του νησιού (Luschen 2013: 41). Λατρεία του Αλέξανδρου πιστοποιείται και στη Μυτιλήνη, με βάση ένα ψήφισμα του νησιού το οποίο εκδόθηκε προς το τέλος της ζωής του Αλέξανδρου και όριζε μια γιορτή για τα γενέθλια του βασιλιά (Price 1986/1996: 474). Η απεικόνιση ενός κερασφόρου νέου στα νομίσματα της πόλης πιθανόν να αποδίδει τον Αλέξανδρο (Luschen 2013: 40). Επίσης, στις ελληνικές πόλεις της Ιωνίας μαρτυρείται λατρεία του: Ο Στράβων (ΙΔ΄ 644) αναφέρει ότι στην περιοχή της Τέω υπήρχε ιερό άλσος προς τιμήν του, όπου γίνονταν αγώνες από το Κοινό των Ιώνων με την ονομασία (και πάλι) Αλεξάνδρεια: «ἄλσος καθιερωμένον Ἀλεξάνδρω τῶ Φιλίππου καί ἀγών ὑπό τοῦ κοινοῦ τῶν Ἰώνων “Ἀλεξάνδρεια” καταγγέλεται συντελούμενος ἐνταῦθα» (Παυσανίας σε Droysen/Αποστολίδης 1993: 203, Luschen 2013: 30-31). Ίδια γιορτή μαρτυρείται και στις Κλαζομενές γύρω στο 260 π.Χ. από μια επιγραφή προς τιμή του Αντίοχου Α΄. «Αλεξάνδρεια» ως γιορτή του Ιωνικού Κοινού μαρτυρούνται και στη Σμύρνη και γιορτάζονταν μάλλον κατά τη μέρα των γενεθλίων του (Dreyer 2009: 246), μια επιγραφή μάλιστα από τη Μεσσήνη κάνει λόγο για έναν αθλητή που συμμετείχε σε αυτά στο αγώνισμα της οπλιτοδρομίας, (Luschen 2013: 31), οπωσδήποτε ένα αγώνισμα ταιριαστό για να τιμάται η μνήμη του Αλέξανδρου, που πρέπει να ήταν άριστος δρομέας και που έκανε πολλές οπλιτοδρομίες σε πραγματικές συνθήκες μάχης κατά την εκστρατεία του. Στις Ερυθρές της Μικράς Ασίας, επίσης, μαρτυρείται από επιγραφή του πρώτου μισού του 3 αιώνα π.Χ. λατρεία του Αλέξανδρου: συγκεκριμένα αναφέρεται πως ου στην πόλη αυτή ο ιερέας του «βασιλιά Αλέξανδρου» είχε μεγάλη υπόληψη στην τοπική 182 Για παράδειγμα, επιγραφή από βασάλτη λίθο του 1 αιώνα π.Χ., που εκτίθεται στο αρχαιολογικό ου μουσείο της Ρόδου, κάνει λόγο για Αλεξάνδρεια, μάλλον τις γιορτές προς τιμήν του Αλέξανδρου. Στο ίδιο κείμενο γίνεται αναφορά και σε ένα ανάθημα του Γυμνασίαρχου της Ρόδου στο θεό Ήλιο.

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 140 κοινωνία. Άλλωστε το μαντείο των Ερυθρών είχε διακηρύξει τη θεϊκή καταγωγή του Αλέξανδρου. Επιπλέον, στην πόλη αυτή βρέθηκε και επιγραφή με αναφορά αγώνων ως «αλεξάνδρειων». Μια ακόμα επιγραφή του 3 αιώνα μ.Χ., με αναφορά επίσης σε ιερέα «θεοῦ ου Ἀλεξάνδρου» (τον T. Flavius Aurelius) φανερώνει τελικά μια περίοδο λατρείας τουλάχιστον έξι αιώνων, από τον τρίτο αιώνα π.Χ. ως τον τρίτο μ.Χ. Στη Μαγνησία του Mαιάνδρου επίσης αναφέρονται γιορτές «Αλεξάνδρειων» τo 206 π.Χ. (Dreyer 2009: 247, Luschen 2013: 31-32, Stewart 1993: 418-419). Στην Έφεσο της εποχής του Τραϊανού μαρτυρείται πως ο Τίτος Στατίλιος Κρίτων υπήρξε «ιερεύς ανακτόρων και Αλεξάνδρου βασιλέως…» (Μπουραζέλης 2008: 70). Άλλωστε στην πόλη αυτή θα πρέπει να υπήρχε μια παράδοση απόδοσης τιμών ιερού προσώπου στον Αλέξανδρο, όπως συμπεραίνουμε άλλωστε και από τις ποικίλες αναπαραστάσεις του που υπήρχαν εκεί, συμπεριλαμβανομένου του πίνακα του Απελλή με τον Αλέξανδρο –κεραυνοφόρο. Στην Πριήνη ακόμα μαρτυρείται η ύπαρξη ενός «Αλεξάνδρειου», ιερού δηλαδή του Αλέξανδρου, για το οποίο κάποιος Μοσχίων γύρω στο 150 π.Χ. προσέφερε χίλιες δραχμές προκειμένου να ανακαινιστεί, σύμφωνα με επιγραφή που βρέθηκε στην Ιερή Στοά της πόλης (Stewart 1993: 335, 420, Μπουραζέλης 2008: παράρτημα). Λατρεία του Αλέξανδρου μαρτυρείται και για το Ίλιον 183 της Τρωάδας, όπου μια από τις τοπικές φυλές έφερε το όνομά του, αλλά και για την Αλεξάνδρεια της Τρωάδας, για την οποία ο Μένανδρος Ρήτωρ (πρώιμος 4 αιώνας μ.Χ.) αναφέρει πως του απονέμονταν τιμές ος ιδρυτή. Λατρεία του ακόμα υπήρχε στα Βαργύλια της Καρίας, όπου μια επιγραφή του 2 -3 ου ου αιώνα μ.Χ. αναφέρει την ανέγερση ενός αγάλματος για την εγκαθίδρυση ή ανανέωση λατρείας για το «θεόν Ἀλέξανδρον». Λατρεία του υπήρχε ακόμα στη Βουβώνα της Λυκίας, όπου το άγαλμά του βρέθηκε σε κτήριο της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής λατρείας. Λατρεἰα του Αλέξανδρου φαἰνεται πως υπήρχε και στη Νίκαια της Βιθυνίας, εφόσον στα νομίσματα που εκοψε η πόλη αυτή το 2 αιώνα μ.Χ. πιθανόν να απεικονίζεται ένα λατρευτικό άγαλμα του ο Αλέξανδρου Κεραυνοφόρου. Ενδείξεις πιθανής λατρείας του υπάρχουν ακόμα για τις πόλεις Κλαυδιούπολη Βιθυνίας και Μαγνησία Σιπύλου (στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της Σμύρνης) . Πιθανή λατρεία του Αλέξανδρου υπήρξε επίσης στη Δήλο (Stewart 1993: 419-420, 184 185 Luschen 2013: 33-35). Αναφέρεται ακόμα πως μετά την απαίτησή του να του αποδίδεται θεϊκή λατρεία η Μεγαλόπολη της Πελοποννήσου ύψωσε προς τιμή του ιερό δίπλα στο ιερό του Άμμωνος (Καργάκος 2014: Γ.185). Στη Μεσσήνη της Πελοποννήσου είναι πιθανό να υπήρχε επίσης λατρεία του Αλέξανδρου σε συνδυασμό με κάποια ηρωλατρεία του Αριστομένη, 183 Λόγω της ιδιαίτερης σημασίας που είχε η πόλη αυτή στη συνείδηση του Αλέξανδρου, την ανακήρυξε αυτόνομη, την απάλλαξε από το φόρο και χρηματοδότησε την ανοικοδόμηση του ναού της Αθηνάς (Dreyer 2009: 247). 