Important Announcement
PubHTML5 Scheduled Server Maintenance on (GMT) Sunday, June 26th, 2:00 am - 8:00 am.
PubHTML5 site will be inoperative during the times indicated!

Home Explore O Megas Alexandros tou Ellinismou_Dimitrios Kougioumtzoglou

O Megas Alexandros tou Ellinismou_Dimitrios Kougioumtzoglou

Published by kou_vas, 2017-09-28 09:45:50

Description: O Megas Alexandros tou Ellinismou_Dimitrios Kougioumtzoglou

Search

Read the Text Version

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 551 μοναχό, το όνομα του οποίου υπάρχει σε λατινική επιγραφή του δαπέδου, κατά την περίοδο βασιλείας του Γουλιέμου Α΄ της Σικελίας. Το ψηφιδωτό απεικονίζει το δέντρο της ζωής πάνω σε δύο ελέφαντες, με τα κλαδιά του να φτάνουν ως το ιερό του ναού. Ανάμεσά τους υπάρχουν παραστάσεις ζώων, τεράτων, βιβλικές μορφές και σκηνές, απεικονίσεις αγροτικών εργασιών, ο ζωδιακός κύκλος, καθώς και ο μύθος του Αρθούρου. Η παράσταση της ανάληψης του Αλέξανδρου είναι στο κεντρικό κλίτος του ναού, κοντά στην είσοδο της εκκλησίας. Ο Αλέξανδρος απεικονίζεται να κάθεται σε θρόνο ανάμεσα σε γρύπες και επισημαίνεται με την επιγραφή ALEXANDER REX. Διαμετρικά αντίθετα από την παράσταση της ανάληψης του Αλέξανδρου απεικονίζεται ο πύργος της Βαβέλ, κάτι που οδήγησε ορισμένους ερευνητές να ερμηνεύσουν την παράσταση του Αλέξανδρου ως σύμβολο της έπαρσης και της αλαζονείας. O Schmidt αντίθετα ερμηνεύει την απεικόνιση του Αλέξανδρου ως σημάδι για τη σωτηρία των ανθρώπων στη μετά θάνατον ζωή . Εκτός από τη θρησκευτική αυτή ερμηνεία 672 υπάρχει και μια πολιτική: το ψηφιδωτό αυτό φιλοτεχνήθηκε την εποχή που η περιοχή αυτή της νότιας Ιταλίας ήταν στα χέρια των Νορμανδών. Στην περίπτωση αυτή, είτε ο Αλέξανδρος, ως πρότυπο των βυζαντινών αυτοκρατόρων, συμβολίζει το νικημένο εχθρό –δηλαδή το Βυζάντιο - που έφυγε από την περιοχή (Stirpe 2006 B: 194) είτε πρόκειται για μια πρώιμη υιοθέτηση του συμβολισμού του Αλέξανδρου, ως πρότυπου ηγεμόνος, από ένα δυτικό βασιλιά. Άλλη αναπαράσταση της ανάληψης του Αλέξανδρου σε ναό της νότιας Ιταλίας βρίσκεται σ’ ένα μοναδικό κιονόκρανο του καθεδρικού του Bitonto, στο οποίο αναπαρίστανται καί οι δύο φάσεις της ανάληψης, δηλαδή εκτός από την άνοδο του στεφανωμένου με κορώνα βασιλιά στον ουρανό και η κάθοδος στη γη, με τους γρύπες τη φορά αυτή να βλέπουν προς τα κάτω, προς την κάθετη φορά του κονταριού ενός Αλέξανδρου χωρίς στέμμα πλέον. Ίσως αυτή η παράσταση περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη να ερμηνεύεται στο πλαίσιο της αλαζονείας και της ταπείνωσης του βασιλιά που θέλησε να κατακτήσει τον ουρανό. Γενικότερα, εντοπίζονται συνολικά πέντε παραστάσεις της ανάληψης του Αλέξανδρου στην περιοχή της Puglia στη νότια Ιταλία, μια περιοχή που πέρασε από τον έλεγχο των Ελλήνων του Βυζαντίου στους Νορμανδούς. Κατά το 12 αιώνα η παράσταση της ο ανάληψης του Αλέξανδρου εξαπλώνεται ως θέμα της εκκλησιαστικής γλυπτικής σε ναούς από τη Βόρεια Ιταλία ως τη νότια Γαλλία και την περιοχή του Άνω Ρήνου. Στον καθεδρικό του Basel στη ΒΔ Ελβετία η ανάληψη του Αλέξανδρου εμφανίζεται στη διακόσμηση κιονόκρανων του ναού μαζί με τον Αδάμ και την Εύα, επομένως συσχετίζεται αρκετά με την αντίληψη της αμαρτίας. Ωστόσο, σε άλλες ρωμανικές εκκλησίες, το θέμα της ανάληψης του Αλέξανδρου εμφανίζεται μαζί με παραστάσεις άλλων βιβλικών μορφών, που θεωρούνται προεικονίσεις του Χριστού, όπως στο ναό 672 Stoneman 2011: 167-168, όπου και συνοπτική αναφορά στο εικονογραφικό περιεχόμενο του ψηφιδωτού και στις διάφορες ερμηνείες του.

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 552 του Ολορόν Σαν –Μαρί στα Πυρηναία - μαζί με παράσταση του Δανιήλ στο λάκκο των Λεόντων - ή στον καθεδρικό της Νιμ -μαζί με παράσταση του Σαμψών που νικά το λιοντάρι. Επομένως, φαίνεται πως καί στις παραστάσεις της ανάληψης στη δυτική εκκλησιαστική τέχνη, τουλάχιστον σε κάποιες περιπτώσεις, υπήρχε συσχετισμός με ένα πλαίσιο χριστολογικού κύκλου με προεικονίσεις του Χριστού. Όπως παρατηρεί ο Даркевич (Νταρκέβιτς), ενταγμένη στο χριστολογικό αυτό πλαίσιο, η παράσταση του Αλέξανδρου συμβολίζει τελικά και την αγαθή ψυχή που κατανικά τις δυνάμεις του κακού. Ενδεικτικά, άλλες παραστάσεις της ανάληψης απαντούν σε σμάλτο από το Βέλγιο των μέσων του 12 αιώνα, σε πεσσό από ελεφαντόδοντο του 1200 (σήμερα στο ου Μουσείο της Ιστορίας της Τέχνης της Βιέννης), σε κιονόκρανα στον καθεδρικό του Freiburg της Γερμανίας, στα στασίδια του καθεδρικού ναού του Lincoln της Αγγλίας του 14 ου αιώνα και άλλες. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πως στην εκκλησιαστική δυτική τέχνη η ανάληψη του Αλέξανδρου μετά το 13 αιώνα επιβιώνει ο αποκλειστικά στα στασίδια των ναών της Αγγλίας! (Schmidt 1989/1995: 223,226, Paribeni 2006: 82, Stirpe 2006 B: 194, Lees 2010: 63-64, Morosini 2011: 332, 334, Stoneman 2001: 163, Demandt 2009: 308-309, Даркевич 2015: 90-93). Εκτός των αναπαραστάσεων της αναλήψεως, μαρτυρούνται και άλλες σχετικές με τον Αλέξανδρο και μάλιστα στην τέχνη των Καρολίδων: στα δώματα του ανακτόρου του Λουδοβίκου του Ευσεβούς (814-841), στο Ινγκελσχάϊμ, υπήρχαν τοιχογραφίες με τα κατορθώματα του Κύρου, του Αλέξανδρου, του Αννίβα, μαζί με τις νίκες των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Κατά το 13 αιώνα μαρτυρούνται τοιχογραφίες με θέματα ο από το βίο του Αλέξανδρου στο δωμάτιο της συζύγου του Χένρι Γ΄ του Εγγλέζου (Даркевич 2015: 90). Εικονογραφικοί κύκλοι από το μύθο του Αλέξανδρου διακοσμούσαν τους τοίχους κι άλλων μεγάρων στην Αγγλία του 13 αιώνα, όπως του ου Κλάρεντον Παρκ στην κομητεία του Γουίλτσερ και της αίθουσας ακροάσεων της βασίλισσας στο Νότιγχαμ, αποδεικνύοντας τη διάδοση του μύθου στη Βρετανία (Stoneman 2011: 287). Αντίστοιχα, ο Φίλιππος ο Καλός (1396-1467), δούκας της Βουργουνδίας, παρήγγειλε επιτοίχιους τάπητες, οι οποίοι φιλοτεχνήθηκαν με βάση το έργο του Ζαν Βοκελέν με τίτλο «Ιστορία του ένδοξου βασιλιά Αλέξανδρου». Στους τάπητες αυτούς απεικονίζονταν ο Φίλιππος ο Καλός ως ο Φίλιππος της Μακεδονίας και ο γιος του, Καρλ ο Γενναίος ως ο Αλέξανδρος, να προσκυνά το Θεό στον ουρανό, περιστοιχιζόμενος από αγγέλους, αιτούμενος βοήθεια για την εκπλήρωση της αποστολής του (Форкони 2008: 121). Η απεικόνιση του Αλέξανδρου πέρασε και στην χαρτογραφία της Δύσης, με μεσαιωνικούς χάρτες που βασίζονταν σε χάρτες υστερορωμαϊκών χρόνων (βλέπε και κεφάλαιο 5.3.). Ο παλαιότερος χάρτης της ευρωπαϊκής τέχνης με απεικονίσεις από το Μυθιστόρημα είναι ο χάρτης του Ebstorf της Γερμανίας (σήμερα κατεστραμμένος, σώζεται μόνο σε αντίγραφα), που χρονολογείται μεταξύ 1235-1240 και απεικονίζει Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 553 τους Γωγ και Μαγώγ πίσω από το τείχος του Αλέξανδρου, καθώς και τον Αλέξανδρο να παίρνει την προφητεία από τα δέντρα του Ήλιου και της Σελήνης . Ο Καταλόνιος 673 Χάρτης του 1375 από τη Μαγιόρκα επίσης απεικονίζει σε ένα φύλλο του τον Αλέξανδρο με τη βοήθεια του διαβόλου να χτίζει το τείχος εγκλεισμού των Γωγ και Μαγώγ, μπροστά από το οποίο απεικονίζονται οι δύο χάλκινοι σαλπιγκτές που είχε στήσει (Stoneman 2012 A: 170). Ένα ακόμα μεταγενέστερο παράδειγμα, λίγο μετά τα μέσα του ου 16 αιώνα, αποτελεί ένας εντυπωσιακός χάρτης της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου: πρόκειται για επιχρωματισμένη χαλκογραφία διαστάσεων 37 x 47 εκατοστών του Abraham Ortelius (1527-1598), που βρίσκεται σήμερα στη συλλογή Παναγιώτη Σουκάκου. Μάλιστα στο χάρτη απεικονίζεται σε μεγένθυνση ο ναός και το μαντείο του Άμμωνος Διός που επισκέφτηκε ο Αλέξανδρος στην όαση της Σίβα (εφημερίδα Η Καθημερινή, 2.9.2012) Μια δεύτερη πρώιμη εικονογραφική παράδοση της Δύσης αναφορικά με τον Αλέξανδρο απαντάται στα χειρόγραφα του Μυθιστορήματος . Ήδη από το 13 αιώνα ο 674 υπάρχουν τέτοια χειρόγραφα με απεικονίσεις της ανάληψης, της κατάδυσης και άλλων γνωστών επεισοδίων του κύκλου του Αλέξανδρου και αφορούν κυρίως τη Historia de Proeliis, το Roman d’ Alexandre και το Roman d’ Alexandre en prose. Η τελευταία απεικόνιση της ανάληψης του Αλέξανδρου στη δυτική τέχνη χρονολογείται περίπου το 1516 και είναι μια ξυλογραφία του Γερμανού ζωγράφου και χαράκτη Hans Leonhard Schäufelein (Schmidt 1989/1995: 229, βλέπε εικόνα 125, σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο). Επίσης, από το Μυθιστόρημα εμφανίζονται στην εκκλησιαστική τέχνη διάφορα πλάσματα, όπως οι κυνοκέφαλοι σε εκκλησίες της Βουργουνδίας του 11 ου αιώνα ή οι σκιάποδες στην εκκλησία του Λε Σατέλ στο Παρίσι (Даркевич 2015: 98,100). Ο Αλέξανδρος είχε σημαντική παρουσία και σε έργα του διεθνούς γοτθικού στιλ και κατά το 14 και πρώιμο 15 αιώνα απεικονίζεται σχεδόν το ίδιο συχνά όπως και ο ο ο Άγιος Γεώργιος. Μέσω του διεθνούς γοτθικού στιλ ο Αλέξανδρος πέρασε και στο ιταλικό Κουατροτσέντο. Οι πρωιμότερες αναγεννησιακές απεικονίσεις του Αλέξανδρου είναι αυτές των φλωρεντινών cassoni, γαμήλιων πυξίδων με παραστάσεις από τη Βίβλο ή την καθημερινή ζωή. Παράλληλα, κατά την αναγέννηση δημιουργείται για πρώτη φορά στη Δύση ένα ερευνητικό ενδιαφέρον για αρχαία νομίσματα με παραστάσεις του Αλέξανδρου, κάτι που, σύμφωνα με την Dahmen, σηματοδοτεί τα 673 Stoneman 2011: 284, http://cartographic-images.net/Cartographic_Images/224_Ebstorf_Mappamundi.html, όπου και απεικονίσεις του χάρτη. 674 Σημαντικό βιβλίο για την εικονογράφηση των επεισοδίων του Μυθιστορήματος σε δυτικά χειρόγραφα (αλλά και σε χειρόγραφα της ανατολής) αποτελεί το έργο του D.J.A.Ross, “Alexander historiatus. A Guide to Medieval Illustrated Alexander Literature”, Λονδίνο, 1963.

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 554 πρώτα βήματα της νομισματικής ως ερευνητικού πεδίου στη σύγχρονη επιστήμη. Συλλέκτες άρχισαν να συγκεντρώνουν αρχαία νομίσματα με παραστάσεις του Αλέξανδρου, στις οποίες –λανθασμένα - συγκατέλεγαν και τις προτομές της Αθηνάς. Χαράκτες της εποχής φιλοτεχνούσαν μετάλλια με παραστάσεις του Αλέξανδρου, όπως ο Alessandro Cesati, ο οποίος χάραξε ένα μπρούτζινο μετάλλιο προς τιμήν του Πάπα Παύλου Γ΄ (με το κοσμικό όνομα Αλέξανδρος, 1468-1549), με παράσταση την προσκύνηση του Μακεδόνα βασιλιά στον Αρχιερέα της Ιερουσαλήμ. Ο ίδιος Πάπας διακόσμησε τη Sala Paolina του Κάστρου Sant Angelo στη Ρώμη με πολύχρωμες και μονόχρωμες τοιχογραφίες από τον κύκλο του Αλέξανδρου. Πρόκειται για 11 σκηνές που φιλοτέχνησαν οι Marco Pino και Pellegrino Tibaldi ανάμεσα στο 1545-1549, σκηνές όπως ο Αλέξανδρος κόβει το Γόρδιο Δεσμό, ο Αλέξανδρος εισέρχεται στο Ναό της Ιερουσαλήμ, ο Αλέξανδρος εισέρχεται στη Βαβυλώνα θριαμβευτής, ο Αλέξανδρος επιτίθεται στον Πώρο και άλλες. Κατά το 15 αιώνα ο Αλέξανδρος είχε θαυμαστές μέλη της ο πανίσχυρης οικογένειας των Βοργίων, όπως τον καρδινάλιο Ροντρίγκο, που έγινε Πάπας με το όνομα Αλέξανδρος ΣΤ΄. Άλλωστε στο “appartamento Borgia” στο Βατικανό για πρώτη φορά ο Μέγας Αλέξανδρος έγινε αυτόνομο τμήμα ενός αυλικού – παπικού εικονογραφικού προγράμματος (Beaufort 1997: 668, Ekserdjian 1997: 67-70, Γιαλούρης 1998: 42, Piemontese 2006: 50-52, Dahmen 2007: 56-57). Υπήρξαν κι άλλοι καρδινάλιοι, που έγιναν Πάπες και ταυτίστηκαν με τον Αλέξανδρο, μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της αντιμετώπισης της τουρκικής απειλής: ο Fabio Chigi (1655- 1667) και o Pietro Ottobani (1689-1691). Στο Παλάτι του Βατικανού πάλι, το 1511, ο Μιχαήλ Άγγελος ζωγράφισε στην οροφή του παρεκκλησίου της Καπέλα Σιξτίνα - ανάμεσα στα άλλα θέματα - και τον Αλέξανδρο να προσκυνά τον αρχιερέα του Ναού της Ιερουσαλήμ. Σε αναγεννησιακό πλαίσιο, η μορφή του Αλέξανδρου σε μαρμάρινο ανάγλυφο, που αποδίδεται στον κύκλο του Βερρόκιο (σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσιγκτον) αποτελεί ίσως την πρώτη απεικόνιση του Αλέξανδρου στη δυτική τέχνη με την αίσθηση πλέον ενός αρχαίου, ιστορικού προσώπου, κι όχι ενός μεσαιωνικού ιππότη. Ο Αλέξανδρος απεικονίζεται σε προφίλ ως το ύψος του στήθους του, με μακριά μαλλιά πλούσια σε βοστρύχους, περικεφαλαία με ανάγλυφη διακόσμηση δράκοντα και γοργόνειο στο θώρακα. Πρόκειται ακριβώς για το μακρινό πρότυπο του μονόφυλλου του Ρήγα, όπως διαπιστώσαμε στο κεφάλαιο 4.4. Αναφέρεται ότι ο Βερρόκιο έκανε κατά τη δεκαετία του 1480 δύο ανάγλυφες ορειχάλκινες πλάκες, με παραστάσεις του Αλέξανδρου και του Δαρείου, κατά παραγγελία του Lorenzo de Medici. Ακολουθεί ο μεγάλος Ραφαήλ, με τη νωπογραφία του στο παλάτι του Βατικανού, με θέμα τη φύλαξη των έργων του Ομήρου κατά διαταγή του Αλέξανδρου, αλλά και ένα έργο 675 675 Ο Πλούταρχος αναφέρει πως ο Αλέξανδρος, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του, κοιμόταν έχοντας στο προσκεφάλι του το χειρόγραφο της Ιλιάδας, δώρο του Αριστοτέλη, και πως μετά την Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 555 της σχολής του Ραφαήλ με θέμα τους γάμους του Αλέξανδρου με τη Ρωξάνη (στη Galleria Borghese της Ρώμης). Κατά την Ώριμη Αναγέννηση, ο Αλέξανδρος δεν εικονογραφείται μόνο ως πολεμιστής και κατακτητής, αλλά και ως πάτρωνας του Λυσίππου, του Αριστοτέλη και του Απελλή και θαυμαστής του Ομήρου, μάλιστα η παράσταση με τον αποθησαυρισμό των έργων του Ομήρου θα αποδειχθεί εξαιρετικά δημοφιλής και θα αντιγραφεί και στη συνέχεια (βλέπε εικόνα 126). Είναι ακόμα πολύ πιθανό ο Αλέξανδρος να απεικονίζεται και στην περίφημη νωπογραφία του Ραφαήλ με τίτλο «Η Σχολή των Αθηνών» (1509-1511 στο Αποστολικό Παλάτι του Βατικανού), ως ο μοναδικός φιλόσοφος που φέρει περικεφαλαία, ως μια ένδειξη της στρατιωτικής του ιδιότητας. Γενικότερα, η τέχνη της Δύσης απεικονίζει τη «φωτεινή» πλευρά του Αλέξανδρου, με εξαίρεση το δείπνο με τον Κλείτο πριν από τη δολοφονία του (Γκράτζιου 1982: 143, Χατζηνικολάου 1997 Β: 30-33, Piemontese 2006: 47, Δρακόπουλος / Παπαρηγόπουλος 2009: 243-244, Ippolitov 2012: 56-57). Ο πίνακας του Vittore Carpaccio με θέμα τον ασθενή Αλέξανδρο και το γιατρό του Φίλιππο, αποτελεί επίσης έργο καθαρά αναγεννησιακού τύπου. Στα ίδια αυτά αναγεννησιακά πλαίσια πρέπει να τοποθετήσουμε και τη νωπογραφία με θέμα το γάμο του Αλέξανδρου με τη Ρωξάνη, από το βόρειο τοίχο του «Δωματίου του Αλέξανδρου και της Ρωξάνης» στη Vila Farnezina της Ρώμης, έργο του Giovanni Antonio Bazzi, το 1519 (εικόνα 127). Η σύνθεση αυτή ακολουθεί την περιγραφή του Λουκιανού σχετικά με τη ζωγραφική σύνθεση του Αέτιου από την αρχαιότητα με το ίδιο θέμα (βλέπε κεφάλαιο 2.3). Ο Αλέξανδρος κατευθύνεται προς τη Ρωξάνη, η οποία τον περιμένει στο κρεβάτι περιστοιχιζόμενη από Ερωτιδείς. Η όλη σύνθεση αποπνέει ερωτισμό και ο Αλέξανδρος, περισσότερο «Απολλώνειος» στην ομορφιά, με σγουρά μαλλιά, δίνει το στέμμα του στη Ρωξάνη. Παραδίπλα ο Υμέναιος μαζί με τον Ηφαιστίωνα παρακολουθούν τη σκηνή. Στο ίδιο δωμάτιο, στο νότιο τοίχο ο Bazzi ζωγράφισε τη Μάχη ανάμεσα σε Μακεδόνες και Πέρσες, στον ανατολικό τον Αλέξανδρο να υποδέχεται τις γυναίκες του Δαρείου, ενώ τέλος, ένας άγνωστος καλλιτέχνης αργότερα στο δυτικό τοίχο ζωγράφισε τον Αλέξανδρο να δαμάζει το Βουκεφάλα. Πολλοί Ιταλοί μανιεριστές στη συνέχεια θα διακοσμήσουν διάφορα ανάκτορα στη Ρώμη με σκηνές από τον κύκλο του Αλέξανδρου (Piemontese 2006: 48-50, Ippolitov 2012: 57-58, 60). Την ίδια εποχή, ο Μακιαβέλι στον Ηγεμόνα του επισημαίνει τη σημασία που έχει το κατάλληλο πρότυπο για έναν ηγεμόνα, δίνοντας ως παραδείγματα τον Αχιλλέα για τον Αλέξανδρο και τον Αλέξανδρο για τον Ιούλιο Καίσαρα (Παχής 2011: 160). άλωση της Γάζας το έβαλε μέσα σε ένα πολυτελές κιβώτιο που του έφεραν ως λάφυρο (Πλούταρχος: Αλέξανδρος, 8, 26).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 556 Το 1529 ο Γερμανός ζωγράφος Άλμπρεχτ Αλτντόρφερ φιλοτέχνησε έναν εντυπωσιακό και πολυπρόσωπο πίνακα με τίτλο «Η μάχη του Αλέξανδρου», όπου σαν κύματα πέφτουν οι αντίπαλες στρατιές η μια πάνω στην άλλη και στο κέντρο της σύνθεσης ξεχωρίζει η μορφή του χρυσο -αρματωμένου Αλέξανδρου, που εφορμά στο άρμα του Δαρείου που υποχωρεί, ενώ ο ήλιος βασιλεύει και προελαύνει η επερχόμενη νύχτα. Ο πίνακας αυτός θεωρείται ως ο ορισμός της ζωγραφικής απεικόνισης του μοτίβου της μάχης στην ιστορία της τέχνης (Salvini 1986: 61-62, Ippolitov 2012: 61). Γενικότερα, κατά την περίοδο 1500-1750, στην τέχνη της Δύσης υπάρχουν εικονογραφικοί κύκλοι από τη ζωή του Αλέξανδρου που λειτουργούν ως αλληγορίες των αρετών ενός ηγεμόνα: θάρρος, γενναιοδωρία, μεγαλοψυχία, εγκράτεια (Χατζηνικολάου 1997 Β: 31). Σε έναν από αυτούς εντάσσεται και ο πίνακας του Paolo Veronese Η οικογένεια του Δαρείου προ του Αλέξανδρου (ελαιογραφία, 1565-1570, National Gallery, Λονδίνο). Από τις πιο εντυπωσιακές συνθέσεις με αυτό το θέμα αποτελεί η ταπισερί του Andreas Blomaert, έργο περίπου του 1600, από χρυσό, ασήμι και μετάξι, μήκους έξι μέτρων. Ένας ακόμη τάπητας με θέμα τη συνάντηση του Αλέξανδρου με το Διογένη υπάρχει σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη της Βουδαπέστης, έργο του 1700 ενός Ούγγρου ή Πολωνού καλλιτέχνη, που ανήκε στη συλλογή του πρίγκιπα Ferenc Rakocki II. Ο Φλαμανδός Jan Bruegel ο Πρεσβύτερος, στις αρχές του 17 αιώνα, ζωγράφισε έναν πίνακα με τη μάχη της Ισσού, στον οποίο οι δύο αντίπαλοι ου στρατοί απεικονίζονται σαν κύματα που καβαλούν λοφοπλαγιές και ξεσπούν το ένα πάνω στο άλλο. Είναι πραγματικά αναρίθμητοι οι πίνακες στη δυτική τέχνη που αναπαριστούν τις μάχες του Αλέξανδρου ή δημοφιλή επεισόδια της εκστρατείας του, όπως το κόψιμο του Γόρδιου Δεσμού. Ένα δημοφιλές μοτίβο από τις ιστορίες του Αλέξανδρου υπήρξε για τη δυτική τέχνη η συνάντησή του με το Διογένη. Οι παραστάσεις του θέματος αυτού είναι ποικίλες, όπως μας φανερώνει η απεικόνισή του σε ιταλικό πιάτο γύρω στο 1551. Ο μεγάλος Ρούμπενς (1577-1640) επίσης ζωγράφισε έναν πίνακα με θέμα το γάμο του Αλέξανδρου με τη Ρωξάνη. Στο 17 αιώνα, ο χρονολογούνται αρκετά ακόμη έργα από τη Δυτική Ευρώπη με θέμα τον Αλέξανδρο, όπως ο πίνακας του Fransesco Trevisani, που απεικονίζει τον Αλέξανδρο με την οικογένεια του Δαρείου, η νωπογραφία του Pietro de Cortona Η Μάχη ανάμεσα στον Αλέξανδρο και το Δαρείο, μάλλον παραγγελία του Πάπα Ουρβανού 8 (γύρω στο 1635, ου σήμερα στο Palazzo dei Conservatori), ο Αλέξανδρος άρρωστος να δέχεται το φάρμακο του γιατρού Φιλίππου, έργο του Eustache Le Suer (ελαιογραφία, 1648-1649). Άλλωστε, γύρω στο 1660 ακόμα και ο Ρέμπραντ ζωγράφισε ένα χαμένο σήμερα πίνακα με θέμα τον Αλέξανδρο ενώ τον απεικόνισε και σε ένα μετάλλιο που κρέμεται στο στήθος του δασκάλου του, του Αριστοτέλη, στη σύνθεση Ο Αριστοτέλης μπροστά στην προτομή του Ομήρου. Ένα ακόμη έργο του με χρονολόγηση το 1662, που σώζεται σήμερα στη Γλασκώβη, απεικονίζει τον Αλέξανδρο από τη μέση και πάνω ως σιδερόφρακτο ιππότη Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 557 τουρνουά. Ο Γάλλος ζωγράφος Charles Le Brun, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τις δεκαετίες του 1660 και 1670 ζωγράφισε μια σειρά από έργα με θέμα τον Αλέξανδρο και τις μάχες του κατά παραγγελία του πάτρωνά του, του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ΄. Το πρώτο από αυτά ήταν «Ο Αλέξανδρος και η οικογένεια του Δαρείου» (αλλιώς «Η σκηνή του Δαρείου», 1662), «Η είσοδος του Αλέξανδρου στη Βαβυλώνα» (1664), «Ο Αλέξανδρος και ο Πώρος» (1674, εικόνα 128), πίνακες που βρίσκονται στο Μουσείο του Λούβρου. Οι χαλκογραφίες του Girand Audran, στα 1675-1678, αντέγραψαν ακριβώς τους πίνακες του Charles Le Brun. 676 Άλλες, πιο σπάνιες απεικονίσεις από την εκστρατεία του Αλέξανδρου, αποτελούν «Η δολοφονία του Κλείτου» (Daniel de Blieck, 1663), «Ο Αλέξανδρος μπροστά στον τάφο του Αχιλλέα στην Τροία» (Giovanni Pannini, 18 αιώνας), ενώ δε λείπουν και γκραβούρες που συνεχίζουν την απεικόνιση ος επεισοδίων από το Μυθιστόρημα, όπως για παράδειγμα η επίσκεψη του Αλέξανδρου στο ιερό του Ήλιου και της Σελήνης. Ανάμεσα στο 1673-1682, για μια δεκαετία, η Εθνική Ακαδημία του Αγίου Λουκά, στη Ρώμη, έδινε ως θέμα στους σπουδαστές της τουλάχιστον τρεις συνθέσεις σχετικές με τα κατορθώματα του Αλέξανδρου. Στα παραπάνω τεκμήρια αλεξάνδρειων απεικονίσεων στην τέχνη της ζωγραφικής θα πρέπει να προσθέσουμε κι αυτά από την τέχνη της σφραγιδογλυφίας: κατά τον 17 και ο 18 αιώνα φιλοτεχνήθηκαν, στην Ιταλία κυρίως, αλλά και σε άλλες χώρες (Γαλλία, ο Γερμανία, Βρετανία), διάφορες σφραγίδες από πολύτιμους λίθους (σαρδώνυχα, καρνέλιο, αχάτη) με παραστάσεις του Αλέξανδρου ή του Αλέξανδρου μαζί με την Ολυμπιάδα, τις περισσότερες φορές απεικονίσεις των προτομών τους σε προφίλ. Σε αυτές ο Αλέξανδρος απεικονίζεται με περικεφαλαία και «οφιογενής», με σύμβολο το δράκοντα σ’ αυτήν, καμιά φορά και κερασφόρος . Από τον κόσμο του Αλέξανδρου 677 προέρχεται και μια σειρά από πίνακες που απεικονίζουν το ζωγράφο και φίλο του Απελλή να ζωγραφίζει την εταίρα Παγκάστη, όπως για παράδειγμα ο πίνακας του Charles Meynier το 1822. Σύμφωνα με τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο, ο Αλέξανδρος έδωσε στον Απελλή την παλλακίδα του Παγκάστη, όταν αντιλήφθηκε ότι αυτός την είχε ερωτευτεί. Το θέμα αυτό υπήρξε το πιο δημοφιλές από τα μυθοποιημένα επεισόδια της ζωής του Αλέξανδρου, τουλάχιστον ανάμεσα στους δυτικούς καλλιτέχνες. Επίσης, από το 17 αιώνα και εξής, στην τέχνη της Δύσης απαντά και ένα άλλο μοτίβο παρμένο ο 676 Ο Charles Le Brun επίσης, τουλάχιστον για τον πίνακα «Η μάχη στα Άρβηλα», φαίνεται πως αξιοποίησε, ως πρότυπο, το έργο του Pietro de Cortona (Γράτζιου 1982: 139). Για τη μορφή του Αλέξανδρου στην ευρωπαϊκή τέχνη δες: Ο Μέγας Αλέξανδρος στην Ευρωπαϊκή τέχνη, επιμέλεια Νίκος Χατζηνικολάου. Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης «Θεσσαλονίκη ’97», 1997. 677 Δε λείπουν βέβαια και άλλες συνθέσεις, για παράδειγμα «Ο Αλέξανδρος και ο Ηφαιστίων με την οικογένεια του Δαρείου», «Αλέξανδρος και Διογένης», «Αλέξανδρος –κυνηγός λιονταριού» κ.α. Βλέπε παραδείγματα αριθ. Καταλόγου 317, 318, 319, 320, 322, 323, 324, 325, 326, 329, 330, 331 από τον κατάλογο της έκθεσης “Alexander the Great – 2000 Years of Treasures” Australian Museum 2012, σελ. 275-281.