184 Ένας βωμός με την επιγραφή ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ από την Κλαυδιούπολη και αναφορές για αγώνες Αλεξάνδρειων στη Μαγνησία, τα οποία, όμως, πιθανόν να τελούνταν προς τιμή του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αλέξανδρου Σεβήρου (222-235 μ.Χ.) και όχι του Μεγάλου Αλεξάνδρου, βλέπε Luschen 2013: 34. 185 Στη Δήλο υπήρξε ένα ανάθημα συντάγματος αγαλμάτων «προγόνων» μεταξύ των οποίων και του Αλέξανδρου (;) από τον Αντίγονο Γονατά, γύρω στα μέσα 3 αιώνα π.Χ. (Stewart 1993: 419). ου Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 141 σύμφωνα με κάποιες αναφορές του Παυσανία και τις ενεπίγραφες βάσεις δύο αγαλμάτων του Αριστομένη και του Αλεξάνδρου που βρέθηκαν εκεί (Luschen 2013: 45). Επίσης η λατρεία του εντοπίζεται και σε άλλα μέρη. Ένα από αυτά ήταν η Αλεξάνδρεια, όπου μαρτυρούνται πολλά ιερά προς τιμή του, με λατρεία διπλού χαρακτήρα, ως ιδρυτή της δυναστείας των Πτολεμαίων, όπως είδαμε, (βλέπε κεφάλαιο 2.4.2.) και ως ιδρυτή της πόλης και παράλληλα χθόνιου θεού /Αγαθού Δαίμονος. Πάπυρος που χρονολογείται την εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού, γύρω στο 120-121 μ.Χ., κάνει σαφή αναφορά σε κάποιον Βουκόλο, «ἱερεῖ Ἀλεξάνδρου κτίστου τῆς πόλεως καί τῶν ἡλεικειῶν». Γνωστή είναι και η περιγραφή του έφιππου ανδριάντα του Αλέξανδρου-κτίστη της πόλης από το Νικόλαο Ρήτορα (ψευδο –Λιβάνιο), γύρω στο 400 μ.Χ. (βλέπε κεφάλαιο 2.2.). Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, φαίνεται πως η λατρεία του Αλέξανδρου ως κτίστη στην Αλεξάνδρεια εγκαινιάστηκε από τον Πτολεμαίο Α΄ Σωτήρα, πιθανόν συγχωνεύτηκε στη δυναστική λατρεία των Πτολεμαίων από τον Πτολεμαίο Β΄, για να επιβιώσει αυτής μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση ως αυτόνομη πάλι λατρεία του οικιστή. Ο πρώτος αρχιερέας της πτολεμαϊκής δυναστικής λατρείας του Αλέξανδρου μαρτυρείται τουλάχιστον από το 290-295 π.Χ., στα χρόνια του Πτολεμαίου Α΄ Σωτήρος, ο οποίος, άλλωστε, είχε τιμήσει τον Αλέξανδρο με «θυσίες ηρωικές» και είχε εγκαθιδρύσει επίσης αγώνες προς τιμήν του, σύμφωνα με το Διόδωρο το Σικελιώτη (18.28.4). Σύμφωνα πάντως με κάποιους ερευνητές, η δυναστική λατρεία του Αλέξανδρου στην Αίγυπτο πρέπει να αρχίζει ήδη από το 304 π.Χ. Ένα πτολεμαϊκό νομοθέτημα των μέσων του 3 αιώνα π.Χ. κάνει σαφή αναφορά σε «ιερό του Αλέξανδρου». Άλλοι πάπυροι με αναφορές ου σε «ιερείς του Αλέξανδρου» μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε πως μέχρι και το τέλος της εξουσίας των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο (οπωσδήποτε ως το 55 π.Χ.) υπήρχε η δυναστική πτολεμαϊκή λατρεία του Αλέξανδρου, ο τόπος τέλεσης της οποίας, σύμφωνα με το Stewart, θα πρέπει να ήταν το Σήμα, ο τάφος του Αλέξανδρου, ενώ ο τόπος της λατρείας του ως οικιστή θα πρέπει να ήταν στην αγορά. Υπάρχουν ακόμα ενδείξεις που μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε πως αρχικά η λατρεία του Αλέξανδρου απευθυνόταν στον ελληνικό πληθυσμό της πόλης και σταδιακά υιοθετήθηκε και από τον αιγυπτιακό (Stewart 1993: 247, 371, 397-399, Fulinska 2011 B: 126, Stoneman 2011: 268, Luschen 2013: 10 -12, 20-2). Ωστόσο, αυτό μπορεί να μην ισχύει για άλλους τόπους απόδοσης θεϊκών –φαραωνικών –τιμών στον Αλέξανδρο, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η λατρεία του Αλέξανδρου στην Αλεξάνδρεια διήρκεσε 700 χρόνια τουλάχιστον, από τον Πτολεμαίο Α΄ ως τον 4 αιώνα μ.Χ. (Luschen 2013: 29). ο Πιθανή λατρεία του Αλέξανδρου μπορεί να υπήρχε και στις πόλεις Ναύκρατη και Μέμφιδα της Αιγύπτου, αν λάβουμε υπόψη την υπόθεση των αναπαραστάσεων των λατρευτικών αγαλμάτων του στα νομίσματά τους, όπως προτείνει η Dahmen (Dahmen 2007: 9-10, 111, Λιάμπη 2008: 102). Πρόσθετο τεκμήριο οικιακού χαρακτήρα λατρείας του Αλέξανδρου ανάμεσα σε άλλες μορφές αποτελεί η εύρεση μιας ομάδας ειδωλίων από το Timai (Θούμις) στην περιοχή του Δέλτα του Νείλου, τα οποία χρονολογούνται μεταξύ 196 και 180 π.Χ. Συγκεκριμένα βρέθηκαν ειδώλια του Αλέξανδρου, της Αφροδίτης (δύο ειδώλια) την Αρσινόης Β΄, της Αρσινόης Γ΄, του Πτολεμαίου Γ΄,του Πτολεμαίου Δ΄, της Βερενίκης Β΄ και της

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 142 Ίσιδος. Στο καθένα από αυτά αντιστοιχούσε ένας μικρός βωμός θυσιών. Επίσης, κτήριο ταφικού χαρακτήρα που βρέθηκε στο Kom Madi στην περιοχή Φαγιούμ, χρονολογημένο στο τέλος του 2 αιώνα π.Χ., έφερε ως στοιχείο ζωγραφικής διακόσμησης τον Αλέξανδρο Αιγίοχο, ου καθώς και άλλα χαρακτηριστικά μακεδονικού τάφου, έτσι ώστε να θεωρηθεί κενοτάφιο του Αλέξανδρου λατρευτικού χαρακτήρα, ερμηνεία που έχει δεχτεί αμφισβήτηση (Luschen 2013: 19, Stewart 1993: 334). Στην Αίγυπτο ο Αλέξανδρος λατρεύτηκε και από τους ντόπιους ως Φαραώ. Πάπυροι σε «δημοτική» αιγυπτιακή γραφή του 316/15 π.Χ. αναφέρουν θεϊκές τιμές να αποδίδονται στον Αλέξανδρο, το νεκρό Φαραώ και πατέρα του Αλέξανδρου του Δ΄. Ένας άλλος πάπυρος του 2 ου αιώνα π.Χ. αναφέρει έναν ιερέα του Ώρου ταυτόχρονα και ως «ύψιστο ιερέα του Φαραώ Αλέξανδρου» (Luschen 2013: 9). Στην αρχαία Ερμούπολη της Μέσης Αιγύπτου (σημερινό Ashmunein) φαίνεται πως υπήρξε άλλη μια λατρεία προς τιμή του Αλέξανδρου, συνδεδεμένη με το ναό του Θωθ –Ερμή που υπήρχε εκεί. Μάλιστα από την αρχαία αυτή πόλη προέρχεται και μια μαρμάρινη κεφαλή ενός ακόμα αγάλματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, (σήμερα στο μουσείο του Princepton), το οποίο θα πρέπει να το συνδέσουμε με τη λατρεία του Μακεδόνα βασιλιά . Ο Δωρόθεος, επίσκοπος Τύρου (255-362 μ.Χ.) όταν επανήλθε από 186 την εξορία κατά την οποία είχε εργασθεί ως σκλάβος στα ορυχεία της όασης της Σίβα στην Αίγυπτο, ανέφερε ότι οι κάτοικοί της ήταν ειδωλολάτρες και λάτρευαν τόσο τον Άμμωνα όσο και τον Αλέξανδρο ο οποίος ήταν θαμμένος εκεί (Αθανασέλης 2014). Ακόμα στην όαση της Μπαχαρίγια στην Αίγυπτο η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε το 1939 έναν ακόμα ναό αφιερωμένο στον Αλέξανδρο, με επιγραφές που τον ανέφεραν ως Φαραώ (Ζαφειροπούλου 2002 Α: 100) και βέβαια ιερά στο όνομά του μαρτυρούνται στο Καρνάκ και στο Λούξορ, στο τελευταίο μάλιστα αξίζει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά. Ο ίδιος είχε αναλάβει την αποκατάσταση του μεγάλου ιερού του Άμμωνα στο Λούξορ, όπως μαρτυρούν επιγραφές στην είσοδο του δαιδαλώδους αυτού κτηριακού συγκροτήματος, δίπλα σε ανάγλυφο που τον αναπαριστούν να μπαίνει στο ναό. Ο ναός αυτός ήταν ουσιαστικά αφιερωμένος στη λατρεία του βασιλικού Κα, του πνεύματος του Φαραώ. Μέσα σε αυτόν λοιπόν, ο Αλέξανδρος έκτισε το μικρότερο ναό του ιερού των Πλοιαρίων του Άμμωνα, το ιερό του Μπαρκ, όπως λέγεται. Ιερογλυφική επιγραφή από τον ανατολικό τοίχο του ιερού του Μπαρκ αναφέρει τα εξής: Υπάρχει ο τέλειος θεός, ο κύριος των δύο χωρών, ο κύριος των τελετουργιών, ο Αλέξανδρος, ο οποίος προίκισε το ναό του πατέρα του Άμμωνος –Ρα, του βασιλιά 186 Η κεφαλή, ύψους 18.5 εκατοστών φέρει ενδείξεις επιχρύσωσης και αρχικά πρέπει να έφερε και επιπρόσθετο διάδημα. Έχει όλα τα τυπικά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά των αλεξάνδρειων κεφαλών και χρονολογείται τον 3 αιώνα π.Χ. Τεχντοτροπικά συνδέεται με τις αλεξάνδρειες κεφαλές της Λειψίας και της ο Στουτγκάρδης. Πιθανόν να πρόκειται για κεφαλή αγάλματος που ήταν μέσα σε ιδιωτικό χώρο λατρείας (Bianchi 2010: 23-29). Άλλη μια αναφορά σε λατρευτικά αγάλματα του Αλέξανδρου αλλά και του Φιλίππου στην Αίγυπτο συναντούμε στον Παυσανία, ο οποίος τονίζει πως οι Αιγύπτιοι τους τιμούσαν, γιατί τους θεωρούσαν ευεργέτες (βιβλίο 1 , Αττικά, δες ο http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999.01.0159%3Abook%3D1%3Acha pter%3D9 (29.8.2014) Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 143 των θεών, του Κυρίου των Ουρανών. Ενεργεί για λογαριασμό του ζωήδωρου Ρα για πάντα. Σε άλλο σημείο του ναού πάλι ο Αλέξανδρος αναφέρεται ως βασιλιάς της Ανω και Κάτω Αιγύπτου,η δύναμη του Ρα και ο αγαπημένος του Άμμωνα, γιος του Ρα και κύριος των στεμμάτων, γεμάτος ζωή. Οι επιγραφές αυτές στην ιερογλυφική,μαζί με αρκετές ακόμα, είναι επεξηγηματικές ανάγλυφων παραστάσεων μέσα στο ιερό του Μπαρκ με συνολικά 52 απεικονίσεις του Αλέξανδρου να στέκεται ενώπιον του Άμμωνος –Ρα και άλλων αιγυπτιακών θεοτήτων ή και σε άλλες συνθέσεις. Προσεύχεται και δίνει προσφορές στους θεούς και λαμβάνει δώρα από τον Άμμωνα, όπως το Σεντ, σύμβολο της αναγέννησης της ζωής και των νιάτων, ή το Ανκ, σύμβολο μακροζωίας. Οι επιγραφές στα ιερογλυφικά είναι χαρακτηριστικές, εμφανίζουν τον Άμμωνα να απευθύνεται στον Αλέξανδρο και να του λέει πως του δίνει λαούς να εξουσιάζει και του χαρίζει όλη τη ζωή, την τύχη και την υγεία. Ο Αλέξανδρος αναπαρίσταται να φορά διάφορους τύπους φαραωνικών στεμμάτων και να φέρει διάφορα άλλα φαραωνικά σύμβολα,κάποια από τα οποία έχουν ιδιαίτερο θεικό χαρακτήρα, όπως βέβαια τα κέρατα του Άμμωνα, ο ηλιακός δίσκος, μια χρυσή ταινία, τα πούπουλα του Μαάτ. Σαφέστατα, τα ανάγλυφα του ιερού του Μπαρκ στο Λούξορ καθιστούν τον Αλέξανδρο το νόμιμο κληρονόμο των φαραωνικών παραδόσεων της Αιγύπτου (Stewart 1993: 174 -178, 233, 381, Luschen 2013: 8-9). Στην Καισάρεια –αλλιώς Άρκα - του Λιβάνου μαρτυρείται επίσης ναός του Αλέξανδρου και θρησκευτικές γιορτές προς τιμή του (Historia Augusta: Alexander Severvs - V.1, XIII.1). Κατά την επίσκεψή του στη Βαβυλώνα ο αυτοκράτορας Τραϊανός αναφέρεται ότι προσέφερε θυσία στον Αλέξανδρο, στον τόπο του θανάτου του, που προφανώς θα είχε μετατραπεί σε ιερό (Kuhnen 2005: 200). Στις μακρινές Ινδίες επίσης αναφέρεται ότι ο Ανδρόκοττος ή Σανδρόκοττος, πρώτος αυτοκράτορας της Ινδικής αυτοκρατορίας των Μώρυα και σύγχρονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του απένειμε θεϊκές τιμές. Στην ακρόπολη μάλιστα της σύγχρονης πόλης του Κανταχάρ του Αφγανιστάν, που ήταν η αρχαία Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας, αποκαλύφθηκε ναός