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 558 από τις ιστορίες του Αλέξανδρου, η σμίλευση του τεράστιου αγάλματός του στο όρος Άθως, ιδέα του αρχιτέκτονα Δεινοκράτη, όπως ήδη αναφέρθηκε. Παράδειγμα τέτοιας απεικόνισης αποτελεί το χαρακτικό του Johann Bernard Fischer von Erlach το 1721 (εικόνα 129). Στα 1730 μια ομάδα από Ιταλούς καλλιτέχνες ανέλαβαν να διακοσμήσουν το βασιλικό συγκρότημα Escorial έξω από τη Μαδρίτη με μια σειρά από πίνακες του κύκλου του Αλέξανδρου, σύμφωνα με την επιθυμία του βασιλιά της Ισπανίας. Την ίδια δεκαετία ο Francesco Guardi ζωγράφισε τον πίνακα Ο Μέγας Αλέξανδρος μπροστά στο πτώμα του Δαρείου Γ΄, σήμερα στο Μουσείο Πούσκιν της Μόσχας, με το άψυχο σώμα το Πέρση βασιλιά στο κέντρο της σύνθεσης να φεγγοβολά και το Μακεδόνα βασιλιά να σκύβει συγκλονισμένος από πάνω του (Λοϊζίδου 1998, Piemontese 2006: 55, 57, Ippolitov 2012: 63-64, Μουσείο Πούσκιν 2005: 46, Δρακόπουλος / Παπαρηγόπουλος 2009: 244, Demandt 2009: 440). Στο 18 αιώνα, επίσης, χρονολογείται μια ο ανάγλυφη σύνθεση σε ελεφαντόδοντο με θέμα τη μάχη των Γαυγαμήλων, που χρησιμοποιεί ως πρότυπο μια παλιότερη ζωγραφική σύνθεση του Charles le Brun (εικόνα 130). Εκτός, όμως, από τη ζωγραφική και τη μικροτεχνία, μια εντυπωσιακή σε κλίμακα και συμβολισμό απεικόνιση του Αλέξανδρου αποτέλεσε η Θριαμβική Αψίδα που ανεγέρθηκε προς τιμήν του βασιλιά της Ισπανίας Φιλίππου Δ΄ στη Μαδρίτη το 1649. Στην περίπτωση αυτή, είναι εμφανής ο παραλληλισμός του Αλέξανδρου, που άνοιξε τις πύλες της Ασίας, με τους Ισπανούς εξερευνητές και τους προκατόχους τους, που άνοιξαν τις πύλες της Αμερικής. Αντίστοιχα, τον Αλέξανδρο θυμήθηκαν και οι Άγγλοι κατακτητές και αποικιοκράτες της Ινδίας: η νίκη του Λόρδου Clive σην Ινδία το 1840 παραλληλίστηκε από το Macaulay με αυτήν του Αλέξανδρου (Demandt 2009: 447, 465). Παράλληλα με τη συνέχεια των καλλιτεχνικών του απεικονίσεων και των ποικίλων αναφορών στο πρόσωπό του, ο Αλέξανδρος αποτέλεσε και θέμα γενικότερα της πνευματικής δημιουργίας στη Δύση : ακόμα και το θέατρο του 17 αιώνα 678 ου επιφύλασσε μια μεγάλη στιγμή για τον Αλέξανδρο: συγκεκριμένα ο Γάλλος δραματουργός και ελληνιστής Ρακίνας, το 1655, παρουσίασε την τραγωδία του Μέγας Αλέξανδρος σε πέντε πράξεις, με θέμα τον έρωτα του Μακεδόνα βασιλιά για την Ινδή πριγκίπισσα Κλεοφίλη, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας των Ινδιών. Ο Αλέξανδρος αναφέρθηκε ακόμη και στη σκηνή του νεκροταφείου στον Άμλετ του Σαίξπηρ: «Ο Αλέξανδρος πέθανε, ο Αλέξανδρος ετάφη, ο Αλέξανδρος επέστρεψε στη σκόνη», μια αναφορά που σίγουρα παραπέμπει στο γνωστό μοτίβο της ματαιότητας των μεγαλείων και του αναπόφευκτου θανάτου (Demandt 2009: 477). Στην Ιταλία πάλι, το 1681 ο 678 Σύμφωνα μάλιστα με τον G. Bunt το Μυθιστόρημα του Αλέξανδρου δημιούργησε και τις ο προϋποθέσεις συγγραφής της παγκόσμιας ιστορίας, με την οποία συμπορεύτηκε ως και το 18 αιώνα (σε Μηνάογλου 2012: 88). Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 559 Giakomo Sinibaldi έγραψε ένα θεατρικό έργο σε μουσική του Giovanni Kegrenzi με θέμα το πρόβλημα της προσκύνησης που απαιτούσε ο Αλέξανδρος. Ένα μπαλέτο σε τέσσερις πράξεις του Domenico Ricciardi το 1781 είχε ως θέμα τη μεγαλοψυχία του Αλέξανδρου απέναντι στο Δαρείο κι ένα θεατρικό έργο του 1815 το Θρίαμβο του Αλέξανδρου του Μακεδόνα, γραμμένο από τον Andrea Passaro (Piemontese 2006: 56-59). Παρ’όλο που ο Διαφωτισμός προώθησε γενικότερα μια κριτική με απορριπτική 679 διάθεση απέναντι στον Αλέξανδρο (Μηνάογλου 2012:118), εντούτοις υπήρξαν και θετικές αναφορές: τόσο ο Μονταίνιος όσο και ο Μοντεσκιέ βρίσκουν στον Αλέξανδρο πολλές αρετές και τον συγκρίνουν με τον Ιούλιο Καίσαρα, ενώ και ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ στο έργο του Αιμίλιος μιλά γεμάτος θαυμασμό για την πίστη του Αλέξανδρου στην αρετή αλλά και στον εαυτό του (Μίκογλου 1993: 43). Στο αφιερωματικό κείμενο στο χορηγό της έκδοσης του Βίου του Αλέξανδρου του Κούρτιου Ρούφου (Λονδίνο, 1673), ο Αλέξανδρος εξυμνείται για τη μεγαλοψυχία του, καθώς και άλλες αρετές του, προβάλλεται ως κοσμοκράτορας και κυριολεκτικά αποθεώνεται, ως ένθρονος στον ουρανό ανάμεσα στους άλλους θεούς (κείμενο σε Μηνάογλου 2012: 116-117). Ο Βολταίρος υπήρξε θαυμαστής του Αλέξανδρου, ενώ ο Μοντεσκιέ επαινεί τη φρόνηση του Μακεδόνα βασιλιά και αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αν η νίκη έδωσε τα πάντα στον Αλέξανδρο, κι αυτός, όμως, έκανε τα πάντα για τη νίκη». Ακόμα τονίζει στο έργο του Το Πνεύμα των Νόμων: «Να, λοιπόν, ένας κατακτητής, που το θάνατό του θρήνησαν όλα τα έθνη που κατέκτησε. Να ένας σφετεριστής, που τον έκλαψε ακόμη και ο βασιλικός οίκος τον οποίο είχε καθαιρέσει! Κάτι ανάλογο δεν γράφει η ιστορία για κανέναν άλλο κατακτητή». Σε άλλο σημείο, πάλι, του προσάπτει δύο κακά μόνο, την πυρπόληση της Περσέπολης και το φόνο του Κλείτου, ωστόσο τονίζει ότι, χάρη στη μεταμέλεια του Αλέξανδρου για τις πονηρές πράξεις του, οι μεταγενέστεροι θεώρησαν ότι αυτές ήταν πιο πολύ τυχαίες συμφορές και λάθη που καλύπτονταν από την ομορφιά της ψυχής του. Ο Γάλλος συγγραφέας Σατωβριάνδος αναφωνεί ότι αν κάποιος άνθρωπος έμοιασε στο Θεό, αυτός είναι ο Αλέξανδρος. Ο Γερμανός φιλόσοφος Χέγκελ τον παρουσιάζει ως τον 679 Χαρακτηριστικό της κριτικής αυτής είναι το κείμενο για τον Αλέξανδρο του λεγόμενου «Ιστορικού Χαρτοπαίγνιου», μια συλλογή με βιογραφίες διάσημων προσωπικοτήτων της αρχαιότητας ου με εκπαιδευτικό χαρακτήρα, γραμμένη στα γαλλικά στις αρχές του 19 αιώνα και μεταφρασμένη στα ελληνικά το 1808. Στο «Ιστορικό Χαρτοπαίγνιο» ο Αλέξανδρος παρουσιάζεται μεν θετικά, ως πολέμαρχος και κατακτητής, αλλά ταυτόχρονα και αρνητικά ως τύραννος, αφού με το θάνατο του Φιλίππου γίνεται λόγος για τον ξεσηκωμό «των Ελλήνων και των λοιπών υποχείριων εθνών» κατά του γιού του. Προβάλλεται ακόμη το μοτίβο του «καταχρώμενου την οινοποσίαν» Αλέξανδρου, που «αμαύρωσε τα ηρωικά του προτερήματα με την υπερβολή των παθών του» (Γκράτζιου 1982: 134 -135). Είναι σαφές πως στην ευρωπαϊκή διανόηση της εποχής υπάρχει μια ισχυρή τάση να διαφοροποιείται ο Αλέξανδρος από τους «υποχείριους Έλληνες», τάση που αβασάνιστα, όπως είδαμε, ενστερνίστηκαν και ορισμένοι Έλληνες διαφωτιστές και ευρωπαϊστές διανοούμενοι, μια και εντασσόταν γενικότερα στο πλαίσιο της εξ Εσπερίας «προόδου» που έπρεπε να υιοθετήσουμε.

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 560 ιδανικό τύπο της ανθρωπότητας στη νεαρή της ηλικία (Ασώπιος 1857: 3-4, 20, 100, Δρακόπουλος / Παπαρηγόπουλος 2009: 146, 239). Ένας άλλος ηγεμόνας, ο οποίος, όπως είδαμε, ταυτίστηκε πολύ με τον Αλέξανδρο, ήταν ο Ναπολέοντας. Η ταύτισή του αυτή πιστοποιείται και καλλιτεχνικά από την επιλογή του να διακοσμήσει ένα από τα ιδιωτικά του σαλόνια στο Palazzo del Quirinale της Ρώμης (σημερινή κατοικία του Ιταλού Προέδρου της Δημοκρατίας) με ένα ανάγλυφο διάζωμα με θέμα τη θριαμβική είσοδο του Αλέξανδρου στη Βαβυλώνα, έργο του Δανού γλύπτη Berthel Thorvaldsen το 1812 (Χατζηνικολάου 1997 Β: 36-37). Άλλωστε και ο χαράκτης Sixdeniers σε ένα έργο του απεικονίζει το Ναπολέοντα να διαβάζει στη βιβλιοθήκη του, όπου πάνω στο τζάκι στέκεται η γνωστή αρχαία προτομή του Αλέξανδρου Azara, την οποία είχε φροντίσει να αποκτήσει ο Γάλλος κατακτητής (εικόνα 131). Εξάλλου, ο ίδιος ο Ναπολέων δεν έκρυβε το θαυμασμό του για τον Έλληνα αρχαίο στρατηγό. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ο πόλεμος του Αλέξανδρου ήταν μεθοδικός και άξιος των μέγιστων επαίνων… τα στρατεύματά του προχωρούσαν πάντοτε αυξανόμενα… στον Ινδό είχαν τριπλασιαστεί… ο Αλέξανδρος είναι άξιος της δόξας που απολαμβάνει τόσους αιώνες και σε τόσα έθνη» (Ασώπιος 1857: 20). Οι παραστάσεις του Αλέξανδρου στη δυτική τέχνη υπήρξαν αναρίθμητες και ποικίλες καί κατά τους επόμενους αιώνες. Στο μακρινό Εδιμβούργο της Σκωτίας ο Αλέξανδρος δαμάζει το Βουκεφάλα στην πλατεία μπροστά στο δημαρχείο της πόλης, όπως τον αναπαριστά ένα ορειχάλκινο σύμπλεγμα του John Steell, έργο του 1883 (εικόνα 132). Έχει παρατηρηθεί πως στη δυτική τέχνη, σε αντίθεση με τη γραπτή παράδοση, η μορφή του Αλέξανδρου, αν και δέχτηκε πολλές μεταμορφώσεις, ποτέ δεν έχασε την ηθική της διάσταση και το κύρος της κι αυτό οφείλεται εν μέρει στους παραγγελιοδότες των έργων τέχνης με θέμα τον Αλέξανδρο, που ήταν, τις περισσότερες φορές, ηγεμόνες και μέλη της άρχουσας τάξης, θαυμαστές όλοι του Έλληνα βασιλιά (Λοϊζίδη 1998). Ο Σαλβαντόρ Νταλί ζωγράφισε επίσης μια προσωπογραφία του Αλέξανδρου, φροντίζοντας να αποδώσει διαφορετικά τους χρωματισμούς των ματιών του, σύμφωνα με τη μυθική παράδοση: καστανό το δεξί, μπλε το αριστερό (Demandt 2009: 17). Χαρακτηριστική των μεταμορφώσεων που έλαβε η μορφή του Αλέξανδρου στη δυτική τέχνη και κουλτούρα ως σήμερα είναι και η απεικόνισή του στην pop art του Andy Warhol (εικόνα 133), αλλά και η μεταφορά του στη μουσική heavy metal, από συγκροτήματα όπως οι Iron Maiden (“Alexander the Great”, 1986), οι Kamelot (“Alexandria” , 1999) ή οι Nile (“Iskander D’hul Karnon”, 2009). Σε όλα τα παραπάνω τραγούδια αντανακλάται βέβαια η εικόνα του ανδρείου ήρωα –κατακτητή, ανίκητου στρατηλάτη αλλά και οραματιστή, που κινείται μέσα στο πλαίσιο της δόξας, της μοίρας, της υστεροφημίας και της παγκοσμιότητας. Οι Iron Maiden χαρακτηριστικά, που περιγράφουν όλη την πορεία του στο οκτάλεπτο τραγούδι τους, συμπυκνώνουν Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 561 την ουσία του ήρωα στους παρακάτω στίχους: «εξάπλωσε τον ελληνισμό στα πέρατα του κόσμου / έμαθαν όλοι το μακεδονικό τρόπο σκέψης / ο πολιτισμός τους έγινε δυτικός / προλείανε το έδαφος για το χριστιανισμό» (ελεύθερη μετάφραση). Αντίστοιχα, οι Kamelot βάζουν τον Αλέξανδρο σε πρώτο πρόσωπο να εκθειάζει ένα άλλο κληροδότημά του στο σύγχρονο παγκόσμιο χάρτη, την πόλη του Αλεξάνδρεια. Τέλος οι Nile, αναδεικνύουν το «δίκερο Αλέξανδρο» της ισλαμικής παράδοσης και της προφητείας του τέλους του κόσμου, τον «κάτοχο των κεράτων του Άμμωνα, τον κατακτητή της ανατολής και της δύσης του ήλιου», το «γιο του Φιλίππου…για τον οποίο γνώριζε ο προφήτης Μωάμεθ….αυτόν που έκλεισε τους Γωγ και Μαγώγ πίσω από το τείχος…που θα καταρρεύσει τη μέρα της Κρίσης… και οι ορδές τους θα απελευθερωθούν και θα ρημάξουν τη γη…» (ελεύθερη μετάφραση). 680 Μια αναφορά στην πρόσληψη του Αλέξανδρου στη Δύση δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει και την κινηματογραφική του αποτύπωση στο στούντιο του Χόλιγουντ. Η πρώτη ταινία που έγινε για τον Αλέξανδρο ήταν το “Alexander the Great”, το 1956, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Robert Rossen και με πρωταγωνιστή το Richard Burton. Η αφήγηση της ταινίας ξεκινά με τη σύγκρουση του Φιλίππου με την Αθήνα, για να συνεχίσει με τη γέννηση του Αλέξανδρου και τα θαυμαστά σημεία που τη συνόδευαν, το νεαρό Αλέξανδρο δίπλα στον Αριστοτέλη, τις ραδιουργίες της Ολυμπιάδας και τη σύγκρουσή της με το Φίλιππο, τη μάχη στη Χαιρώνεια, τη δολοφονία του Φιλίππου, την ανάληψη της αρχηγίας των Ελλήνων από τον Αλέξανδρο, τη μάχη του Γρανικού, τη μάχη στα Γαυγάμηλα και μεμονωμένα περιστατικά από την εκστρατεία στην ανατολή, ως το θάνατο του Μακεδόνα βασιλιά. Είναι ενδιαφέρον πως στην αρχή και στο τέλος της ταινίας υπάρχουν δύο σκηνές από συνέλευση της αθηναϊκής εκκλησίας του Δήμου, με τον Αισχίνη και το Δημοσθένη να πρωτοστατούν με τις τοποθετήσεις τους, για την αναγκαιότητα της σύγκρουσης με το Φίλιππο ή όχι στην πρώτη περίπτωση, για την απόδοση θεϊκών τιμών και λατρείας στον Αλέξανδρο ή όχι στη δεύτερη. Ο Αλέξανδρος ηθογραφείται μέσα στη ταινία ως ο χαρισματικός και αποφασιστικός ηγέτης, ο ατρόμητος πολεμιστής και αξεπέραστος στρατηγός, ο μαχητής και εκδικητής των Ελλήνων για τα κακά που τους προξένησαν οι Πέρσες, ο κοσμοκράτορας που πιστεύει στην ένωση όλων των λαών –κυρίως των Ελλήνων και Περσών –σε καθεστώς ισότητας κάτω από τον ίδιο πατέρα, δηλαδή το θεό, ο θεογενής Αλέξανδρος, σύμφωνα με τη μητέρα του, κάτι που υιοθετεί και προβάλλει και ο ίδιος, ο άνθρωπος που επιδίωκε, ίσως και έτσι, την αθανασία. Τέλος, το εντυπωσιακό στοιχείο είναι πως ο Rossen ενέταξε στην ταινία του και στοιχεία από τον Αλέξανδρο του Μυθιστορήματος: έτσι παρουσιάζει το Νεκτεναβώ, ως Αιγύπτιο μάντη, να βρίσκεται στην αυλή του Φιλίππου, το Δαρείο να στέλνει μαζί με την πρώτη επιστολή στο 680 Όλες οι αναφορές για τον Αλέξανδρο του Heavy metal από Djurslev 2015: 127-134.

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 562 Αλέξανδρο και τα περιπαιχτικά του δώρα, το μαστίγιο, την μπάλα και το χρυσάφι, το τελευταίο υπόμνημα που αφήνει ο Πέρσης βασιλιάς στον Αλέξανδρο με τις τελευταίες επιθυμίες του, ανάμεσα στις οποίες είναι και να παντρευτεί ο Αλέξανδρος την κόρη του Δαρείου, δηλαδή τη Ρωξάνη, πάντα σύμφωνα με την παράδοση του Μυθιστορήματος, κάτι που τελικά ο Αλέξανδρος το κάνει. Η δεύτερη σημαντική ταινία που έγινε για τον Αλέξανδρο από τον αμερικάνικο κινηματογράφο είναι η ταινία Alexander του σκηνοθέτη Όλιβερ Στόουν (2004). Η πλοκή της ταινίας ξετυλίγεται ως εξιστόρηση από το γηραιό Πτολεμαίο στην Αλεξάνδρεια, ο οποίος ανακαλεί τα όσα συνέβησαν με βάση τις αναμνήσεις του, στοιχείο που, βεβαίως, είναι ιστορικά ορθό, καθότι γνωρίζουμε ότι ο Πτολεμαίος όντως έγραψε μια ιστορία για τον Αλέξανδρο (βλέπε κεφάλαιο 2.1). Μέσα από την εξιστόρηση αυτή, ο Στόουν –και υπό την καθοδήγηση του επιστημονικού συνεργάτη της ταινίας, καθηγητή Robin Lane Fox – πετυχαίνει να αποδώσει αρκετά από τα συνοδευτικά μοτίβα του Αλέξανδρου: τον Αλέξανδρο πρωταγωνιστή του ελληνισμού και καταλυτικό συντελεστή εξάπλωσής του, τον Αλέξανδρο –κτίστη, τον Αλέξανδρο – Αχιλλέα, τον Αλέξανδρο –Ηρακλή, τον Αλέξανδρο –Ήλιο, το «θεϊκό» Αλέξανδρο ως γιο του Δία, το «δρακοντιάδη» Αλέξανδρο της Ολυμπιάδας, τον Αλέξανδρο ως οραματιστή και αναμορφωτή του κόσμου με τη συγχώνευση λαών και πολιτισμών και τη δημιουργία μιας οικουμενικής αυτοκρατορίας, μιας πρώτης παγκοσμιότητας. Πραγματικά, ο Στόουν αποδίδει πολύ καλά το όραμα του Μακεδόνα βασιλιά, συμπεριλαμβάνοντας και τις προθέσεις και τα σχέδιά του για την κατάκτηση της Αραβίας, της Καρχηδόνας, της Ιταλίας, με όριο τις Ηράκλειες Στήλες και το Δυτικό Ωκεανό. Αποδίδει, επίσης, πετυχημένα τη σχέση αγάπης που είχε ο Αλέξανδρος με το στρατό του. Παράλληλα, προβάλλεται ικανοποιητικά ο Αλέξανδρος ως στρατηγός - πολεμιστής, που κατάστρωνε άριστα το σχέδιο πριν τη μάχη, με την απαράμιλλη ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων την ώρα της μάχης και τη συνακόλουθη ταχυκινησία του. Εξίσου πετυχημένα προβάλλεται η γενναιοδωρία του και το φιλίππειο πρότυπο, που ο Στόουν παρουσιάζει να τον στοίχειωνε. Με ιδιαίτερο λυρισμό και μεγαλείο παρουσιάζεται η σκηνή της εξημέρωσης του Βουκεφάλα και ιδιαιτέρως εντυπωσιακή είναι η σκηνή της μάχης των Γαυγαμήλων, σε αντίθεση με αυτήν ενάντια στον Πώρο, που παρουσιάζεται αρκετά παραποιημένη, στο βωμό της συμπύκνωσης των γεγονότων. Ωστόσο, ο Στόουν δίνει με υπερβολή την επιρροή της Ολυμπιάδας στον Αλέξανδρο μέσα από εξίσου υπερβολικές στην έντασή τους σκηνές. Γενικότερα, ο Στόουν στέκεται υπερβολικά σε σκηνές συμποσίου, μέθης και φωνασκίας (όλοι φωνάζουν στην ταινία και μαλώνουν μεταξύ τους συνέχεια), καθώς και - εντελώς άστοχα - στις υποτιθέμενες ομοφυλοφιλικές σχέσεις του Αλέξανδρου με τον Ηφαιστίωνα και το Βαγώα, μέσα από υπονοούμενα, βλέμματα και μισοτελειωμένες σκηνές, ξοδεύοντας έτσι πολύτιμο χρόνο και καρέ που θα μπορούσε να αξιοποιήσει Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 563 συμπεριλαμβάνοντας στην ταινία του τόσα και τόσα άλλα σημαντικά επεισόδια από την ιστορία του Αλέξανδρου, που τελικά τ’ αφήνει απ΄ έξω. Επιπλέον, ο Στόουν δείχνει μια εμμονή στο να παρουσιάσει την αδύναμη πλευρά του Αλέξανδρου, δείχνοντάς τον εύθραυστο και βάζοντάς τον πολλές φορές να κλαίει, με τον ηθοποιό να θυμίζει περισσότερο έναν κακομαθημένο νέο του σύγχρονου δυτικού κόσμου που δεν έχει ακόμη ωριμάσει. Η εμμονή αυτή του Στόουν μάλιστα φτάνει στην παραποίηση της πραγματικότητας, όταν βάζει τον Πτολεμαίο να λέει πως ο Αλέξανδρος πάλευε ως το τέλος της ζωής του να νικήσει το φόβο του. Δε νομίζω πως ένας άνδρας, που στα δεκάξι του είχε νικήσει τους Θράκες Μαίδες και στα δεκαοχτώ του το θηβαϊκό Ιερό Λόχο, πολεμώντας πάντα στην πρώτη γραμμή, να είχε ανάγκη να αντιπαλέψει το φόβο ως το τέλος της ζωής του. Εν τέλει, αυτό που αποτυγχάνει να αποδώσει ο Στόουν είναι το μεγαλείο του αρχαίου βασιλιά, με εξαίρεση ελάχιστες σκηνές. Μάλιστα, παρατηρεί κανείς μια αναντιστοιχία ανάμεσα στις αναμνήσεις του Πτολεμαίου, που αποτελούν πραγματικά έναν ύμνο στον Αλέξανδρο –«δύναμη της φύσης» τον χαρακτηρίζει κάποια στιγμή – και σε αυτό που βλέπει όταν «ζωντανεύουν» οι αναμνήσεις μέσα από την οπτική του Στόουν. Είναι κρίμα, γιατί ο Στόουν είχε όλα τα μέσα για να κάνει μια ταινία πραγματικά σπουδαία. Δυστυχώς, απέδειξε κι αυτός πόσο μακριά βρίσκεται η Αμερική από το ελληνικό πνεύμα, όταν καταπιάνεται κινηματογραφικά με την αρχαία Ελλάδα (και συνήθως όχι μόνο κινηματογραφικά και όχι μόνο με την αρχαία Ελλάδα). Είναι σαν να προσκάλεσε ο Αλέξανδρος το Στόουν στη Βαβυλώνα του κι αυτός, αντί να πάει στο παλάτι του να τον συναντήσει, να έκανε μια βόλτα στους δρόμους της πόλης και να έφυγε. Οι επανειλημμένες «επανεκδόσεις» της ταινίας από το σκηνοθέτη με πρόσθετο υλικό προδίδουν και μια μεταμέλεια για την ευκαιρία που χάθηκε, όμως είναι πλέον αργά. Στα θετικά της ταινίας, πάντως, εντάσσεται ακόμη τόσο η αποτύπωση του «καλλιτεχνικού» Αλέξανδρου στις αρχικές σκηνές στην Αλεξάνδρεια, με τους ζωγραφικούς πίνακες και τις προτομές που κοσμούν το παλάτι του Πτολεμαίου, όσο και η υπέροχη μουσική του Έλληνα συνθέτη Βαγγέλη Παπαθανασίου, η μόνη που σταθερά στην ταινία αποδίδει άριστα το μεγαλείο του. Όσον αφορά τη σύγχρονη δυτική ιστορική έρευνα για τον Αλέξανδρο και την εποχή του, αυτή εμπεριέχει ποικίλες αναγνώσεις ήδη από τους ιστορικούς του 18 ου αιώνα, το πρώτο μισό του 19 αιώνα με το Γερμανό Johann Gustav Droysen και τον ου Άγγλο George Grote, την προπολεμική Γερμανία με την ιδιαίτερη έμφαση στην προβολή του Αλέξανδρου ως ανυπέρβλητου ηγέτη και κατακτητή, τα μέσα του 20 ου αιώνα με το W.W. Tarn και την προβολή του Αλέξανδρου ως παράγοντα συναδέλφωσης και ενότητας της ανθρωπότητας, ως τις μέρες μας με το Nikolas 681 681 Trofimova 2012 A: 6.

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 564 682 Hammond, το Robin Lane Fox και άλλους . Κάθε ιστορικός δίνει τη δική του έμφαση στην ιστορία του Αλέξανδρου: ο Γερμανός Beloch, για παράδειγμα (1904), προσπάθησε να μειώσει τη σημασία του Αλέξανδρου στην επιτυχία της εκστρατείας του, προβάλλοντας υπέρ του δέοντος τη συνεισφορά του Φιλίππου και των στρατηγών του, δίνοντας έμφαση, ωστόσο, στο αποτέλεσμα αυτής της εκστρατείας, που ήταν η δημιουργία της πρώτης κοσμοκρατορίας. Ο Γερμανός ιστορικός Bengston τονίζει τη διάσταση του Αλέξανδρου ως αρχηγού και απελευθερωτή των Ελλήνων, σημειώνοντας την πρωτοτυπία πνεύματος που επέδειξε, καθώς και πως το σημαντικότερο κληροδότημα του Αλέξανδρου υπήρξε τόσο ο θεσμός της απόλυτης μοναρχίας, όσο και η δημιουργία των συνθηκών εκείνων για την ύπαρξη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, του χριστιανισμού, της βυζαντινής αυτοκρατορίας και του αραβικού πολιτισμού. Προσθέτει ακόμη ο Γερμανός ιστορικός πως τελικά η ανθρωπότητα επιφύλαξε στον Αλέξανδρο την πολυπόθητη αθανασία: για τον Bengston, το όνομα του Αλέξανδρου θα ζει όσο θα υπάρχει ευρωπαϊκός πολιτισμός, που στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στο έργο του (Bengston 1991 (1968): 300, 316, 318 – 319). Ίσως τελικά αυτό που καθιέρωσε ο Αλέξανδρος για το σύγχρονο δυτικό πολιτισμό να είναι κάτι πολύ βαθύτερο: σε αντίθεση με το Βυζάντιο, όπου ο Αλέξανδρος παρέμεινε το πρότυπο του αυτοκράτορα –προστάτη του ελληνισμού, οι διαφορετικές ιστορικές συνθήκες στη Δύση επέτρεψαν ο Αλέξανδρος να πάει λίγο πιο πέρα από το πρότυπο του ηγέτη και της ιπποσύνης του μεσαίωνα: τόσο ο ιστορικός όσο και ο μυθιστορηματικός Αλέξανδρος αποτέλεσαν πρότυπο της persona, του ατόμου που διαρκώς αναπτύσσεται, «κατακτά», εξελίσσεται και προοδεύει και μάλιστα επιθετικά και σε πολλαπλά επίπεδα. Πρόκειται ακριβώς για το μοντέλο της συνεχούς επιδίωξης ατομικής προόδου, αλλά και –σε κρατικό και υπερκρατικό επίπεδο - της αέναης ανάπτυξης και εξάπλωσης ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα. 682 Για τη δυτική ιστοριογραφία για τον Αλέξανδρο δες περισσότερα σε Errington 2008: 163-171, Demetriou 2001: 23-39, Δεληγιαννάκης 2009. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 565 5.8. Βαλκάνια και Τουρκία Ειδικά στα Βαλκάνια, η παρουσία του Αλέξανδρου στις παραδόσεις της Βουλγαρίας, της Σερβίας και της Ρουμανίας, αποτελεί κληρονομιά του Βυζαντίου. Ήδη κατά τον 11 -12 αιώνα, έχουμε μια μετάφραση του βυζαντινού μυθιστορήματος για ο ο τον Αλέξανδρο στα βουλγάρικα, η οποία φαίνεται πως βασίζεται στην ε΄ διασκευή με προσθήκες από τη χαμένη σήμερα ζ΄ βυζαντινή διασκευή . Μάλιστα το 1337 στο 683 εγκώμιο του Βούλγαρου τσάρου Ιβάν Αλεξάνδαρ συναντάμε παράδειγμα μίμησης του Αλέξανδρου, αφού ο τσάρος συγκρίνεται με τον Αλέξανδρο στην πολεμική γενναιότητα και δόξα. Βουλγάρικη διασκευή του Μυθιστορήματος μαρτυρείται και αργότερα, κατά το 16 αιώνα, ενώ κατά το 19 αιώνα, την περίοδο της Βουλγαρικής Αναγέννησης, το ο ο Μυθιστόρημα επανεισάγεται στη Βουλγαρία, αυτή τη φορά από τη Ρουμανία . Γύρω 684 στα τέλη του 14 αιώνα το βυζαντινό Μυθιστόρημα της ζ΄ διασκευής μεταφράστηκε και ου στα σέρβικα. Πιθανόν το γεγονός αυτό να συσχετίζεται με την πρόσκαιρη επέκταση της αυτοκρατορίας του Σέρβου Τσάρου Στέφανου Δουσάν στις ελληνόφωνες περιοχές του Βυζαντίου. Από τη σερβική παράδοση του Μυθιστορήματος ξεχωρίζει το σέρβικο χειρόγραφο 771-381 (15 αιώνας) της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Σόφιας. Η ος εικονογράφησή του, με 13 μικρογραφίες, φαίνεται πως αντλεί στοιχεία για τις λεπτομέρειες των απεικονίσεων και από τα κείμενα των αρχαίων ιστορικών του Αλέξανδρου, ενώ παράλληλα δείχνει να ακολουθεί την αρχική, ελληνιστικού χαρακτήρα εικονογράφηση του Μυθιστορήματος, στην οποία εντάσσει και στοιχεία σέρβικα, για παράδειγμα στην ενδυμασία των μορφών. Γενικότερα, η σέρβικη εκδοχή θα κυριαρχήσει ανάμεσα στους σλαβικούς πληθυσμούς και στο β΄ μισό του 16 αιώνα ου θα εισαχθεί μεταφρασμένη και στη Ρουμανία. Από την περίοδο της Τουρκοκρατίας σώζονται περίπου 350 σέρβικα χειρόγραφα του Μυθιστορήματος του Αλέξανδρου (Vryonis 1988, Topalov – Topaleva 2004: 289 -290, Τριβυζαδάκης 2005: 57, 70-71, Stoneman 2012 A: xi). Το 1713 έγινε και η πρώτη έντυπη έκδοση του Μυθιστορήματος στα ρουμάνικα, που αποτέλεσε το πρώτο λαϊκό βιβλίο των Ρουμάνων και γνώρισε συνολικά είκοσι εκδόσεις (Demandt 2009: 25). Σε αντίθεση με το Demandt, ο Οικονομίδης σημειώνει πως 683 Οι Topalov – Topaleva βέβαια υποστηρίζουν ότι βουλγάρικη μετάφραση υπήρχε ήδη από το 10 ο αιώνα (Topalov – Topaleva 2004: 289). 684 Επιπρόσθετα, ο Βελουδής (1989 (1977): κη΄) σημειώνει πως ένας σλοβενοβούλγαρος δάσκαλος, ο Χρίστο Παπά Βασίλιεβ Προτοπόβιτς, από το Κάρλοβο, ήταν αυτός που το 1844 μετέφρασε την ελληνική Φυλλάδα στα βουλγάρικα στο Βελιγράδι, όπου και τυπώθηκε, για να γνωρίσει επανειλημμένες εκδόσεις στα μετέπειτα χρόνια, αποδεικνύοντας τη δημοφιλία του Μακεδόνα βασιλιά στο βουλγάρικο αναγνωστικό κοινό.

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 566 το Μυθιστόρημα του Αλέξανδρου στα ρουμανικά εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1794 με έξοδα του Έλληνα έμπορου Αποστόλου Μανού στο Sibiu, στο τυπογραφείο του Πέτρου Barth. Στη Ρουμανία καταγράφηκαν επίσης προφορικές παραδόσεις για το Μέγα ου Αλέξανδρο, στις αρχές του 20 αιώνα. Οι παραδόσεις αυτές θυμίζουν αντίστοιχες ελληνικές, σχετίζονται με τις κόρες -υπηρέτριες του Αλέξανδρου (αντί για την αδερφή /αδερφές της ελληνικής παράδοσης), που πίνουν το αθάνατο νερό και γίνονται ξωτικές. Επίσης υπάρχουν παραδόσεις σχετικές με το Βουκεφάλα. Σύμφωνα με μία από αυτές, ο Βουκεφάλας ήπιε το αθάνατο νερό και ζει αιωνίως σε ένα ερημονήσι της θάλασσας. Όταν του έρχεται επιθυμία για τον κύριό του, χρεμετίζει και τότε σείεται το έδαφος, γίνεται σεισμός! Στην Τρανσυλβανία, στην κλεισούρα της Turdei, υπάρχει βράχος, όπου δείχνουν τα ίχνη των πετάλων του Βουκεφάλα, ακριβώς όπως και στις αντίστοιχες παραδόσεις από τον ελλαδικό χώρο. Η διείσδυση της «αλεξάνδρειας» παράδοσης στο ρουμάνικο λαό φαίνεται και από τις παρακάτω καταγραφές: στα κάλαντα, την παραμονή της πρωτοχρονιάς, τα παιδιά προτρέπουν τους άρχοντες να χαρούν κατά τη μέρα του Αγίου Βασιλείου, όπως χάρηκε και ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Σε ένα γαμήλιο άσμα τραγουδούν: μεγαλύτερος νουνός /καβάλα σ’ ένα άλογο /όπως το Βουκέφαλο. Κάποιες παροιμιώδεις εκφράσεις έχουν επίσης το ενδιαφέρον τους: να είσαι γενναίος όπως ο Αλέξανδρος ο Μακεδών, να είσαι βουκέφαλος(!), (δηλαδή ωραίος, ευκίνητος), να είσαι πλούσιος, όπως ο Πώρος. Μια άλλη ομάδα ρουμάνικων παραδόσεων για τον Αλέξανδρο σχετίζεται άμεσα με το Μυθιστόρημα του Αλέξανδρου και περιλαμβάνει ιστορίες στις οποίες εμπλέκονται οι Κυνοκέφαλοι, οι Βραχμάνοι, οι Ακάθαρτοι Λαοί. Τέλος να αναφέρουμε πως υπάρχουν τουλάχιστον δύο παραδείγματα με τον Αλέξανδρο στη ρουμάνικη τέχνη: μια εικόνα φιλοτεχνημένη γύρω στο 1680- 1700 δείχνει τον Αλέξανδρο ως μέγα βασιλιά καθώς και διάφορες σκηνές από το Μυθιστόρημα: οι ιερείς των Ινδιών, ο ενταφιασμός του Πώρου, και άλλες. Επίσης, σε νάρθηκα δύο εκκλησιών του χωριού Pietrosita απεικονίζονται ο Αλέξανδρος με το Δαρείο και τον Πώρο, να παρίστανται στη σκηνή των βασανισμένων του Άδη, (Οικονομίδης 1966: 5-17), η γνωστή παράσταση των τεσσάρων βασιλέων του οράματος του Δανιήλ, που απαντάται και σε ναούς του ελλαδικού χώρου. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί πως υπήρξε άλλο ένα παράδειγμα «νέου Αλέξανδρου» στα Βαλκάνια του ύστερου μεσαίωνα: πρόκειται για το Γεώργιο Καστριώτη, αμφίβολης καταγωγής (ελληνικής, αλβανικής, σέρβικης;) εθνικό ήρωα της σύγχρονης Αλβανίας, ο οποίος φαίνεται πως την περίοδο που υπηρετούσε τους Τούρκους, πριν στραφεί τελικά εναντίον τους, πήρε από αυτούς και την ονομασία Ισκεντέρ –Μπέης, Σκεντέρμπεης, με την οποία έμεινε γνωστός ανά τους αιώνες. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί και η παρουσία του Αλέξανδρου στους Τούρκους: το τουρκικο έπος Oghuzname, του 13 αιώνα, εξιστορεί το ταξίδι του ου Αλέξανδρου στη Χώρα του Σκότους και την αναζήτηση του Νερού της Ζωής. Ο Αχμέτι, Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 567 ου συγγραφέας που έζησε στην αυλή του Εμίρη της Αδριανούπολης κατά τα τέλη του 14 με αρχές 15 αιώνα, έγραψε επίσης ένα Iskendername, το «βιβλίο του Αλέξανδρου», ου ουσιαστικά μετάφραση του αντίστοιχου έργου του Πέρση Νιζάμι, στο οποίο περιγράφει τα επικά κατορθώματά του στις χώρες της ανατολής. Αναφέρεται ότι ο πορθητής της Κωνσταντινούπολης, Μωάμεθ Β,΄ είχε στην κατοχή του το έργο του Αρριανού και ότι ο Έλληνας ιστορικός και βιογράφος του Κριτόβουλος τον παρομοίαζε με τον Αλέξανδρο, ακολουθώντας, όπως είδαμε, μια μακραίωνη παράδοση υποτακτικών προς τους ηγεμόνες τους λογίων ή συγγραφέων(βλέπε και κεφάλαιο 3.4.). Ο Σφρατζής ακόμα, αναφέρει πως, λίγο πριν την τελική επίθεση των Τούρκων και την άλωση της Πόλης το 1453, ο εξισλαμισμένος Έλληνας Σογάν ή Ζαγανός Πασάς και διώκτης των ομοφύλων του, θέλοντας να ενθαρρύνει τον –επίσης ελληνικής καταγωγής από την πλευρά της γιαγιάς του - Σουλτάνο του είπε: «Ὁ στρατός τοῦ Μακεδόνος Ἀλεξάνδρου οὐχ ὑπῆρχε ποτέ τοσοῦτος, ὡς τόν σόν, οὐδέ τοσαύτας παρασκευάς ἐκεῖνος εἶχε. Καί τόν κόσμον ἐκυρίευσεν ὅμως». Κολακεύοντας το Μωάμεθ ένας άλλος υποτακτικός του Έλληνας λόγιος, ο Γεώργιος Αμιρούτζης ο Τραπεζούντιος, έγραφε πως, όταν ο σουλτάνος θα ολοκληρώσει το έργο του, τότε μπροστά του θα φαίνεται μικρός ο Αλέξανδρος ο Μακεδών. Ο Γεώργιος ακόμα, σε υμνητικά ποιήματα που έγραψε προς τιμήν του Μωάμεθ, παρομοιάζει την κλίση του στην ελληνική γλώσσα και γράμματα με την αντίστοιχη προσέγγιση των περσικών ηθών που έκανε ο Αλέξανδρος. Επομένως, ο 685 Αλέξανδρος υπήρξε πρότυπον βασιλέως για το Μωάμεθ Β΄, κάτι που συνάγεται και από αναφορές του ίδιου του Μωάμεθ, που διασώζουν Ιταλοί που βρέθηκαν στο περιβάλλον του. Αποτελεί, ίσως, τραγική ειρωνεία, το γεγονός ότι εν τέλει η Κωνσταντινούπολη, σύμβολο και προπύργιο του ύστατου βυζαντινού ελληνισμού, καταλύθηκε από έναν αντίπαλο ξένο ηγεμόνα, που είχε ως πρότυπο ακριβώς τον Αλέξανδρο, διαχρονικό σύμβολο του ελληνισμού. Επίσης, στις αρχές του 15 αιώνα, γράφτηκε από τον Τούρκο ου ποιητή Ali Shir Navai ένα μακροσκελέστατο ποίημα για τα κατορθώματα του Αλέξανδρου στην παράδοση του Πέρση Νιζάμι. Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή (τέλη 17 αιώνα) χρησιμοποιεί χρονολογία «μετά τον Αλέξανδρο» για να ου προσδιορίσει την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης. Ο περίφημος Ιμπραήμ Πασάς, ο ελληνικής καταγωγής εξισλαμισμένος πρώτος Βεζίρης του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, διάβαζε ανάμεσα στα άλλα και ιστορίες για το Μεγαλέξανδρο, σύμφωνα με αναφορές του Βενετού σύγχρονού του Marin Sanuto. Λατρεία για τον Αλέξανδρο έτρεφε και ο ίδιος ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, ενώ τον Αλέξανδρο 685 Ο Αμιρούτζης φτάνει στο σημείο να προσφωνήσει το Μωάμεθ «άριστο» και «Ελλήνων βασιλέα», βλέπε B. Janssens and P. van Deun, \"George Amiroutzes and his Poetical Oeuvre,\" in B. Janssens and B. Roosen and P. van Deun (eds), Philomathestatos: Studies in Greek Patristic and Byzantine Texts Presented to Jacques Noret for his Sixty-Fifth Birthday [Orientalia Lovaniensia Analecta 137. Louvain: Peeters, 2004, πρωτότυπο κείμενο σε http://stephanus.tlg.uci.edu (9.10.2015).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 568 προσπαθούσε να μιμηθεί και ο Σελίμ Α΄, ο οποίος περιγράφεται σε ελληνικές πηγές της εποχής ως «άλλος Αλέξανδρος». Ακόμη και αργότερα, το 1785, ο σουλτάνος Αμπντουλχαμίντ αποκαλείται από τον αξιωματούχο του Σουλεϊμάχ Πενάχ «Αλέξανδρος του Ισλάμ». Επίσης, ο Σελήμ Γ΄ θεωρούσε ότι ήταν διάδοχος της βασιλείας του Αλέξανδρου (Μέρτζος 1947: 119, Vryonis 1988, Βασιλακοπούλου 1999: 1306, Muller 2007: 385-388, Stoneman 2008: 63, Παναγιώτου 2008: 890, Stoneman 2012 A: xvii, Μηνάογλου 2012:118-119). Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 569 5.9. Αρμενία και Γεωργία Ωραιότατη εικονογράφηση φέρει το αρμένικο χειρόγραφο του κώδικα 424 της Αδελφότητας των Μεχιταριστών του Αγίου Λαζάρου Βενετίας, που χρονολογείται το 14 αιώνα και αποτελεί το παλαιότερο σωζόμενο από τα συνολικά 70 αρμένικα ο χειρόγραφα του Μυθιστορήματος που σώζονται σήμερα (Τριβυζαδάκης 2005: 50, 73, Juanno 2015: 27). Το χειρόγραφο αυτό περιέχει πλουσιότατη εικονογράφηση στα πρότυπα των γνωστών εικονιστικών κύκλων του Μυθιστορήματος και με αρκετές ομοιότητες με τις απεικονίσεις του χειρόγραφου του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας. Μια όμορφη παράσταση από αυτό που ξεχωρίζει, είναι με τα ανθρωποπρόσωπα πουλιά, που προειδοποιούν τον Αλέξανδρο να μην προχωρήσει πιο πέρα . Ένα ενδιαφέρον 686 στοιχείο, επίσης, είναι η απεικόνιση του Αλέξανδρου στις μικρογραφίες του χειρόγραφου με φωτοστέφανο. Ας σημειωθεί, ωστόσο, πως το χειρόγραφο αυτό αποτελεί αντίγραφο ενός παλαιότερου, όπως ο Αρμένιος αντιγραφέας Kesaroweci ξεκάθαρα τονίζει στις σημειώσεις που ακολουθούν το σώμα του κυρίως κειμένου. Μάλιστα, ο Kesarowesi δεν περιορίζεται σε μια απλή αντιγραφή του κειμένου, αλλά στο τέλος κάθε κεφαλαίου προσθέτει ένα δικό του επιγραμματικό ποίημα, ως επιτομή του πεζού κειμένου που προηγήθηκε. Επίσης, πρόσθεσε μια σειρά διδακτικών ποιημάτων για το θάνατο του Αλέξανδρου, αν και υπάρχουν μελετητές που του αρνούνται την πατρότητα των συγκεκριμένων ποιημάτων. Τέλος, έγραψε και πρόλογο και επίλογο, στον οποίο αναφέρει πως αν το φίδι του Μωυσή, η δίκη του Ιωσήφ και η μεταμέλεια του Δαβίδ αποτελούν προσημάνσεις των πράξεων του Χριστού, πόσο περισσότερο είναι τέτοιες τα κατορθώματα του απαράμιλλου Αλέξανδρου. Σε ένα άλλο μάλιστα ποίημά του, που σώζεται σε άλλα χειρόγραφα, παραλληλίζει τις πράξεις του Αλέξανδρου με αυτές του Χριστού και προσπαθεί να τον παρουσιάσει ως μια παράλληλη μορφή του Χριστού, για να ζητήσει, ως πιστός χριστιανός, στο τέλος του ποιήματος συγχώρεση για το θράσος του να κάνει τέτοια σύγκριση. Σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, το αρμένικο χειρόγραφο του 14 αιώνα παραμένει πιστό στην αρχική ου αρμένικη μετάφραση από τα ελληνικά, η οποία τοποθετείται με ασφάλεια στα τέλη 686 Το χειρόγραφο αυτό με τις ωραιότατες μικρογραφίες του μπορεί να δει κανείς στη διεύθυνση: http://luna.manchester.ac.uk/luna/servlet/detail/Manchester~91~1~416825~147912:Romance-of- Alexander?sort=reference_number%2Cimage_sequence_number&qvq=w4s:/what%2FAlexander%25252 C%2Bthe%2BGreat%25252C%2B356%2BB.C.- 323%2BB.C.;sort:reference_number%2Cimage_sequence_number;lc:Manchester~91~1&mi=1&trs=2 (ανάκτηση 9.1.2016).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 570 ου του 5 αιώνα, μια και –ανάμεσα στ’ άλλα τεκμήρια - το Μυθιστόρημα χρησιμοποιήθηκε ως υλικό συγγραφής μιας αρμένικης ιστορίας ήδη από το Lazar Parpeci το 504. Επιπλέον, ποικίλες αναφορές του κειμένου του 14 αιώνα σώζονται αυτούσιες στην ου Iστορία Αρμενίας του Μωυσή της Χωρήνης (Xorenaci), κείμενο που χρονολογείται τον 5 αιώνα και επιβεβαιώνει την πιστότητα της αρχικής μετάφρασης στο χειρόγραφο του ο 14 αιώνα. Γενικότερα, η αρμένικη παράδοση του Μυθιστορήματος εντάσσεται στην ου αρχική α΄ παραλλαγή και θεωρείται πιστότερη και αναλυτικότερη απόδοση του αρχικού ελληνικού κειμένου σε σύγκριση με τη λατινική μετάφραση του Αρχιπρεσβύτερου Λέοντος του 10 αιώνα (η οποία όμως ανήκει στην δ΄ παραλλαγή, η ου οποία βασίστηκε στην α΄). Ωστόσο, η Juanno επισημαίνει πως το αρχικό κείμενο της αρμένικης μετάφρασης εμπεριέχει και δάνεια από τη διασκευή β΄, επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναπαριστά πιστά μόνο την α΄. Ο Wolohojian σημειώνει ως αξιοσημείωτη την τόσο πρώιμη εμφάνιση του Μυθιστορήματος στην αρμενική γραμματεία, σε μια εποχή που οι Αρμένιοι συγγραφείς περιορίζονταν στη μετάφραση σχεδόν αποκλειστικά θεολογικών βιβλίων. Υπάρχουν κι άλλες αναφορές στον Αλέξανδρο στη μεσαιωνική αρμενική γραμματεία, ενώ μια μελέτη κατέγραψε και λαϊκές αρμενικές παραδόσεις, που επιβίωναν ακόμα στη χώρα γύρω στο 1900 (Wolohojian 1969: 2-4, 8-15, Juanno 2015 (2002): 28-29). Τέλος, πρέπει ακόμη να τονιστεί πως το αλεξάνδρειο πρότυπο φαίνεται πως λειτούργησε και για Αρμένιους ηγεμόνες, καθότι ήδη από τον 9 αιώνα τα μέλη της δυναστείας των Βεγρατιδών προβάλλαν τους ο εαυτούς τους ως διαδόχους του Αλέξανδρου (Demandt 2009: 425). Επίδραση της αυτοκρατορικής εικονογραφικής τέχνης του Βυζαντίου αποτελεί η ανάγλυφη παράσταση της ανάληψης του Αλέξανδρου στο καθολικό της Παναγίας του γεωργιανού μοναστηριού στο Χαχούλι, του 10 αιώνα, ανατολικά του ου Ερζερούμ, στη σύγχρονη Τουρκία (εικόνα 134). Μια ιδιομορφία μάλιστα του ανάγλυφου είναι ότι ο Αλέξανδρος εμφανίζεται να φορά φωτοστέφανο αντί για στέμμα, όπως και στην παράσταση του βυζαντινού στέμματος από τη Μεγάλη Πρεσλάβα της Βουλγαρίας και στις μικρογραφίες του αρμένικου χειρόγραφου, στοιχείο που τονίζει περισσότερο την «άγια» υπόστασή του και παραπέμπει στην τοποθέτησή του ανάμεσα στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Η παράσταση της ανάληψης του Αλέξανδρου στο μοναστήρι του Χαχούλι είναι μέρος ενός εικονογραφικού προγράμματος με ανάγλυφα, που περιλαμβάνει ακόμα τον Ιωνά με το κήτος, ζώα, το Πέτρο με το κλειδί του παραδείσου, όλα τοποθετημένα εκατέρωθεν της νότιας εισόδου του ναού, καθώς και την ανύψωση του σταυρού από δύο αγγέλους, πάνω ακριβώς από την είσοδο. Έτσι συμβολικά απεικονίζεται ο θρίαμβος του χριστιανισμού, η ανάσταση Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 571 687 και η ανύψωση της ψυχής . Ο κτίστης του μοναστηριού ήταν ο Γεωργιανός ηγεμόνας Δαβίδ Γ΄ «ο Μέγας» (961-1001), ο οποίος πήρε το αξίωμα του Κουροπαλάτη το 987 από τη βυζαντινή αυλή για τη βοήθεια που παρείχε στην καταστολή της στάσης του Βάρδα Σκληρού. Μέσα από την απεικόνιση της ανάληψης του Αλέξανδρου δίνεται συμβολικά η ισχύς και η ενότητα του γεωργιανού βασιλείου. Άλλωστε στη Γεωργία ο Αλέξανδρος εμφανίζεται καί στη λαϊκή παράδοση, ενώ και ο βασιλιάς της Γεωργίας Δαβίδ ο Κτίστης ονομάστηκε «νέος Αλέξανδρος». Σε κάποια μάλιστα γεωργιανά χρονικά ο Αλέξανδρος εμφανίζεται με τον ερχομό του στη Γεωργία να προλειαίνει το δρόμο για το μονοθεϊσμό και το χριστιανισμό (Khundadze 2006 σε Lees 2010: 46-47, 54-58). 687 Και βέβαια, συσχετίζεται η ανάληψη του Αλέξανδρου με τον Παράδεισο και τη Βασιλεία των Ουρανών, καθότι ο Αλέξανδρος απεικονιζεται στο ίδιο ύψος με τον κλειδοκράτορα του Παραδείσου Άγιο Πέτρο.