αφιερωμένος στο θεοποιημένο Αλέξανδρο, με επιγραφές στα ελληνικά και αραμαϊκά από την εποχή του Ινδού βασιλιά Ασόκα, διαδόχου του Ανδρόκοττου. Στα Αύγιλα της Λιβύης υπήρχαν δύο ναοί, ο ένας αφιερωμένος στον Άμμωνα –Δία και ο άλλος στον Αλέξανδρο. Πλήθος ιερέων τελούσαν στους ναούς αυτούς τις καθιερωμένες θυσίες προς τιμήν του, μέχρι που η λατρεία του καταργήθηκε με διάταγμα της εποχής του Ιουστινιανού, όπως αναφέρει ο Προκόπιος (Μάζη, Μάστορη 1997: 57, Ζαφειροπούλου 2002 Β: 46, Χαλκιάς 2013: 219). Ιερό με βωμό προς τιμή του Αλέξανδρου (καθώς και του Αυγούστου) μαρτυρείται και στην πόλη Βορυσθένη, τη γνωστή και ως Ολβία Ποντική, την οποία ο Αμμιανός Μαρκελλίνος και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς τοποθετούσαν στις όχθες του ομώνυμου ποταμού Βορυσθένους, γνωστού σήμερα ως Δνείπερου στην Ουκρανία. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, ο Κλαύδιος Πτολεμαίος και ο Ορόσιος κάνουν λόγο 187 187 Αμμιανός Μαρκελλίνος, Res Gestae, 22.8. Βέβαια η Ολβία Ποντική ανασκάφτηκε στις όχθες του ποταμού Μπουγκ, 45 χιλιόμετρα νοτίως της πόλης Νικολάεβ. Ίσως ο βωμός προς τιμή του Αλέξανδρου, που αναφέρεται από τον Αμμιανό σε ένα τόσο μακρινό μέρος, να σχετίζεται με τον ερχομό στην περιοχή του στρατηγού του

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 144 και για βωμούς του Αλέξανδρου στην Ταναϊδα και ο Πλίνιος αναφέρει ακόμα και βωμούς που έστησε, υποτίθεται, ο Αλέξανδρος στον ποταμό Ιαξάρτη, στο σημερινό Ουζμπεκιστάν – Καζακστάν (Luschen 2013: 44-45). Ακόμη και στην άλλη πλευρά της Ευρώπης, στα Γάδειρα της Ιβηρίας, κοντά στο Γιβραλτάρ, όπως ήδη επισημάνθηκε, υπήρχε ένα άγαλμα του Αλέξανδρου μέσα στο ναό του Ηρακλή, επομένως πιθανόν εκεί να υπήρχε συλλατρεία του μακεδόνα με το μυθικό πρόγονό του (βλέπε αναφορά και στο κεφάλαιο 2.2). Τέλος «ιερό» και «ιερείς του Αλέξανδρου» αναφέρονται και στο Μυθιστόρημα του ψευδο-Καλλισιθένη, (παραλλαγή α΄) και μάλιστα από τον ίδιο τον Αλέξανδρο, όταν αυτός εξαγγέλει στους υποτελείς του τις αρχές διακυβέρνησης της αυτοκρατορίας του, μετά το θάνατο και την κηδεία του Δαρείου (Καλλισθένης 2005: 290-292). Είναι φανερό ότι και σε αυτήν την περίπτωση, όπως και σε άλλες αναφορές, η διήγηση του ψευδο-Καλλισθένη απηχεί παραλλαγμένα την πραγματική ιστορία του Αλέξανδρου. Ως προς το χαρακτήρα της λατρείας του Αλέξανδρου, λατρευόταν ως κτίστης στην Αλεξάνδρεια, στην Απολλωνία της Πισιδίας, στα Γέρασα της Ιορδανίας (στα νομίσματα των οποίων ανγράφεται ΑΛΕΞ ΜΑΚ ΚΤΙ ΓΕΡΑΣΩΝ –Αλέξανδρος Μακεδών Κτίστης Γεράσων) , στην Αλεξάνδρεια της Τρωάδας και πιθανόν στη Σμύρνη. Ως πρόγονος λατρευόταν στην Αλεξάνδρεια (από τους Πτολεμαίους), στην Κομμαγηνή από τον Αντίοχο Α΄, στην Καπιτωλιάδα της Συρίας στα χρόνια του αυτοκράτορα Κομμόδου (οπότε και ο Αλέξανδρος αναγράφεται στα νομίσματα ως ΓΕΝΑΡΧΗΣ), πιθανόν στις συριακές Πέλλα, Δίον και στη Σαμάρεια (ο Αλέξανδρος αναφέρεται ως ιδρυτής τους από το Στέφανο Βυζάντιο) και στη Μακεδονία από τους Αντιγονίδες. Ως βασιλεύς στην Έφεσο, στις Ερυθρές, στη Θεσσαλονίκη και ως ανίκητος στην Αθήνα (σύμφωνα με τον πίνακα του Stewart 1993: 418-419 και Luschen 2013: 35-38) . Ο Χάρτης 1 στο τέλος του βιβλίου δίνει μια εικόνα των τόπων λατρείας του 188 Αλέξανδρου γύρω από τη Μεσόγειο κατά την αρχαιότητα. Μεγάλου Αλεξάνδρου Ζωπυρίωνος, το 331 π.Χ., ο οποίος και πολιόρκησε ανεπιτυχώς την πόλη (http://blacksea.ehw.gr/Forms/fLemmaBody.aspx?lemmaid=10729). 188 Στο σημειο αυτό αξίζει να αναφερθεί πως παράλληλα με τη λατρεία του Αλεξάνδρου υπήρξε και μια περιορισμένη λατρεία του Ηφαιστίωνα: από την Πέλλα προέρχεται ανάγλυφο με παράσταση σπονδής από έναν αφηρωισμένο ήρωα –ιππέα και μια γυναικεία μορφή, ανάθημα του Διογένη, σύμφωνα με την επιγραφή: ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΗΦΑΙΣΤΙΩΝΙ ΗΡΩΙ. Ο Διογένης πιθανόν να ήταν ένας από τους βετεράνους στρατιώτες του Μ. Αλεξάνδρου (4 αιώνας π.Χ., σήμερα στο αρχαιολογικό μουσείο Θεσσαλονίκης). Ο Dreyer (2009: 254-255) κάνει ος λόγο για συλλατρεία Αλεξάνδρου –Ηφαιστίωνος σε ορισμένες περιπτώσεις, πιθανόν στην Αθήνα. Τέλος στη Σάμο υπήρξε και λατρεία του Αλέξανδρου Δ΄ (Dreyer 2009: 257). Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 145 2.7. Η μίμηση του Αλέξανδρου στους Έλληνες διαδόχους και επιγόνους Τα αρχαιολογικά τεκμήρια που παρουσιάστηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια, όπως τα νομίσματα των διαδόχων, ενισχύουν τη θέση πως ήδη από την εποχή των διαδόχων αρχίζει να διαμορφώνεται μια τάση παραλληλισμού διαφόρων ηγετών με τον Αλέξανδρο, παραλληλισμός που μελλοντικά θα φτάσει στη μίμηση και στη σύγκριση, ιδιαίτερα στα ρωμαϊκά χρόνια, με σκοπό, τις περισσότερες φορές, την εξύψωση του συγκρινόμενου με τον Αλέξανδρο ηγεμόνα. Πράγματι, όπως ήδη διαπιστώσαμε από την εξέταση των νομισμάτων που έκοψαν αλλά και άλλες ενέργειές τους, διάδοχοι όπως ο Πτολεμαίος Α΄ Σωτήρ και ο Σέλευκος, υπήρξαν μιμητές του Αλέξανδρου, υιοθέτησαν τους τύπους του και οικειοποιήθηκαν τη μνήμη και τα κατορθώματά του, προκειμένου να εδραιώσουν την εξουσία τους. Το ίδιο ισχύει και για το μακρινό βασίλειο της Βακτρίας με τον Αγαθοκλή και άλλους ηγεμόνες (βλέπε κεφάλαιο 2.4.2.). Πριν, όμως, από τους διαδόχους, έχει ενδιαφέρον να ερευνηθεί ποια ήταν η άμεση μνήμη του Αλέξανδρου, αυτή των προσώπων που έζησαν μαζί του, των συμπολεμιστών του, αμέσως μετά το θάνατό του. Σύμφωνα με τον Κούρτιο Ρούφο, ο Περδίκκας οργάνωσε το πρώτο συμβούλιο μετά το θάνατο του Αλέξανδρου στη Βαβυλώνα, μπροστά στον άδειο θρόνο του με τα βασιλικά σύμβολα πάνω του, το διάδημα, το βασιλικό του ένδυμα, τα όπλα του και το σφραγιστικό του δαχτυλίδι. Μάλιστα ο Αρίστονος πρότεινε να γίνει ο Περδίκκας βασιλιάς διότι ακριβώς σε αυτόν έδωσε ο Αλέξανδρος το δαχτυλίδι, πράγμα το οποίο, κατά πάσα πιθανότητα, να αποτελούσε και τον κύριο στόχο του ίδιου του Περδίκκα, μέσα από όλη αυτήν τη σκηνική παρουσία των συμβόλων του νεκρού βασιλιά. Γενικότερα, σύμφωνα και με αναφορές του Διόδωρου του Σικελιώτη, ο Περδίκκας δείχνει σε αυτό το πρώτο διάστημα απόλυτο σεβασμό στη μνήμη του Αλέξανδρου, σεβασμό που εκφράζουν ακόμη τόσο οι Μακεδόνες στρατιώτες με ζητωκραυγές υπέρ του, όσο και ειδικότερα -σύμφωνα με τον Ιουστίνο – οι περίφημοι αργυράσπιδες, που θεώρησαν ατιμωτικό για τη μνήμη του νεκρού βασιλιά τους να υπηρετήσουν κάποιον άλλον μετά από αυτόν (Meeus 2009: 260 -261). Το ίδιο ισχύει και για τους Μακεδόνες πίσω στη Μακεδονία: ο Ιουστίνος, περιγράφοντας το πολεμικό συμβούλιο του Περδίκκα, αναφέρει ότι τέθηκε στο τραπέζι η πρόταση της μεταφοράς του πολέμου στη Μακεδονία, καθότι εκεί θα είχαν την εύνοια των κατοίκων, χάρη στα ονόματα του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου. Το 317 οι στρατιώτες της Ευρυδίκης αυτομόλησαν και πήγαν με το μέρος της αντιπάλου της, της γηραίας μητέρας του Αλέξανδρου, της Ολυμπιάδας, ακριβώς λόγω της μνήμης του Αλέξανδρου (Διόδωρος Σικελιώτης) ή και της μνήμης του Φιλίππου και του μεγαλείου του Αλέξανδρου (Ιουστίνος, Meeus 2009: 263-264). Επιπλέον, οι πηγές αναφέρουν κάποιον ως απλά συμπολεμιστή του Αλέξανδρου, κάτι που επομένως μετρούσε πολύ και μπορούσε κάποιος να το αξιοποιήσει και στη μετέπειτα πορεία του, όπως έκανε ο Λυσίμαχος, ενώ και ο Πευκέστας το 317 π.Χ. επιζητούσε την αρχηγία του συνασπισμού του,με τη δικαιολογία της υψηλόβαθμης θέσης που είχε πριν στο στρατό του Αλέξανδρου. Ήταν ακριβώς οι μέρες που ο επικεφαλής των αργυράσπιδων και πρώην εταίρος, ο Ευμένης από την Καρδία, ενώ βρισκόταν με το στρατό του στην περιοχή

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 146 της Κιλικίας, οργάνωνε τα στρατιωτικά συμβούλια στη σκηνή του Αλέξανδρου, μπροστά σε έναν άδειο χρυσό θρόνο με τα βασιλικά σύμβολα του Αλέξανδρου, δηλαδή το διάδημα, το σκήπτρο, το στεφάνι, καθώς και τα όπλα του, ακριβώς όπως είχε κάνει και ο Περδίκκας. Ισχυριζόταν, μάλιστα, ο Ευμένης ότι είδε τον Αλέξανδρο στον ύπνο του σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια και ότι οι αποφάσεις που λάμβαναν ήταν ακριβώς διαταγές από τον ίδιο Αλέξανδρο. Ακόμα, σύμφωνα με το Διόδωρο το Σικελιώτη, μπροστά σε εσχάρα με εστία φωτιάς, από ένα χρυσό κιβώτιο όλοι οι συμμετέχοντες, σύμφωνα πάντα με τη θέληση του Ευμένη, έπαιρναν τις απαραίτητες προσφορές και θυσίαζαν στον Αλέξανδρο και τον προσκυνούσαν ως θεό . Ο Πευκέστας αντέδρασε και οργάνωσε ένα πολυδάπανο και 189 πολυπληθές συμπόσιο, κατά απομίμιση προφανώς του συμποσίου του Αλέξανδρου στα Σούσα, στήνοντας μάλιστα και βωμούς στη μέση για τους θεούς, τον Αλέξανδρο και το Φίλιππο (Meeus 2009: 267, Ζουμπουλάκης 2012: 141-142, Luschen 2013: 30) . Είναι εξαιρετικά 191 190 ενδιαφέρον να επισημάνει κανείς αυτόν τον άτυπο διαγωνισμό μεταξύ Πευκέστα και Ευμένη αναφορικά με την αλεξάνδρεια μνήμη, που οδήγησε τελικά καί τους δύο να αποδώσουν θεϊκές τιμές στον Αλέξανδρο. Σύμφωνα με τους συγγραφείς Διόδωρο Σικελιώτη και Ιουστίνο, η Κλεοπάτρα, ως αδερφή του Αλέξανδρου, ήταν περιζήτητη νύφη για όλους τους διαδόχους του (Meeus 2009: 268 -269). Λιγάκι αργότερα, το 295 π.Χ., σε μια επιγραφή από την Αθήνα, σήμερα στο Ελευθέριο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, ο Δημήτριος Πολιορκητής, βασιλιάς της Μακεδονίας από το 294 ως το 287 π.Χ., αναφέρθηκε ως «ο Μέγας», κατά απομίμηση προφανώς του Αλέξανδρου (Demandt 2009: 410). Άλλωστε, η όλη επιμονή που επέδειξε στην πολιορκία της Ρόδου το 305 π.Χ., τι άλλο θα μπορούσε να έχει ως πρότυπο από την επιμονή του Αλεξάνδρου στην Τύρο, έστω κι αν τελικά ο Δημήτριος απέτυχε να καταλάβει την πόλη. Επιπλέον, το 294 π.