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 572 5.10. Ρωσία Στη Ρωσία, αντίστοιχη ανάγλυφη παράσταση με αυτήν του γεωργιανού ναού στο Χαχούλι υπάρχει στην κορυφή του ανατολικού αψιδωτού αετώματος στη νότια εξωτερική πλευρά των ναών του Αγίου Δημητρίου (1193-1197) και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (1158-1161) στο Βλαντίμιρ, στον καθεδρικό του Αγίου Γεωργίου στο Γιούριεβ –Πόλσκι (1230-1234) και στην ανάγλυφη λίθινη διακόσμηση του ναού του Αγίου Νικολάου στο Ζαράισκι, στα περίχωρα της Μόσχας (14 αιώνας). Από τις παραστάσεις ος αυτές, η καλύτερα σωζόμενη είναι αυτή από τον Άγιο Δημήτριο στο Βλαντίμιρ, ναός που ανεγέρθηκε από Λομβαρδούς αρχιτέκτονες κατά παραγγελία του Ρώσου ηγεμόνα Βσέβολοντ Γ΄: ο Αλέξανδρος κάθεται μέσα σ’ ένα κάλαθο, ενώ αντωπά πετούν οι δύο γρύπες, στραμμένοι προς τα ζώα –δολώματα που κρατά ο Αλέξανδρος. Από πάνω πετούν δύο πτηνά, ενώ κι άλλοι γρύπες και λιοντάρια περιστοιχίζουν την όλη παράσταση (βλέπε εικόνες 135-136). Η παράσταση αυτή συνδυάζεται με ένα ευρύτερο εικονογραφικό πρόγραμμα στις εξωτερικές όψεις του ναού, που περιλαμβάνει ανάγλυφες παραστάσεις με βασιλείς της Παλαιάς Διαθήκης και επεισόδια από τα ευαγγέλια, ζώα, φανταστικά πλάσματα, όπως γρύπες και δρακόμορφοι άνθρωποι, άγιοι, όπως ο Άγιος Γεώργιος ή οι πρώτοι Ρώσοι Άγιοι Μπόρις και Γκλεμπ και άλλα διακοσμητικά μοτίβα. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, είναι πως αναπαρίσταται, επίσης, ο κτήτορας του ναού και ηγεμόνας του πριγκιπάτου Βλαντίμιρ –Σούζνταλ, Βσέβολοντ, στη βόρεια πρόσοψη, ένθρονος με το νεογέννητο γιο του Δημήτριο στην αγκαλιά. Τα ανάγλυφα, στυλιστικά, έχουν περισσότερο βυζαντινίζοντα χαρακτηριστικά παρά ρωμανικά, σύμφωνα με την Ермакова, η οποία κάνει λόγο για ντόπιους, Ρώσους καλλιτέχνες. Ωστόσο, το σημαντικό ερώτημα που ανακύπτει είναι η ερμηνεία της παράστασης της ανάληψης του Αλέξανδρου. Ίσως αυτή μπορεί να δοθεί μέσα στο γνωστό πλαίσιο της αποθέωσης της κοσμικής εξουσίας, με την επισήμανση ότι, στην περίπτωση του Αγίου Δημητρίου στο Βλαντίμιρ, έχουμε ένα πρόσθετο στοιχείο για να κάνουμε τους αναγκαίους παρλληλισμούς: ο βασιλιάς Δαβίδ στη χριστιανική τέχνη αποτελεί σύμβολο και προεικόνιση του Χριστού, του βασιλέα των Ουρανών και ο Αλέξανδρος με την ανάληψη παραλληλίζεται μαζί του. Έτσι, με την προσθήκη της δικής του απεικόνισης στο ναό, κατά τη γνώμη μου, ο Βσέβολοντ εμφανίζεται μιμητής του Αλέξανδρου, του Δαβίδ και του ίδιου του Βασιλέα των Ουρανών, εξασφαλίζοντας κι αυτός μια θέση στο πλαίσιο των ιδανικών ηγεμόνων της ελέω Θεού μοναρχίας. Σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία, ίσως να πρόκειται για καλλιτεχνική απόδοση ενός ρητορικού σχήματος στη ρωσική γραπτή παράδοση, που συνδέει τον Αλέξανδρο με τους βασιλείς Δαβίδ και Ιησού του Ναυή. Όπως διαπιστώσαμε (βλέπε κεφάλαιο 3.5.3.) η σύνδεση αυτή με το Δαβίδ υπάρχει και στην αναπαράσταση της ανάληψης στο βυζαντινό δίσκο του Muzkhi και βέβαια στη στήλη του Ηράκλειου ως Νέου Αλέξανδρου Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 573 /Δαβίδ. Στο Βλαντίμιρ ο βασιλιάς Δαβίδ εικονίζεται στο κεντρικό τύμπανο της νότιας πρόσοψης του ναού, ενώ ο Αλέξανδρος στο μικρότερο αριστερά του. Αν ο Δαβίδ θεωρείται προδρομική μορφή του Χριστού, τότε η ανάληψη του Αλέξανδρου συμβολίζει την ανάληψη του Χριστού και κατά συνέπεια ο Μακεδόνας βασιλιάς τον ίδιο το Χριστό ως Βασιλέα των Ουρανών. Άλλωστε, στην αντίστοιχη νότια πρόσοψη του ναού του Αγίου Γεωργίου στο Γιούρεβ Πόλσκι δίπλα στον Αλέξανδρο δεν εμφανίζεται η πρόδρομη μορφή του Χριστού, ο Δαβίδ, αλλά ο ίδιος ο Χριστός, που υψώνεται στους ουρανούς, σε έναν ευθύ παραλληλισμό των δύο αναλήψεων. Εξάλλου στις βιβλιοθήκες ρωσικών μοναστηριών του 15 και 16 αιώνα υπήρχαν χειρόγραφα ου ου με τις ρωσικές διασκευές του Μυθιστορήματος (Рыбаков 1987, Ермакова 2008: 75-79, Demandt 2009: 308, Nikitin/Balakhanova/Khimin 2012: 70, Чумакова 2014 : 104, 106, Даркевич 688 2015: 92). Στη Ρωσία η σχετική «αλεξάνδρεια» παράδοση στην τέχνη και στον πολιτισμό εισήχθη από το Βυζάντιο μέσω του εκχριστιανισμού των Ρώσων και της διάδοσης της βυζαντινής λογοτεχνίας, πριν ακόμα από την εισβολή των Μογγόλων του 1237. Η αρχαιότερη μετάφραση του Μυθιστορήματος του Αλέξανδρου του Μακεδόνος στα ρωσικά πρέπει να έγινε μέχρι τις αρχές του 13 αιώνα και να στηρίχθηκε στη χαμένη σήμερα ζ΄ ου βυζαντινή διασκευή. Σύμφωνα με τον Ίστριν, ήδη από το 1037 λειτουργούσε στο Κίεβο Σχολή Μετάφρασης υπό την καθοδήγηση Ελλήνων μοναχών και φαίνεται πως ένα από τα έργα που μεταφράστηκαν ήταν και αυτό του Μυθιστορήματος του Αλέξανδρου, ενώ επεισόδιά του συμπεριλήφθηκαν σε ρωσικά χρονικά από το 12 αιώνα κι εξής. ο Άλλοι πάλι ερευνητές υποστηρίζουν πως η παλαιότερη ρώσικη εκδοχή του Μυθιστορήματος βασίστηκε σε μια βουλγάρικη εκδοχή του 10 -11 αιώνα (Истрин ου ου 1922: 4-6, Nikitin/Balakhanova/Khimin 2012: 70, Stoneman 2012 A: xii, Оэтингоф / Турилов). 689 Στο Χρονικό του Νέστορος, το πρωιμότερο ρωσικό χρονικό (12 αιώνας), υπάρχει ος αναφορά στα ακάθαρτα έθνη, τα οποία αποκλείστηκαν στο βορρά «από τον Αλέξανδρο 688 Είναι περίεργο πως η Τσουμακόβα, αν και αναφέρεται στην εικονογράφηση της ανάληψης του Αλέξανδρου στην τέχνη της Δυτικής Ευρώπης και στη Γεωργία, δεν κάνει καμία αναφορά για την «πηγή» όλων αυτών των παραστάσεων, που ήταν ο μεσαιωνικός ελληνικός πολιτισμός του Βυζαντίου, ούτε αναφέρεται καθόλου και στον Αλέξανδρο ως «πρότυπον βασιλέως» των βυζαντινών αυτοκρατόρων , πρότυπο που σαφώς υιοθέτησαν από το Βυζάντιο και οι Ρώσοι ηγεμόνες. 689 Ο ίδιος ο Ίστριν ανασύστησε τη ρωσική εκδοχή του Μυθιστορήματος στηριζόμενος σε τέσσερις ος κατηγορίες κωδίκων: τη λεγόμενη ιουδαϊκή χρονογραφία (13 αιώνας), τον ελληνικό κώδικα της α΄ παραλλαγής του Μυθιστορήματος, τον αντίστοιχο της β΄ και το χρονογράφο της Αγίας Τριάδας. Το ου παλαιότερο από τα χειρόγραφα της τελευταίας κατηγορίας χρονολογείται στις αρχές του 15 αιώνα. Ως προς τη σύνθεση του Μυθιστορήματος ο συγγραφέας αυτού του χειρογράφου φαίνεται πως αντλεί στοιχεία από ποικίλες πηγές, σε βαθμό που να αλλάζει σε αρκετά σημεία το περιεχόμενο του Μυθιστορήματος, μια και παίρνει υλικό και από το Μεθόδιο Πατάρων, τον Επιφάνιο Κύπρου, το χρονικό του Γεωργίου Αμαρτωλού κ.α (Вилкул 2008: 103-106).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 574 ου 1996). Κατά το β΄ μισό του 12 кашраМτο Μακεδόνα, όπως λέει ο Μεθόδιος Πατάρων…» ( αιώνα, ο Ρώσος λόγιος Δανιήλ προβάλλει τον Αλέξανδρο ως παράδειγμα παλικαριάς για το βασιλιά του: «Θεέ μου, δώσε στο βασιλιά μας τη δύναμη του Σαμψών, την ανδρεία ). Άλλωστε και σεволируТ/ фогнитэОτου Αλέξανδρου, την εξυπνάδα του Δαβίδ…» ( στιχουργήματα -προσευχές της πρώιμης ρωσικής λογοτεχνίας γίνεται παράκληση στο Θεό «να δώσει στο βασιλιά μας τη γενναιότητα και την εξυπνάδα του Αλέξανδρου» 2015: 88). чивекраД( Το Μυθιστόρημα του Αλέξανδρου, είτε ενταγμένο σε κώδικες χρονογραφιών, είτε αργότερα, ως αυτοτελές χειρόγραφο, επανεμφανίστηκε στη Ρωσία κατά τα τέλη του 15 αιώνα, ως μετάφραση από σέρβικα χειρόγραφα και αντιγράφηκε αρκετά σε ου διάφορες παραλλαγές κυρίως κατά το 17 αιώνα. Τότε επήλθαν και κάποιες προσθήκες ο επεισοδίων στη βασική αφήγηση, ενώ άλλαξε και ο χαρακτήρας του Αλέξανδρου, ώστε 1987-88, вогоровТ, авеенаВνα μοιάζει περισσότερο με Ρώσο μεσαιωνικό ήρωα ( 690 ). Ενδεικτική της εξοικείωσης των Ρώσων με τη μορφή τουволируТ/ фогнитэО Αλέξανδρου είναι και η απεικόνισή του σε ανάγλυφο πλακίδιο πάνω στη σόμπα του αναγνωστηρίου του μουσείου –παλατιού των Ρομανόφ στη Μόσχα, πιθανόν του 17 ου αιώνα ( βλέπε εικόνα 137). Επιπλέον, οι παραστάσεις της ανάληψης γνώρισαν μεγάλη διάδοση και εκτός του θρησκευτικού πλαισίου της εκκλησιαστικής τέχνης: χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα νομίσματα που έκοψε ο Μπόρις 2015: 89). Σε αυτά чивекраДΑλεξαντρόβιτς, Μεγάλος Πρίγκιπας του Τβερ (1425-1461 , τα ορειχάλκινα νομίσματα στη μία όψη αναπαρίσταται αρκετά σχηματοποιημένα η ανάληψη, με τον Αλέξανδρο όρθιο να κρατά καρφωμένα σε δύο κοντάρια δύο μικρά ζώα (όπως στο ανάγλυφο του Μυστρά) περιστοιχιζόμενος από δύο μεγάλα πτηνά. Στον οπισθότυπο το νόμισμα φέρει επιγραφή στα ρωσικά με το όνομα «Αλέξανδρος» (εικόνα 138). Ακόμη και ρωσικά λαϊκά άσματα ανέφεραν την κάθοδο του Αλέξανδρου στο βυθό της θάλασσας και την ανύψωσή του στους ουρανούς, επιρροή προφανώς του Μυθιστορήματος του Αλέξανδρου (Πολίτης 1878: 17-18). Ήδη το 16 αιώνα, ορισμένοι ο συσχετίζουν τον Αλέξανδρο (αλλά και τον Αριστοτέλη!) με τη Ρωσία σαν «μητέρα γη» του. Εξάλλου την ίδια εποχή εμφανίζεται στην Τσεχία στα λατινικά η «επιστολή του Αλέξανδρου στους Σλάβους» με την οποία τους παραχωρεί, υποτίθεται, δικαίωμα εξουσίας σε μεγάλο τμήμα του τότε γνωστού κόσμου. Στη ρωσική λαϊκή παράδοση ο Αλέξανδρος παίρνει παρόμοιες ιδιότητες με αυτές που έχει στην ελληνική και στη ρουμανική: κατά το 17 αιώνα το όνομά του λειτουργεί ως ιαματικό ξόρκι για ο 690 Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις ρωσικές διασκευές του Μυθιστορήματος του ,ефаргонорх мокциорТ в яаксечифаргонорХ яирднаскелА, луклиВ аняьтаТΑλέξανδρου βλέπε Palaeoslavica XVI/1 (2008), σελ. 103-147 και Palaeoslavica XVII/1 (2009), σελ. 165-210. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 575 διάφορες ασθένειες, ενώ τον επικαλούνται και οι κυνηγοί. Γενικότερα, καταγράφονται περιπτώσεις ανθρώπων που φορούν φυλακτά με τη μορφή του, μεταλλικά πλακίδια που τα έβαζαν στα πόδια ή στο κεφάλι. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις καταγράφεται μια ταύτιση του «Αλέξανδρου –Τσάρου» στο ίδιο πρόσωπο, η αγιοσύνη του οποίου είναι ικανή για θαύματα. Ακόμα και η παράσταση της ανάληψης εμφανίζεται ως διακοσμητικό μοτίβο χρυσοΰφαντου «βασιλικού σάκου» (ενδύματος) στην ταφή 7 στο νάρθηκα του ναού της Αγίας Σοφίας του Νόβγοροντ (Чумакова 2014: 106-107), ένδυμα βέβαια που πιθανό να έχει βυζαντινή προέλευση. Αντίστοιχο εύρημα βρέθηκε σε τάφο στο ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στη Νερέντιτσα (Βελίκιι Νόβγκοροντ). Εμφανίζεται ακόμα και στο σάκο του μητροπολίτη Μόσχας Αλεξίου στα μέσα περίπου του 12 αιώνα αλλά και σε άλλα υφάσματα ως ένα πιο σχηματοποιημένο μοτίβο (σε ου «θησαυρό» από το Βλαντίμιρ, σε τάφο –κουργκάν από τα περίχωρα της Μόσχας και αλλού, Рыбаков 1987). Από το Στάριι Ριαζάν, μεσαιωνική ρωσική πόλη ανάμεσα στον 11 ο με 13 αιώνα (περίπου 200 χιλιόμετρα μακριά από τη Μόσχα), προέρχεται ένα κυκλικό ο μετάλλιο με διαφοροποιημένη παράσταση της ανάληψης, καθότι ο Αλέξανδρος στέκεται ανάμεσα σε δύο γρύπες ως Πότνιος Θηρών, χωρίς την ιπτάμενη συσκευή, δόρατα με δολώματα ή σκήπτρα (εικόνα 139). Από ένα μεσαιωνικό οικισμό της Ουκρανίας προέρχεται ένα ακόμη εύρημα με παράσταση της ανάληψης του Αλέξανδρου: πρόκειται για μικρό ορειχάλκινο μεταλλικό πλακίδιο (διαστάσεων μόλις 2-3 εκατοστών) με έντονα σχηματοποιημένη ανάληψη, που, απ’ ό,τι φαίνεται, αποτελούσε τμήμα προσαρτημένο σε ένα μεγαλύτερο μεταλλικό αντικείμενο, ίσως κάποιο κόσμημα. Αντίστοιχο τέτοιο εύρημα παρόμοιων διαστάσεων προέρχεται από την περιοχή της Κριμαίας (βλέπε εικόνες 140-141). Και τα δύο αυτά αντικείμενα πρέπει να χρονολογούνται στον 11 αιώνα με πιθανή βυζαντινή προέλευση, πιθανή όμως και ο ντόπια κατασκευή, αν θεωρήσουμε πως πρόκειται για τοπικές απομιμήσεις, κάτι που προϋποθέτει μια συντελεσμένη ευρύτατη διάδοση της παράστασης της ανάληψης του Αλέξανδρου έξω από τα όρια του βασιλικού ανακτόρου του Κιέβου και των μεσαιωνικών εκκλησιών κατά τον πρώιμο για το ρωσικό πολιτισμό 11 και 12 αιώνα. ο ο Αυτό θα μπορούσε να είχε συντελεστεί από καλλιτέχνες, οι οποίοι θα αντέγραφαν, για παράδειγμα, τα μοτίβα των ανάγλυφων από τους τοίχους των εκκλησιών του Βλαντίμιρ. Αντίστοιχα και στη ρωσική λαϊκή τέχνη το μοτίβο της ανάληψης στους ουρανούς γνώρισε μεγάλη διάδοση, αν και σαφώς έξω από το αρχικό συμβολικό του πλαίσιο, έτσι ώστε να επιβιώνει ως τα μέσα του 19 αιώνα, για παράδειγμα με τη μορφή ου μεταλλίων -γαμήλιων δώρων. Οπωσδήποτε, ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα από τα μοτίβα της ανάγλυφης διακόσμησης των ορειχάλκινων θυρών της δυτικής 691 691 Οι ορειχάλκινες αυτές θύρες φιλοτεχνήθηκαν στο Magdeburg της Γερμανίας γύρω στα μέσα του 12 αιώνα και ήταν πιθανόν παραγγελία του επισκόπου Αλέξανδρου του Πλοκ στην Πολωνία, ωστόσο ου

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 576 πρόσοψης της Αγίας Σοφίας του Βελίκιι Νόβγκοροντ, της μεσαιωνικής ρωσικής πρωτεύουσας του βορρά: σε ένα από τα τετράγωνα πλαίσια απεικονίζεται κένταυρος τοξότης (εικόνα 142). Η παράσταση αυτή δεν μπορεί παρά να μας θυμίσει το αντίστοιχο επεισόδιο από το Μυθιστόρημα (παραλλαγή γ΄), σύμφωνα με το οποίο Αλέξανδρος αντιμετώπισε «ἀνθρωποειδῆ ζῶα...ἀπό κεφαλῆς μέχρι ὀμφάλου τέλειοι ἄνθρωποι..κάτωθεν δε ἵπποι…τόξα ταῖς χερσίν ἔχοντες» (Καλλισθένης 2005: 372). Είναι τεκμηριωμένο πως τέτοιες διακοσμημένες πύλες έγιναν κατά μίμηση πρωτότυπων βυζαντινών από εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης, που δυστυχώς δε σώζονται στις μέρες μας. Στην περίπτωση αυτή ανιχνεύουμε πιθανόν άλλο ένα μοτίβο της Διήγησης του Αλέξανδρου – αυτό των τοξοτών αλογανθρώπων / κενταύρων - που πέρασε στην τέχνη τόσο του Βυζαντίου, όσο και των μαθητών του, στην προκειμένη περίπτωση των Ρώσων. Άλλωστε, μικρογραφία με τους τοξοβόλους αλογανθρώπους διατηρείται και στο βυζαντινό χειρόγραφο από την Τραπεζούντα του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας. Μοτίβα από το Μυθιστόρημα συνέχισαν να εμφανίζονται στη ρωσική τέχνη κι αργότερα σε διάφορες μορφές (βλέπε εικόνα 143). Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι στο κατεστραμμένο σήμερα ανάκτορο των Τσάρων στο Καλομένσκοε της Μόσχας υπήρχαν ζωγραφικές παραστάσεις του Αλέξανδρου, του Δαρείου και του Πώρου από τα αυτοκρατορικά εργαστήρια (17 αιώνας), ενώ αναφέρεται πως Ρώσοι ηγεμόνες, όπως ος ο Ιβάν ο Τρομερός, ανήγαγαν στον Αλέξανδρο τη νομιμοποίηση της εξουσίας τους. Σαφώς μετά το 17 αιώνα, σε ότι αφορά την πρόσληψη του Αλέξανδρου, η Ρωσία ο επηρεάζεται και από την Ευρώπη, τόσο ως προς τη γραπτή παράδοση, όσο και ως προς την καλλιτεχνική απεικόνιση και την ίδια περίοδο ακόμα και ο Πέτρος ο Μέγας και η Μεγάλη Αικατερίνη συγκρίνονται με τον Αλέξανδρο (Nikitin/Balakhanova/Khimin 2012: 70, 72-75, Чумакова 2014: 106). Ίσως δεν είναι τυχαίο το ότι την περίοδο βασιλείας του Μεγάλου Πέτρου, το 1709, εκδίδεται για πρώτη φορά στα ρωσικά το βιβλίο του Κούρτιου Ρούφου για τον Αλέξανδρο και επανεκδίδεται συνολικά τέσσερις φορές μέσα σε ένα χρόνο (Παχής 2011: 172). Όλα τα παραπάνω παραδείγματα ρωσικής ιδεολογίας και τέχνης αποδεικνύουν πως στη Ρωσία υπήρξε ευρεία διάδοση του αλεξάνδρειου προτύπου κι αυτό, βέβαια, έχει την εξήγησή του: οφείλεται αφενός μεν στην καταλυτική επίδραση που άσκησε ο ελληνικός πολιτισμός στη χώρα αυτή μέσα από το Βυζάντιο και αφετέρου στη δημιουργία της ιδεολογίας της «Τρίτης Ρώμης» από τους ηγήτορες της Ρωσίας, στο πλαίσιο της οποίας υιοθέτησαν όλα τα σύμβολα της αυτοκρατορικής βυζαντινής εξουσίας, ένα από τα οποία (κι από τα πιο σημαντικά, όπως αποδεικνύεται) ήταν βέβαια και ο Αλέξανδρος. μάλλον αρπάχτηκαν από Σουηδούς, που τις έφεραν στη σουηδική πόλη Σιγκτούνα, την οποία και κατέλαβε ο στρατός του Νόβγκοροντ το 1187, οπότε και πήρε ως λάφυρο τις θύρες. Ως διακόσμηση, φέρουν πλαίσια με ανάγλυφες απεικόνισεις ποικίλων επεισοδίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και όχι μόνο (Nikolaeva 2004: 17). Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 577 Στη νεότερη ρωσική τέχνη, ανάμεσα σε άλλα έργα ζωγραφικής σχετικά με τον Αλέξανδρο, γνωστοί είναι οι πίνακες του Πουτσίνοβ Ματθέι Ιβανόβιτς, (Пучинов Матвей Иванович) με τίτλο Στιχομυθία Αλεξάνδρου –Διογένη, (ελαιογραφία, 1762) και του Βερετσάγκιν Πετρόβιτς (Верешагин Митрофан Петрович), με τίτλο Η εμπιστοσύνη του Αλέξανδρου στο γιατρό του Φίλιππο (ελαιογραφία, 1870, βλέπε εικόνα 144). Στη γλυπτική, αντίστοιχα, ο Μιχαήλ Κοζλόφσκι ανάμεσα στα 1781-1788 692 φιλοτέχνησε την Αγρυπνία του Μεγάλου Αλεξάνδρου , θέμα με πολλά πρότυπα και παράλληλα στην τέχνη της Δύσης και της Ρωσίας και αργότερα ο γλύπτης Ιβάν Τερεμπένεβ δημιούργησε πέντε ανάγλυφα για το παλάτι των Ανίχοβ εμπνευσμένα από την ιστορία του Αλέξανδρου. Στο γύρισμα του 20 αιώνα, Ρώσοι ποιητές, όπως Βάλερι ου Μπριούσοβ και ο Μιχαήλ Κουζμίν, αξιοποίησαν τον Αλέξανδρο και την ιστορία του ((Nikitin/Balakhanova/Khimin 2012: 75-76). 692 Η φιλοτέχνηση αυτής της σκηνής βασίζεται στην αφήγηση του ελληνικής καταγωγής Ρωμαίου ιστορικού Αμμιανού Μαρκελλίνου (330 -391 μ.Χ.), ο οποίος στο έργο του Res gestae (16.5) περιγράφει πως ο Αλέξανδρος συνήθιζε να κάθεται αργά τη νύχτα, κρατώντας μια ασημένια σφαίρα στο απλωμένο πάνω από ένα χάλκινο δοχείο χέρι του και να μελετά τις υποθέσεις του κράτους του. Αν ο ύπνος ερχόταν, το χέρι χαλάρωνε και ο θόρυβος από την πτώση της σφαίρας στο χάλκινο δοχείο τον ξυπνούσε ώστε να συνεχίσει.

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 578 5.11. Στη μακρινή Ανατολή Όμως η Ρωσία και η Περσία δεν αποτελούν τα ανατολικότερα όρια της παρουσίας του Αλέξανδρου. Στο Ουζμπεκιστάν, ακόμη και σήμερα, λένε πως ο Αλέξανδρος εισήγαγε στη χώρα το εθνικό πιάτο τους (το πλοβ) καθώς και ορισμένα έθιμα γάμου (μακρινός απόηχος του γάμου με τη Ρωξάνη). Στην πόλη Balch της Βακτριανής (Αφγανιστάν), ο Μάρκο Πόλο αναφέρει ότι οι ντόπιοι τον διαβεβαίωναν πως εκεί έγιναν οι γάμοι του Αλέξανδρου με την κόρη του Δαρείου (Yule 1871: 142, Πόλο (2008): 61, Stoneman 2012). Ο Πλούταρχος αναφέρει πως την εποχή του, κατά τα τέλη δηλαδή του 1 αιώνα μ.Χ., οι Ινδείς βασιλιάδες των Πραισίων εξακολουθούσαν να τελούν ου «ελληνικάς θυσίας» και να δείχνουν το σεβασμό τους στους δώδεκα βωμούς που έστησε ο Αλέξανδρος στις όχθες του Ύφαση ποταμού, στο ανατολικότερο σημείο της εκστρατείας του (Πλούταρχος: Αλέξανδρος, 62). Στην Ταπέ Σοτόρ του Αφγανιστάν, στην κόγχη ενός μοναστηριακού βουδιστικού ναΐσκου, βρέθηκε αγαλματικό σύμπλεγμα χρονολογημένο τον 8 αιώνα μ.Χ. με τη ο μορφή του καθιστού Βούδα να κυριαρχεί στο κέντρο και δεξιά του να αναδύεται από τον τοίχο η μορφή του ακολούθου του, του Βαζραπάνι, με τα χαρακτηριστικά του Αλέξανδρου, σύνολο που αποτελεί έξοχο δείγμα της ελληνο-ινδικής τέχνης της Γανδάρας (εικόνα 145). Είναι γνωστό άλλωστε, ότι ο αρχικά εικονιζόμενος με 693 σύμβολα Βούδας πήρε ανθρώπινη μορφή μέσα από τη γόνιμη επίδραση της ελληνικής τέχνης, για να παγιωθεί στη συνέχεια σ’ αυτό που ξέρουμε σήμερα. Πράγματι, μέσα από την ελληνο-ινδική τέχνη της Γανδάρας ο Απόλλωνας θα μεταμορφωθεί τελικά σε 694 Βούδα. Όπως σωστά έχει παρατηρηθεί, η ελληνο-βουδιστική τέχνη της Γανδάρας αποτελεί ίσως το καλύτερο παράδειγμα της οικουμενικότητας του ελληνισμού και 693 «Βαζραπάνι» σημαίνει κυριολεκτικά κεραυνοφόρος και πράγματι ο ακόλουθος αυτός του Βούδα αναπαρίσταται αλλού να κρατά κεραυνούς, όπως σε μια γειτονική κόγχη αυτής του Αλέξανδρου – Βαζραπάνι στο ίδιο μνημείο, αυτή τη φορά με τη μορφή του γενειοφόρου και με λεοντή Ηρακλή. Βλέπε περισσότερα σε Ταρζί 2013: 198-199. 694 Γεωγραφικά πρόκειται για την περιοχή της κοιλάδας του ποταμού Καμπούλ, μεταξύ Αφγανιστάν και Πακιστάν. Εκεί άνθισαν τα κέντρα της χαρακτηριστικής αυτής ελληνο-βουδιστικής τέχνης, η Πεσάβαρ για τα γλυπτά σε σχιστόλιθο και η Χάντα για τη γλυπτική σε άργιλο και γύψο. Σε όλες τις γλυπτές δημιουργίες είναι εμφανέστατη η επιρροή της ελληνικής γλυπτικής, ιδιαίτερα στην απόδοση της κόμμωσης και των ενδυμάτων. Επιρροές υπήρξαν και στην αρχιτεκτονική, με κίονες κορινθιακού ρυθμού να κοσμούν βουδιστικά λατρευτικά μνημεία και μοναστήρια. Είναι εντυπωσιακό ότι η ελληνο- ο ου βουδιστική παράδοση παρέμεινε ζωντανή από τα τέλη του 1 αιώνα μ.Χ. ως και τον 9 αιώνα μ.Χ. (Ταρζί 2013: 193-196). Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 579 695 ιδίως των επιδράσεων της ελληνικής τέχνης (Μπουσδρούκης 2013:125) . Ο βουδισμός, άλλωστε, επηρέασε αρκετούς Έλληνες που τον υιοθέτησαν ως κοσμοθεωρία και στάση ζωής, όπως ο περίφημος βασιλιάς Μένανδρος ο Μέγας (155-130 π.Χ.), για τον οποίο σώζεται και ινδικό βουδιστικό κείμενο, ενώ άλλοι επηρεάστηκαν στη διατύπωση της φιλοσοφικής θεωρίας τους, όπως ο Πύρρωνας ο Ηλείος (360-270 π.Χ.), οι φιλοσοφικές αρχές του οποίου δείχνουν μια αξιοσημείωτη συγγένεια με αυτές των Ινδών βουδιστών. Έτσι, ο διεθνισμός του ελληνιστικού πολιτισμού συνέβαλε στην εξάπλωση του βουδισμού: βουδιστικές πηγές και χρονικά αναφέρουν πως μερικοί Βουδιστές απόστολοι ήταν Έλληνες μοναχοί. Ακόμα αναφέρεται η αποστολή 3000 μοναχών με επικεφαλής το Μαχανταμαρακίτα από την «πόλη των Ελλήνων», την «Αλασάντρα», (Αλεξάνδρεια) στην αρχαία πρωτεύουσα της Σρι Λάνκα, προκειμένου να παραβρεθούν στα εγκαίνια ενός βουδιστικού μνημείου (Χαλκιάς 2013: 218, 223-225). Φαίνεται λοιπόν εδώ άλλη μια σημαντική πλευρά της όσμωσης στοιχείων στο πλαίσιο του ελληνιστικού πολιτισμού, που προέκυψε ακριβώς χάρη στο συγκερασμό του ελληνικού και ινδικού πνεύματος, χάρη στις κατακτήσεις του Αλέξανδρου και με βάση τις αρχές της συνύπαρξης, που αυτός πρώτος έθεσε. Ελληνικές επιδράσεις στην Ινδία διαπιστώνονται και σε άλλους τομείς, όπως για παράδειγμα η επίδραση του αρχαίου δράματος. Ακόμα, χάρη σε νομίσματα που ανακαλύφθηκαν, γνωρίζουμε σήμερα τα ονόματα περίπου σαράντα Ελληνοβακτρίων και Ελληνο-ινδών βασιλιάδων, τα ίχνη των οποίων ανιχνεύονται και στις ανασκαφές αρχαίων πόλεων, όπως η Αϊ Χανούμ (Παπαιωάννου 2013:22-23). Ο Ινδός βασιλιάς Ashoka (268-233 π.Χ.), εγγονός του Chandraguata (του Σανδρόκοττου των ελληνικών κειμένων) και της κόρης του Σέλευκου Νικάτωρος (επομένως ελληνικής καταγωγής από τη γιαγιά του), κατά τα μέσα του 3 αιώνα π.Χ., έγραψε σε βράχους και κολόνες ου βασικές βουδιστικές αρχές για τους υπηκόους του. Οι επιγραφές αυτές, που βρέθηκαν στο Κανταχάρ του Αφγανιστάν (πόλη που υπήρξε η Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας του βορειοδυτικού τμήματος της χώρας του Ασόκα) είναι γραμμένες στα ελληνικά και στα 695 Για τις επιδράσεις του ελληνισμού γενικότερα στο βουδισμό και πιο συγκεκριμένα σε βουδιστικά κείμενα βλέπε Mark Allon, “Recent Discoveries of Buddhist Manuscripts from Afganistan and Pakistan: the Heritage of the Greeks in the north-west”, άρθρο στο συλλογικό τόμο “Memory as History: The Legasy of Alexander in Asia”, επιμέλεια Himanshu Prabha Ray, Daniel T. Potts, έκδοση Aryan Boooks International, Νέο Δελχί, 2007, σελ. 131-141. Ο συγγραφέας του άρθρου διαπιστώνει πως οι επιδράσεις αυτές είναι μικρές ως ανύπαρκτες στα κείμενα και στη βουδιστική κοσμοθεωρία, με εξαίρεση κάποιες αναφορές σε αξιώματα, όπως στρατηγός, ή σε μήνες του μακεδονικού ημερολογίου, π.χ. Αυδναίος. Αντιθέτως, στην τέχνη και συγκεκριμένα στη νομισματοκοπία υπήρξαν ακόμη και νομίσματα ελληνικού τύπου, με την παράσταση του Βούδα και την αναγραφή του ονόματός του στα ελληνικά, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κανίσκα Α΄ (Prahba Ray 2007: 118).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 580 696 αραμαϊκά (Νίνου 1980: 23, Λασκαρίδου -Ζάννα 1996:148). Ο ίδιος βασιλιάς έστειλε ιεραπόστολους στη δύση προκειμένου να διδάξουν τη θρησκεία του Βούδα. Παραλήπτες των επιστολών του ήταν εκεί οι ελληνιστικοί ηγεμόνες, ο Αντίοχος Β΄ της Συρίας, ο Πτολεμαίος Β΄ της Αιγύπτου, ο Μάγας της Κυρήνης, ο Αντίγονος Γονατάς της Μακεδονίας και ο Αλέξανδρος Β΄ της Ηπείρου (Παπαιωάννου 2013: 27). Οι αρχαιολογικές ανακαλύψεις πρόσθεσαν κι άλλα πιθανά τεκμήρια της παρουσίας του Αλέξανδρου στην τέχνη της ανατολής: στο βόρειο Αφγανιστάν, σχετικά κοντά στον αρχαίο ποταμό Ώξο, κατά τις ανασκαφές στην τοποθεσία Tillya Tepe, ο αείμνηστος αρχαιολόγος Βίκτωρας Σαριγιαννίδης βρήκε τάφους των νομάδων Σκυθών Κουσάν του τέλους του 1 π.Χ. με αρχές 1 μ.Χ. αιώνα, οι οποίοι περιείχαν ου ου εκπληκτικά αντικείμενα, που χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: η πρώτη περιλαμβάνει αντικείμενα εισαγωγής από την Κίνα, την Ινδία, την Παρθία και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Στη δεύτερη ομάδα εντάσσονται αντικείμενα ελληνιστικής τεχνοτροπίας, έργα ντόπιων Ελλήνων τεχνιτών, που έγιναν λάφυρα των Κουσάν μετά την καταστροφή και διάλυση του ελληνο -ινδικού βασιλείου, που αυτοί προξένησαν. Τέλος, η τρίτη ομάδα χαρακτηρίζεται από αντικείμενα τοπικής τεχνοτροπίας, πάνω όμως σε ελληνιστικά πρότυπα και είναι ακριβώς αυτά τα αντικείμενα που μας δείχνουν την όσμωση των πολιτισμών που έγινε, του ελληνικού και του ινδικού μαζί με το σκυθικό των Κουσάν. Ένας από τους τάφους ήταν κι αυτός ενός πολεμιστή ύψους 2 μέτρων, με τόσο πλούσια ευρήματα σε χρυσό και πολύτιμα αντικείμενα, που ο ανασκαφέας δε δίστασε να του αποδώσει βασιλικό τίτλο. Ο τάφος αυτός περιείχε, ως κτέρισμα, ένα μοναδικό εύρημα (βλέπε εικόνα 146): ένα μικρό κόσμημα –πόρπη υποδήματος, από χρυσό και λάπις λάζουλι, που αναπαριστά πιθανόν τον Αλέξανδρο – όπως μπορεί να αποδειχτεί από τα κέρατα του Άμμωνα στην κεφαλή – μέσα σ’ ένα άρμα με θόλο. Ο θόλος έχει ως διακόσμηση με ένθετα τυρκουάζ πλακίδια και ανάγλυφους μικρούς ρόμβους ένα σχήμα που μοιάζει με το μακεδονικό αστέρι. Το μικρό αυτό κόσμημα συμπληρώνουν οι μορφές δύο φτερωτών πλασμάτων, ζευγμένων στο άρμα, που μοιάζουν με λεοντόμορφους γρύπες και έχουν μια στάση 696 Με αυτά τα έδικτα που εξέδωσε ο Ασόκα διακήρυττε προς τους φιλοσόφους και καλόγερους του βασιλείου του το σεβασμό και τη δεκτικότητα του ενός στις απόψεις και τη διδασκαλία του άλλου. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το 12 έδικτο που ακολουθεί: «[εὐ]σέβεια καί ἐγκράτεια κατά ο πάσας τάς διατριβάς….Καί μήτε ἑαυτούς ἐπαινῶσιν, μήτε τῶν πέλας ψέγωσιν περί μηδενός. Κενόν γαρ ἐστιν. Και πειρᾶσθαι μᾶλλον τούς πέλας ἐπαινεῖν καί μή ψέγειν κατά πάντα τρόπον…». Στο 13 έδικτο πάλι ο καταγράφονται ηθικοί κανόνες βουδιστικής έμπνευσης στα ελληνικά. Τα αποτελέσματα της πολιτικής του Ινδού βασιλιά καταγράφονται σε μια άλλη δίγλωσση ελληνο –αραμαϊκή επιγραφή: «Δέκα ἐτῶν πληρη[..ὼν βασιλεύς Πιοδάσσης εὐσέβειαν ἔδειξεν τοῖς ἀνθρώποις, καί ἀπό τούτου εὐσεβεστέρους τούς ἀνθρώπους ἐποίησεν…καί εἴ τινες ἀκρατεῖς πέπαυνται τῆς ἀκρασίας κατά δύναμιν, καί ἐνήκοοι πατρί καί μητρί καί τῶν πρεσβυτέρων παρά τά πρότερον...διάξουσιν» (Χαλκιάς 2013: 220-223). Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 581 ανόδου προς τον ουρανό. Σε αυτό το εύρημα συναντήθηκε κυριολεκτικά η ανατολή με τη δύση, καθότι το άρμα με το θόλο και το ένδυμα του Αλέξανδρου (άνετη ρόμπα με όρθιο γιακά) παραπέμπουν στην τέχνη της Κίνας, αν και ο τόπος κατασκευής των πορπών είναι πιθανότατα η Βακτριανή. Ίσως να πρόκειται για την πρωιμότερη παράσταση της ανάληψης του Αλέξανδρου στους ουρανούς, στοιχείο που, αν ισχύει, μας επιτρέπει να υποθέσουμε πως το αντίστοιχο επεισόδιο στη Διήγηση του Αλέξανδρου ανήκει στον πυρήνα των πρώιμων προφορικών παραδόσεων μετά το θάνατό του. Τέλος, από την ίδια τοποθεσία, σε τάφο διαταραγμένο, βρέθηκαν δίδυμες χρυσές πόρπες ενδύματος, με ελάσματα που φέρουν ανάγλυφη παράσταση πολεμιστή με αρχαιοελληνικό οπλισμό και κράνος που φέρει προτεταμένο κέρατο. Να πρόκειται άραγε για άλλη μια απεικόνιση του κερασφόρου Αλέξανδρου; (Σαριγιαννίδης 1995: 56-59, 87, 116-119, 170-172, Παλιαδέλη 1996: 123, Pfrommer 2001: 16). Όπως κι αν έχει, αυτή η βαθιά αλεξάνδρεια παράδοση της ανατολής είχε και μια ένδοξη συνέχεια: στο μεσαιωνικό τουρκμενικό βασίλειο του Καραχανίντ, κατά τον 11ο αιώνα, ο λόγιος Γιουσούφ Κχας Χαζίμπ έγραψε ένα συμβουλευτικό βιβλίο για τον πρίγκιπα του βασιλείου, στο οποίο αναφέρεται και στον Αλέξανδρο «που κατέκτησε τον κόσμο ολόκληρο». Την ίδια εποχή, παρόμοιες αναφορές έκανε και ο πρίγκιπας Κάι Κάους Ιμπν Ισκαντάρ σε συμβουλευτικό βιβλίο προς το γιο του και διάδοχο του βασιλείου του στα νότια της Κασπίας (Georganteli 2012: 145). Στην πόλη Μάργιλεν του δυτικού Τουρκμενιστάν, τοπικοί άρχοντες, απόγονοι του Αλέξανδρου, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονταν, έδειχναν κάποιο αρχαίο τάφο με κόκκινη σημαία και έλεγαν πως είναι ο τάφος του Αλέξανδρου, μάλιστα παραδέχονταν ως εθνικό τους ήρωα το Μακεδόνα βασιλιά (Πάλλης 1935/1968: 12, Μαρκάκης 1960: 258). Στο Καζακστάν ο εθνικός ποιητής της χώρας Abai Kunanpaiuty έγραψε το 18 αιώνα ένα ποίημα ηθικοπλαστικού ο περιεχομένου για τον Ισκαντέρ, το μεγάλο κατακτητή του κόσμου. Στο Τατζικιστάν μια τοπική παράδοση κάνει λόγο για τη «λίμνη του Αλέξανδρου», όπου βρίσκεται και ο τάφος του Βουκεφάλα. Στην πρωτεύουσα του Αφγανιστάν Καμπούλ οι παραδοσιακοί γιατροί «χακίμ» ισχυρίζονται ότι κατάγονται από τους γιατρούς του Αλέξανδρου. Στο ιστορικό «πέρασμα του Χαϊμπέρ» από το Αφγανιστάν στο Πακιστάν υπάρχει σήμερα πινακίδα στο υψηλότερο σημείο του, στην οποία αναγράφεται: «Από εδώ πέρασε ο Αλέξανδρος» (Ζαφειροπούλου 2002 Β: 35-36, 46, 60). Οι φύλαρχοι των ΒΔ Ινδιών 697 καυχώνται πως κατάγονται από τον Αλέξανδρο (Ισκεντέρ –Ντουλά Καρνέϊν), παράδοση που αναφέρει πρώτος ο Μάρκο Πόλο το 13 αιώνα: όταν επισκέφτηκε την ο επαρχία του Badashan (ή Μπανταξάν) οι ηγεμόνες της περιοχής του ανέφεραν πως ήταν απόγονοι του Αλέξανδρου και της κόρης του Δαρείου. Μάλιστα οι ίδιοι 697 Ο Yule αναφέρει πως η αναγωγή της γενεολογίας στον Αλέξανδρο αναφερόταν από τους ηγεμόνες – φυλάρχους των εξής περιοχών της ανατολής: Darwaz, Kulab, Shighnan, Wakhan, Chitral, Gilgit, Swat και Balti (Yule 1871: 152).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 582 αυτοαποκαλούνταν Zulkarniaian, δηλαδή Αλέξανδροι (Δίκεροι), και τον Αλέξανδρο τον αποκαλούσαν Sekander – Filkus, δηλαδή «Αλέξανδρο Φιλίππου». Παρόμοιες αναφορές κατέγραψε αιώνες αργότερα, γύρω στο 1830, και ο περιηγητής Wolf στο Kaschgar. Στην ίδια αυτή περιοχή, ο Πόλο προσθέτει ότι ακόμα και τα άλογα κρατούσαν από το Βουκεφάλα και από φοράδες που είχαν σμίξει μαζί του, γι’ αυτό και γεννιόντουσαν με ένα κέρατο στο μέτωπο, άλλη μια αναφορά του Βενετσιάνου εξερευνητή, που συνδυάζει μια τοπική παράδοση για τον Αλέξανδρο με τις αναφορές του Μυθιστορήματος. Αναφέρεται ακόμη ότι ο μεσαιωνικός Ινδός ηγέτης Αλαουντίν Χαλτζί ήθελε να μοιάσει με τον Αλέξανδρο στις κατακτήσεις και πως έκοψε νομίσματα με την επιγραφή “Sikander – i - Sani” , δηλαδή ο «δεύτερος Αλέξανδρος». Ένας Ινδός λόγιος του 14 αιώνα, ο Ζιαντίν Βαρνί έγραψε μια πραγματεία για τη σωστή διακυβέρνηση ου μιας χώρας και για τις αρετές του καλού ηγεμόνα, φέρνοντας πολλά παραδείγματα από το βίο του Αλέξανδρου (Yule 1871: 149, Droysen/Αποστολίδης 1993:Β-456, Παπαδόπουλος 2004: 18, Akhtar 2007: 86, Πόλο (2008): 62,63). Ο Alexander Burns, το 1830, ταξίδεψε στην περιοχή της κοιλάδας του Ώξου και άκουσε από τους ντόπιους να μιλούν για τους απογόνους του Αλέξανδρου εκεί, όπως και κοντά στις πηγές του Ινδού. Μάλιστα, σύμφωνα με έναν ντόπιο ιερέα, ο Αλέξανδρος ήταν προφήτης και αποδείκνυε την αδιάλειπτη παρουσία των Ελλήνων. Ένας μύθος στη Μπουχάρα κάνει λόγο για μια λίμνη, που έφτιαξε ο Αλέξανδρος κλείνοντας με ένα χρυσό φράγμα την κοίτη του ποταμού Ζαραφσάν, καθιστώντας έτσι την κοιλάδα κατοικήσιμη. (Stoneman 2011: 126-127). Ένας άλλος Άγγλος, ο Τζον Μπίντουλφ, διοικητής των βόρειων περιοχών της Ινδίας επί αγγλικής κατοχής, γύρω στα τέλη του 19 αιώνα, γράφει στο βιβλίο του «Οι φυλές του Ινδικού Καυκάσου» για ου την ορεινή πόλη Σκαρντού ή Ισκάρντο πως οι κάτοικοί της διατείνονται ότι ιδρύθηκε από τον Ισκαντέρ (Αλέξανδρο) και ονομάστηκε Ισκαντερία. Σύμφωνα με το βουδιστικό κείμενο «Ματζιχίμα Νακάια», στο Β.Δ. άκρο του σημερινού Πακιστάν, πάνω στον Ινδικό Καύκασο, υπήρχε το κράτος των «Γιόνα» (Ιώνων, δηλαδή Ελλήνων) την εποχή που ζούσε ο Βούδας (Λερούνης 1996: 158, 162). Ο ιστορικός William Tarn αναφέρει πως συνάντησε προσωπικά ένα φύλαρχο στη Χούντζα, που ισχυριζόταν ότι καταγόταν από τον Αλέξανδρο (Tarn 1948 (2014): 189). Σε ένα από τα ιστορικά βασίλεια της Ινδίας, το Μπαχαλβαμπούρ, υπήρχε ένα τέμενος στο οποίο βρέθηκαν αρχαιότατα κειμήλια και χειρόγραφα, τα οποία έκαναν λόγο για έναν αμύθητο θησαυρό, που ο Αλέξανδρος έκρυψε κοντά στις όχθες του Ινδού ποταμού (Μαρκάκης 1960:258). Οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα είναι και η λογοτεχνική μεταφορά του μοτίβου της λατρείας του Αλέξανδρου από τις ντόπιες φυλές του Αφγανιστάν –στην περιοχή του Καφιριστάν - στο μυθιστόρημα του Ράντγιαρντ Κίπλιγκ «Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς» (1888), στο οποίο δύο Άγγλοι τυχοδιώκτες συναντούν μια τέτοια φυλή και πείθουν τους ανθρώπους της πως ο ένας από τους δύο είναι … απόγονος του Αλέξανδρου και Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 583 της Σεμίραμις και μετενσάρκωση του Μακεδόνα βασιλιά, μέχρι που στο τέλος αποκαλύπτεται η απάτη τους και τα πράγματα παίρνουν μια άσχημη τροπή . 698 Η μαρτυρία του Δημήτρη Αλεξάνδρου από τη Χαλκιδική, που επισκέφτηκε το 1991 τη φυλή των ειδωλολατρών Καλάς στα βάθη του Πακιστάν, στους πρόποδες των Ιμαλάϊων, είναι συγκλονιστική. Οι Καλάς της οροσειράς Τσιτράλ του ΒΔ Πακιστάν και του Αφγανιστάν διατείνονται πως είναι απόγονοι των στρατιωτών του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ξεχωρίζουν μάλιστα πολλοί από αυτούς για τα ανοιχτά, ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά τους, πίνουν κρασί, έχουν ελληνικές λέξεις στο λεξιλόγιό τους και πιστεύουν μέχρι σήμερα στο θεό Ντιά Ζέο (Δίας Ζευς), πατέρα όλων των θεών και των ανθρώπων, στο γιο του Μπαλομάϊν (Απόλλωνας), θεό της μαντικής και της μουσικής, στη Τζέστιακ (Εστία), θεά της οικογένειας και του σπιτιού, στο Διόνυσο, στο Μαχεντόν (Μακεδών), θεό των προγόνων, στη Φροτάϊτ (Αφροδίτη), θεά του έρωτα και άλλους 699 Σύμφωνα με την αφήγηση ενός γέροντα από τη φυλή των Καλάς, ο Σικάντερ (Αλέξανδρος) που ήταν θεός μεγάλος σαν τον Μπαλομάϊν, άφησε τους πολεμιστές του εδώ και τους ζήτησε να παραμείνουν στην περιοχή και να διαφυλάξουν τις παραδόσεις τους, μέχρι αυτός να γυρίσει πίσω. Οι Καλάς ακόμα περιμένουν να γυρίσει ο Αλέξανδρος και να τους οδηγήσει στη δύση, στα αδέρφια τους, τους Γιουνάν (Έλληνες). Παρόμοιες πεποιθήσεις περί ελληνικής καταγωγής και εκπεφρασμένης περηφάνιας γι’ αυτήν εκφράζουν και μέλη των Πατάν στο Αφγανιστάν (Αλεξάνδρου 1996: 82, 119, 122-123, 152, 160-166) . Αρκετοί κάτοικοι του Πακιστάν φέρουν με 700 υπερηφάνεια το όνομα Σικάντερ Άζαμ (Λερούνης 1996: 164). Αντίστοιχα, στα σύνορα του Τουρκμενιστάν με το Ιράν, 60.000 περίπου Νοχουρίτες διατείνονται πως το παλαιότερο χωριό τους ιδρύθηκε από τους στρατιώτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, φαντάζονται τον Αλέξανδρο σαν πατέρα τους, τον ονομάζουν Ισκεντέρ Ζουλκαρνέιν, δηλαδή δικέρατο Αλέξανδρο και πιστεύουν ότι στην Ελλάδα ζουν οι συγγενείς τους. Μάλιστα στις επιτύμβιες στήλες των νεκροταφείων τους τοποθετούν κέρατα κριαριού και οι ξύλινες κολόνες στα χαγιάτια των σπιτιών τους είναι ιωνικού ρυθμού. Στα σχολεία η προφορική παράδοση περνάει από το δάσκαλο στους μαθητές: «Ο Μ. Αλέξανδρος ξεκίνησε από την Ελλάδα και κατέκτησε όλη την Ασία. Στα μέρη μας άφησε τους 698 Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος στην ομότιτλη ταινία το 1975 και με διάσημους πρωταγωνιστές τον Σον Κόνερι, τον Μαϊκλ Κέιν και τον Κρίστοφερ Πλάμερ. 699 Ένα εντυπωσιακό στοιχείο από τις λατρευτικές πρακτικές τους είναι η χειμερινή γιορτή Chaumos (ο διονυσιακός Κώμος;) προς τιμή του Μπαλομάϊν, με λαμπαδηφορίες, ανταλλαγή βωμολοχιών, θυσίες στους θεούς, καθαρτήρια λουτρά, τραγούδια και κύκλιους χορούς (Δρακόπουλος 2010: 218). 700 Εξίσου γοητευτικό και ενδιαφέρον, με πολύ καλή φωτογραφική τεκμηρίωση, είναι και ένα άλλο βιβλίο για τους Καλάς, το φωτογραφικό λεύκωμα «Καλάς, οι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου», του φωτογράφου Στέλιου Ματσάγγου (εκδόσεις Φωτοδότης).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 584 τραυματισμένους στρατιώτες του και απ’ αυτούς γεννήθηκε το γένος το δικό μας». Οι γέροντες λένε πως ήταν ο Αλέξανδρος αυτός που έφερε τη ζωή στο Νοχούρ και ότι, όπου κι αν κοιτάξεις τριγύρω, θα δεις ίχνη από τις οπλές των αλόγων της στρατιάς του (Αναγνωστόπουλος 1994: 95, 98-99). Όσον αφορά την αθανασία της μορφής του Αλέξανδρου, αρκεί να παραθέσουμε και τη μαρτυρία μιας Ελληνίδας φιλολόγου, που βρέθηκε στο Πακιστάν το 1990: «Συχνά μας πλησίαζαν Πακιστανοί σαν άκουγαν πως είμαστε Έλληνες, Γουνάνι, δηλαδή Ίωνες και δήλωναν περήφανα πως είναι και αυτοί Έλληνες, απόγονοι των Ελλήνων του Αλέξανδρου, του περίφημου Σικαντέρ ή Ισκαντέρ ή Σκαντέρ –Μπεη, όπως τον αποκαλούν. Και μαρτυρία της δήλωσης αυτής ήταν πως προέρχονταν από περιοχές που κυρίεψε ο Αλέξανδρος και εποίκισε με Έλληνες, ή πως η γνώση αυτή τρέχει στις οικογένειές τους από γενιά σε γενιά ή ακόμη μας έδειχναν τα γαλάζια μάτια ή το ανοιχτό δέρμα τους» (Αικατερινίδης 1996: 6). Ο Σαράντος Καργάκος αναφέρει πως όταν βρέθηκε στο Ουζμπεκιστάν, ένας ντόπιος ηλικιωμένος του είπε πως ο Αλέξανδρος είχε διαστάσεις γίγαντα (Καργάκος 2014 Γ: 43). Φαίνεται τελικά πως πράγματι στη μακρινή ανατολή ο Αλέξανδρος βρήκε και ήπιε το αθάνατο νερό! Έτσι εξηγούνται τα σημάδια αθανασίας του που εντόπισε ένας άλλος Έλληνας ερευνητής και σκηνοθέτης, ο Δημήτρης Μανωλεσάκης όταν το 2002-2003 επισκέφτηκε τα οροπέδια του Παμίρ στο Τατζικιστάν και σε υψόμετρο 4000 μέτρων ανακάλυψε τα χωριά των Ισκανταρί Παμίρσκι, των Αλεξανδρινών του Παμίρ, οι οποίοι, αν και μουσουλμάνοι, επικαλούνται συχνά τον Ισκαντάρ, πιστεύουν και προσεύχονται σε αυτόν, ενώ δεν παραλείπουν συνάμα να διηγούνται και εκπληκτικές ιστορίες για τη δύναμη, τη σοφία και τη γενναιοψυχία του. Μία από αυτές τις ιστορίες αποτελεί ουσιαστικά τη γενέθλιο πράξη των σύγχρονων Ισκανταρί Κούλι, των Αλεξανδρινών της λίμνης, καθότι περιγράφει πώς αποφεύχθηκε η σύγκρουση των στρατιωτών του Αλέξανδρου με τους ντόπιους και πώς οι πρώτοι έμειναν τελικά στον τόπο αυτόν, στη σημερινή «λίμνη του Αλέξανδρου», που δημιουργήθηκε από την ξαφνική καταιγίδα που χώρισε τους δύο στρατούς. Σήμερα οι ντόπιοι λένε πως κάποιες εποχές, κατά το ξημέρωμα, αναδύεται από τη λίμνη ο Αλέξανδρος με το Βουκεφάλα, ή μόνο ο Βουκεφάλας, ο οποίος σμίγει με τις φοράδες τους. Σε μία άλλη παράδοση επανέρχεται το μοτίβο του Αλέξανδρου –κτίστη, καθότι ο Αλέξανδρος περιγράφεται ως ένας πολύ δυνατός άνδρας που σήκωσε ένα βράχο τριών τόνων και τον τοποθέτησε ανάμεσα σε δύο απόκρημνα σημεία, σχηματίζοντας γέφυρα. Όποιος κατορθώσει να σηκώσει το βράχο θα δει από κάτω τον Αλέξανδρο να ζωντανεύει και να διαβάζει το κοράνι. Βέβαια, σύμφωνα με μια άλλη τοπική παράδοση, ο Αλέξανδρος αρνήθηκε να πιει το αθάνατο νερό και να γίνει έτσι ο ίδιος αθάνατος, τονίζοντας πως αθάνατο θέλει να μείνει το έργο του. Γεγονός είναι πως οι Ισκανταρί του Παμίρ συχνά διασχίζουν μια απόσταση 68 χιλιομέτρων στα κακοτράχαλα βουνά για να επισκεφτούν τον «τάφο του Ισκαντάρ», προκειμένου να τον τιμήσουν και να ζητήσουν τη βοήθειά του. Έτσι, αν Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 585 μια γυναίκα δεν μπορεί να συλλάβει παιδί, πηγαίνει στον τάφο του Ισκαντάρ, προσεύχεται και όταν επιστρέφει, μένει έγκυος, σύμφωνα με τις μαρτυρίες πάντα των ντόπιων Αλεξανδρινών. Οι ομοιότητες των παραδόσεων αυτών με αντίστοιχες που 701 είδαμε από την Ελλάδα, όπως αυτή με το Παχνί του Βουκεφάλα στους Φιλίππους, είναι ομολογουμένως εντυπωσιακές. Αξίζει ακόμα να αναφερθεί πως και οι Μογγόλοι κατακτητές του Ιράν είχαν υιοθετήσει το θρύλο του Αλέξανδρου μέσα από μια μετάφραση του περσικού έπους Σαχνάμα γύρω στο 1330, η οποία μάλιστα σώζεται σε χειρόγραφο και περιλαμβάνει εξαιρετικές μικρογραφίες από τις περιπέτειες του Αλέξανδρου. Μάλιστα οι Μογγόλοι έφτασαν στο σημείο να θεωρούν τον Τζέγκις Χαν άμεσο απόγονο της Ολυμπιάδας και να αναφέρουν τον Ισκάνταρ –Μπεγκ σαν εθνικό ήρωά τους. Οι βασιλιάδες της Τάρσας στη Σενεγάλη ισχυρίζονταν ότι κατάγονται από τον Ισκαντάρ. Σύμφωνα με ανατολικές παραδόσεις και το περσικό ποίημα «Zaffer Namah Shendari» ο Αλέξανδρος έφτασε ως τη σημερινή Σρι Λάνγκα, την αρχαία Ταπροβάνη, μαζί με το φιλόσοφο Bolinus (Ζαφειροπούλου 2002 Β: 99), στην οποία, όπως είδαμε, ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης τον 6 αιώνα μαρτυρούσε την ύπαρξη χριστιανικής εκκλησίας και ο κοινότητας (βλέπε κεφάλαιο 3.2) . Ακόμα και στη Σουμάτρα της Ινδονησίας, όσο και αν φαίνεται απίστευτο, στο Πύβαγ της ανατολικής ακτής του νησιού, οι ντόπιοι έδειχναν παλιότερα τον τάφο και το ίχνος του ποδιού του Αλέξανδρου, τον οποίο λάτρευαν ως θεό και του προσέφεραν θυσίες. Σύμφωνα μάλιστα με αξιόπιστες πληροφορίες Γάλλων ερευνητών, που μετέφερε στην Ελλάδα η ιστορικός –ερευνήτρια Ποτίτσα Γρηγοράτου, φαίνεται πως ο θρύλος του Αλέξανδρου έφτασε στην Ινδονησία με Άραβες εμπόρους με το χαρακτήρα του αγιοποιημένου μουσουλμάνου βασιλιά. Γι’αυτό ακριβώς, σε λόφο στη Σουμάτρα, ακόμη και σήμερα υπάρχει το «κενοτάφιό του» ενώ και οι τοπικοί ηγεμόνες ονομάζονταν Ισκαντάρ . Επιπρόσθετα, στη μακρινή Κίνα νεστοριανοί 702 χριστιανοί συριακής ή περσικής καταγωγής αφήνουν το απώτατο αποτύπωμα του Αλέξανδρου: στη μεσαιωνική πόλη - λιμάνι Zaytun (η σύγχρονη Quanzhou στη νότιο- ανατολική Κίνα), βρέθηκαν επιτύμβιες χριστιανικές στήλες με επιγραφές στα συριακά που αναφέρουν ημερομηνία από την εποχή «του Αλέξανδρου του Α΄ Χαν, γιου του Φιλίππου του Χαν από την πόλη της Μακεδονίας» και χρονολογούνται το 14 αιώνα ο (Πάλλης 1935/1968: 12, Μαρκάκης 1960:258, Stoneman 2008 (2011): 56, Georganteli 2012: 146). 701 Στοιχεία από άρθρο της εφημερίδας «Καθημερινή», 27.7.2003 http://www.kathimerini.gr/157572/article/epikairothta/ellada/oi-3exasmenoi-ellhnes-toy- pamir (11.5.2015). 702 https://www.youtube.com/watch?v=RJEWKlbACBs (20.5.2015).