Χ., σύμφωνα με τον Ιουστίνο, όταν ο Δημήτριος ο Πολιορκητής κατέλαβε τη Μακεδονία, ανέφερε ως εχέγγυο της κατάληψης αυτής - και κατά συνέπεια του θρόνου - τη σχέση που είχε ο πατέρας του Αντίγονος ο Μονόφθαλμος με τον Αλέξανδρο (Meeus 2009: 269). Συν τοις άλλοις, όπως σημειώνει ο Πλούταρχος στο Βίο του Δημητρίου, όταν βρέθηκε στον Ισθμό της Κορίνθου αναγορεύτηκε ηγεμόνας της Ελλάδας, όπως είχαν κάνει πριν από αυτόν ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος. Μάλιστα ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του σε μεγάλο βαθμό 189 Διόδωρος Σικελιώτης, 60.5. – 61.3: «…δόξαι γάρ αὐτόν κατά τόν ὕπνον ὁρᾶν Ἀλέξανδρον τόν βασιλέα ζῶντα καί τῆ βασιλικῆ σκευῆ κεκοσμημένον χρηματίζειν καί τά προστάγματα διδόναι τοῖς ἡγεμόσι…κατασκευασθείσης μεγαλοπρεποῦς σκηνῆς ὅ τε θρόνος ἔχων τό διάδημα καί τό σκῆπτρον ἐτέθη καί τά ὅπλα οἷς εἰώθει χρῆσθαι. Και κειμένης ἐσχάρας ἐχούσης πῦρ, ἐπέθυον ἐκ κιβωτίου χρυσοῦ πάντες οἱ ἡγεμόνες…καί προσεκύνουν ὡς θεόν τόν Ἀλέξανδρον. 190 Διόδωρος Σικελιώτης, 19.2.1-3: «…ἧκον εἰς Περσέπολιν τό βασίλειον, Πευκέστης….θυσίαν ἐπετέλεσε μεγαλοπρεπῆ τοῖς θεοῖς καί Ἀλεξάνδρω καί Φιλίππω, μεταπεμψάμενος δέ ἐξ ὅλης σχεδόν τῆς Περσίδος ἵερείων καί τῶν ἄλλων τῶν εἰς εὐωχίαν καί πανήγυριν χρησίμων πλῆθος εἱστίασε τήν δύναμιν…ἐν μέσω δέ τούτων ὑπῆρχον βωμοί θεῶν καί Ἀλεξάνδρου καί Φιλίππου». 191 Για την ισχυρή συμβολική θέση που διατηρούσε η μορφή του νεκρού Μακεδόνα βασιλιά κατά την πρώτη γενιά των διαδόχων βλέπε και κεφάλαιο 2.4.2. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 147 ανώτερο καί των δύο, επηρμένος από την εώς τότε τύχη του και την ευνοϊκή συγκυρία. Ωστόσο, συμπληρώνει ο Πλούταρχος, ο Αλέξανδρος σε κανέναν άλλο ηγεμόνα δε στέρησε το δικαίωμα να αποκαλείται βασιλιάς, ούτε ο ίδιος ποτέ αποκάλεσε τον εαυτό του βασιλιά των βασιλέων, αν και πολλοί πήραν τη βασιλική ιδιότητα και τίτλο από αυτόν (Πλούταρχος, Δημήτριος, 25.3). Ο βασιλιάς της Ηπείρου Πύρρος υπήρξε και αυτός μιμητής του Αλέξανδρου. Έτσι, στη μάχη που έδωσε εναντίον του Μακεδόνα Πάνταυχου το 289 π.Χ., παρόλο που κατανίκησε τους Μακεδόνες, οι τελευταίοι, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πλούταρχος, δεν τον μίσησαν, αλλά αντιθέτως τον θαύμασαν, διότι είδαν στις κινήσεις και στην ταχύτητά του τις αντίστοιχες αρετές του Αλέξανδρου, είδαν τη σκιά της ορμής και της ισχύος του Μακεδόνα βασιλιά, ξεχώρισαν τον Πύρρο, διότι, ενώ οι άλλοι βασιλείς μιμούνταν τον Αλέξανδρο στις πορφυρές ενδυμασίες και στην απαίτηση της προσκύνησης, «μόνου δὲ Πύρρου τοῖς ὅπλοις καὶ ταῖς χερσὶν ἐπιδεικνυμένου τὸν Ἀλέξανδρον» και «εἴδωλον ἐνορῶτο τῆς Ἀλεξάνδρου τόλμης», ενώ κάποιοι άλλοι και κυρίως ο Δημήτριος μάλλον μιμούνταν τον Αλέξανδρο και το μεγαλείο του σαν ηθοποιοί πάνω στη σκηνή (Πλούταρχος, Πύρρος, 8, Δημήτριος, 41.3). Ένα χρόνο αργότερα, καθώς ο Πύρρος προήλαυνε στη Μακεδονία εναντίον του Δημητρίου, είδε ένα όνειρο: είδε πως ο Αλέξανδρος τον κάλεσε κοντά του και του μίλησε ενθαρρυντικά και του υποσχέθηκε κάθε βοήθεια, αν και ήταν κλινήρης και άρρωστος. Κι όταν ο Πύρρος τόλμησε να τον ρωτήσει, πώς θα τον βοηθήσει, αφού είναι σε τέτοια κατάσταση, ο Αλέξανδρος του απάντησε πως θα τον βοηθήσει με το όνομα και, καβαλώντας έναν νυσαίο ίππο, μπήκε επικεφαλής της παράταξης του Πύρρου (Πλούταρχος, Πύρρος, 11). Άλλωστε ο 192 Πύρρος ήθελε και προσωπικά να παρομοιάζεται με τον Αλέξανδρο αλλά και ως προς τη μορφή να του μοιάζει, σύμφωνα με ένα περιστατικό που διηγείται ο Λουκιανός (Προς τον απαίδευτον και πολλά ωνούμενον, Κατσικούδης 2009: 112). Συν τοις άλλοις, είχε υιοθετήσει κι αυτός το ηρωικό πρότυπο του Αλεξάνδρου, δηλαδή τον Αχιλλέα και επιπλέον, οι γλυπτές απεικονίσεις του, φαίνεται πως είχαν ως πρότυπο την προσωπογραφία του Μεγάλου 192 Ο Πλούταρχος αναφέρει πως και ο Δημήτριος ο Πολιορκητής (337=283 π.Χ.)είδε ένα όνειρο με τον Αλέξανδρο, κακό αυτή τη φορά, όνειρο ήττας (Πλούταρχος, Δημήτριος, 29). Όνειρο με δύο Αλέξανδρους να πολεμούν ο ένας τον άλλον με τη βοήθεια της Αθηνάς και της Δήμητρας κατά αντιπαράθεση είδε και ο Ευμένης ο Καρδιανός (362-316 π.Χ.) και αποφάσισε να διαμορφώσει το σύνθημά του σε «Δήμητρα και Αλέξανδρος», μια και τελικά στην ονειρική μάχη που είδε, κέρδισε αυτό το ζευγάρι. Αντίστοιχα, ανέφερε ότι είδε στον ύπνο του τον Αλέξανδρο να του φανερώνει μια βασιλική σκηνή με έναν θρόνο μέσα, στον οποίο αποκάλυψε ότι το πνεύμα του θα καθόταν, αν όλα τα συμβούλια των συμμάχων του Ευμένη λάμβαναν χώρα μέσα σε αυτήν τη σκηνή (Πλούταρχος, Ευμένης, 6, 13). Όταν ο Σέλευκος το 321 π.Χ. κατέλαβε τη θέση του σατράπη της Βαβυλώνας ισχυρίστηκε ότι τη θέση αυτή τού την επικύρωσε ο Αλέξανδρος σε ένα όνειρο (Ζουμπουλάκης 2012:141-142). Επομένως φαίνεται πιθανόν το «αλεξάνδρειο όνειρο» να αποτελούσε άλλον ένα κοινό τόπο του αλεξάνδρειου μύθου, αν και ενδεχομένως η μορφή και το πρότυπο του Αλέξανδρου μπορεί να είχε στοιχειώσει σε τέτοιο σημείο τους διαδόχους, ώστε πράγματι να τον ονειρεύονταν. Γεγονός είναι ότι αξιοποιούσαν άριστα την «ονειρική» μορφή του, προκειμένου να προωθούν τα σχέδιά τους. Σε κάθε περίπτωση, αυτά τα αλεξάνδρεια ενύπνια ενδεχομένως να αποτελούν και ένα πρόσθετο τεκμήριο για το πρώιμο στάδιο της αποθεωμένης υπόστασής του.