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 586 Τέλος, εν έτει 2016, η έμπνευση της Αναστασίας Ιωσηφίδου, προέδρου της Δημωφέλειας Καβάλας, με βάση μια αναφορά της Ελληνικής Πρεσβείας της Ινδίας, να εντάξει τον Αλέξανδρο στο βασικό σύνθημα του τουριστικού περιπτέρου της Καβάλας στην έκθεση στο Νέο Δελχί, φανερώνει, για άλλη μια φορά, την επικαιρότητα και τη δυναμική του αρχαίου Έλληνα βασιλιά. Ακολουθεί η αναφορά της κ. Ιωσηφίδου, όπως καταγράφηκε σε ρεπορτάζ της εφημερίδας «Χρονόμετρο»: «Ο Μεγάλος Στρατηλάτης ήταν εκεί και έδωσε για μια ακόμη φορά την νίκη στους «εκ Μακεδονίας ορμώμενους» συμπατριώτες του και μόνο με την αναφορά του ονόματος του . Το «Ταξίδι στη γη του Μεγάλου Αλεξάνδρου» αρκούσε για να πλημμυρίσει κόσμο, ταξιδιωτικούς πράκτορες, διανοούμενους, πολιτικά πρόσωπα, αστέρες του κινηματογράφου, το περίπτερο μας. Η συγκίνηση όμως κορυφώθηκε όταν στο περίπτερο μας με δάκρυα στα μάτια έφτασε ένας ευτραφής κύριος ο οποίος ζήτησε να με δει, λέγοντας μου ότι είναι από την πόλη Βουκεφάλα του Κασμίρ της Ινδίας. …Ο εν λόγω κύριος ο οποίος τυγχάνει συγγραφέας και εκδότης τουριστικού περιοδικού, όλες τις ημέρες της έκθεσης ήταν δίπλα μας προκειμένου να μας συνδράμει με κάθε τρόπο (μέχρι και τον υπουργό τουρισμού του Κασμίρ έφερε στο περίπτερο), ενώ ήδη έχει ξεκινήσει να σχεδιάζει ως προτεινόμενο προορισμό, το ταξίδι «στα βήματα του Αλέξανδρου»!!!. Αναχωρώντας το βράδυ της Κυριακής από την «χώρα των μεγάλων αντιθέσεων» και γυρνώντας το κεφάλι μου για να εντυπώσω την τελευταία ανάμνηση μου από αυτή την αποστολή μόνο μια φράση σιγοψιθύρισαν τα χείλη μου «Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος ζει»». 703 703 http://www.xronometro.com/sxolio-27-2-2016/ Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 587 6. ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στο βιβλίο αυτό επιχειρήθηκε μια καταγραφή της αλεξάνδρειας μνήμης του ελληνισμού διαχρονικά και με συνοπτικές αναφορές στην παράδοση και άλλων λαών, στα όρια των δυνατοτήτων του συγγραφέα, μιας μνήμης ούτως ή άλλως ανυπέρβλητης, «έξω από τα ανθρώπινα όρια», όπως ήδη κατά το 2 αιώνα μ.Χ. - και ο ταυτόχρονα προφητικά θα έλεγε κανείς –τόνισε ο Αρριανός. Από την πληθώρα των καταγραφών του Αλέξανδρου στη συλλογική μνήμη, προτάθηκαν από το συγγραφέα αυτού του τόμου κάποια επιμέρους μοτίβα, ως, ενδεχομένως, τα πλέον ενδιαφέροντα για το σύγχρονο αναγνώστη. Ίσως η σημαντικότερη διάσταση του Μακεδόνα βασιλιά που αναδύεται μέσα από αυτή τη μελέτη να είναι η διαχρονική λαοφιλία του: στην αρχαιότητα συντελέστηκε μια καθολική εκλαϊκευση της μορφής του, με τη διάδοση της ιστορίας του και τη διαμόρφωση των μύθων του από στόμα σε στόμα, έτσι ώστε να διαμορφωθεί μια ολόκληρη αλεξάνδρεια μυθολογία, η οποία αποκρυσταλλώθηκε στο ψευδο- καλλισθένειο Μυθιστόρημα. Παράλληλα συντελέστηκε και μια καθολική εκλαΐκευση της μορφής του μέσω της τέχνης, μια και οι καλύτεροι καλλιτέχνες της εποχής του (Λεωχάρης, Λύσιππος, Απελλής, Πυργοτέλης και άλλοι) φιλοτέχνησαν πολλές πρωτότυπες απεικονίσεις του, οι οποίες και έγιναν αντικείμενα αντιγραφής και ορατές σε πολλά μάτια, ενώ ταυτόχρονα και τα περίφημα αλεξάνδρεια νομίσματα κυκλοφορούσαν σε όλα τα χέρια. Η αλεξάνδρεια λατρεία σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου και πέρα από αυτήν, με προεξάρχουσες περιπτώσεις αυτές της Αλεξάνδρειας και του Κοινού των Μακεδόνων, ο συγκρητισμός του – η συγχώνευση της υπόστασής του - με μορφές πανελλήνιων ηρώων και θεών, όπως ο Αχιλλέας, ο Ηρακλής, οι Διόσκουροι, ο Διόνυσος, ο Δίας, ο Ήλιος, τα αλεξάνδρεια φυλακτά και οι επικλήσεις του ονόματος του αλεξίκακου Αλέξανδρου, οι αλεξάνδρειοι τόποι του Αλέξανδρου –κτίστη, η δημοφιλής ανεκδοτολογία από το βίο του, οι ιστορικές καταγραφές της καθολικής αποδοχής του, όπως αυτή του Δίωνος Κάσσιου το 221 μ.Χ., όλα αυτά αποτελούν τεκμήρια της μεγάλης λαοφιλίας του και αναλύθηκαν στα κεφάλαια 2.1 -2.8., όπου μπορεί κανείς να ανατρέξει και για πρόσθετα στοιχεία. Εδώ απλώς είναι σημαντικό να επισημανθεί η παρουσία της μορφής του στη σφαίρα της οικιακής, λαϊκής λατρείας, όπως τεκμηριώνουν τα αναρίθμητα ειδώλια από την Αλεξάνδρεια, καθώς και η λειτουργία της μορφής του ως φυλακτού ενός στρατιώτη, όπως έχει προταθεί για τα μικρά ειδώλια του Αλέξανδρου –Αιγίοχου από την Ερμούπολη της Αιγύπτου. Επιπρόσθετα, η προσφορά κάποιου Μοσχίωνος 1000 δραχμών το 150 μ.Χ. για την ανακαίνιση του ιερού του Αλέξανδρου ή οι επιγραφές ανέγερσης αγάλματός του από τα Βαργύλια της Καρίας το 2 -3 αιώνα μ.Χ. φανερώνουν επίσης ο ο

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 588 πως η υπόθεση της λατρείας του ήταν υπόθεση πολλών και όχι μόνο των ελληνιστικών ηγεμόνων ή αργότερα των Ρωμαίων ηγητόρων και αυτοκρατόρων. Συν τοις άλλοις, η λαοφιλία του τεκμηριώνεται διαχρονικά από την κεντρική θέση που είχε ως πρόσωπο –σύμβολο σε γιορτές και αθλητικούς αγώνες προς τιμήν του: στην αρχαιότητα για παράδειγμα, τρία μεγάλα Κοινά, το Κοινό των Μακεδόνων, το Κοινό των Ιώνων και το Κοινό των Θρακών μαρτυρείται πως διοργάνωναν τα περίφημα Αλεξάνδρεια προς τιμήν του Μακεδόνα βασιλιά. Στο μεσαιωνικό ελληνισμό τη σκυτάλη θα πάρει αντίστοιχα η –πιθανή - παρουσίαση των περιπετειών του στον κατεξοχήν χώρο συγκέντρωσης και έκφρασης του λαού, στον ιππόδρομο, ενώ παράλληλα η μορφή του συσχετίζεται, ως πρότυπο και φυλακτό, με τους αρματηλάτες του ιπποδρόμου. Και είναι ακριβώς στο Βυζάντιο που συνεχίστηκε η λαοφιλία του Αλέξανδρου, ενισχυμένη από το συγκρητισμό και την ταύτισή του όχι μόνο με το βυζαντινό αυτοκράτορα - όπως πιστοποιούν αναρίθμητες καταγραφές, η στήλη του Ηράκλειου –Αλέξανδρου και οι παραστάσεις της ανάληψης σε ανάγλυφα και αγγεία καθημερινής χρήσης -αλλά και με τη μορφή αγίων. Έτσι και στις μέρες μας, ο Αλέξανδρος έφτασε να αποτελεί κυρίαρχη μορφή στους αθλητικούς συλλόγους της Ελλάδας και κυρίως της Μακεδονίας. Αξίζει βέβαια εδώ να επισημάνουμε πως ο λαϊκός αυτός χαρακτήρας της μνήμης του, μαζί με την Imitatio Alexandri, μεταμφυτεύτηκε και στη Ρώμη, μέσα στο πλαίσιο του κοινού ελληνορωμαϊκού πολιτισμού (βλέπε κεφάλαιο 2.8). Πρέπει επίσης να τονιστεί πως το Μυθιστόρημα διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της λαοφιλίας του: η Juanno καταλήγει ότι το Μυθιστόρημα ήδη κατά την ύστερη αρχαιότητα, μέσα σε λίγες δεκαετίες από την πρώτη σύνταξή του, είχε γίνει «αγαθό ολόκληρου του ελληνισμού». Τονίζει, μάλιστα, ότι απλοποιήθηκε για να περάσει στο ευρύ κοινό, πως ο χαρακτήρας του κειμένου ήταν κατεξοχήν δημώδης και πως ήταν γνωστό σε όλους στο Βυζάντιο, όπως αποδεικνύουν και οι αναφορές του Τζέτζη . Άλλωστε, οι συνεχείς βυζαντινές διασκευές του Μυθιστορήματος (βλέπε 704 κεφάλαιο 3.1) φανερώνουν πως αυτό αποτελούσε ένα ζωντανό στοιχείο της βυζαντινής λογοτεχνίας, που διαρκώς μεταλλασσόταν, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και αλλαγές της κοινωνίας που το παρήγαγε. Αντίστοιχα, ο Demandt σημειώνει για το Μυθιστόρημα πως, πέρα και από τα όρια δράσης των Ελλήνων, στις οικουμενικές του διαστάσεις, όχι μόνο εξαπλώθηκε κατά το Μεσαίωνα από την Ισλανδία ως την Ιάβα, ξεπερνώντας σε διάδοση το έπος του Τρωικού Πολέμου και το μύθο του Αρθούρου, όχι μόνο αποτέλεσε το πλέον διαβασμένο λαϊκό βιβλίο ως την εποχή της τυπογραφίας, αλλά ακόμη έδωσε τροφή και σε όλα τα είδη της λογοτεχνίας: έπος, μυθιστόρημα, μύθους, παραδόσεις και 704 Juanno 2015 (2002): 728-729. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 589 παραμύθια, τραγούδι και ποίηση, θέατρο και ρητορική, επιγράμματα και φιλοσοφία, όπερα και κουκλοθέατρο (Demandt 2009: 20, βλέπε κεφάλαια 5.1. -5.10). Εντυπωσιακό στοιχείο αποτελεί ο παραλληλισμός του Αλέξανδρου με τον ίδιο το Χριστό, ως προεικόνισή Του. Ο συσχετισμός και συγκρητισμός του Αλέξανδρου με το Χριστό, που ξεκινά, ως καταγραφή, με τη σύγκριση που επιχειρεί ο Χρυσόστομος και συνεχίζεται εικονογραφικά με τα ρωμαϊκά μετάλλια του 5 αιώνα μ.Χ. (βλέπε ου κεφάλαια 2.1., 2.8.), εκτός από το Βυζάντιο (βλέπε κεφάλαια 3.5.2., 3.5.3., 3.6.), τεκμηριώνεται και στο αιθιοπικό Μυθιστόρημα και στο λεγόμενο Χριστιανικό Μυθιστόρημα (4 -5 αιώνας), με τις ποικίλες χριστιανικού χαρακτήρα αναφορές τους. ος ος Ακόμη, στο συριακό Μυθιστόρημα, ο εκχριστιανισμένος Αλέξανδρος παρουσιάζεται ως προπομπός του Χριστού στην υπηρεσία του σχεδίου του Θεού, ενώ και στον ανώνυμο συριακό Μύθο του Αλέξανδρου της ίδια εποχής (7 αιώνας) αυτός παρουσιάζεται ος ουσιαστικά ως ο ιδρυτής της ελληνοχριστιανικής βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ως προπομπός και παράλληλη εικόνα του Χριστού αναφέρεται ο Αλέξανδρος καί στην αρμενική παράδοση του Μυθιστορήματος, στο συνοδευτικό πρόλογο, επίλογο, καθώς και στα ποιήματα του Αρμένιου αντιγραφέα του 14 αιώνα Kesarowesi (βλέπε ου κεφάλαια 5.1, 5.4, 5.9). Όπως ήδη επισημάνθηκε (κεφ. 4.2., 4.8., 4.9), μια πλειάδα Ελλήνων συγγραφέων και ανθρώπων του πνεύματος του 19 και 20 αιώνα, ως τον ου ου Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο εν έτει 2016, προβάλλουν αντίστοιχα τον Αλέξανδρο ως προπομπό του Χριστού, ως τον άνθρωπο που, με το έργο του, προλείανε το δρόμο για τη διάδοση του χριστιανισμού. Ιδιαίτερου συμβολισμού, όπως ήδη διαπιστώσαμε, (βλέπε κεφάλαια 3.5.2 και 3.6) είναι και η παράσταση της ανάληψης του Αλέξανδρου στο Βυζάντιο, μια παράσταση που διασώζει συμβολικά την αρχαία υπόσταση του Αλέξανδρου ως ηλιακού ήρωα – θεού (Αλέξανδρος -΄Ηλιος, βλέπε κεφάλαιο 2.2. και υποσημείωση 114) και μάλιστα ενισχυμένη με την παρουσία των γρυπών, αρχαίων συμβόλων του ήλιου, αλλά και χριστιανικών συμβόλων του Χριστού (βλέπε κεφάλαιο 3.5.2 και υποσημείωση 402). Είναι φανερό, από τη συνεξέταση των παραστάσεων της ανάληψης στις ρωσικές εκκλησίες του Βλαντίμιρ και του Γιούρεβ Πόλσκι ( βλέπε κεφάλαιο 5.10), οι οποίες θα πρέπει να είχαν ως πρότυπα τις βυζαντινές παραστάσεις, ότι η ανάληψη του Αλέξανδρου στο Βυζάντιο είχε κι ένα ιδιαίτερο θεολογικό χαρακτήρα - ο οποίος συσχετιζόταν άμεσα με την υπόσταση του Χριστού - αυτού του «αρχαίου Διονύσου», της αιώνιας ζωής, της «αμπέλου του Κόσμου». Η βάση του συσχετισμού αυτού ήταν κοινή: το σύμβολο του Ήλιου και του φωτός, οι γρύπες, ο παγανιστικός Απόλλων και ο χριστιανός προφήτης Ηλίας, ο συσχετισμός του Αλέξανδρου με το Δαβίδ, μια μορφή που στη χριστιανική τέχνη αποτελούσε προεικόνιση του Χριστού, αλλά και με τον ίδιο το Χριστό στην εκκλησία του Γιούρεβ Πόλσκι. Αντίστοιχα, τεκμηριώνεται ο συσχετισμός της παράστασης της ανάληψης του Αλέξανδρου με το Χριστολογικό

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 590 Κύκλο των προεικονίσεων του Χριστού και στην εκκλησιαστική τέχνη της Δύσης (βλέπε κεφάλαιο 5.7). Επομένως, με βάση όλα τα δεδομένα, μπορούμε με ασφάλεια να συμπεράνουμε πως οι βυζαντινές παραστάσεις της ανάληψης του Αλέξανδρου, με την τοποθέτησή τους αρχικά στον εσωτερικό και στη συνέχεια στον εξωτερικό διάκοσμο των εκκλησιών, των οίκων του Κυρίου, λειτουργούσαν - πέρα από σύμβολο της αποθέωσης της κοσμικής εξουσίας - και ως προεικόνιση του Χριστού. Οπωσδήποτε, στο ελληνορθόδοξο Βυζάντιο ο Αλέξανδρος, μετά την αντιπαραβολή του με το Χριστό κατά την ύστερη αρχαιότητα, ξαναβρήκε σημαίνουσα θέση στη χριστιανική κοσμοθεωρία, ως η μόνη θνητή μορφή, εκτός του προφήτη Ηλία, που αναλήφθηκε στους ουρανούς, για να επιστρέψει βέβαια μετά στη γη. Το μεσαιωνικό ελληνικό πνεύμα φαίνεται πως είχε κατανοήσει απόλυτα σε θεολογικό και καλλιτεχνικό επίπεδο αυτό, που παραδέχεται η σύγχρονη ιστορική έρευνα: πως ο Αλέξανδρος με το έργο του έστρωσε το δρόμο στο χριστιανισμό. Ο αγιοποιημένος χαρακτήρας του Αλέξανδρου της ανάληψης ενισχύεται από την ύπαρξη του φωτοστέφανου στην παράσταση του βυζαντινού στέμματος από τη Μεγάλη Πρεσλάβα της Βουλγαρίας και στην παράσταση του γεωργιανού αναγλύφου από το μοναστήρι Χαχούλι - μάλιστα καί οι δύο παραστάσεις χρονολογούνται το 10 αιώνα –καθώς επίσης και στις ο μικρογραφίες του αρμένικου χειρόγραφου του 14 αιώνα. Παράλληλα, υπενθυμίζουμε ου πως η παράσταση της ανάληψης στο διάκοσμο των βυζαντινών εκκλησιών εξασφάλιζε, συμβολικά, τη σύζευξη του αρχαίου με το μεσαιωνικό ελληνισμό, προσδίδοντας στον ελληνισμό τη διάσταση της ιστορικής συνέχειάς του, μέσα από το νέο, μεσαιωνικό συγκρητισμό του Αλέξανδρου με τη μορφή του βυζαντινού αυτοκράτορα και τη συνέχεια του μοτίβου του Αλέξανδρου -Ήλιου. Έτσι, η μορφή του Αλέξανδρου – Ήλιου αποτελεί άλλο ένα διαχρονικό μοτίβο του αρχαίου βασιλιά στην παράδοση του ελληνισμού, καθότι, ξεκινώντας από τις αντίστοιχες αναπαραστάσεις της αρχαιότητας σε ειδώλια και άλλες μορφές τέχνης, μέσα από το συγκρητισμό με τη λατρεία του Ήλιου και του ρωμαϊκού Sol Invictus περνάει στη βυζαντινή παράσταση της ανάληψης του Αλέξανδρου και στην αλεξάνδρεια υπόσταση του βυζαντινού αυτοκράτορα – ήλιου, όπως μαρτυρούν πολλές βυζαντινές πηγές, για να βρει διέξοδο στον Αλέξανδρο –γιο του Ήλιου και διεκδικητή της βασιλείας των ουρανών στις νεοελληνικές παραδόσεις της Ζακύνθου. Επομένως, δε θα ήταν καθόλου υπερβολή να λέγαμε πως η παράσταση της ανάληψης του Αλέξανδρου αποτελεί μια από τις πιο εμβληματικές και πλούσιες σε συμβολισμούς παραστάσεις της τέχνης των Ελλήνων διαχρονικά. Τέλος, με την απεικόνιση του βυζαντινού αυτοκράτορα ως Αλέξανδρου, τόσο στις παραστάσεις της ανάληψης όσο και στις απεικονίσεις χειρογράφων, στα βυζαντινά αγγεία και στη στήλη του Ηράκλειου –Αλέξανδρου, η μορφή του Μακεδόνα βασιλιά προβλήθηκε καλλιτεχνικά στο Βυζάντιο και στον ευρύτερο μεσαιωνικό κόσμο (Ρωσία, Γεωργία, Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 591 Δύση) και πάλι, έτσι όπως προβάλλονταν και κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή: ως το πρότυπο του ιδανικού ηγεμόνα. Ως προς τη θέση της παράστασης της ανάληψης του Αλέξανδρου στις ορθόδοξες εκκλησίες, διαπιστώθηκε πως υπάρχουν παραδείγματα τοποθέτησης στην εξωτερική όψη της αψίδας του ιερού, όπως γίνεται στο ναό του Αγίου Δημητρίου στο Μυστρά (και στον αντίστοιχο του Βλαντίμιρ της Ρωσίας, με τη διαφορά ότι εκεί τοποθετήθηκε στη νότια πρόσοψη). Οι δύο αυτοί ναοί –Άγιος Δημήτριος Μυστρά, Άγιος Δημήτριος Βλαντίμιρ – καθώς και ο Άγιος Γεώργιος στο Γιούρι Πόλσκι και το καθολικό των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ στη Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους ενδεχομένως να αποτελούν τεκμήρια μιας ιδιαίτερης προτίμησης στην τοποθέτηση παραστάσεων της ανάληψης σε ναούς στρατιωτικών αγίων, αν και όχι μόνο, όπως ήδη διαπιστώθηκε, καθώς αναπαραστάσεις της ανάληψης του Αλέξανδρου βρέθηκαν εντοιχισμένες και στους ναούς του Αγίου Ιωάννη Τραχήλας Μάνης, του Αγίου Νικολάου στην Κούργανη της Κορυτσάς και - εκτός της αρχικής του θέσης - στο ναό της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινούπολης. Σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια επιλογή, αν πράγματι ισχύει, δε φαίνεται να έγινε τυχαία, καθότι ο στρατιωτικός και αποτροπαϊκός χαρακτήρας του αρχαίου βασιλιά ταιριάζει πλήρως με τον αντίστοιχο χαρακτήρα των αγίων Γεωργίου, Δημητρίου και Αρχαγγέλων. Ίσως τελικά, μέσω της βυζαντινής τέχνης, ο Αλέξανδρος να χρησιμοποιήθηκε και ως ένα μέσο οικείωσης του απλού λαού με τον αυτοκράτορά του -μια παρατήρηση που την κάνει και ο Ξυγγόπουλος - διότι γενικά δεν ήταν επιτρεπτό για το λαό να απεικονίζει τον ίδιο το βυζαντινό αυτοκράτορα, ωστόσο φαίνεται πως του επιτρεπόταν να απεικονίζει το αρχαίο πρότυπό του, δηλαδή τον Αλέξανδρο, ή αλλιώς το βυζαντινό αυτοκράτορα ως Αλέξανδρο και το αντίστροφο. Στο σημείο αυτό, αξίζει να τονιστεί ακόμα ότι και σε εννοιολογικό επίπεδο ο Αλέξανδρος και οι Μακεδόνες του συντέλεσαν τόσο στη διατήρηση του όρου «Έλληνας» με κάποιο θετικό πρόσημο, κατά τους πρώτους αιώνες της πολεμικής εναντίον αυτού του όρου από τους πατέρες της εκκλησίας, όσο και στην επανασύνδεση των Βυζαντινών -Ρωμιών με την αρχαία ονομασία τους στη συνέχεια. Ας μη λησμονούμε τις αναφορές του ψευδο –Κωδινού, του Καντακουζηνού, του Μανουήλ Παλαιολόγου, του Χρυσολωρά και του Γεωργίου Πλήθωνος κατά το 14 και 15 αιώνα στον Αλέξανδρο ως σύμβολο της ταυτότητας και ο ο της ιστορικής συνέχειας τόσο των βυζαντινών αυτοκρατόρων, όσο και του λαού (βλέπε αναλυτικά κεφάλαιο 3.6). Στο νεότερο ελληνισμό η λαοφιλία του Αλέξανδρου τεκμηριώνεται - πέρα από τις λαϊκές παραδόσεις και τη διάδοση του Μυθιστορήματος - και από μαρτυρίες για την πρόσληψή του ευρύτερα από τους Έλληνες, όπως πιστοποιούν οι αναφορές του Πατριάρχη Αντιοχείας Αθανασίου (1701), του Κανάρη, του Πολίτη (1889), του Σπ. Λάμπρου, του Γ. Σκορδέλλη, του Άγγλου περιηγητή Abbot (1902), του Γερμανού

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 592 ελληνιστή Dieterich (1904), του Κόντογλου για τους Έλληνες της περιοχής του Αϊβαλιού, του Παλαμά, του Σεφέρη και άλλων. Παράλληλα, τουλάχιστον έξι καταγεγραμμένες νεοελληνικές παραδόσεις φαίνεται πως έχουν βυζαντινές καταβολές (βλέπε κεφάλαια 4.5., 4.9.) κι αυτό αποτελεί άλλο ένα ισχυρό τεκμήριο της βυζαντινής λαϊκότητας του αρχαίου βασιλιά. Κατά την άποψη του γράφοντος, οι περισσότερες από τις νεοελληνικές παραδόσεις του Αλέξανδρου πρέπει να έχουν βυζαντινή καταγωγή, κάτι που ωστόσο, με εξαίρεση τις παραπάνω καταγραφές, είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί. Παράλληλα, είναι ακριβώς στις νεοελληνικές αυτές παραδόσεις που θα επιβιώσει ο αρχαίος πόθος του Μακεδόνα βασιλιά για αθανασία: η αναζήτηση του αθάνατου νερού και η Γοργόνα -αδερφή του, που περιμένει να ακούσει το «ζει και βασιλεύει», αποτελούν δύο μοτίβα του νεοελληνικού αλεξάνδρειου μύθου που τον διατηρούν και αυτά αθάνατο. Σε κάθε περίπτωση, ο Αλέξανδρος υπήρξε ένας καθολικός ήρωας της νεοελληνικής λαϊκής παράδοσης σε όλη τη γεωγραφική εξάπλωση του ελληνισμού (βλέπε χάρτη 3). Οι προφορικές παραδόσεις, τα παραμύθια, τα τραγούδια, τα ξόρκια, οι χοροί, η ονοματοδοσία αρρένων τέκνων, ο συγκρητισμός της μορφής του με άλλους ήρωες παραδόσεων, οι απεικονίσεις του στις τοιχογραφίες εκκλησιών (βλέπε κεφάλαιο 4.3.) και αρχοντόσπιτων, η παραγωγή νέων μύθων, όπως αυτός της Γοργόνας και του αθάνατου νερού και του Αλέξανδρου του θεάτρου σκιών, όλα αυτά φανερώνουν πως ο Αλέξανδρος υπήρξε για αιώνες ένα ζωντανό και διαρκώς ανανεούμενο στοιχείο της νεοελληνικής μυθολογίας, κάτι στο οποίο, βέβαια, συντέλεσε και η νεοελληνική Φυλλάδα (και Ριμάδα) - αυτή η πραγματική κιβωτός της αλεξάνδρειας μνήμης και παράδοσης - με τις συνεχείς επανεκδόσεις της και την ευρεία λαϊκή της απήχηση. Παράλληλα, ο Αλέξανδρος αποτελεί αντικείμενο ποικίλων αναφορών και έρευνας για την ελληνική λογιοσύνη και διανόηση, πριν και μετά τη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους (βλέπε αναλυτικά κεφάλαια 4.2, 4.4), ενώ ταυτόχρονα αποτέλεσε και πηγή έμπνευσης για ορισμένους από τους κορυφαίους Έλληνες λογοτέχνες, από τον Καρκαβίτσα και τον Παλαμά, ως τον Καζαντζάκη, το Σεφέρη, το Ρίτσο και τον Ελύτη (κεφάλαιο 4.6.1). Μεγάλοι νεοέλληνες καλλιτέχνες μετουσίωσαν τη μορφή του καλλιτεχνικά, όπως ο Θεόφιλος, ο Κόντογλου, ο Εγγονόπουλος, ο Χαλεπάς, ο Μποστ, ο Βράννος και άλλοι, συνεχίζοντας μια μακραίωνη παράδοση που ξεκίνησε με το Λύσιππο και τον Απελλή, ενώ σύγχρονοι Έλληνες μουσικοί, συνθέτες και ερμηνευτές, δημιούργησαν το «μουσικό» Αλέξανδρο, το λαϊκό Αλέξανδρο του πεντάγραμμου, από συνθέσεις κλασικής ως χέβι μέταλ μουσικής. Επομένως, η λαϊκότητα αυτή, που ανιχνεύεται και σε δημιουργίες της παλαιότερης λαϊκής τέχνης, όπως το σπαθί στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (αρχές 19 ου αιώνα) ή τα σταμπωτά επιτοίχια καλύμματα από τον Τύρναβο (1920-1930) διευρύνεται, θα έλεγε κανείς, μέσα από τις δυνατότητες που προσφέρει ο σύγχρονος Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 593 υλικός πολιτισμός και τα μέσα προβολής του: ο Αλέξανδρος γίνεται ήρωας των κόμικς, πρωταγωνιστής πολλών σύγχρονων λογοτεχνικών και ιστορικών βιβλίων, πρόσωπο αναρίθμητων αναφορών στο διαδίκτυο, διακοσμητικό μοτίβο σε κοσμήματα, μπλουζάκια και μπρελόκ, ενώ ταυτόχρονα διατηρείται ο αρχαίος, λυσίππειος τρόπος απόδοσης της μορφής του, με τους κλασικότροπους ανδριάντες του σε διάφορες ελληνικές πόλεις. Γενικότερα, ο Αλέξανδρος του μύθου αποτέλεσε δημιούργημα μακραίωνης συλλογικής συνεισφοράς και έφτασε στο σημείο να ξεπεράσει τον πραγματικό Αλέξανδρο ως προς το πρότυπο του χρηστού ηγεμόνα, συγκεντρώνοντας στο πρόσωπό του, σε υπερθετικό βαθμό, τις αρετές που διέθετε ο ιστορικός Αλέξανδρος. Ο Αλέξανδρος έγινε ένα απαράμιλλο συλλογικό υποκείμενο κι ως τέτοιο εξακολουθεί να βασιλεύει στη συνείδηση των Ελλήνων και στις μέρες μας, περισσότερο από κάθε άλλη ιστορική μορφή. Πολύ απλά, ο Αλέξανδρος αποτελεί ένα κορυφαίο διαχρονικό σύμβολο του ελληνισμού. Αντίστοιχα, αποτελεί πλέον, ως αντικείμενο έρευνας, μορφή έμπνευσης και δημιουργίας σε πολλές χώρες, ένα συλλογικό υποκείμενο οικουμενικών διαστάσεων, όπως άλλωστε τεκμηριώνεται και από την αποτύπωση της μορφής του στον πολιτισμό και στις παραδόσεις πολλών άλλων λαών, από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας (βλέπε κεφάλαια 5.1. -5.11.), αποτύπωση που, εν τέλει, τον καθιστά σύμβολο της οικουμενικότητας του ελληνισμού, αλλά και κάτι που ο ίδιος ήθελε να γίνει: ένας αθάνατος κοσμοκράτορας στη συνείδηση των λαών της οικουμένης. Μάλιστα, ο διαχρονικά τεκμηριωμένος στον ελληνισμό συγκρητισμός του Αλέξανδρου με άλλες μορφές (Αχιλλέας, Δίας, Απόλλων –Ήλιος, Ηρακλής, βυζαντινός αυτοκράτορας, Άγιος Γεώργιος, Διγενής, Άγιος Μάμμας, Χριστός, για να αναφέρουμε ορισμένα μόνο παραδείγματα, βλέπε αναλυτικά κεφάλαια 2.8, 3.6, 4.5., 4.7.) εξαπλώνεται ως βασικό μοτίβο της μορφής του και σε άλλους πολιτισμούς: έτσι στην Ινδία συντελείται ένας συγκρητισμός της μορφής του με τον Βαζραπάνι, τον ακόλουθο του Βούδα, ενώ στη Δύση ταυτίστηκε με την αρχετυπική εικόνα του ενάρετου χριστιανού ιππότη. Διαχρονική είναι και η ιδιότητα του αλεξίκακου που του αποδόθηκε, από τη λατρεία του κατά την αρχαιότητα, τις επωδές προς το πρόσωπό του και τη χρήση της μορφής του ως φυλακτού στην ελληνορωμαϊκή και στη συνέχεια στη βυζαντινή κοινωνία, όπου καθιερώνεται, ειδικά στη δεύτερη, ως σύμβολο του προσήλυτου στο μονοθεϊσμό αυτοκράτορα και προεικόνιση του Θεανθρώπου, ως θεραπευτής και άγιος της νεοελληνικής παράδοσης και φυλακτό της γαλαξιδιώτικης κοινωνίας. Συν τοις άλλοις, τα παραδείγματα από τις μικρογραφικές παραστάσεις της ανάληψης στη μεσαιωνική Ρωσία ή από το βυζαντινό χρυσό δαχτυλίδι της Θεσσαλονίκης ενισχύουν τον αποτροπαϊκό χαρακτήρα της, τη λειτουργία της ως της νέας μορφής αλεξάνδρειου