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 148 Αλεξάνδρου. Τέλος, μια σειρά ενεργειών του, όπως η ανάθεση όπλων και ιδιαίτερα ασπίδων σε ναούς (π.χ. ρωμαϊκών ασπίδων μετά τη νίκη του στην Ηράκλεια της Ιταλίας), ή η εντολή που έδωσε για μνημειακή διαμόρφωση του ιερού της Δωδώνης, κάτι που αποτελούσε ανεκπλήρωτη επιθυμία του Αλέξανδρου ( Κατσικούδης 2009: 105, 116-117), όλα τα παραπάνω φανερώνουν πως ο Πύρρος ήταν πράγματι ο πρώτος Έλληνας ηγεμόνας που έκανε πράξη και πολιτικό πρόγραμμα την Imitatio Alexandri, τη μίμηση του Αλέξανδρου. Κι αν ο Πύρρος θαυμαζόταν από τους Μακεδόνες, δε συνέβαινε το ίδιο και με τον Κάσανδρο, του οποίου τις πράξεις, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος (Δημήτριος, 37.2), οι Μακεδόνες πάντα θυμούνταν και μισούσαν, εξαιτίας του κακού που προξένησε στην οικογένεια του νεκρού Αλέξανδρου. Ο Θεόκριτος, ποιητής της ελληνιστικής εποχής και υμνητής των Πτολεμαίων στα χρόνια της βασιλείας του Πτολεμαίου Φιλάδελφου, παρουσίασε στο κοινό του μια σύνθεση για τη θεία φύση τους, γύρω στο 270 π.Χ., στην οποία εμφανίζεται ο Πτολεμαίος Σωτήρας να παρευρίσκεται σε συμπόσιο στον Όλυμπο μαζί με το Δία, τον Αλέξανδρο (περιγράφεται ως «βαρύς θεός για τους Πέρσες») και τον Ηρακλή (Φάσσα 2012: 120, Luschen 2013: 18). Ένας πάπυρος, που χρονολογείται το 106 π.Χ., περιέχει την εξής αναφορά: «…ἱερέως βασιλέως Πτολεμαίου τοῦ ἐπικαλουμένου Ἀλεξάνδρου Ἀλεξάνδρου καί Θεῶν Σωτήρων καί Θεών Ἀδερφῶν…και Εὐεργετῶν…καί Φιλοπατόρων…» (Luschen 2013: 20). Ο Τίτος Λίβιος αναφέρει πως κάποιος Μεγαλοπολίτης που έζησε το 2 μισό του 3 αιώνα ου ο π.Χ. ονομαζόταν Αλέξανδρος και ισχυριζόταν πως ήταν απόγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου και είχε δώσει στα δύο του αγόρια τα ονόματα Αλέξανδρος και Φίλιππος. Ίσως να 193 πρόκειται για την αρχαιότερη καταγεγραμμένη «Αλεξανδρομανία» ενός απλού Έλληνα, που φτάνει στο σημείο της ονοματοδοσίας. Παράλληλα, το ἀλεξανδρίζειν, η μίμηση της τύχης του Αλέξανδρου, φαίνεται πως είχε εισαχθεί ως όρος περίπου την ίδια εποχή για κάποιον ηγεμόνα και μάλιστα Μακεδόνα, που είχε μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες: τέτοιο εγκώμιο έπλεξε ο αυλοκόλακας Απολλοφάνης για τον κύριό του, το βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο Δώσωνα, κατακτητή της Λακεδαίμονος (222 π.Χ.) . 194 Ο Φίλιππος Ε΄, διάδοχος του Δώσωνος στο θρόνο της Μακεδονίας (221-179 π.Χ.), υπήρξε επίσης μιμητής του μεγάλου προκατόχου τους. Η αντιπαράθεση Αλεξάνδρου και Φιλίππου Ε΄, που συνειδητά, όπως διαπιστώσαμε, (κεφάλαιο 2.1) επιχειρεί στο έργο του ο Πολύβιος, κορυφώνεται στο παρακάτω απόσπασμα: 193 Τίτος Λίβιος, Ιστορία της Ρώμης, 35.47, δες http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus:text:1999.02.0144:book=35:chapter=47&highligh t=alexander 194 Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί,6.58, δες http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus:text:2013.01.0003:book=6:chapter=58&highlight =alexander (16.9.2014). Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 149 «Τα παραπάνω (-δηλαδή το ότι ο Αλέξανδρος δεν κατέστρεψε τους ναούς της Θήβας κατά την καταστροφή της πόλης -) έχοντας συνεχώς στο νου του ο Φίλιππος, θα μπορούσε να αναδειχθεί ως διάδοχος και κληρονόμος των προαναφερθέντων ανδρών (σημ. Φιλίππου και Αλεξάνδρου), όχι τόσο στην εξουσία που αυτοί είχαν, όσο στην πολιτική που ακολουθούσαν και στη μεγαλοψυχία τους. Αυτός, όμως, αν και κόπιαζε όλη του τη ζωή να φανεί συγγενής του Αλέξανδρου και του Φιλίππου, στην πράξη δεν έδειξε καθόλου να είναι αληθινός μιμητής τους. (Πολύβιος 5.10. -9-10, απόδοση στη νεοελληνική). Είναι φανερό από την παραπάνω αναφορά πως ο Φίλιππος Ε΄, σύμφωνα με τον Πολύβιο, υπήρξε ένας από τους Έλληνες ηγέτες που είχαν τον Αλέξανδρο (και το Φίλιππο) ως πρότυπο, αν και αποτυχημένα για τον ίδιο. Παράλληλα, με έμμεσο τρόπο από τα παραπάνω αποσπάσματα, ο Πολύβιος αναδεικνύει την ευσέβεια και τη μεγαλοψυχία ως δύο από τις βασικές αρετές του Αλέξανδρου, κάτι που κάνει και σε άλλα σημεία της ιστορίας του, εξισώνοντας, μάλιστα, τον Αλέξανδρο και τον πατέρα του Φίλιππο στις αρετές της μεγαλοψυχίας, της σωφροσύνης, της τόλμης, της φυσικής δύναμης και του ψυχικού σθένους με το σύνολο των Μακεδόνων που τους ακολουθούσαν (Πολύβιος 8.10, Overtoom 2013: 585) . 195 Ακόμη, αναφέρεται πως στη μάχη που έδωσε ο Φίλιππος εναντίον της Σικυώνας το 208 π.Χ. φορούσε ο ίδιος ένα κράνος με τα κέρατα του Άμμωνα (Πολύβιος 5.10, Λίβιος 27.33, Demandt 2009: 408), μια ένδειξη πως πιθανόν η με παρόμοιο τρόπο απεικόνιση του Αλεξάνδρου στη σαρκοφάγο του Μουσείου Κωνσταντινουπόλεως να ήταν κάτι παραπάνω από απλώς συμβολική. Ακόμη και ο τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας, ο Περσέας (179-168 p.X.), συνέκρινε τον εαυτό του με τον Αλέξανδρο και ήλπιζε να τον ξεπεράσει στη φήμη και στην ισχύ (Δίων 20.66, Ζωναράς 9.22, Demandt 2009: 408) . 196 Ανάμεσα στο 212 με 205 π.Χ. η εκστρατεία του Αντιόχου Γ΄, ηγεμόνα του βασιλείου της Συρίας, ο οποίος έφτασε ανατολικά μέχρι τη Βακτρία και την οροσειρά των Παραπαμισάδων, 195 Επομένως, δε φαίνεται να ευσταθεί η θέση του Errington ότι ο Πολύβιος υπήρξε αυστηρά επικριτικός απέναντι στον Αλέξανδρο. Σύμφωνα με τον Errington, ο Πολύβιος θεωρεί ότι οι στρατηγοί και σύμβουλοί του άξιζαν πολύ περισσότερα εύσημα για την επιτυχία της εκστρατείας απ’ ό,τι ο ίδιος ο Αλέξανδρος, ο οποίος, για τον Πολύβιο, υπήρξε ανάμεσα στ’ άλλα και απίστευτα τυχερός. Ο Errington φτάνει στο σημείο να γράψει πως πιθανόν ο Πελοποννήσιος ιστορικός να εξέφραζε μια ιδιαίτερη –αρνητική - οπτική των Ελλήνων του νότου απέναντι στον Αλέξανδρο, κάτι που αποτελεί σαφώς μια γενίκευση (Errington 2008: 155, 163), Γενικά πάντως, μετά την πρώτη γενιά των ιστορικών του Αλέξανδρου φαίνεται πως δεν έγραψε κανείς αναλυτικά γι’ αυτόν και πως ήταν οι κατακτήσεις του Πομπηίου στην ανατολή που αναζωπύρωσαν το ενδιαφέρον των ιστορικών για το Μακεδόνα βασιλιά (Errington 2008: 163). 196 Η αναφορά του Ζωναρά έχει ως εξής: \"ὁ μέν οὖν Περσεύς μέγαν ἐκ τούτων έκέκτητο φρόνημα καί τόν Ἀλέξανδρον τῆ δόξη καί τῶ μεγέθει τῆς ἀρχῆς ὑπεροίσεν ἐπήλπισεν…». Είναι εντυπωσιακό ότι, σύμφωνα με το Ζωναρά, ο Περσέας, για να μη φοβηθούν τα άλογα του ιππικού του τους ελέφαντες των Ρωμαίων στην επικείμενη σύγκρουση, τα έβαζε να εξασκούνται και να κάνουν εφόδους σε ομοιώματα ελεφάντων, πασαλειμμένα με υλικό που τους έδινε οσμή έντονη, όπως αυτή που έχουν οι πραγματικοί ελέφαντες και με ταυτόχρονη μηχανική αναπαραγωγή σαλπισμάτων παρόμοιων με αυτά των πραγματικών ελεφάντων, ώστε τα άλογα του μακεδονκού ιππικού να εξοικειωθούν μαζί τους.