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 594 φυλακτού, στο πλαίσιο πάντα της αγιοποίησης του Έλληνα βασιλιά. Ο αγιοποιημένος Αλέξανδρος ως ξόρκι, επωδή και φυλακτό μαρτυρείται και στη Ρωσία, που δέχτηκε τις επιδράσεις του ελληνο-χριστιανικού Βυζαντίου, ενώ και στη Ρουμανία καταγράφηκαν παραδόσεις και ευχές σχετικές με τον Αλέξανδρο. Αγιοποιημένος παρουσιάζεται ο Αλέξανδρος και στην ισλαμική παράδοση, τόσο ως ο Δίκερως προφήτης στο Κοράνι, όσο και ως αγιοποιημένος μουσουλμάνος βασιλιάς που έχει κενοτάφειο στη μακρινή Ινδονησία (βλέπε κεφάλαια 5.5, 5.9 -5.11). Παράλληλα, από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, επεισόδια από το βίο του δεν έπαψαν να χρησιμοποιούνται ανεκδοτολογικά και ηθικοπαιδαγωγικά από λογίους όλων των εποχών, αρχαίους συγγραφείς, βυζαντινούς, νεοέλληνες, ευρωπαίους και ανατολίτες - ένα πεδίο μελέτης για το οποίο θα μπορούσε να γραφτεί μια πραγματεία. Έτσι, για να μείνουμε στις ελληνικές καταγραφές, τέτοιες αναφορές κάνει για παράδειγμα στην αρχαιότητα ο Θεωνάς τον πρώτο αιώνα μ.Χ. πάνω στο θέμα της χρείας, ο Πλούταρχος (τονίζοντας το μοτίβο του φιλόσοφου Αλέξανδρου), ο Πολύαινος (162 μ.Χ.), ο Δίων ο Χρυσόστομος και ο Λιβάνιος (στα Προγυμνάσματά του, 4 αιώνας ος μ.Χ., βλέπε αναλυτικά κεφάλαιο 2.1). Αντίστοιχες αναφορές συναντούμε στο έργο του Μεγάλου Βασιλείου «Πρός τούς νέους, ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικών ὠφελοῖντο λόγων» (4 ος αιώνας) και στο έργο του Μάξιμου του Ομολογητή Ἐκλογαί ἐκ διαφόρων βιβλίων τῶν τε καθ’ ὑμᾶς και τῶν θύραθεν (7 αιώνας, βλέπε κεφάλαιο 3.4). Οπωσδήποτε, ος ενδιαφέρουσα είναι η συμπερίληψη σοφών λόγων, που υποτίθεται ότι είπε ο Αλέξανδρος, σε βυζαντινές συλλογές αποφθεγμάτων μεταξύ του 9 και 14 αιώνα, ου ου όπως για παράδειγμα το Gnomologicum Vaticanum (βλέπε κεφάλαιο 3.4). Η παράδοση αυτή συνεχίστηκε καί στη νεότερη Ελλάδα, όπως μαρτυρά η συλλογή αποφθεγμάτων του Ελληνικού Κολλεγίου Ρώμης (1519), οι αναφορές γνωμικών του Αλέξανδρου στις επιστολές του Φραγκίσκου Σκούφου κατά το δεύτερο μισό του 17 αιώνα, το κεφάλαιο ου Γνῶμαι διάφοραι καί ἐκλεκταί του έργου Πίστις του ιερομόναχου Νεκτάριου Τέρπου (1732), η αντίστοιχη συμπερίληψη επεισοδίων ανεκδοτολογικού χαρακτήρα από την ιστορία του Αλέξανδρου στο έργο Περί τῆς φυλακῆς τῶν πέντε Αἰσθήσεων του Νικόδημου του Αγιορείτου (1801) και τέλος οι παρόμοιες αναφορές στο Γεροστάθη του Λέοντος Μελά, έργο με ιδιαίτερη σημασία, αν αναλογιστεί κανείς ότι αποτέλεσε, για δεκαετίες, ένα αναγνωστικό για τους Ελληνόπαιδες της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης κατά το 19 αιώνα (1858 κ.ε., βλέπε κεφάλαια 4.2., 4.6.1.). Το έργο των παραπάνω ο συγγραφέων φανερώνει πως οι ιστορίες του Αλέξανδρου με ηθικο -παιδαγωγικό χαρακτήρα αποτέλεσαν διαχρονικά κοινό τόπο της κοσμικής παιδείας των Ελλήνων σε τέτοιο βαθμό, που να χρησιμοποιούνται και από τους πνευματικούς πατέρες της εκκλησίας. Αυτή ακριβώς η διαχρονία της «αλεξάνδρειας» παιδείας αποτελεί άλλο ένα τεκμήριο των πολλαπλών επιδράσεων της μορφής του στην πνευματική ζωή του ελληνισμού και συγκεκριμένα στη σύγχρονη εκπαίδευση: στο 2 Γυμνάσιο Καβάλας, ο Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 595 κατά το σχολικό έτος 2015-2016, στο πλαίσιο ερευνητικής εργασίας, μαθητές αποθησαύρισαν σοφές ρήσεις και γνωμικά μεγάλων προσωπικοτήτων από την αρχαιότητα ως σήμερα. Ανάμεσά τους, δίπλα στα σοφά λόγια του Αριστοτέλη, οι μαθητές εξέθεσαν και τα αποφθέγματα του Αλέξανδρου (εικόνα 147). Έτσι, ο Αλέξανδρος γίνεται διαχρονικά προβεβλημένη μορφή της ελληνικής αρετολογίας, αυτής που ουσιαστικά ξεκινά από τις αναφορές του Ομήρου για τις θετικές ιδιότητες ενός ευγενούς ανθρώπου, όπως η ανδρεία, για να θεμελιωθεί στη συνέχεια με το Σωκράτη και τον Πλάτωνα, να διευρυνθεί με τον Αριστοτέλη και τους Στωϊκούς και να εμπλουτιστεί με τους Νεοπλατωνικούς φιλοσόφους και το βυζαντινό χριστιανικό πνεύμα, ώστε να καταλήξει στη σύνθεση του νεοελληνικού ηθικοφιλοσοφικού στοχασμού (Τριαντάρη –Μαρά 2004: 106 -112, 187). Επιβεβαίωση της παραπάνω παρατήρησης, αποτελεί και η ρητή αναφορά του εκδότη της Φυλλάδας του 1750 στις τέσσερις αρχαιοελληνικές αρετές (του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη) σε συνδυασμό με την πρόσληψη του Αλέξανδρου μέσα ακριβώς από την ανάγνωση της Φυλλάδας ως παραδείγματος εμπέδωσης των τεσσάρων αυτών αρετών και γενικότερα ως προτύπου ηθικής συμπεριφοράς για τον αναγνώστη (βλέπε κεφάλαιο 4.1.). Επίσης, ο Αλέξανδρος αποτέλεσε διαχρονικά πρότυπο ηγεμόνος, για Έλληνες και ξένους, από τους άμεσους διαδόχους του και επιγόνους, τον Πύρρο, τον Περσέα και το Μιθριδάτη του Πόντου, τους Ρωμαίους και μετά τους βυζαντινούς ηγέτες και αυτοκράτορες, τους Έλληνες αγωνιστές και ηγεμόνες της Τουρκοκρατίας (π.χ. Μερκούριος Μπούας, Μιχαήλ Γενναίος, ηγεμόνες Μολδοβλαχίας, Αλέξανδρος Υψηλάντης), τους βασιλιάδες της Ελλάδας Όθωνα και Κωνσταντίνο, ως το Λουβοδίκο της Γαλλίας, το Μεγάλο Πέτρο, το Ναπολέοντα - μάλιστα η διαχρονία του αλεξάνδρειου προτύπου έφτασε ως τον…Μπαράκ Ομπάμα και γενικότερα τους σύγχρονους ηγέτες μέσα από τις προτροπές του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Δημητρίου και του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου αντίστοιχα. Και πάλι, ίσως το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα έμμεσου παραλληλισμού ενός ηγεμόνα με τον Αλέξανδρο να μας το δίνει μια παράσταση της ανάληψης από το ναό του Αγίου Δημητρίου στο Βλαντίμιρ της Ρωσίας, κατά τα τέλη του 12 αιώνα. Εκεί, πιθανό σε σχέση ου κλιμάκωσης, απεικονίζονται στις ανάγλυφες παραστάσεις των εξωτερικών όψεων του ναού ο βιβλικός Δαβίδ (ιδανικός ηγεμόνας και προεικόνιση του Χριστού), ο Αλέξανδρος στην παράσταση της ανάληψης (ιδανικός ηγεμόνας και επίσης, όπως διαπιστώσαμε, προεικόνιση του Χριστού ως Βασιλέα των Ουρανών, μέσω της ανάληψης) και τέλος, ο Ρώσος ηγεμόνας του πριγκιπάτου του Βλαντίμιρ, Βσέβολοντ. Έτσι, μέσω του Αλέξανδρου, ο Βσέβολοντ προσεγγίζει το Δαβίδ, επομένως παραλληλίζεται με τον ίδιο το Χριστό και καθιερώνεται ως ελέω Θεού ηγεμόνας. Αξίζει ιδιαίτερης προσοχής η αξιοποίηση της μορφής του Αλέξανδρου ως διαμεσολαβητικής ανάμεσα στο Βσέβολοντ και στο Δαβίδ –Χριστό, εφόσον ευσταθεί η

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 596 προτεινόμενη ερμηνεία. Ο Αλέξανδρος δείχνει έτσι να γεφυρώνει το θνητό με το θείο, τον κόσμο του Βσέβολοντ με τον κόσμο του θείου ηγεμόνα. Η επίκληση του Αλέξανδρου ως διαμεσολαβητή στο θείο στην περίπτωση αυτή επιβεβαιώνει και το χαρακτήρα του ως αγίου, επομένως επιβεβαιώνει τον αγιοποιημένο χαρακτήρα της παράστασης της ανάληψης του Αλέξανδρου, πέρα από το συμβολισμό της κοσμικής εξουσίας. Επιπλέον, η μορφή του Αλέξανδρου εξίσου διαχρονικά καταφέρνει και διεισδύει σε διάφορα λογοτεχνικά είδη και έργα, από το διαχρονικό ψευδο-καλλισθένειο Μυθιστόρημα, τους αρχαίους ρητορικούς λόγους, προγυμνάσματα και επιγράμματα, τη μεσαιωνική αποκαλυπτική φιλολογία, επιστολογραφία, ποίηση και ακριτικό έπος, ως τα εκκλησιαστικά κείμενα της τουρκοκρατίας, τα διάφορα χρονικά και τη σύγχρονη πεζογραφία και ποίηση (βλέπε αναλυτικά κεφάλαια 2.1, 2.7, 3.2, 3.4, 4.2, 4.6.1). Είναι ομολογουμένως εντυπωσιακή αυτή η διείσδυση της μορφής του, που καταγράφεται καί στην ξένη λογοτεχνία, από τα έπη του Φιρντουσί και του Νιζάμι και τις Χίλιες και Μία Νύχτες των Περσών και των Αράβων ως τα επικά άσματα των δυτικών τροβαδούρων του μεσαίωνα και όχι μόνο (βλέπε κεφάλαια 5.5, 5.7) Ένα άλλο διαχρονικό μοτίβο είναι αυτό του Αλέξανδρου με το φίδι /δράκο, το οποίο, ξεκινώντας από τις αναφορές του Πλουτάρχου για την Ολυμπιάδα, το μύθο που κατασκεύασε ο οικογενειακός του περίγυρος, εκφράζεται στη συνέχεια καλλιτεχνικά στον καμέο του Μουσείου της Βιέννης, στα νομίσματα του Κοινού των Μακεδόνων και τα χρυσά αλεξάνδρεια μετάλλια από το Αμπουκίρ (αρχές 3 αιώνας μ.Χ.), στις ου παραστάσεις των λατρευτικών αναγλύφων της ρωμαϊκής εποχής και του ψηφιδωτού από το Baalbek του Λιβάνου (αρχές 5 αιώνα μ.Χ.) και επίσης, ρητορικά, στην αναφορά ου του Γρηγορίου Ναζιανζηνού. Εν τέλει, το μοτίβο αυτό βρίσκει μια εντυπωσιακή νεοελληνική μεταμόρφωση στις παραδόσεις από την Κρήτη και τη Μακεδονία, καθώς και στο θέατρο σκιών με την εξής διαφορά: ο Αλέξανδρος είναι πλέον δρακοκτόνος, ενώ έτσι απεικονίζεται και καλλιτεχνικά στο θηκάρι του σπαθιού του Εθνικού ιστορικού Μουσείου (αρχές 19 αιώνα). Άραγε θα μπορούσε ο αρχικός συσχετισμός του ου Αλέξανδρου με το φίδι –δράκοντα να οφείλεται σε μια ιδιαίτερη σχέση που είχε με τους φιδόμορφους Καβείρους των μυστηρίων της Σαμοθράκης, όπως αφήνει να εννοηθεί ο Φλάβιος Φιλόστρατος, καθώς αναφέρει αφιερωματική επιγραφή του Αλέξανδρου καί σε αυτούς; (βλέπε κεφάλαιο 2.1). Επίσης, οι αναφορές στην καλλιτεχνική αποτύπωση της μορφής του, αληθινές ή ανεκδοτολογικές, τόσο κατά την αρχαιότητα, όσο και στο Βυζάντιο, με τις παράλληλες απεικονίσεις, π.χ. του κολοσσιαίου Αλέξανδρου στον Άθωνα στη δυτική τέχνη, έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας διαχρονικής αρχαιολογικής φιλολογίας, ίσως της πρώτης στην ιστορία, με σημείο αναφοράς τα έργα του Αλέξανδρου. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 597 Τέλος, διαχρονική είναι και η αντίληψη για τον Αλέξανδρο που συναρτάται με το ευμετάβλητο της τύχης, τη ματαιότητα της αναζήτησης των μεγαλείων μπροστά στο αναπόφευκτο του θανάτου, μοτίβα που ξεκινούν με την αρνητική κριτική γι’ αυτόν από εκπροσώπους του αρχαίου στωικισμού και την ιστορική καταγραφή του Αρριανού για την υποδοχή του Αλέξανδρου από τους Βραχμάνες, περνά στις παραλλαγές του Μυθιστορήματος και συνεχίζεται στο Βυζάντιο της αυτοκρατορικής ακακίας, για να κορυφωθεί τόσο στις μεταβυζαντινές παραστάσεις του Σισώη μπροστά στο λείψανο του βασιλιά, όσο και στις αναφορές της Φυλλάδας και του πρωτονεοελληνικού ποιήματος της Σεμιράμιδος. Παράλληλα, η διάχυση του μοτίβου των «δύο σπιθαμών γης», που παρατηρείται και σε άλλες λογοτεχνικές δημιουργίες, όπως η «Ομιλία του νεκρού βασιλιά» (β΄ μισό 15 αιώνα) φανερώνει ακριβώς την όσμωση ιδεών που ου συντελείται διαχρονικά στο ελληνικό πνεύμα –εδώ μέσα στο πλαίσιο της λογοτεχνίας, θεολογίας και τέχνης – τεκμήριο κι αυτό της συνέχειας του ελληνισμού (βλέπε κυρίως κεφάλαια 4.1, 4.3). Μια ενδιαφέρουσα διαχρονική διάσταση του Αλέξανδρου –δημιουργός της οποίας υπήρξε ο ίδιος -είναι και αυτή του προστάτη και του συμβόλου αγώνων, αντίστασης και νίκης του ελληνισμού έναντι των εξωτερικών εχθρών σε ανατολή και δύση. Όπως διαπιστώσαμε, αυτή η διάσταση, που του αποδόθηκε από την αρχαιότητα με την εκστρατεία του κατά των Περσών, τεκμηριώνεται με τις λατρευτικές τιμές που του απέδωσαν οι πόλεις της Μικράς Ασίας για την απελευθέρωσή τους από τον περσικό ζυγό και συνεχίζεται με την επίκλησή του στους αγώνες κατά των Ρωμαίων (Ακαρνάνας Λυκίσκος, Πύρρος, Μιθριδάτης Ευπάτωρ). Η ίδια επίκληση καταγράφηκε στο Βυζάντιο, στους αγώνες εναντίον των Περσών, Αράβων, Λατίνων, Βουλγάρων, Σελτζούκων και Οθωμανών Τούρκων, διαμορφώνοντας το χαρακτήρα του νικητή σε βυζαντινούς αυτοκράτορες που, σε δύσκολες στιγμές, μιμούμενοι το πρότυπό τους, έσωσαν την ελληνική χριστιανοσύνη. Η αναφορά στον Αλέξανδρο ως συμβόλου του ελληνισμού διατήρησε το κύρος της στα έργα των Ελλήνων λογίων της τουρκοκρατίας (κεφάλαια 4.2., 4.4.), στις παραστάσεις της μεταβυζαντινής ζωγραφικής («βασιλεύς Ελλήνων» στην παράσταση των τεσσάρων βασιλέων του οράματος του Δανιήλ αλλά και στις παραστάσεις του Σισώη, βλέπε κεφάλαιο 4.3.), στη λαϊκή παράδοση και στη Φυλλάδα, με την ευρύτατη διάδοση και επιρροή της. Συνέχισε μετά στον ελληνισμό της επανάστασης του 1821 εναντίον των Τούρκων, όσο και στους αγώνες κατά των Βουλγάρων για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Και αργότερα, όμως, συνεχίστηκε να προβάλλεται ο Αλέξανδρος με τον ίδιο τρόπο, όπως επί Γεωργίου Παπανδρέου αλλά και στο έργο πολλών σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων και ποιητών, στιχουργών για την Κύπρο, για να καταλήξει η μορφή του στον «αναστημένο» Αλέξανδρο μέσα από τον κουρνιαχτό που σηκώθηκε από τις ανασκαφές του μνημειώδους ταφικού περιβόλου και τάφου –ηρώου της Αμφίπολης (βλέπε κεφάλαια 2.1, 2.6., 2.7., 3.3, 3.6,

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 598 4.1 - 4.5). Ο Αλέξανδρος αποτελεί αναμφισβήτητα διαχρονικό σύμβολο του μεγαλείου του ελληνισμού και του πατριωτισμού των Ελλήνων. Επιπλέον, αναρίθμητες αναφορές από την ξένη παράδοση χαρακτηρίζουν τον Αλέξανδρο ως «βασιλιά Ελλήνων», συγκεκριμένα από την εβραϊκή παράδοση, τη Συρία, τους Άραβες, την Περσία, τη λατινική γραμματεία, τη δυτική Ευρώπη, ως τις σύγχρονες φυλές των Νοχουριτών στο Τουρκμενιστάν, των Πατάν στο Αφγανιστάν και των Καλάς στο Πακιστάν. Ωστόσο, η αξιοποίηση του Αλέξανδρου για «εθνικούς σκοπούς» δεν περιορίστηκε μόνο στον ελληνισμό: όπως φαίνεται, συμβολικά η μορφή του έγινε αντικείμενο «εθνικής εκμετάλλευσης» και προβολής και για τους Εβραίους, τους Σύρους, τους Πέρσες, τους Ιρακινούς, ως τους σύγχρονους κατοίκους των Σκοπίων, στους οποίους, βέβαια, η διάσταση της ψευδο-εθνικής «αξιοποίησης» οδήγησε στην υφαρπαγή του ελληνικού πολιτισμού και ταυτότητας με το γενικευμένο σφετερισμό της ονομασίας «Μακεδονία» και της αρχαίας και μεσαιωνικής ελληνικής ιστορίας και μάλιστα με αλυτρωτικές βλέψεις για δημιουργία «Μεγάλης Μακεδονίας» με ελληνικά εδάφη της ιστορικής Μακεδονίας . 705 Είναι επίσης εντυπωσιακοί οι παραλληλισμοί που μπορούν να γίνουν μεταξύ παραδόσεων που απαντώνται στην Ελλάδα με αντίστοιχες σε άλλες χώρες, πολλές φορές πολύ μακριά. Έτσι, ο μαγικός Αλέξανδρος της ευγονίας συναντάται στους Φιλίππους της Μακεδονίας, απαντάται όμως και στους Ισκανταρί του κακοτράχαλου Παμίρ. Το ίδιο ισχύει και με το μοτίβο του Αλέξανδρου –κτίστη και των τοπωνυμίων: εκτός από την Ελλάδα, απαντάται σε ένα ευρύτατο γεωγραφικό φάσμα, από την Ινδονησία, το Παμίρ, το Πακιστάν, το Ιράν, το Ιράκ, τη Ρουμανία ως τις δυτικές αραβικές παραδόσεις της περιοχής του Γιβραλτάρ. Τεκμηριώνεται έτσι ένα βασικό στοιχείο της οικουμενικότητας του ελληνικού πολιτισμού, αυτό της ίδιας της μορφής του Αλέξανδρου: πράγματι, ο αρχαίος Έλλην βασιλιάς αποτέλεσε οικουμενικό πρότυπο ηγεμόνος, όχι μόνο για τους λατίνους αυτοκράτορες της Ρώμης, αλλά -όπως τεκμηριώνεται από τις αναφορές αυτής της μελέτης - και για τους δυτικούς βασιλιάδες και τους Άραβες χαλίφηδες του μεσαίωνα, τους μεταγενέστερους ηγεμόνες της Δύσης και της Ρωσίας, τους ηγεμόνες της Ινδίας. 705 Για το ιστορικό μακεδονικό ζήτημα και τη σύγχρονη εκδοχή του – δηλαδή την προπαγάνδα και τον αλυτρωτισμός των Σκοπίων – βλέπε Μαρία Νυσταζοπούλου –Πελεκίδου, «Το Μακεδονικό Ζήτημα», εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1993, Βακαλόπουλος Κωνσταντίνος, «Το Μακεδονικό Ζήτημα», εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1993, «Μακεδονικές ταυτότητες στο χρόνο –διεπιστημονικές προσεγγίσεις», συλλογικό έργο, επιμέλεια Ι. Στεφανίδης, Β. Βλασίδης, Ε. Κωφός, -Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα -εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, Μάιος 2008, «Μακεδονισμός –ο Ιμπεριαλισμός των Σκοπίων 1944-2006», συλλογικό έργο, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών /εκδόσεις Έφεσος, Αθήνα, 2007, Νικόλαος Ι. Μέρτζος, «Τα Σκόπια και οι Άλλοι», Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 2013. Philosophia Ancilla/ Academica V

Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ελληνισμού 599 Μάλιστα, όπως είδαμε, είναι ακριβώς ο βυζαντινός Αλέξανδρος αυτός που αποτέλεσε ένα βασικό στοιχείο της οικουμενικότητας του μεσαιωνικού ελληνισμού, με τη μορφή του να εξαπλώνεται σε δύση και ανατολή ως διακοσμητικό μοτίβο σε πολύτιμα δώρα της βυζαντινής διπλωματίας και με τις παραστάσεις της ανάληψης να κοσμούν τους καθεδρικούς ναούς της Δύσης και τις ορθόδοξες εκκλησίες της Ρωσίας και της Γεωργίας. Ένα άλλο παράδειγμα οικουμενικότητας της μορφής του είναι η εικονογραφική καταγραφή του ως κερασφόρου στην πόρπη από τους τάφους των Κουσάν (1 π.Χ. -1 μ.Χ. αιώνας), στο Κοράνι του Ισλάμ, στην τοιχογραφία από το ος ος Τερμέζ της Περσίας, στα αραβικά νομίσματα της Ανδαλουσίας και του Μαρόκου (8 ος αιώνας). Επιπλέον, το Μυθιστόρημα αποτέλεσε γονιμοποιό υλικό για πολλές διαπολιτισμικές επαφές μεγάλης ευρύτητας που αποτυπώθηκαν και στη λογοτεχνία. Η Juanno παρατηρεί πως η κυκλοφορία του κατά το μεσαίωνα απέδειξε τη ρευστότητα των γλωσικών και πολιτιστικών συνόρων του μεσαίωνα, αν και η οπτική ήταν διαφορετική μεταξύ ελληνικού κόσμου και Δύσης: στο μεσαιωνικό ελληνισμό ο Αλέξανδρος του Μυθιστορήματος είναι πάνω απ’ όλα ήρως –βασιλεύς, ενώ στη Δύση τονίζεται η διάθεσή του για υπέρβαση των ορίων και η αλαζονική του φύση . Γεγονός 706 είναι ότι το ψευδο-καλλισθένειο Μυθιστόρημα παρέμεινε το βασικό όχημα της οικουμενικής διάστασης του Αλέξανδρου, με τις αναρίθμητες επιδράσεις του, μεταφράσεις και παραλλαγές του σε ολόκληρο το μεσαιωνικό κόσμο, από τη μακρινή Ανατολή ως τη Δύση. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ο Μητσάκης σημειώνει γι’ αυτό πως αποτελεί ό,τι ο Krumbacher ανέφερε για τα ομηρικά έπη, δηλαδή το «ουδέποτε παραδοθέν σχολικό βιβλίο του ελληνικού έθνους» (Μητσάκης 2007: 59). Αυτή η οικουμενική διάσταση του Αλέξανδρου από την αρχαιότητα ήδη, έδωσε ένα παράγωγο αντίληψης που αποτέλεσε συστατικό στοιχείο και της σύγχρονης δυτικής κοσμοθεωρίας: την προβολή της προσωπικότητας και της αξίας του ενός, τη δυνατότητα εκπλήρωσης των ατομικών επιδιώξεων του καθενός, καθώς και τη συνακόλουθη ελευθερία κινήσεων που αυτή προϋποθέτει: ο αρχαίος πόθος του Μακεδόνα βασιλιά έγινε πρότυπο εκπλήρωσης των προσωπικών πόθων αρχικά των ηγεμόνων, Διαδόχων, Ρωμαίων, Βυζαντινών, Ευρωπαίων, ενώ στις μέρες μας, με την παγκοσμιοποίηση της μορφής του, αποτελεί και πρότυπο εκπλήρωσης των προσωπικών πόθων του καθενός. Η Τροφίμοβα, ανακεφαλαιώνοντας τη σύγχρονη έρευνα για τον Αλέξανδρο, παρατηρεί πως ο 19 και 20 αιώνας υπήρξαν η ος ος πραγματική εποχή του Αλέξανδρου, η εποχή που το ενδιαφέρον γι’ αυτόν μετατράπηκε σε μια νέα «αλεξανδρολατρία» και ο ίδιος σε παγκόσμιο ήρωα, ή, όπως σημειώσε ο Alfred Heuss, ένα κύπελλο που ο καθένας γεμίζει με το δικό του κρασί (Trofimova 2012 706 Juanno 2015 (2002): 728-729.

Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου 600 A: 4). Ο γιατρός και ανθρωπιστής Στέφανος Τσβάιχ σημειώνει: «Πάντα το άτομο είναι εκείνο, που εισάγει την ανεξαρτησία στον κόσμο και τον εαυτό του. Γιατί κάθε ελεύθερο πνεύμα είναι και ένας Αλέξανδρος: κατακτάει θυελλωδώς όλες τις χώρες και όλα τα βασίλεια, δεν έχει όμως κληρονόμους» (Ασωνίτης 2008: 20). Ο πίνακας β΄ που ακολουθεί το κύριο σώμα του κειμένου, συνοψίζει τις καταγραφές αυτής της μελέτης ως προς τα διαχρονικά μοτίβα και αναφορές του Αλέξανδρου. Βέβαια ο πίνακας δε συμπεριλαμβάνει όλα τα μοτίβα του Αλέξανδρου, για παράδειγμα απουσιάζει το μοτίβο του Αλέξανδρου –εξερευνητή, του Αλέξανδρου – κυνηγού ή το μοτίβο της τύχης του Αλέξανδρου. Ωστόσο είναι χρήσιμο να διαπιστώσει κανείς πως τελικά είναι αρκετές οι σταθερές του τρόπου πρόσληψης του Αλέξανδρου από εποχή σε εποχή, από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο και από το μεσαίωνα στη Νεότερη Ελλάδα και στη σύγχρονη εποχή, έστω και αν το νόημα κάποιων αλεξάνδρειων μοτίβων μπορεί να διαφέρει (για παράδειγμα αλλιώς προσλαμβάνονταν η απεικόνιση του κερασφόρου Αλέξανδρου στα νομίσματα του Λυσίμαχου κι αλλιώς στο εκατόδραχμο του 1991). Το συμπέρασμα που βγαίνει αβίαστα είναι πως τελικά ο ίδιος ο Αλέξανδρος, με τις ενέργειες και τη δράση του, υπήρξε ο δημιουργός όλων σχεδόν των μοτίβων μνήμης του που καταγράφηκαν στη συνέχεια μεταξύ των Ελλήνων και άλλων λαών, μέχρι και σήμερα. Ο μύθος του Αλέξανδρου κτίστηκε πάνω στις πράξεις του, με αποτέλεσμα, καί με αυτό το κριτήριο, ο Αλέξανδρος να παραμένει ζωντανός ως σήμερα, κερδίζοντας την πολυπόθητη αθανασία. Γιατί σήμερα ο Αλέξανδρος; Εν τέλει, ένα ερώτημα που θα προέκυπτε μέσα από την ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου είναι το εξής: τι έχει να μας πει σήμερα ο Αλέξανδρος; Πέρα από την τεκμηρίωση της διαχρονικής σημασίας του για τον ελληνισμό και την οικουμενικότητά του, πέρα από τη συμβολή του στην απόδειξη της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού, και την καθοριστική συμβολή του στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, τι θα μας έλεγε η μορφή του, η ιστορία και ο μύθος του σήμερα, στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης και των δυσεπίλυτων προβλημάτων; Σε συλλογικό και εθνικό επίπεδο θα μας έλεγε καταρχάς το πόσο σημαντική είναι η διατήρηση των παραδόσεων και της ιδιοπροσωπίας του ελληνισμού, μια στάση ζωής που επέτρεψε την ως σήμερα επιβίωση των Ελλήνων ως έθνος. Θα μας αποδείκνυε, μέσα από το δικό του παράδειγμα, καθώς και του πατέρα του, το πόσο σημαντικό είναι να είναι οι Έλληνες ενωμένοι και πόσα πολλά έτσι μπορούν να πετύχουν, έστω και «πλην Λακεδαιμονίων». Σε ατομικό επίπεδο, θα μας δίδασκε τι σημαίνει να έχει κάποιος ξεκάθαρη στοχοθεσία και όνειρα και να προσπαθεί να τα εκπληρώσει με πολύ κόπο και δουλειά, όντας καλά προετοιμασμένος για το σκοπό αυτόν. Θα μας μετέφερε Philosophia Ancilla/ Academica V


Like this book? You can publish your book online for free in a few minutes!
Create your own flipbook