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 150 φαίνεται πως έγινε κατά μίμηση της εκστρατείας του Αλέξανδρου, πόσο μάλλον που ο Αντίοχος πήρε μετά από αυτήν την εκστρατεία την προσωνυμία «Μέγας», η οποία φαίνεται πως είχε ήδη καθιερωθεί από πιο πριν για τον Αλέξανδρο (Demandt 2009: 407, Πολύβιος 11.34, Απιανός 11.1). Επίσης στο πιο μακρινό βασίλειο των Σελευκίδων, κατά το δεύτερο μισό του 2 αιώνα ου π.Χ., εμφανίστηκαν ηγέτες, οι οποίοι έφεραν το όνομα Αλέξανδρος, προφανώς κατά μίμηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπως ο Αλέξανδρος Βαλάς (150-145 π.Χ.), ή ο Αλέξανδρος Ζαβίνας (130-123 π.Χ., Demandt 2009: 408), με παράλληλη μίμηση της μορφής του Αλέξανδρου, προκειμένου να απεικονίσουν το δικό τους πορτραίτο, με διαδηματοφόρα κεφαλή, στα νομίσματά τους (βλέπε και κεφάλαιο 2.4). Στην αρχαιότητα, κατά την περίοδο εξάπλωσης των Ρωμαίων, έχουμε από έναν Έλληνα ηγεμόνα μια ακόμη ιδεολογική χρήση της μορφής του Αλέξανδρου ως συμβόλου συσπείρωσης του ελληνισμού και εξύψωσης του αγωνιστικού φρονήματος των Ελλήνων έναντι μιας ξένης απειλής . Αυτό έγινε από το Μιθριδάτη ΣΤ΄, το βασιλιά του Πόντου, προκειμένου να κινητοποιήσει όσο το δυνατό περισσότερους Έλληνες εναντίον των Ρωμαίων. Σε επικοινωνιακό επίπεδο ο Μιθριδάτης επονομάστηκε επίσης «Μέγας» και κυκλοφόρησε και σειρά νομισμάτων με την κεφαλή του εσκεμμένα ίδια με του Αλέξανδρου (με τα χαρακτηριστικά της αναστολής και της στροφής της κεφαλής, το ίδιο έγινε και με αγαλματικά πορτραίτα του) και διέδιδε μάλιστα πως και η χλαμύδα που φορούσε, την οποία πήρε από τους κατοίκους της Κω το 103 π.Χ. (που την είχαν πάρει από την Κλεοπάτρα Γ΄) ήταν του Αλέξανδρου. Επιπλέον, σύμφωνα με μια επιγραφή από την Έφεσο, ο Μιθριδάτης παρουσιαζόταν ως «Νέος Αλέξανδρος», που αναλάμβανε την αρχηγία «του αγώνα κατά της ρωμαϊκής κυριαρχίας και για την παγκόσμια ελευθερία». Καθόλου τυχαία λοιπόν ο 197 Πομπήιος (106 -48 π.Χ.), που νίκησε τη Μιθριδάτη, όταν τέλεσε το θρίαμβό του στη Ρώμη, φορούσε ακριβώς αυτή τη χλαμύδα (Κουλακιώτης 2008: 111-12, Demandt 2009: 409) . 198 197 Trofimova 2012 A: 72 -73. Μάλιστα, μέσω του Αλέξανδρου, ο Μιθριδάτης συσχετίζεται εικονογραφικά και με τον Ηρακλή. 198 Ενώ ο Αππιανός αναφέρει ως μη πιστευτό ανέκδοτο αυτό που λεγόταν για τη γέννηση του Πομπηίου, ότι δηλαδή φορούσε τη χλαμύδα του Αλέξανδρου όταν γεννήθηκε (Αππιανός, Μιθριδατικοί Πόλεμοι, 17). Ο Πλούταρχος πάλι στο Βίο του Πομπήιου αναφέρει ότι υπήρχε μια αμφιλεγόμενη ομοιότητα ανάμεσα στην κόμμωση και το βλέμμα του Πομπηίου και στην αναστολή της κόμμωσης και το υγρό βλέμμα των αγαλμάτων του Αλέξανδρου. Μάλιστα προσθέτει πως στα νιάτα του Πομπήιου πολλοί ήταν αυτοί που τον αποκαλούσαν Αλέξανδρο (Πλουτάρχου Πομπήιος, 2.1) Οι γενικότερες πολιτικές αντιλήψεις πάντως των Ρωμαίων μας βοηθούν να ερμηνεύσουμε αυτήν την πρώιμη «αλεξανδρομανία» του Πομπήιου: οι Ρωμαίοι θεωρούσαν πως μόνο αν ιδιοποιούνταν τα σύμβολα και τους προστάτες του νικημένου αντιπάλου, όποιοι κι αν ήταν αυτοί, θεοί, ήρωες, ή βασιλιάδες, θα εξασφάλιζαν τη νίκη τους, διαφορετικά υπήρχε ο κίνδυνος της ανατροπής. Σε αυτό το γενικότερο πλαίσιο θα πρέπει να δούμε και την «ιδιοποίηση» του Αλέξανδρου, η οποία την περίοδο της res publica δεν είχε λάβει ακόμα διαστάσεις ολοκληρωμένου προγράμματος, αλλά αποτελούσε μια επιλεκτική αναφορά σε επεισόδια της ζωής του. Ο Κουλακιώτης διακρίνει τρία επίπεδα μίμησης του Αλέξανδρου από τους Ρωμαίους: στο πρώτο υιοθετείται ο Μακεδόνας βασιλιάς ως πρότυπο και χρησιμοποιείται έτσι επιλεκτικά (μίμησις). Στο δεύτερο υπάρχει ο ζήλος, δηλαδή ο μιμητής εκφράζει μια διάθεση ανταγωνισμού με το πρότυπό Philosophia Ancilla/ Academica V


Like this book? You can publish your book online for free in a few minutes!
Create your own flipbook